Παρασκευή, Δεκεμβρίου 26, 2025

Η δολοφονία του Λαμπράκη

Στα μέσα του 1963, οι πολιτικές και οι κοινωνικές εντάσεις είχαν ενισχυθεί. Το απεργιακό κλίμα εντεινόταν συνέχεια (συνταξιούχοι του ΙΚΑ, αυτοκινητιστές, εμποροϋπάλληλοι, οικοδόμοι, γουνοποιοί, αγροφύλακες, γιατροί, καθηγητές), οι αριστεροί φοιτητές στο Δ’ Πανσπουδαστικό Συνέδριο (Απρίλιος 1963) κυριαρχούσαν απόλυτα, ενώ 115 πρωτοβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις απομόνωναν την ακροδεξιά ηγεσία της ΓΣΕΕ και υπόσχονταν απεργίες που θα ήταν πλέον και πολιτικές, όχι μόνο για μεροκάματα, αλλά και για δημοκρατία. Στις 20 Μαρτίου 1963, οχτώ χιλιάδες νοσοκομειακοί γιατροί κήρυξαν αποχή μίας εβδομάδας από τα καθήκοντά τους. Ομως το απονενοημένο εγχείρημα να αντιμετωπιστούν οι κινητοποιήσεις και οι λαϊκοί αγώνες με μαζική βία και προβοκάτσιες, στο πλαίσιο της παλιάς συνταγής των «αγανακτισμένων» πολιτών, αποθέωνε τα κατακάθια της κοινωνίας, τα οποία καθίσταντο ανεξέλεγκτα. Οι ίδιοι οι μηχανισμοί που τους επιστράτευσαν, από μια στιγμή και μετά, δεν μπορούσαν να τους ελέγξουν. 

Την ίδια στιγμή ενισχυόταν υπέρμετρα η φημολογία του στρατιωτικού πραξικοπήματος, όπως και ο ΙΔΕΑ μέσα στο στράτευμα, με την προώθηση από το νέο αρχηγό ΓΕΣ, τον αντιστράτηγο Σακελλαρίου, τον Δεκέμβριο του 1962, καθώς και όλων των μελλοντικών πραξικοπηματιών του 1967 (Χατζηπέτρου, Παπαδόπουλου, Μακαρέζου, Μέξη, Βελισσαρούδη, Κοντώση), αυτών που δεν είχε προωθήσει ο εξίσου θιασώτης πραξικοπημάτων προκάτοχός του, στρατηγός B. Καρδαμάκης. Ο τελευταίος είχε ενημερώσει τους Αμερικανούς, την εποχή που επιχειρούσε ο Λαμπράκης την προσωπική του πορεία στον Μαραθώνα, τον Απρίλιο του 1963, ότι υπήρχε μια ομάδα στο στρατό που ήταν έτοιμη να προβεί σε πραξικόπημα. Γενικά, κάποιοι αξιωματικοί φοβούνταν ότι ήταν πολύ ισχυρό το ενδεχόμενο στις επόμενες εκλογές η ΕΔΑ να συμμαχούσε με δυνάμεις από άλλα κόμματα με στόχο την προώθηση των ελληνικών θέσεων στο Κυπριακό και να κέρδιζε τις εκλογές αυτές. Ετσι, η Ελλάδα αντιμετωπίζει, την εποχή που δολοφονείται ο Λαμπράκης, με τη συνδρομή των δυνάμεων ασφαλείας και της CIA, δεκάδες προβοκάτσιες και πρόβες πραξικοπήματος που καταλήγουν στα γεγονότα του Γοργοποτάμου (την Kυριακή 29 Nοεμβρίου 1964, η περιοχή γύρω από τη γέφυρα του Γοργοποτάμου γεμίζει με 13 νεκρούς και 80 τραυματίες, τη στιγμή που για πρώτη φορά γιορτάζεται η Εθνική Aντίσταση στην Ελλάδα), ενώ πραγματοποιείται λίγο αργότερα η «δολιοφθορά του Εβρου» (την άνοιξη του 1965, η 117 Μοίρα Πεδινού Πυροβολικού, που έδρευε στην Ορεστιάδα, απέστειλε στο Κιλκίς 23 αυτοκίνητα τύπου «Τζαίημς», αρκετά από τα όποια έμειναν στο δρόμο από διάφορες βλάβες, οι οποίες από το διοικητή της Μοίρας Γ. Παπαδόπουλο αποδόθηκαν σε κομμουνιστική δολιοφθορά.

Στα σχέδια αυτά τη συνδρομή τους παρείχαν η ΚΥΠ (επικεφαλής Αλ. Νάτσινας), η Υπηρεσία Πληροφοριών του υπουργείου Προεδρίας (επικεφαλής Ν. Γωγούσης), το Κλιμάκιο της ΚΥΠ στο υπ. Β. Ελλάδας (επικεφαλής Ι. Χολέβας και συνταγματάρχης Καρύδας), η Εθνική Ασφάλεια της Αστυνομίας και της Χωροφυλακής, η ηγεσία τους στη Θεσσαλονίκη (Κ. Μήτσου, Ευθ. Καμούτσης, Εμ. Καπελώνης, Κ. Δόλκας), τα Σπουδαστικά και τα συνδικαλιστικά τμήματα της Ασφάλειας (Τετραδάκος, Μητρομάρας, Καραμήτσος) κ.λ.π. Ο ρόλος αυτών των κέντρων παραεξουσίας αποδείχθηκε εξαιρετικά οδυνηρός ιδιαίτερα στη Θεσσαλονίκη, στην πόλη όπου είχαν και στο παρελθόν αναπτυχθεί οι πιο εξτρεμιστικές ακροδεξιές και φασιστικές οργανώσεις. Θύματά τους πριν από τον Λαμπράκη ήταν ο Γιάννης Ζέβγος, τον Μάρτιο του 1947, ο Τζορτζ Πολκ, στις 16 Μαΐου 1948, ο Στέφανος Βελδεμίρης, στις 26 Οκτωβρίου του 1961, που έκανε το «σφάλμα» να μοιράζει προκηρύξεις της ΕΔΑ, αλλά και μετά τον Λαμπράκη ο Γιάννης Χαλκίδης, στις 5 Σεπτεμβρίου του 1967, που ανατίναξε ένα στύλο της ΔΕΗ για να κλείσουν για λίγα λεπτά τα φώτα της ΔΕΘ, ο Γιώργος Τσαρουχάς, στις 10 Μαΐου 1968, του οποίου η ζωή απειλήθηκε και την ημέρα της δολοφονίας του Λαμπράκη. Και ήταν δυστυχώς η Θεσσαλονίκη το θέατρο αυτών των δολοφονιών γιατί «κουβαλούσε» τη μεταπολεμική αδράνεια της τιμωρίας των δωσίλογων της πόλης κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Και ήταν τόσο ειδεχθής ο δωσιλογισμός αυτός ώστε τις ναζιστικές συμμορίες του Πούλου και του Βήχου αναγκάστηκαν να τις διαλύσουν οι ίδιοι οι Γερμανοί. Ομως και την οργάνωση Εθνικός Ελληνικός Στρατός των Κώστα, Κυριάκου και Μιχάλη Παπαδόπουλο, από το χωριό Κούκος Πιερίας (τουρκόφωνοι οπλαρχηγοί περισσότερο γνωστοί ως Κισσά Μπατζάκ, Μιχάλ Αγάς), την αναγνώρισε το ελληνικό κράτος ως αντιστασιακή με Βασιλικό Διάταγμα, παρότι εκπαιδεύτηκαν από τους Γερμανούς και βρέθηκαν προσκεκλημένοι των ναζί στη Βιέννη στις αρχές Ιουλίου 1944. Ο Κώστας Παπαδόπουλος έγινε και βουλευτής της ΕΡΕ, εναντίον του οποίου χειροδίκησε ο Λαμπράκης μέσα στη Βουλή τον Μάρτιο του 1963 για να προστατέψει τον Αντ. Μπριλλάκη, τον οποίο απώθησε βίαια ο Παπαδόπουλος. Τέτοιος πρώην δωσίλογος ήταν και ο Ξενοφώντας Γιοσμάς της «Εθνικής Αντικομμουνιστικής Οργάνωσης Κατερίνης», ο οποίος έπαιξε οργανωτικό ρόλο στη δολοφονία του Λαμπράκη. Με τη συνδρομή των αντι-συγκεντρώσεων που οργάνωνε το Συμβούλιο Μελετών της ΚΥΠ (Κ. Γωγούσης, Γ. Γεωργαλάς και Δ. Κατσούλης) και την πλαισίωση του Ε’ Αστυνομικού Τμήματος και 180 χωροφυλάκων με στολή, η Θεσσαλονίκη ήταν έτσι υπό τον απόλυτο έλεγχο του «παράλληλου» κράτους. Εχοντας στο πλευρό του τους παρακρατικούς, αλλά και μηχανισμούς προερχόμενους από το στρατό (ακόμα και ο Παπαδοπουλος βρέθηκε στη Θεσσαλονίκη την ημέρα ή την επαύριο της δολοφονίας του Λαμπράκη, στον οποίο κάποιοι απέδωσαν ρόλο στη δολοφονία), ήταν θέμα χρόνου να εκδηλωθεί τρομοκρατικό χτύπημα και κατά στελεχών της Αριστεράς, όπως ο Λαμπράκης και ο Τσαρουχάς. Εκτός των άλλων, οι παρακρατικοί είχαν με το μέρος τους, επιπλέον, και τον ανεξέλεγκτο συρφετό των 4.000 «ιδιωτών» που επιστρατεύτηκαν με αφορμή την επίσκεψη Ντε Γκωλ στην Ελλάδα, στις 16 Μαρτίου 1963, ο οποίος απειλείτο από εθνικιστές Γάλλους για τη στάση του στον πόλεμο της Αλγερίας, και έφεραν τις περιβόητες «καρφίτσες» ως αναγνωριστικό. Αυτοί συνόδευσαν τον Ντε Γκωλ και κατά την επίσκεψή του στη Θεσσαλονίκη. Ομως, ανάμεσα στα άλλα ο Λαμπράκης είχε προκαλέσει και τη δυσαρέσκεια των διεθνών μηχανισμών εμπορίας όπλων γιατί με τις καταγγελίες του φιλειρηνικού κινήματος της εποχής για τις αγοραπωλησίες όπλων στην περιοχή είχε στρέψει την ελληνική κοινή γνώμη εναντίον τους. 

Συγκέντρωση «αντιφρονούντων πολιτών» έξω
 από τον κινηματογράφο όπου μιλούσε ο Λαμπράκης. 

Γιατί ήταν μια εποχή όπου οι πωλήσεις όπλων στη Μέση Ανατολή και το Ισραήλ από τη Γερμανία είχαν υπερβεί κάθε όριο λογικής, ο Κένεντι υποδαύλιζε το γενικότερο πολεμικό κλίμα στη Μεσόγειο, προτείνοντας τη δημιουργία στόλου 25 πλοίων για την εκτόξευση πυρηνικών πυραύλων με έδρα τη Μεσόγειο, ενώ οι ανταγωνισμοί ΗΠΑ, Γαλλίας και Βρετανίας για τους εξοπλισμούς είχαν υπονομεύσει την ίδια τη λειτουργία του ΝΑΤΟ. Το ίδιο αρνητικό αποτέλεσμα στην ελληνική και τη διεθνή κοινή γνώμη είχε και η εμπλοκή με τα πυρηνικά στην Κούβα την προηγούμενη χρονιά όσο και οι ευρείες πωλήσεις όπλων από τους Σοβιετικούς στη Μέση Ανατολή. Δεν ήταν τυχαίο ότι ενώ η Γαλλία οργάνωνε το δικό της πυρηνικό οπλοστάσιο, απεσταλμένος του Κένεντι ζητούσε από τις φίλα προσκείμενες στους Αμερικανούς κυβερνήσεις των Βαλκανίων να προωθήσουν τη δημιουργία πυρηνικού δικτύου του ΝΑΤΟ στα Βαλκάνια (18 Απριλίου 1963). Από την άλλη πλευρά, και στο πεδίο της επίσημης πολιτικής σκηνής οι συνθήκες παρακολουθούσαν τις γενικότερες κοινωνικές αντιπαλότητες και το διεθνές κλίμα αστάθειας. Σταθμός στις εντάσεις αυτές ήταν η συζήτηση στην ελληνική Βουλή του νομοσχεδίου για τα «μέτρα ασφαλείας» στις 6 Μαρτίου 1963 εν μέσω έντονων αντιδράσεων για το γεγονός της σύλληψης του διευθυντή της «Αυγής» Π. Παρασκευόπουλου για δημοσίευση ειδήσεων που αφορούσαν το παράνομο ΚΚΕ, αλλά και εντόνων διαμαρτυριών για τη γενίκευση του φαινομένου των πιστοποιητικών κοινωνικών φρονημάτων. Την ίδια στιγμή, η φημολογία για πραξικόπημα του στρατού πύκνωνε και το State Department ζητούσε να αποθαρρύνονται όσοι αξιωματικοί πίστευαν ότι οι ΗΠΑ θα τους ενίσχυαν αν προέβαιναν σε ένα τέτοιο πραξικόπημα . Η συζήτηση στη Βουλή κατέληξε σε σύρραξη στη οποία μετείχε ο Λαμπράκης για να προστατεύσει έναν άλλο βουλευτή της ΕΔΑ, τον Α. Μπριλάκη, που δέχτηκε επίθεση από το βουλευτή της ΕΡΕ Κ. Παπαδόπουλο, όταν τον κατηγόρησε ότι μετείχε στα Τάγματα Ασφαλείας κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Παρότι ο υπουργός Δικαιοσύνης αναγνώρισε ότι δεν υπήρξε οργανωμένη επίθεση κατά του Παπαδόπουλου, ο τελευταίος απείλησε ανοιχτά τον Λαμπράκη. Την ίδια περίοδο ο Παπανδρέου έστειλε επιστολή στο βασιλιά ότι δεν θα συμμετείχε στον εορτασμό της εκατονταετηρίδας της δυναστείας, αφού δεν αποκαθίστατο η πολιτική τάξη με την παροχή του δικαιώματος στον ίδιο να σχηματίσει κυβέρνηση. Το κλίμα δυναμιτίστηκε ακόμα περισσότερο όταν στις 3 Μαΐου 1963 η Ε.Κ. και η ΕΔΑ κατέθεσαν προτάσεις μομφής κατά της κυβέρνησης της ΕΡΕ για τις υπέρογκες στρατιωτικές δαπάνες αλλά και την ύπαρξη στην Ελλάδα πολιτικών κρατουμένων. Απορία διατυπώθηκε και για το γεγονός ότι, ενώ η κυβέρνηση στα τέλη του 1962 απέλυσε 2.000 κρατουμένους και έκλεισε τον Αγιο Ευστράτιο ως τόπο εξορίας, ωστόσο παρέμεναν υπό καθεστώς δίωξης άλλοι 1.100 άνθρωποι. Ανάμεσα στα άλλα ξέσπασε και σύγκρουση μεταξύ του Καραμανλή και της Φρειδερίκης γύρω από το προγραμματισμένο ταξίδι των βασιλέων στο Λονδίνο, παρότι στη βρετανική πρωτεύουσα χιλιάδες κόσμου είχαν διαμαρτυρηθεί για το καθεστώς πολιτικών διώξεων στην Ελλάδα και στην ίδια τη Βουλή των Κοινοτήτων εργατικοί βουλευτές είχαν ζητήσει από τον Βρετανό πρωθυπουργό H. Macmillan να ακυρωθεί η πρόσκληση στο ελληνικό βασιλικό ζεύγος. Ο Καραμανλής, θεωρώντας ότι οι βασιλείς θα αντιμετώπιζαν μεγάλα προβλήματα στην αγγλική πρωτεύουσα, επέμεινε να αναβληθεί το βασιλικό ταξίδι στο Λονδίνο. Επιπλέον, λόγω ασθένειας του βασιλιά, η Φρειδερίκη αξιώνει από τον Καραμανλή να αναβληθούν οι γιορτές για τη χιλιετία του Αγίου Ορους, πράγμα που απορρίπτει ο Καραμανλής, όπως και διατυπώνει την εξοργιστική αξίωση να δοθεί ολόκληρο το Κυβερνείο της Θεσσαλονίκης στη βασιλική οικογένεια ως ανάκτορο.

Γενικά η Φρειδερίκη πίστευε ότι ο Καραμανλής εσκεμμένα δεν προστάτευε το Παλάτι από τις επιθέσεις που δεχόταν από την ελληνική κοινή γνώμη, ιδίως για θέματα που είχαν σχέση με τις δαπάνες του Παλατιού, όπως αυτές που έγιναν για το γάμο της Σοφίας. Για αυτό, όπως είχε πληροφορηθεί η CIA, προτιμούσε για τις επόμενες εκλογές μια νίκη της ΕΡΕ με άλλο αρχηγό, όπως τον Γ. Ράλλη ή τον Σπύρο Θεοτόκη. Σε συνάρτηση όλων αυτών των παραγόντων, ο Λαμπράκης, όταν έφτασε στη Θεσσαλονίκη, στις 22 Μαΐου, ήταν στο στόχαστρο όλων εκείνων που απεργάζονταν αναβίωση του εμφυλιοπολεμικού καθεστώτος στην Ελλάδα. Η ΕΔΑ είχε πληροφορίες ότι παρακρατικοί θα επιτίθεντο κατά του Λαμπράκη όταν θα έφτανε στην πόλη και γι’ αυτό το μέλος της Επιτροπής Ειρήνης και πρώην βουλευτής Συλ. Παπαδημητρίου είχε κάνει παράσταση στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης και τις αστυνομικές αρχές της πόλης. 

Όμως με μαρτυρίες κατά την ανάκριση που ακολούθησε το θάνατο του Λαμπράκη, η Αστυνομία οργάνωσε αντισυγκεντρώσεις αγανακτισμένων στα σημεία όπου θα μιλούσε ο Λαμπράκης. Πράγματι, στις 6 το απόγευμα της 22ας Μαίου 1963, εν τη παρουσία 180 χωροφυλάκων και του διευθυντή της Αστυνομίας Ευθ. Καμουτσή και του επιθεωρητή Χωροφυλακής, υποστράτηγου Μήτσου, συγκεντρώνονται παρακρατικοί και αρκετοί του υποκόσμου με σκοπό να αποδοκιμάσουν τον Λαμπράκη. Κάποιοι τον χτυπούν στο κεφάλι, χτύπημα από το οποίο σύντομα ο Λαμπράκης ανακάμπτει, μιλά στο πλήθος εν μέσω ρίψης πετρών και προειδοποιεί τις Αρχές ότι υπάρχει σχέδιο δολοφονίας του. Την ίδια στιγμή, χτυπήματα στο κεφάλι δέχεται και ο βουλευτής Γ. Τσαρουχάς και μάλιστα έξω από το κτίριο της Διεύθυνσης Αστυνομίας Θεσσαλονίκης όπου έχει πάει να διαμαρτυρηθεί. Ο Τσαρουχάς δέχεται επίθεση από παρακρατικούς και μέσα στο ασθενοφόρο που τον μεταφέρει στο σταθμό πρώτων βοηθειών. Την ίδια στιγμή, ένα τρίκυκλο εμφανίζεται στο οδόστρωμα της οδού Βενιζέλου και κινούμενο αντικανονικά πέφτει πάνω στον Λαμπράκη, ο οποίος δέχεται ένα χτύπημα και σωριάζεται στο έδαφος. Και ενώ το τρίκυκλο διαφεύγει ανενόχλητο, ένας από τους συνοδούς εθελοντές του Λαμπράκη, ο Μαν. Χατζηαποστόλου, το κατεδίωξε, πήδησε μέσα στην καρότσα του και βοήθησε να συλληφθούν, από δύο ανυποψίαστους περαστικούς αστυνομικούς (ο ένας ο υποδιοικητής της Πυροσβεστικής Θεσσαλονίκης Π. Πορταλίδης), οι επιβαίνοντες μικροεγκληματίες της πόλης Σπ. Γκοτζαμάνης και Εμ. Εμμανουηλίδης, ο δεύτερος καταδικασμένος στο παρελθόν και για βιασμό και παιδεραστία. Αλλά και στην περίπτωση αυτή, ειδικά ο Γκοτζαμάνης απέφυγε την άμεση σύλληψη, υποχρεώνοντας τον αμήχανο αγορητή της κυβέρνησης Γ. Ράλλη στη Βουλή να δηλώσει ότι το θέμα της σύλληψής του ήταν «λίαν περίπλοκο». Ένα ακόμη αξιοσημείωτο της υπόθεσης είναι ότι ήταν δύσκολο να ελεγχθεί ακόμα και το πώς ο Λαμπράκης, θανάσιμα τραυματισμένος, μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο «ΑΧΕΠΑ» για να διαπιστωθεί σε λίγες μέρες ο θάνατός του. Υπήρξε η υποψία, μέχρι βεβαιότητα, ότι ο Λαμπράκης μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο με ένα ιδιωτικό αυτοκίνητο, η ιδιοκτησία του οποίου τελικά διαπιστώθηκε ότι σχετιζόταν με έναν έμπιστό του γραμματέα του υπουργείου Βορείου Ελλάδος, τον Ι. Χολέβα. Υπάρχει και άλλη καταγγελία, ότι η νοσηλεία στο νοσοκομείο ήταν πλημμελής. Την επαύριο της δολοφονίας προκλήθηκε σάλος στην Ελλάδα. Η Κοινοβουλευτική Ομάδα της Ενωσης Κέντρου κατήγγειλε τον Καραμανλή και την κυβέρνησή του ως ηθικούς αυτουργούς της δολοφονίας, ενώ για βαρύτατες ευθύνες της κυβέρνησης μίλησε ο Σπ. Μαρκεζίνης. Ο Καραμανλής ανταπάντησε στηλιτεύοντας το πάθος και την απρέπεια που διακατείχε τον Παπανδρέου, αλλά η κυβέρνηση, φοβούμενη διαδηλώσεις, έδωσε την εντολή να τεθεί σε διαθεσιμότητα ο διευθυντής της Αστυνομίας Θεσσαλονίκης Ε. Καμούτσης. Η ΕΔΑ διαμαρτυρήθηκε ότι τόσο η κυβέρνηση όσο και η Ενωση Κέντρου αντιμετώπισαν το θέμα της τιμωρίας των ενόχων με «προστατευτική επιείκεια». Μετά την τελευταία ολιγοήμερη πάλη του με το θάνατο, ο Λαμπράκης, στις 26 Μαΐου 1963, αφήνει την τελευταία του πνοή. Μόλις έγινε γνωστός ο θάνατός του ξέσπασαν διαδηλώσεις στην Αθήνα, στον Πειραιά και τη Θεσσαλονίκη. Η σορός μεταφέρεται στην Αθήνα, που δεν σταματά σε κανένα σταθμό από το φόβο επεισοδίων και φτάνει στο σταθμό Λαρίσης, στον οποίο την περιμένουν χιλιάδες λαού. Η ΕΔΑ διατηρεί σε απόλυτη τάξη τα πλήθη και εν αντιθέσει με τις εκκλήσεις του ραδιοσταθμού του ΚΚΕ «Φωνή της Αλήθειας» να μετατραπεί η κηδεία σε αντικυβερνητική διαδήλωση με απεργίες και συγκεντρώσεις, ζητά από το λαό να εκδηλώσει απολύτως ειρηνικά τη θλίψη του. Η σορός του Λαμπράκη μεταφέρθηκε στο Ναό του Αγίου Ελευθερίου και εκτέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα. Το απόγευμα της 28ης Μαΐου μια τεράστια λαοθάλασσα, ίσως από τις μεγαλύτερες συγκεντρώσεις που έγιναν ποτέ στην Αθήνα, συνοδεύει τον Λαμπράκη στην τελευταία του κατοικία στο Α’ Νεκροταφείο. 

Σε αναφορά με το θάνατο του Λαμπράκη δημιουργήθηκε λίγο αργότερα η «Δημοκρατική Κίνηση Νέων “Γρηγόρης Λαμπράκης”», που λίγο αργότερα συγχωνεύτηκε με τη Νεολαία της ΕΔΑ και αποτέλεσαν τη Δημοκρατική Νεολαία Λαμπράκη. Από την πλευρά του, το Παλάτι πανικοβλήθηκε από τις αντιδράσεις. Το ίδιο και η ΚΥΠ, όσο και οι επικεφαλής των παρακρατικών μηχανισμών που κατηγορούσαν την κυβέρνηση Καραμανλή, ιδίως ο διευθυντής της ΚΥΠ Νάτσινας, ότι δεν τους υπερασπίστηκε όταν δέχονταν κατηγορίες ότι δολοφόνησαν τον Λαμπράκη. Ηταν τέτοιο το κλίμα ώστε η CIA προειδοποίησε τον Λευκό Οίκο ότι ήταν πολύ πιθανό το Παλάτι να επιχειρήσει ακόμα και στρατιωτικό πραξικόπημα στην Ελλάδα, αντιδρώντας με τον τρόπο που ο Γεώργιος Β’ αντέδρασε, επιβάλλοντας τη δικτατορία Μεταξά το 1936. Μάλιστα, ο Αμερικανός πρεσβευτής Η. Labouisse ενημέρωσε τον Αμερικανό υπουργό Εξωτερικών D. Rusk και την υπηρεσία Πληροφοριών του αμερικανικού Πενταγώνου, την Defense Intelligence Agency (DIA), για τη βασιμότητα του σεναρίου για να δεχθεί την απάντηση από τον Ph. Talbot, υφυπουργό Μεσανατολικών Υποθέσεων των ΗΠΑ, ότι τις ΗΠΑ δεν συνέφερε ένα πραξικόπημα, όμως δεν μπορούσαν να διασώσουν και τον Καραμανλή, αλλά πάντως ήταν έτοιμοι να συνεργαστούν με οποιαδήποτε κυβέρνηση δεν περιελάμβανε κομμουνιστές ή συμπαθούντες στο εσωτερικό της. Οι ανακρίσεις για τη δολοφονία που έγιναν από το δικαστή Χρ. Σαρτζετάκη και τον Παύλο Δελαπόρτα αποκάλυψαν τις ευθύνες των αστυνομικών αρχών και τους ηθικούς αυτουργούς. Ωστόσο, ο Κ. Κόλλιας, μετέπειτα πρωταίτιος της Χούντας και πρωθυπουργός της, ως εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δεν επέτρεψε να τιμωρηθούν οι υπεύθυνοι. Και αυτό, παρότι το 1965 ο υπομοίραρχος Καπελώνης αποκάλυψε προφυλακισμένος ότι την αντισυγκέντρωση εναντίον του Λαμπράκη οργάνωσε η Γενική Ασφάλεια Θεσσαλονίκης και ότι δεχόταν πιέσεις από άλλους αξιωματικούς για να σιωπήσει. Διόρισε τελικά ένα συμβούλιο δικαστών και απάλλαξε, στην ουσία, τους υπευθύνους της Αστυνομίας και της Χωροφυλακής, απαγγέλλοντας εναντίον τους ελαφρότερες κατηγορίες, όπως ηθική υποκίνηση προς έγκλημα, εγκληματική αμέλεια ή κατάχρηση εξουσίας. Στη δίκη που έγινε τον Οκτώβριο του 1966, το σύνολο των κατηγορούμενων ανήλθε στους 31. Ανάμεσά τους έξι αξιωματικοί της Χωροφυλακής. Παρά την εισήγηση του εισαγγελέα Δελαπόρτα, ο οποίος πρότεινε την ενοχή των 18 από τους 31 κατηγορουμένους (μεταξύ των οποίων τους τρεις από τους έξι αξιωματικούς), τελικά καταδικάστηκαν μόνο οι 9. Ολοι οι αστυνομικοί αθωώθηκαν. Οι Γκοτζαμάνης και Εμμανουηλίδης για τις κατηγορίες της φυσικής αυτουργίας, της ηθικής αυτουργίας και της συνέργειας σε φυγάδευση τιμωρήθηκαν σε 11 και 8½ χρόνια κάθειρξη αντίστοιχα. Ο Χρήστος Φωκάς καταδικάστηκε σε 15μηνη φυλάκιση για τον τραυματισμό του βουλευτή Γιώργου Τσαρουχά, ενώ οι υπόλοιποι 6 (εκ των συγκεντρωθέντων «αντιφρονούντων», ανάμεσά τους ο Γιοσμάς) σε ποινές φυλάκισης από τρεις μήνες μέχρι ένα χρόνο, με την κατηγορία της διατάραξης κοινής ειρήνης.

Ετσι, οι αυτουργοί δικάστηκαν σε ποινές που μειώθηκαν αισθητά από τη Χούντα, ενώ λίγο αργότερα, έξι από τους σημαντικότερους μάρτυρες πέθαναν κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες, ενώ ο Μήτσου αποστρατεύθηκε για να τον επαναφέρει η Χούντα. Ο επικεφαλής του κλιμακίου της ΚΥΠ στη Θεσσαλονίκη, συνταγματάρχης Καρύδας θα είναι ένας από τους πρωταίτιους του Απριλιανού πραξικοπήματος, ο τότε γενικός γραμματέας του υπουργείου Βορείου Ελλάδος Ι. Χολέβας θα γίνει υπουργός του Παπαδόπουλου, ενώ ο υπομοίραρχος Δ. Κατσούλης θα καταδικαστεί αργότερα για τα γεγονότα του Πολυτεχνείου ότι, διηύθυνε ομάδες για να χτυπούν τους φοιτητές γύρω από το Πολυτεχνείο. Ο Σαρτζετάκης και ο Δελαπόρτας και όσοι αποκάλυψαν την υπόθεση πέρασαν σε διοικητική δυσμένεια, απολύθηκαν, συνελήφθησαν και βασανίστηκαν. 


Πηγή κειμένου: ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ - ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΔΟΛΟΦΟΝΙΕΣ ΠΟΥ ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΑΝ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ