α) Στο αεροδρόμιο της Ελευσίνας:
Μπροστά στον αστυνομικό έλεγχο στερα από ολιγοήμερη παραμονή στο Μόναχο, στις 5 Σεπτεμβρίου 1945, ο Σούμπερτ και η Μαντζανά με βρετανικό αεροπλάνο επαναπατρίστηκαν στην Ελλάδα μαζί με άλλους Έλληνες ομηρους που οι Γερμανοί είχαν εκτοπίσει σε στρατόπεδα συγκέντρωσης και εργασίας. Η Μαντζανά συνέστησε στον Σούμπερτ να μην επιστρέψει στην Ελλάδα, αλλά αυτός έλεγε ότι ήταν τρελά ερωτευμένος μαζί της και δεν μπορούσε να την αποχωρισθεί. Σε περίπτωση που θα τον εγκατέλειπε ή τον κατέδιδε η εκδίκησή του θα ήταν σκληρή: «Εάν πρόκειται να με προδώσης, θα σε σκοτώσω με τα ίδια μου τα χέρια». Επέμενε ότι η Αλεξάνδρεια ήταν ο τελικός του προορισμός. Το αεροπλάνο προσγειώθηκε στο αεροδρόμιο της Ελευσίνας. Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των παλιννοστούντων ομήρων από τον Αναστασιάδη, Υπαρχιφύλακα του Κέντρου Αλλοδαπών Πειραιώς και υπεύθυνο για τον έλεγχο την ημέρα εκείνη, οι επιβάτες από το αεροδρόμιο μεταφέρθηκαν σε σχολείο της Ελευσίνας για να υποβληθούν σε αστυνομικό έλεγχο. «Πρώτος εις τον αστυνόμον παρουσιάσθη ο Σούμπερτ Φριτς υπό το ψευδώνυμου Κωνσταντινίδης Κων/νος.
Ερώτησις. Πώς ονομάζεσαι;
Απάντησις. Κωνσταντινίδης Κωνσταντίνος.
Ερώτησις. Τι είσθαι;
Απάντησις. Έλληνας.
Ερώτησις. Μήπως καταγωγήν Εβραϊκήν; Απόκρισις. Οχι.
Ερώτησις. Από πού κατάγεσαι; Απάντησις. Από την Σμύρνην.
Ερώτησις. Πότε αφίχθης εις την Ελλάδα; Απόκρισις. Το 1924 ή 1923.
Ερώτησις. Τι εργασία κάνης;
Απόκρισις. Ιντζινέρος.
Ερώτησις. Πού κάθεσαι;
Απόκρισις. Θεσσαλονίκη.
Ερώτησις. Εις ποίαν διεύθυνσιν; Απόκρισις. Βαρδάρη.
Ερώτησις. Εις ποίον μέρος του Βαρδάρη; Απόκρισις. Βαρδάρη.
Ερώτησις. Σας γνωρίζει κανείς; Απόκρισις. Η δεσποινίς και μνηστή μου.
Μετά ταύτα καλούμαι εγώ και με ηρώτησαν από πού κατάγομαι, που διαμένω και αν γνωρίζω τον Κωνσταντινίδην και τι τον έχω. Εγώ απήντησα ότι τον γνωρίζω από την Θεσσαλονίκην και ότι τον εγνώρισα από τον πατέρα μου και διέψευσα ότι τον έχω μνηστήρα.
Κατόπιν τούτου ο Αστυνόμος μου συνέστησε να μεταβώ εις την οικίαν μου και εις τον κ. Κωνσταντινίδην να παραμείνη». Σύμφωνα λοιπόν με την κατάθεση της Μαντζανά, ο Σούμπερτ δημιούργησε πρόβλημα για τον εαυτό του, επειδή δεν μπορούσε να δώσει συγκεκριμένη διεύθυνση κατοικίας στη Θεσσαλονίκη και επέμενε ότι ο Βαρδάρης ήταν η μόνιμη κατοικία του. (Ο Βαρδάρης είναι μια μεγάλη κεντρική περιοχή στο δυτικό μέρος της πόλης). Αν ο Σούμπερτ δεν πάθαινε στιγμιαίο θόλωμα του μυαλού και έδινε στον αστυνομικό μια οποιαδήποτε διεύθυνση της Θεσσαλονίκης, κατά πάσα πιθανότητα θα γλιστρούσε, όπως πραγματι παραδέχθηκε αργότερα ο εξεταστής της Μαντζανά στο Κέντρο Αλλοδαπών Θεσσαλονίκης: «Απέκρυψας τούτον ώστε μικρού δειν να διαφύγει την δικαιοσύνην». Η Μαντζανά αμύνθηκε λέγοντας ότι διατελούσε «υπό το κράτος ισχυράς συγκινήσεως λόγω των αλλεπαλλήλων απειλών του ας ετόξευεν διηνεκώς εναντίον μου». Παραμένει όμως ανεξήγητο το γεγονός, γιατί ο αστυνομικός Αναστασιάδης δεν υπέβαλε τη Μαντζανά σε ανάκριση για να αποσπάσει τις αποκαλυπτικές πληροφορίες που έδωσε αργότερα στην κατάθεσή της. Πώς ήταν δυνατό να μην είχαν δημιουργηθεί σοβαρές υποψίες στον αστυνομικό αυτόν, όταν άκουσε τη διάψευση της Μαντζανά ότι δεν ήταν μνηστή του Σούμπερτ και ότι τον γνώρισε μέσω του πατέρα της στη Θεσσαλονίκη; Για δεύτερη φορά οι αστυνομικοί του Κέντρου Αλλοδαπών Πειραιά έκαναν το λάθος να αφήσουν τη Μαντζανά να ξεφύγει μέσα από τα χέρια τους σε μια μάλιστα κρίσιμη φάση της ανακριτικής διαδικασίας, όταν στις 15 Σεπτεμβρίου επισκέφθηκε τον Σούμπερτ στα κρατητήρια του Κέντρου και του έδωσε 5.000 δραχμές για να συντηρηθεί. Αργότερα, οι υπεύθυνοι του Κέντρου Αλλοδαπών Πειραιώς έπλασαν ένα μύθο.
β) Ο μύθος της Αυστριακής μπαλαρίνας-πληροφοριοδότριας
Το 1976 ο Σαράντος Αντωνάκος, πρώην αστυνόμος, δημοσίευσε ένα ενδιαφέρον άρθρο στο οποίο αφηγείται διεξοδικά την ιστορία της αποκάλυψης του Σούμπερτ όπως την άκουσε από το Γ. Δουκάκη, ανθυπαστυνόμο στο Κέντρο Αλλοδαπών Πειραιά το 1945. Ο Δουκάκης συνέβαλε αποφασιστικά στην ανάκριση για την εξακρίβωση της ταυτότητας του Γερμανού επιλοχία. Σύμφωνα λοιπόν με την αφηγησή του, μαζί με τον Σούμπερτ και τους επαναπατριζόμενους Έλληνες ομήρους την 5η Σεπτεμβρίου συνταξίδεψε και η Άννα Πίντερ «εικοσάχρονη καλλονή, χορεύτρια του κρατικού μπαλλέτου της Βιέννης» η οποία από το φόβο των Ρώσων παντρεύτηκε κάποιο Έλληνα και ήρθε να εγκατασταθεί στην Ελλάδα. Η μπαλαρίνα αυτή ήταν η μόνη από το πλήθος των επιβατών, ανακριτή η οποία προθυμοποιήθηκε να πληροφορήσει τον στην Αναστασιάδη ότι «ο Κωνσταντινίδης ήταν πραγματικότητα και έτσι ενίσχυσε την αμφιβολία του ελεγκτή για την δήθεν ελληνική καταγωγή του Κωνσταντινίδη. Η ανάκριση συνεχίσθηκε και κατέληξε ύστερα από δυο εβδομάδες στην αποκάλυψη της ταυτότητας του πραγματικού Κωνσταντινίδη. Η ιστορία της Αυστριακης μπαλαρίνας που προσφέρει πολύτιμη πληροφορία στον αστυνομικό είναι απλώς ένας από τους πολλούς μύθους που είχαν επινοηθεί για να εξηγήσουν ορισμένα περιστατικά από την περιπετειώδη και περίπλοκη ζωή του Σούμπερτ. Προφανώς η 24χρονη Ντίνα Μαντζανά «εύσωμη με μελαχροινό και κοκκινωπό πρόσωπο, μαύρα μάτια και ωραία κόμη» μεταμορφώθηκε στο μύθο σε όμορφη μπαλαρίνα της Βιέννης. Επιπλέον, περιστατικά γνωστά από την περιπέτεια της Μαντζανά με τον Σούμπερτ στην Αυστρία προσαρμόσθηκαν στη ζωή της Αυστριακής καλλιτέχνιδας. Αμφότερες, η Πίντερ και η Μαντζανά, από φόβο αναγκάσθηκαν να εγκαταλείψουν τη Βιέννη λίγο πριν από την είσοδο των Ρώσων στην πόλη. Αμφότερες είχαν δημιουργήσει συναισθηματικό δεσμό με «Έλληνες» και ήρθαν στην Ελλάδα για μόνιμη εγκατάσταση. Εν κατακλείδι, η Μαντζανά, η παρουσία της οποίας κατά τον έλεγχο στο αεροδρόμιο της Ελευσίνας στην αφηγηση του Αντωνάκου αποσιωπάται τελείως, αναπλάσθηκε ως Βιεννέζα Πίντερ, ατεκμηρίωτο πρόσωπο ως μπαλαρίνα της Βιέννης. Το Τμήμα Αλλοδαπών Θεσσαλονίκης στο οποίο η Μαντζανά στις 28 Σεπτεμβρίου 1945 κατέθεσε αποκαλυπτικά στοιχεία για την ταυτότητα και τη δράση του Σούμπερτ, για κάποιο λόγο, επανέλαβε το «λάθος» του Τμήματος Αλλοδαπών Πειραιώς και άφησε τη Μαντζανά ελεύθερη ύστερα από την ανάκρισή της. Από τότε τα ίχνη της χάθηκαν. Αν και ζωτικής σημασίας μάρτυρας, δεν εμφανίσθηκε σε καμιά από τις δίκες του Σούμπερτ και των Σουμπεριτών ούτε ως μάρτυρας ούτε ως κατηγορούμενη. Για πρώτη φορά τον Απρίλιο 1947 ονομάζεται σε παραπεμπτικό βούλευμα του Ειδικού Δικαστηρίου Θεσσαλονίκης με τη σημείωση «Ντίνα ή Νίτσα Μαντζαρά [sic] κάτοικος Θεσσαλονίκης και ήδη αγνώστου διαμονής». Η «εξαφάνισή» της εξηγείται από το γεγονός ότι νωρίς εγκατέλειψε τη Θεσσαλονίκη και εγκαταστάθηκε στο Αγρίνιο, όπου παντρεύτηκε το Χρ. Γεροχρήστου που υπηρετούσε στα σώματα ασφαλείας.&Ζ ΓΙ' αυτούς τους λόγους η Μαντζανά παρέμεινε τελείως άγνωστη στα μέσα ενημέρωσης και γενικά στους Έλληνες. Επομένως, για να συγκαλυφθούν οι υπεύθυνοι παράβασης καθήκοντος στο αεροδρόμιο της Ελευσίνας, φαίνεται ότι τα Κέντρα Αλλοδαπών Πειραιά και Θεσσαλονίκης συνέπραξαν ώστε η «έκθεσις εξετάσεως» της Μαντζανά να τηρηθεί μυστική ενόψει του μύθου περί Βιεννέζας μπαλαρίνας που κυκλοφορούσε τότε.
γ) Η αποκάλυψη της ταυτότητας του «Κωνσταντινίδη»
Όταν η Μαντζανά επισκέφθηκε το Σούμπερτ στις 15 Σεπτεμβρίου στο Κέντρο Αλλοδαπών Πειραιά, δεν είχε ακόμη τελειώσει η διαδικασία για την αποκάλυψη της πραγματικής του ταυτότητας. Λεπτομέρειες πώς έγινε η αποκάλυψη έχουν σωθεί, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Ανθυπαστυνόμου Γεωργίου Δουκάκη, ανακριτή του Σούμπερτ στο Κέντρο Αλλοδαπών Πειραιά. Ο Αναστασιάδης παρέδωσε τον «Κωνσταντινίδη» Αστυνόμο Αβραάμ Βαλσαμάκη, «δυσκόλων ο οποίος θεωρούνταν ειδικός για Επειδή ανακρίσεις πελατών» σαν τον Σούμπερτ. όμως ο Κωνσταντινίδης συνέχισε να τηρεί απόλυτη σιωπή για την ταυτότητά του και διαμαρτυρόταν για την άδικη ταλαιπωρία, ο Βαλσαμάκης διέταξε να κλεισθεί προσωρινά στο κρατητήριο του Κέντρου Αλλοδαπών. Την τέταρτη ημέρα την ανάκριση ανέλαβε ο Ανθυπαστυνόμος Γ. Δουκάκης στον οποίο ο Κωνσταντινίδης, ύστερα από πιέσεις, ομολόγησε ότι ηταν Γερμανός υπηκοος και ότι επέστρεψε στην Ελλάδα για να παντρευθεί μια Ελληνίδα που είχε αγαπήσει στη Θεσσαλονίκη κατά τη θητεία του. Παρ' όλες τις δήθεν υποχωρήσεις του κρατουμένου, ο Δουκάκης στάθμιζε ακόμη τις αμφιβολίες του για την αξιοπιστία του Κωνσταντινίδη, όταν κάποιος χτύπησε την πόρτα και μπαίνοντας στο γραφείο έμεινε άφωνος αντικρίζοντας τον «Κωνσταντινίδη». Ο Δουκάκης παρατήρησε την έκπληξη στο πρόσωπο του επισκέπτη και απομακρύνοντάς τον από το γραφείο του τον ρώτησε πώς γνώριζε τον ανακρινόμενο. «Είναι ο Γερμανός λοχίας Σούμπερτ. Τον γνώρισα στα Χανιά. Ναι. Πρέπει να είναι ο Σούμπερτ. Πώς βρέθηκε στα χέρια σας αυτό το θηρίο; [...]. Έκαψε χωριά, τουφέκισε αθώους» απάντησε ο Ιωσήφ Κουρκούτης, ναυτικός πράκτορας, που συμπτωματικά πέρασε από το γραφείο του Δουκάκη στο Κέντρο Αλλοδαπών, γιατί είχε κληθεί να καταθέσει σε υπόθεση δωσιλόγου. Όταν ο ανακριτής Α. Βαλσαμάκης, ο οποίος εν τω μεταξύ ανέλαβε την ανάκριση από τον Δουκάκη, μετέδωσε στον «Κωνσταντινίδη» τη μαρτυρία-βόμβα του Χανιώτη Κουρκούτη, πιστεύοντας ότι ο «Κωνσταντινίδης» θα λύγιζε αυτή τη φορά, συνέβη ακριβώς το αντίθετο. Έδειξε τον οργισμένο και εριστικό, τονίζοντας: « Δεν είμαι ο Σούμπερτ [...]. Πώς ηταν δυνατόν να έλθω στην Ελλάδα αφού, όπως λέτε, κατηγορούμαι για ένα σωρό εγκλήματα;» Στο σημείο αυτό της ανάκρισης στο γραφείο μπήκε και δεύτερος μάρτυρας, ο συνταγματάρχης Οικονόμου, ο οποίος μόλις αναγνώρισε τον αρχηγό του «Σώματος Κυνηγών» αναφώνησε: «Συγχαρητηρια, κύριε αστυνόμε. Έχετε στα χέρια σας τον περιβόητο Σούμπερτ». Εν συνεχεία ανέφερε μερικά εγκλήματά του στην Κρητη. οι μαρτυρίες αυτές έδωσαν το έναυσμα στην ηγεσία του Κέντρου Αλλοδαπών ώστε να αποσταλούν δυο αστυνομικοί, ο ένας στην Κρήτη και ο άλλος στη Μακεδονία, για τη συλλογή πληροφοριών. Ύστερα από μερικές ημέρες επέστρεψαν με «πολυάριθμα έγγραφα» και μαρτυρικές καταθέσεις, το «κατηγορώ» του «Κωνσταντινίδη», το οποίο ο Βαλσαμάκης χρησιμοποίησε ως νέο όπλο για να αφαιρέσει τη μάσκα από το πρόσωπο του «Κωνσταντινίδη». Στα συγκεκριμένα εγκλήματα που ο ανακριτής απαρίθμησε, ο «Κωνσταντινίδης» στην αρχή δικαιολογήθηκε ότι η ένεση που του έκαναν σε νοσοκομείο του Βερολίνου του προκάλεσε αμνησία. Λίγο αργότερα ισχυρίσθηκε ότι υπεύθυνοι για τα εγκλήματα στην Κρήτη ήταν οι στρατηγοί Μπρόιερ και Μίλερ. Τέλος, εξαντλημένος από την πολυήμερη ανάκριση ο ψευδο-Κωνσταντινίδης λύγισε κάτω από το βάρος των μαρτυριών και με φωνή «αθώου» είπε: «Έχω μια ψυχή. Πάρτε την το γρηγορότερο να τελειώνωμε». Ήταν μια μακρά και επίπονη διαδικασία, η οποία κρατησε περισσότερο από δυο εβδομάδες. Τη σύλληψη του Σούμπερτ πρώτος ανακοίνωσε στις 18 Σεπτεμβρίου σε μερικούς φίλους της Κρήτης, ο Τομ Ντανμπάμπιν: «Ο Σούμπερτ συνελήφθη προ ημερών εις τας Αθήνας όπου έχει επιστρέψει εσχάτως υπό την κάλυιμιν εργάτου μετανάστου». Η Ντίνα Μαντζανά κλήθηκε τελευταία να καταθέσει στο Κέντρο Αλλοδαπών Θεσσαλονίκης στις 28 Σεπτεμβρίου, όταν είχε ήδη πέσει η μάσκα πίσω από την οποία κρυβόταν ο Γερμανός επιλοχίας. Ο Σούμπερτ από τον Πειραιά μεταφέρθηκε στις φυλακές Αβέρωφ για να δικασθεί αργότερα ως εγκληματίας πολέμου. Όταν ο ημερήσιος τύπος ανακοίνωσε ότι ο Επιλοχίας Σούμπερτ βρίσκεται στα χέρια της ελληνικής δικαιοσύνης, τότε η Μακεδονία αλλά ακόμη περισσότερο η Κρήτη απαίτησαν από το Υπουργείο Δικαιοσύνης ο Σούμπερτ να δικασθεί στα μέρη όπου διέπραξε τα εγκλήματά του. Αμέσως μετά την αποκάλυψη του «Κωνσταντινίδη», δημοσιεύθηκε το αίτημα των Κρητικών: «Εκφράζουμε την ομόφωνη θέληση του κρητικού λαού [...] να δικασθή και να εκτελεσθή εδώ ανάμεσά μας και παρουσία εκείνων που τόσο πολύ Η ίδια εφημερίδα του Ηρακλείου ανακοίνωσε την επομένη, 22 Σεπτεμβρίου, ότι ο καπετάν Δ. Δομαλάκης εξ ονόματος της ομάδας «Σατανά» απέστειλε τηλεγράφημα στον πρωθυπουργό και στους υπουργούς δικαιοσύνης και οικονομικών ζητώντας «να επιτρέψουν να αναλάβη μια ομάδα από αντάρτες της Κρήτης και χωροφύλακες Κρήτες να ταξιδεύση στον Πειραιά και να τον οι επίμονες ενέργειες κρητικών παραγόντων τελεσφόρησαν. Λέγεται ότι τα άτομα που τελικά φρόντισαν για τη μεταγωγή του ήταν οι Χρ. Τζιφάκης και Εμμ. Μπαντουβάς, σημαίνοντες αντιστασιακοί του νησιού. Στις αρχές Δεκεμβρίου ανακοινώθηκε ότι ο Σούμπερτ θα μεταφερθεί στην Κρήτη με στρατιωτικό αεροπλάνο, γιατί «εκφράζονται φόβοι λυντσαρίσματος». Τελικά στις 17 Δεκεμβρίου μεταφέρθηκε αεροπορικώς στα Χανιά για να λογοδοτήσει ενώπιον του Στρατοδικείου Χανίων «στο οποίο με ειδικό νόμο [...] παρασχέθηκε το δικαίωμα της ασκήσεως έργου δικαστηρίου εγκληματιών Κατά τη μεταφορά του ο Σούμπερτ συνεχώς τόνιζε στους συνοδούς του ότι «κανένα Έλληνα δεν σκότωσε», υιοθετώντας την τακτική αθώας περιστεράς, στην οποία παρέμεινε ανυποχώρητος μέχρι το θάνατό του. Τον Σούμπερτ, ο οποίος έμεινε έγκλειστος στις Επανορθωτικές Φυλακές Χανίων τουλάχιστον μέχρι το Φεβρουάριο του 1946, επισκέφθηκαν, κατόπιν αδείας των στρατιωτικών αρχών, Κρητικοί για να ζητήσουν πληροφορίες κυρίως σχετικά με δωσιλόγους
Η απόφαση της Κυβέρνησης Σοφούλη να δικασθεί ο Σούμπερτ όχι στην Κρήτη αλλά στην Αθήνα από το Ειδικό Στρατοδικείο Εγκληματιών Πολέμου ελήφθη βάσει της Συντακτικής Πράξης 90 της 31 Δεκεμβρίου 1945, η οποία κατέστησε το Ειδικό Στρατοδικείο της Αθήνας αποκλειστικά αρμόδιο για αλλοδαπούς εγκληματίες.
δ) H «σύλληψη » του Σούμπερτ στη Θεσσαλονίκη και το πιστόλι μυστήριο
Στην περίπτωση του Σούμπερτ αφθονούν οι φανταστικές αφηγήσεις γύρω από τη ζωή, τις μετακινήσεις, δραστηριότητες και το θάνατό του. Σχετικά με την καταγωγή του o ίδιος, όπως προαναφέρθηκε, συνέβαλε στη δημιουργία μιας τέτοιας μυθικής ατμόσφαιρας. Θέματα, όπως η ξαφνική απομάκρυνσή του, η δράση του στη Μακεδονία, η διαφυγή του στην Αυστρία και προπαντός η επιστροφή, αναγνώριση και σύλληψή του έγιναν αντικείμενο αχαλίνωτης φαντασίας.
Για πολλούς Κρητικούς ο Σούμπερτ ποτέ δεν έφυγε από την Κρήτη, αλλά με την ομάδα του συνέχισε τις δραστηριότητές του μέχρι την παράδοση των Γερμανών στα Χανιά το Μάιο 1945. Τότε διαδόθηκε ότι μαζί με άλλους εγκληματίες, Γερμανούς και Ιταλούς, ήταν κρατούμενος των Βρετανών περιμένοντας να μεταφερθεί στην ηπειρωτική Ελλάδα για ανάκριση και εν συνεχεία να αποσταλεί σε συμμαχικό στρατόπεδο της Ευρώπης. Ο Σούμπερτ όμως μεταμφιεσμένος σε απλό πολίτη εξαπάτησε τη βρετανική φρουρά, επέστρεψε στη Γερμανία, όπου έλαβε το απολυτήριό του και ακολούθως εγκαταστάθηκε στη Βιέννη. Από εδώ επικοινώνησε με την Ελληνίδα (γενικά στις πηγές αυτή συνδέεται με τη Θεσσαλονίκη), την οποία ερωτεύθηκε κατά τη θητεία του στην Ελλάδα και συνεννοήθηκε να συναντηθούν στη Θεσσαλονίκη.
Με το ψευδώνυμο Κωνσταντινίδης επέστρεψε σιδηροδρομικώς στη Θεσσαλονίκη. Στο σημείο αυτό παραδίδονται δύο εκδοχές. Σύμφωνα με την πρώτη, ο Σούμπερτ, όταν αφίχθηκε στο σιδηροδρομικό σταθμό της πόλης, αναγνωρίσθηκε από Κρητικό αστυνομικό, ο οποίος με πολιτικη περιβολή παρακολουθούσε τις κινήσεις υπόπτων επιβατών. Στην αρχή, ο Σούμπερτ αρνήθηκε την ταύτιση και επέμενε ότι ήταν επαναπατριζόμενος Έλληνας εργατης από γερμανικό στρατόπεδο εργασίας. Η τελική αποκάλυψη στηρίχθηκε σε τεκμήρια που προσκομίσθηκαν μέσα σε λίγες ημέρες.
Σύμφωνα με τη δεύτερη εκδοχή, ο Σούμπερτ ανενόχλητος μετά την αποβίβασή του εξασφάλισε κατάλυμα σε ξενοδοχείο της πόλης, όπου ήταν άγνωστος στους κατοίκους, επειδή η Θεσσαλονίκη ποτέ δεν είχε γίνει χώρος των δραστηριοτήτων του. Μια μέρα, όμως, στο δρόμο προς το ξενοδοχείο του, κάποιος Κρητικός που έτυχε να βρίσκεται τότε στην πόλη, τον αναγνώρισε, τον ακολούθησε μέχρι το ξενοδοχείο και ειδοποίησε αμέσως τη χωροφυλακή, η οποία τον συνέλαβε στο δωμάτιό του. Ο Κρητικός, σύμφωνα με ανεπιβεβαίωτη μαρτυρία, ονομαζόταν Αντώνιος Ψιλάκης από το Ρέθυμνο, του οποίου τον πατέρα, Νικόλαο, ο Σούμπερτ είχε εκτελέσει ως τροφοδότη του καπετάν Πετρακογιώργη και τον ίδιο με δυο εξαδέλφια του είχε εξορίσει σε στρατόπεδο καταναγκαστικής εργασίας στη Ένας από τους χωροφύλακες που συμμετέσχε στη σύλληψη του Σούμπερτ ήταν ο Χανιώτης Κελαϊδής, ο οποίος αργότερα αφηγήθηκε την εμπειρία του: «Μόλις μπήκα στο δωμάτιό του, είδα στο κρεβάτι του μια δερμάτινη βαλίτσα με τα ρούχα του και πάνω σ' αυτά ένα πιστόλι. Εγώ πρόλαβα, το άρπαξα, το έβαλα στην τσέπη μου και δεν με είδαν οι άλλοι χωροφύλακες. Το έκρυψα και δεν το παρέδωσα στην έρευνα που έγινε». Το περίστροφο, περασμένης τεχνολογίας, ογκώδες και άγαρμπο, κίνησε την περιέργεια του Κελαϊδή, ο οποίος επισκέφθηκε τον Σούμπερτ στις φυλακές του Γεντί Κουλέ και τον ρώτησε: «Εσύ γιατί κρατάς αυτό το περίεργο πράμα και όχι ένα Λούγκερ ή νεότερο όπλο;». O Σούμπερτ κοιτάζοντάς τον με ένα ειρωνικό χαμόγελο του είπε: «Εγώ είμαι τραντισιονέλ Γερμανός». O Χανιώτης θυμόταν τη λέξη «τραντισιονέλ» [παραδοσιακός], αν και δεν ήξερε τι εσήμαινε.
Μέσα στη δεκαετία του 1980, ο Κώστας Μαμαλάκης υπηρετούσε στρατιώτης σε μονάδα που έδρευε στην περιοχή Χανίων. Τον πλησίασε τότε ένας Χανιώτης και του είπε: «Παρατήρησα ότι είσαι καλός σκοπευτής και επιτήδειος στο χειρισμό των όπλων. Γι' αυτό θα σου κάνω δώρο ένα πιστόλι. Αυτό έχει και μια ιστορία. Έχεις ακούσει για κανένα Σούμπερτ;.Ο Μαμαλάκης πάγωσε στο άκουσμα του ονόματος, αλλά προσποιήθηκε ότι δεν ήξερε Τίποτε. Τότε ο Χανιώτης, ονόματι Κελαϊδής, τον πληροφόρησε ότι ήταν απόστρατος χωροφύλακας και εν συνεχεία του διηγήθηκε πώς το περίστροφο του Σούμπερτ περιήλθε στην κατοχή του, όταν υπηρετούσε στη χωροφυλακή Θεσσαλονίκης μετά το τέλος της Κατοχής. Το φερόμενο ως «περίστροφο Σούμπερτ» είναι τύπου Mauser C 96 των 9 mm με μακρά κάνη και φαρδιά λαβή εξ ου και η επωνυμία. Το χρησιμοποίησε o στρατός του Κάιζερ στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο και κατά πληροφορία του γερμανικού εργοστασίου κατασκευής στο Obendorf, ο Κεμάλ Ατατούρκ παρήγγειλε στο πόλεμο του 1922 εναντίον των Ελλήνων 350 περίστροφα τύπου Mauser C 96 ειδικά για τους αξιωματικούς Το «περίστροφο Σούμπερτ» φέρει έτος κατασκευής 1920 και επομένως έρχεται να ενισχύσει τον ισχυρισμό του Σούμπερτ ότι υπηρέτησε στον τουρκικό στρατό του Κεμάλ και συμμετείχε στη μάχη του Σαγγαρίου. Αν μέρος της ιστορίας που ο Σούμπερτ αφηγήθηκε στους Ρεθυμνιώτες πρόσφυγες το 1941 αληθεύει και δεν είναι αποκύημα φαντασίας, δικής του ή των Ρεθυμνιωτών, μπορεί να υπάρχει κάποια συσχέτιση του περιστρόφου με τον Κεμάλ και τον Σούμπερτ. Αν και η υπόθεση αυτή περιέχει ελκυστικά στοιχεία, πρέπει να απορριφθεί εκ των πραγμάτων, διότι απλούστατα ο Σούμπερτ, όπως είναι πια τεκμηριωμένο, δεν αποβιβάσθηκε στη Θεσσαλονίκη αλλά στην Ελευσίνα, και εν συνεχεία αναγνωρίσθηκε και στην αρχή φυλακίσθηκε στο Κέντρο Αλλοδαπών του Πειραιά. Εξάλλου o ίδιος θα πρόδιδε τον εαυτό του, αν πράγματι έφερε μαζί του το απαρχαιωμένο αυτό περίστροφο. Από την άλλη μεριά, υπάρχει η πιθανότητα το περίστροφο του Σούμπερτ να περιήλθε με κάποιο περίεργο τρόπο στα χέρια του Κελαϊδή ως ένα από τα αντικείμενα του περιεχομένου της βαλίτσας, την οποία ο Σούμπερτ, πριν αποχωρήσει για την Αυστρία, εμπιστεύθηκε στην Κατίνα Αγγελίδου. Απλώς εισέφρυσε κι αυτό στο μύθο της αποκάλυψης και σύλληψης του Σούμπερτ στη Θεσσαλονίκη.
Παραλλαγή της πρώτης παράδοσης είναι και η εξής αφήγηση του Μεσκλιώτη M. Μπατάκη. Σύμφωνα με τον Μπατάκη, στην πραγματικότητα ο Σούμπερτ δεν αποχώρησε με τα γερμανικά στρατεύματα, αλλά επί δυο χρόνια κατάφερε να «επιζήση κρυπτόμενος» στην Ελλάδα, ελπίζοντας ότι οι Έλληνες θα ξεχάσουν και τον ίδιο και τα εγκλήματά του, όταν έρθει η κατάλληλη ώρα να δραπετεύσει στο εξωτερικό. Έτσι στις αρχές του 1947, ενώ περίμενε στο αεροδρόμιο του Ελληνικού να επιβιβασθεί του αεροπλάνου, «αναγνωρίζεται υπό Κρητός χωροφύλακος όστις υπηρετούσε εις την φρουράν του αεροδρομίου, συλλαμβάνεται και οδηγείται εις Χανιά όπου δικασθείς Τουλάχιστον μέχρι το 2003, ημερομηνία έκδοσης των απομνημονευμάτων του Μπατάκη, η μυθοποίηση του Σούμπερτ συνεχιζόταν!
Πηγή κειμένου: Θανάσης Σ. Φωτίου: Η ναζιστική τρομοκρατία στην Ελλάδα, εκδόσεις "επίκεντρο "
Δείτε επίσης: