Τρίτη, Δεκεμβρίου 02, 2025

Νικόλαος Πλαστήρας

Στρατιωτικός και πολιτικός. Γιος του Χρήστου Πλαστήρα, ράφτη, και της Στυλιανής Καραγιώργου, υφάντρας, γεννήθηκε στο Μορφοβούνι Καρδίτσας (παλαιά ονομασία: Βουνέσι), το 1883. Κατά τον πόλεμο του 1897, η οικογένειά του καταφεύγει στην ορεινή Πεζούλα της Νευρόπολης Αγράφων και μετά το τέλος του πολέμου επιστρέφουν στην Καρδίτσα, όπου φοιτά στο δημοτικό και στο ελληνικό σχολείο της πόλης. Η φοίτηση όμως στο σχολείο διακόπτεται όταν εμπλέκεται σε έναν καβγά με τον γιό ενός Τούρκου Αγά και αναγκάζεται να διαφύγει για να μη συλληφθεί, μέσω Βόλου στον Πειραιά. Φοιτά στη Βαρβάκειο Σχολή και στη συνέχεια επιστρέφει, αφού φεύγουν οι Τούρκοι από τη Θεσσαλία, στην ιδιαίτερη πατρίδα του για να ολοκληρώσει τις γυμνασιακές σπουδές του.

Αφού τελείωσε το Γυμνάσιο, κατατάχθηκε στο στρατό τον Δεκέμβριο του1903 με το βαθμό του δεκανέα και υπηρέτησε στο 5ο Σύνταγμα Πεζικού στα Τρίκαλα, όπου προήχθη σε υπαξιωματικό (επιλοχίας). Τον Απρίλιο του1907 πήρε μέρος στο Μακεδονικό Αγώνα: Αφού εγκατέλειψε τη μονάδα του, μαζί με μερικούς συναδέλφους του ήλθε σε επαφή με διάφορα πρόσωπα στην Καρδίτσα συγκροτώντας ομάδα εθελοντών. Με αυτή στη συνέχεια, συνεργάζεται με την ομάδα του καπετάν-Αγραφιώτη και του υπολοχαγού Χαράλαμπου Παπαγάκη σε επιχειρήσεις γύρω από τη λίμνη των Γιαννιτσών. Το 1908, εισάγεται στη Σχολή Υπαξιωματικών στην Κέρκυρα ως πρώτος επιλαχών. Συμμετείχε στο «Σύνδεσμο Υπαξιωματικών» και στο κίνημα στο Γουδή. Στους Βαλκανικούς Πολέμους διακρίθηκε στις μάχες της Ελασσόνας, των Γιαννιτσών και του Λαχανά, μετά την οποία ονομάστηκε από τους συμπολεμιστές του «Μαύρος Καβαλάρης».

Την περίοδο του Εθνικού Διχασμού εντάχθηκε στο κίνημα της Εθνικής Αμύνης και μετά από παρότρυνση του Ελευθέριου Βενιζέλου δεν εγκατέλειψε τη θέση του, όπως και πολλοί άλλοι, προκειμένου να μην απογυμνωθεί το στράτευμα από βενιζελικούς αξιωματικούς. Στη Μικρασιατική Εκστρατεία έδωσε πολλές νικηφόρες μάχες με λίγες απώλειες που τον έκαναν γνωστό στους Τούρκους. Οι τελευταίοι τον ονόμασαν «Καρά-Πιπέρ» (μαύρο πιπέρι), ενώ το 5/42 Σύνταγμα Ευζώνων έγινε γνωστό ως «Σεϊτάν Ασκέρ» (Στρατός του Διαβόλου). Επίσης, επικηρύχθηκε από τον Μουσταφά Κεμάλ. Κατά την προέλαση του Ελληνικού Στρατού το καλοκαίρι του 1921 πέρα από τον Σαγγάριο, το Σύνταγμα έφθασε μέχρι το Καλτακλί, 8 χιλιόμετρα από το Καλέ Γκρότο, ως αριστερή πτέρυγα της 13ης Μεραρχίας του Β΄Σώματος Στρατού. Κατά την τουρκική επίθεση της 13ης Αυγούστου 1922 στο Αφιόν Καραχισάρ στάλθηκε να ενισχύσει την άμυνα του υψώματος Καλετζίκ, στρατηγικής σημασίας για την ελληνική άμυνα, απέτυχε όμως να το κρατήσει και να το ανακαταλάβει. Την επομένη το 5/42 Σύνταγμά του και οι υπόλοιπες μονάδες, ύστερα από νέες τουρκικές επιθέσεις, ανατράπηκαν και υποχώρησαν, εγκαταλείποντας τα πυροβόλα. Την 18η Αυγούστου, κατά την υποχώρηση προς Μπανάζ, τουρκικό σύνταγμα τους αιφνιδίασε. Οι εύζωνοι, με σύγχυση και αταξία, ετράπησαν προς βορρά με μεγάλες απώλειες και ανασυντάχθηκαν πέντε χιλιόμετρα μακριά. Η 13η Μοίρα Ορειβατικού Πυροβολικού που συμπορευόταν με το 5/42, εγκαταλείφθηκε μόνη χωρίς προστασία και έχασε τρία από τα πυροβόλα της. Για τη μη συμμόρφωση σε διαταγές τον Αύγουστο του 1922 προτάθηκε η παραπομπή του σε στρατοδικείο, το οποίο δεν έγινε γιατί στο μεταξύ ο Πλαστήρας είχε διενεργήσει κίνημα.

Στις 11 Σεπτεμβρίου του 1922 ξέσπασε Κίνημα του Στρατού και του Ναυτικού στη Χίο και στη Λέσβο και σχηματίστηκε Επαναστατική Επιτροπή από τους πρωτεργάτες της, τους συνταγματάρχες Νικόλαο Πλαστήρα, ως εκπρόσωπο του στρατού της Χίου και Στυλιανού Γονατά, ως εκπρόσωπο του στρατού της Λέσβου και τον αντιπλοίαρχο Δημήτριο Φωκά, ως εκπρόσωπο του Πολεμικού Ναυτικού.

Η «Επανάσταση», η οποία υπήρξε αποτέλεσμα της βίαιης αντίδρασης κατά της Μικρασιατικής Καταστροφής πολύ γρήγορα πέρασε σε μέτρα εκδίκησης προς την αντιβενιζελική παράταξη. Απαγορεύτηκαν εφημερίδες, ενώ καταδιώχθηκαν επιφανή στελέχη του αντιβενιζελισμού. Αποκορύφωμα βέβαια ήταν ο αποκεφαλισμός της αντιβενιζελικής παράταξης με τη λεγόμενη «Δίκη των Έξι », η οποία προκάλεσε αλγεινή εντύπωση και στο εξωτερικό.

Το 1932, η κατάσταση για τους βενιζελικούς ήταν πολύ διαφορετική από ό,τι το 1928. Στις εκλογές του Σεπτεμβρίου του 1932, τα δύο μεγάλα κόμματα είχαν σχεδόν ισοψηφήσει, ενώ οι πρώην στρατιωτικοί πολιτικοί Κονδύλης και Χατζηκυριάκος είχαν προσχωρήσει στο Λαϊκό Κόμμα. Από τους στρατιωτικούς μόνο ο Πλαστήρας συνέχιζε να υποστηρίζει τον Βενιζέλο. Τα ξημερώματα της 6ης Μαρτίου 1933, ήταν πλέον εμφανές από τα πρώτα εκλογικά αποτελέσματα ότι η βενιζελική παράταξη θα έχανε τις εκλογές. Αυτό εξόργισε τον Πλαστήρα, ο οποίος αποφάσισε να κάνει κίνημα για να αποτρέψει την κατάληψη της εξουσίας από το Λαϊκό Κόμμα του Π. Τσαλδάρη. Εν τούτοις, ο Πλαστήρας δεν βρήκε υποστήριξη από τους άλλους σημαίνοντες στρατιωτικούς, το στρατηγό Οθωναίο, το διοικητή του Α΄ Σώματος Στρατού Κ. Μανέτα καθώς και τον υποναύαρχο Δεμέστιχα. Το κίνημα του Πλαστήρα λόγω της αντίδρασης και απόστασης των παραπάνω στρατιωτικών οδήγησε σε στρατιωτική μεταβατική κυβέρνηση υπό τον Οθωναίο για τέσσερεις μέρες και κατόπιν δόθηκε η πρωθυπουργία στον Π. Τσαλδάρη, ο οποίος στις 10 Μαρτίου σχημάτισε την κυβέρνησή του. Το κίνημα του 1933 ήταν ο προάγγελος του κινήματος του 1935, το οποίο θα αποτελούσε το ουσιαστικό τέλος της αβασίλευτης δημοκρατίας.

Από το 1933 έως το 1935, γίνονται έντονες διεργασίες εντός του βενιζελικού κόσμου για εκτέλεση κινήματος. Ο Ε. Βενιζέλος, όπως και στο κίνημα του 1933, δεν κρατά ξεκάθαρη στάση, ενώ η βενιζελική παράταξη έχει κατατμηθεί σε ομάδες και υποομάδες συμφερόντων. Σε αυτό το κλίμα, έγινε και η απόπειρα δολοφονίας του ίδιου του Βενιζέλου στη λεωφόρο Κηφισίας στις 6 Ιουνίου του 1933. Το 1935 θα διενεργηθεί το δεύτερο κίνημα του Νικόλαου Πλαστήρα, το οποίο θα εξελιχθεί σε έναν αληθινό εμφύλιο πόλεμο με την τελική επικράτηση των αντιβενιζελικών. Η αποτυχία του κινήματος θα εδραιώσει τους αντιβενιζελικούς στην εξουσία και την επαναφορά της βασιλείας μετά τη διενέργεια ενός νόθου δημοψηφίσματος.

Τον Νοέμβριο του 1944 ήλθε σε επαφή με τον Γεώργιο Παπανδρέου, ο οποίος ήθελε να τον προσκαλέσει στην Ελλάδα με σκοπό να ενισχύσει την κυβέρνησή του. Μετά τα «Δεκεμβριανά» του 1944 κλήθηκε να αναλάβει την κυβέρνηση ως προσωπικότητα ευρείας αποδοχής, στις 3 Ιανουαρίου 1945. Προσπάθησε να αποτρέψει τον Εμφύλιο Πόλεμο και συμμετείχε στη Συμφωνία της Βάρκιζας. Ομως τον Μάρτιο του 1945, μετά τη δημοσίευση στην εφημερίδα «Ελληνικόν Αίμα» φωτοτυπίας της επιστολής του που κατά τη διάρκεια του πολέμου συνιστούσε κατάπαυση του πυρός με τη μεσολάβηση της Γερμανίας, ο τότε Αντιβασιλέας και Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός ζήτησε την άμεση παραίτηση του Ν. Πλαστήρα και της κυβέρνησής του όπως και έγινε στις 8 Απριλίου 1945. Με τη λήξη του Εμφύλιου ήταν πρωταγωνιστής στην πολιτική ζωή ως αρχηγός της Εθνικής Προοδευτικής Ενωσης Κέντρου (ΕΠΕΚ). Το σύνθημά του ήταν η λέξη «Αλλαγή».

Σχημάτισε δύο φορές κυβέρνηση συνασπισμού από κόμματα του κέντρου την περίοδο 1950-1952 (15 Απριλίου 1950 - 21 Αυγούστου 1950 και 1 Νοεμβρίου 1951 - 11 Οκτωβρίου 1952) που χαρακτηρίστηκε ως «κεντρώο διάλειμμα». Ως πρωθυπουργός άσκησε μετριοπαθή πολιτική με πλούσια δράση. Ασχολήθηκε με την εξάλειψη των συνεπειών του Εμφύλιου και την οικονομική και κοινωνική ανασυγκρότηση, με ένα σοσιαλδημοκρατικό πρόγραμμα εθνικοποιήσεων, κοινωνικών παροχών, διανομής γης στους ακτήμονες, χορήγησης ψήφου στις γυναίκες κ.ά.

Στη δεύτερη περίοδο της πρωθυπουργίας του συνεργάστηκε με το κόμμα των Φιλελευθέρων με αρχηγό τον Σοφοκλή Βενιζέλο. Λόγω της αναγκαστικής συνεργασίας και λόγω της πίεσης των ανακτόρων και των δεξιών κομμάτων συμβιβάστηκε και δεν καλλιέργησε την εθνική συμφιλίωση που επιθυμούσε, όσο θα ήθελε. Αρχικός του στόχος ήταν η κατάργηση των στρατοδικείων και των ειδικών αντικομμουνιστικών νόμων, η απελευθέρωση των εκτοπισμένων και η κατάργηση του θεσμού της διοικητικής εκτόπισης, η κατάργηση της θανατικής ποινής. Απέτυχε να αποτρέψει την εκτέλεση του Νίκου Μπελογιάννη και των συντρόφων του στις 30 Μαρτίου 1952. Πέθανε στην Αθήνα στις 26 Ιουλίου 1953. Κηδεύτηκε δημοσία δαπάνη, με τιμές εν ενεργεία πρωθυπουργού, με από φαση της κυβέρνησης Παπάγου.


Πηγή κειμένου: 1940 - 1949: Η ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΔΕΚΑΕΤΙΑ ΠΟΥ ΚΑΘΟΡΙΣΕ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ