Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 15, 2025

Η απομάκρυνση του Σούμπερτ από την Κρήτη (11 Ιανουαρίου 1944)

Πρωτοχρονιά 1944: αποφράς ημέρα

Την 1η Ιανουαρίου δυο σημαντικά γεγονότα, το ένα πολιτικής και το άλλο στρατιωτικής φύσης, σφράγισαν το τέλος της δράσης και παρουσίας του Σούμπερτ στην Κρήτη. Πρώτα, η γερμανόφιλη εφημερίδα του Ηρακλείου Κρητικός Κήρυξ δημοσίευσε στην πρώτη σελίδα μια μακροσκελή ανακοίνωση του Σούμπερτ με τίτλο «Προκήρυξις και ευχαί του κ. Διοικητού του Ελληνικού αποσπάσματος καταδιώξεως κακοποιών», την οποία με ύφος αρχιστρατήγου απηύθυνε «προς τον Κρητικόν Λαόν». Το σημείο της «Προκήρυξης» που φαίνεται να ενόχλησε το Στρατηγό Μπρόιερ περισσότερο ήταν η απροθυμία του Σούμπερτ να κινηθεί μέσα στα πλαίσια των προσπαθειών κατευνασμού και ειρήνευσης των κατοίκων, τις οποίες οι γερμανικές αρχές κατέβαλαν μετά τα φοβερά γεγονότα της Βιάννου. Ο Σούμπερτ επιχείρησε στην «Προκήρυξη» όχι μόνο να αποδεσμευθεί από την ευθύνη για τις εγκληματικές ενέργειες του σώματός του, Ιδίως κατά τους δυο τελευταίους μήνες του 1943,356 αλλά και να ζητήσει από τους νομοταγείς πολίτες να μετατραπούν σε καταδότες «παντός κακοποιού», δηλαδή αντιστασιακού για να μην υποστούν «τας αυστηροτάτας ποινάς», και να παραδώσουν όπλα και στρατιωτικά είδη εντός της καθορισθείσης προθεσμίας. Το άκρον άωτον της αυτοκρατορικής του αλαζονείας το εξέφρασε με τη φράση «μη πλανάσθε, όλα ταύτα και οι κάτοχοι τοιούτων ειδών μοι είναι γνωστοί, και ουδείς εξ αυτών πρόκειται να διαφύγη». H προκήρυξη υπογράφεται με το φανταχτερό τίτλο «Ο Διοικητης του E.K.A.K. Σούμπερτ».Το δεύτερο γεγονός που σφράγισε το τέλος του Σούμπερτ στην Κρήτη ήταν το φιάσκο στα Μεσκλά.

Μετά από παρέλευση έξι μηνών, το σώμα του Σούμπερτ ξαναεπισκέφθηκε τα Μεσκλά. Την Πρωτοχρονιά του 1944, δέκα (οκτώ σύμφωνα με άλλες μαρτυρίες) Σουμπερίτες, πολιτικά ντυμένοι και προερχόμενοι από το απόσπασμα που στρατωνιζόταν στα Χανιά, ξαφνικά εμφανίσθηκαν έξω από τα Μεσκλά. H ομάδα αυτή δεν μαρτυρείται να είχε επικεφαλής κάποιον από τους γνωστούς υπαρχηγούς του Σούμπερτ, ο οποίος αναμφισβήτητα δεν συμμετείχε στην εξόρμηση αυτή και πιθανόν να μην είχε καν γνώση, αν κρίνει κανείς από τον τρόπο του σχεδιασμού και την εκτέλεση της επιδρομής. Ούτε και ο σκοπός της αποστολής είναι ξεκαθαρισμένος. Σύμφωνα με μαρτυρίες Μεσκλιανών το επεισόδιο άρχισε και εξελίχθηκε ως εξής:

Το πρωί της Πρωτοχρονιάς, στη πλατεία των Μεσκλών - δίπλα στο Δημοτικό Σχολείο και τη γέφυρα του ποταμού Κερίτη - παρουσιάσθηκαν δυο άγνωστοι επισκέπτες προσποιούμενοι τους αντιστασιακούς. Ντυμένοι με πολιτικά ο καθένας κρατούσε από μια τσάντα με «ψώνια» προσποιούμενος τον Αη-Βασίλη. Ζήτησαν να συναντήσουν Μεσκλιανούς πατριώτες «κατόπιν συστάσεων του αντιστασιακού Αντών. Φραγκονικολάκη εκ Φουρνέ». Οσοι παρόντες κάτοικοι άκουσαν τα ονόματα των ατόμων που οι ξένοι ανέφεραν, ανησύχησαν, επειδή οι αναζητούμενοι ήταν αντιστασιακοί, μέλη των οργανώσεων ΕΟΚ και ΕΑΜ. Μάλιστα εκείνη την ημέρα αρκετοί από αυτούς, κρυμμένοι από φόβο στα γύρω βουνά, είχαν επιστρέψει για να γιορτάσουν με τις οικογένειές τους. Τρεις αντιστασιακοί, ο Νικόλαος Τσαμαντής ή Τσαμαντάκης, ο Αλέκος Παπίλαρης και ο Μανώλης Μπατάκης, μόλις ενημερώθηκαν για την παρουσία των δυο υπόπτων ξένων, οπλισμένοι με περίστροφα πηγαν να τους συναντήσουν και σε λίγο ανακάλυψαν ότι και οι ίδιοι ήταν στον κατάλογο των αναζητουμένων. Τότε υπό την απειλή των όπλων, οι ξένοι παραδόθηκαν και εν συνεχεία ομολόγησαν ότι «ανήκουν στο σώμα του Σούμπερ και ότι μαζί με αυτούς είναι άλλοι οκτώ ένοπλοι κρυπτόμενοι εις την πλαγιάν» περιμένοντας να τους δοθεί το σύνθημα για να μπουν στο χωριό. οι τσάντες που κρατούσαν ήταν παγίδα, καθότι δεν περιείχαν πρωτοχρονιάτικα δώρα για τους «αγωνιστές» χωρικούς, αλλά στρατιωτικό υλικό, όπως χειροβομβίδες, πιστόλια και γερμανικά έγγραφα. Οι ίδιοι οι συλληφθέντες Σουμπερίτες αποκάλυψαν το σκοπό της επιδρομής τους, τη σύλληψη και εκτέλεση αντιστασιακών τους οποίους πίστευαν - πιθανόν κατόπιν πληροφορίας καταδότη - ότι θα έβρισκαν στο χωριό λόγω της μεγάλης γιορτής. Και είχαν δίκιο.

Πολύ γρήγορα συγκροτήθηκε μια ομάδα ενόπλων Μεσκλιανών ανταρτών, η οποία απεστάλη προς αναζήτηση των οκτώ Σουμπεριτών. Μια δεύτερη ομάδα από ένοπλους χωρικούς μαζί με την ομάδα του ΕΛΑΣ υπό τον Ίλαρχο Κρίτωνα Κυανίδη κατέλαβαν επίκαιρες θέσεις γύρω από την πλατεία και τον κεντρικό δρόμο σε αναμονή των υπολοίπων Σουμπεριτών, οι οποίοι μόλις κατέφθασαν, αμέσως άρχισαν να ρίχνουν πυκνούς πυροβολισμούς και συνάμα να κραυγάζουν και να απειλούν, «Πού είναι ο κερατοπρόεδρός σας; Αν δεν παραδώσετε τους δυο συλληφθέντες θα κάιμωμε το χωριό σας» και άλλες παρόμοιες βρισιές. Τότε οι ένοπλοι Μεσκλιανοί και οι Ελασίτες του Κυανίδη έβαλαν κατά των Σουμπεριτών, οι οποίοι ανίδεοι της δύναμης του αντιπάλου, σκόρπισαν προσπαθώντας να βρουν προστασία στα κοντινά σπίτια, όπου και εκεί κινδύνεψαν από τα χτυπηματα που γυναίκες κατάφεραν εναντίον τους με γεωργικά εργαλεία και οικιακά σκεύη. Όταν σε λίγο έπαυσαν τα πυρά και από τις δυο μεριές, πέντε Σουμπερίτες αιχμαλωτίσθηκαν και τρεις άλλοι έπεσαν νεκροί κατά τη συμπλοκή. Οι αιχμαλωτισθέντες μαζί με τους δυο τσαντοφόρους συντρόφους τους εκτελέσθηκαν από τους αντάρτες στα Λευκά Όρη και τα πτώματά τους ρίχθηκαν στο βάραθρο «Βούλισμα».

Αμέσως μετά το επεισόδιο οι περισσότεροι κάτοικοι από το φόβο γερμανικών αντιποίνων εγκατέλειψαν το χωριό και κατέφυγαν στο δάσος κάτω από το χωριό Ζούρβα. Τις απογευματινές ώρες έφθασε μια γερμανική δύναμη, η οποία αρκέσθηκε να διενεργήσει επιτόπια εξακρίβωση του επεισοδίου και να εντιαφιάσει τους νεκρούς Σουμπερίτες. Αφού εγκατέστησε προσωρινό φυλάκιο αποχώρησε χωρίς να κάψει ή να λεηλατήσει το χωριό. Η επιεικής αυτή μεταχείριση φαίνεται να οφειλόταν σε παράσταση που έγινε από συγκροτηθείσα επιτροπή υπό τον Επίσκοπο Κυδωνίας και Αποκορώνου Αγαθάγγελλο Ξηρουχακη προς τον Στρατηγό Μπρόιερ αμέσως μετά το επεισόδιο. Μαρτυρείται ότι η επιτροπή για να δικαιολογήσει την ενέργεια των Μεσκλιανών πρόβαλε το εξής επιχείρημα:

«Οι ενέργειες του Σούμπερ και του Ταγματός του αποτελουμένου το πλείστον από Έλληνας γίνονται συχνή αιτία ώστε οι κάτοικοι να εξαγριώνονται και να στρέφονται εναντίον των στρατευμάτων κατοχής. Του έφερον δε ως συγκεκριμένο παράδειγμα τα γεγονότα των Μεσκλών, τονίζοντάς του ότι, αν ήσαν γνήσιοι Γερμανοί στρατιώται, οι χωριανοί θα επειθάρχουιν εις αυτούς, αλλά επειδή ήσαν Έλληνες αντέδρασαν με αποτέλεσμα οι πλείστοι των κατοίκων να ανέλθουν εις τα βουνά».

Το επεισόδιο των Μεσκλών ήταν το ξεχείλισμα του ποτηριού που επισήμανε τις βασικές αδυναμίες του σώματος, την κακή ηγεσία, οργάνωση και πειθαρχία που μάστιζε το σώμα του Σούμπερτ, όπως σωστά παρατήρησε ο ίδιος ο Στρατηγός Μπρόιερ στη δίκη του: «Η ομάδα του ήταν άσχημα οργανωμένη και γι' αυτό τη διέλυσε και τον ίδιο τον εκτόπισε». Πάντως είναι τεκμηριωμένο ότι ο Μπρόιερ αυτή τη φορά αντέδρασε αποφασιστικά. Πρώτα «επέπληξε» το Σούμπερτ όταν αυτός προσπάθησε να αποσείσει απο τον εαυτό του την ευθύνη για το επεισόδιο των Μεσκλών και να την επιρρίψει στους «συναρχηγούς» του σώματός του. Δεν θα μπορούσε πλέον να προβάλει κανένα αντεπιχείρημα σε όσα τον κατηγορούσαν, δηλαδή να δικαιολογήσει τις αυθαιρεσίες που το σώμα του διέπραξε τους τελευταίους μήνες του 1943. Πέραν τούτου, ο Σούμπερτ ηταν υπόλογος και για σοβαρή υπέρβαση της στρατιωτικής του εξουσιοδότησης σχετικά με την «Προκήρυξή» που δημοσίευσε την Πρωτοχρονιά στον ημερησιο τύπο του Ηρακλείου. Ό,τι κι αν έλεγε στον Μπρόιερ δύσκολα θα μπορούσε να υπερασπισθεί τη θέση του, ένας επιλοχίας μπροστά σε ένα στρατηγό. Μάλιστα ο Μπρόιερ φαίνεται να πείσθηκε πια ότι είχε να κάνει με άτομο που υπέφερε από ψυχολογική πάθηση. Γι' αυτό «διέταξε να τον πιάσουν και να τον οδηγήσουν εις την μυστικήν γερμανικην αστυνομίαν, όπου του έκαμαν και ενέσεις αποβλακώσεως», σύμφωνα με την ομολογία του ίδιου του Σούμπερτ στη δίκη του. Κατά την ιατρικη εξέταση, στην οποία υποβλήθηκε, διεγνώσθη ότι έπασχε από τρίτου βαθμού σύφιλη, λόγος επιπρόσθετος για την εκδίωξή του. Μετά τη προσωρινή του νοσηλεία στα Χανιά και την εκτόπισή του, ο Σούμπερτ εισήχθη για λίγες ημέρες σε φρενοκομείο της Αθήνας - κατά πάσαν πιθανότατα στο Ψυχιατρείο Δαφνιού - να νοσηλευθεί για συμπτώματα ψυχοπάθειας. Πιθανόν για λόγους εγωισμού ο ίδιος ισχυρίσθηκε ότι ο εγκλεισμός του ήταν απλώς τιμωρία από τους ανωτέρους του. Ένας άλλος λόγος που συνέβαλε στην απομάκρυνσή του, σύμφωνα με τη βρετανική «Έκθεση», ήταν ότι «Οι Γερμανοί αντιπαθούσαν την ομάδα του Σούμπερτ για τις κτηνώδεις μεθόδους», οι οποίες δημιουργούσαν εμπόδια στην ειρήνευση του νησιού.


Πηγή κειμένου: Θανάσης Σ. Φωτίου: Η ναζιστική τρομοκρατία στην Ελλάδα, εκδόσεις "επίκεντρο "

Δείτε επίσης:

Οι ωμότητες του Σούμπερτ στο χωριό Καλή Συκιά

Σούμπερτ: Επιστροφή και σύλληψη στην Ελλάδα (5 Σεπτεμβρίου 1945)