Πέμπτη, Δεκεμβρίου 25, 2025

Ασβεστοχώρι, ημέρα τρόμου και βίας (26 Ιουλίου)

Το Ασβεστοχώρι, εννέα χιλιόμετρα ανατολικά της Θεσσαλονίκης, λόγω της γεωγραφικής του θέσης είχε στρατηγική σημασία για την άμυνα της Θεσσαλονίκης όσον αφορά το ανατολικό τμήμα της στρατιωτικής ζώνης ασφαλείας. Γι’ αυτό, εκτός από τη μικρή δύναμη χωροφυλακής, είχε εγκατασταθεί και μια μηχανοκίνητη γερμανική φρουρά, η διοίκηση (Κομαντατούρα) της οποίας στεγαζόταν στο αρχοντόσπιτο του Στ. Λήτα. Ο πληθυσμός του χωριού, αποτελούμενος από γηγενείς και λίγους πρόσφυγες (το 1940 αριθμούσε γύρω στους 2.750 κατοίκους οι οποίοι τους θερινούς μήνες σχεδόν διπλασιαζόταν με παραθεριστές), κατά πλειοψηφία ήταν βενιζελικοί, οι οποίοι γενικά είχαν ταχθεί με το μέρος της Αντίστασης. Από τους οργανωμένους στο ΕΑΜ αρκετοί δραστηριοποιήθηκαν ως σύνδεσμοι και τροφοδότες. Ένας μικρός αριθμός κατοίκων ανήκε στην «εθνικόφρονη» μερίδα και ορισμένοι, όπως ο τότε κοινοτικός πρόεδρος και γραμματέας, φέρεται να συνεργάσθηκαν με τον εχθρό. Να σημειωθεί ότι στον εντόπιο πληθυσμό πρέπει να προστεθεί και ένας σεβαστός αριθμός νοσηλευομένων, περίπου 600, 608 και υπαλλήλων του Σανατορίου, το οποίο βρισκόταν στην ανατολική πλευρά, την Εξοχή, σε απόσταση τριών χιλιομέτρων από το χωριό.

Μέχρι τον Ιούλιο του 1944 δεν μνημονεύονται επεισόδια που να είχαν διασαλεύσει τη ζωή των χωρικών. Για πρώτη φορά, τη νύχτα της 12ης Ιουλίου μια ομάδα ανταρτών κατέβηκε στο Ασβεστοχώρι από τα λημέρια της στο βουνό Χορτιάτη, αιχμαλώτισε σχεδόν όλους (18 ή το ορθότερο 8) τους χωροφύλακες, σκότωσε δυο και τραυμάτισε άλλους δυο στρατιώτες της γερμανικής φρουράς που προστάτευε τον ασύρματο έξω από το Ασβεστοχώρι. Σαν πρώτα αντίποινα οι Γερμανοί στις 20 Ιουλίου στο δάσος «Κουρί» συνέλαβαν και εκτέλεσαν τρεις Ασβεστοχωρίτες συνδέσμους του ΕΛΑΣ. Η ενέργεια, όμως, του ΕΛΑΣ θορύβησε την Ομάδα Στρατού Ε τόσο ώστε να προβεί στο σχεδιασμό εκκαθαριστικής επιχείρησης, γιατί «η ριζική και γρήγορη εκκαθάριση αυτής της περιοχής θεωρείται απαραίτητη για τη συνέχιση διεξαγωγής του πολέμου». Στην επιχείρηση αυτή συμμετείχαν εκτός από ένα λόχο Γερμανών και δυο βουλγαρικά τάγματα από το Λαγκαδά και το «Σώμα Κυνηγών» του Σούμπερτ που στρατωνιζόταν την περίοδο αυτή στη Νέα Απολλωνία. Προφανώς η συμμετοχή του Σούμπερτ με το τμήμα του θεωρήθηκε αναγκαία, γιατί ήταν γνωστός στις γερμανικές αρχές για τις βάναυσες μεθόδους του στην απόσπαση πληροφοριών για την ανακάλυψη των «κομμουνιστών» δραστών.

Τα δεύτερα αντίποινα σχεδιάστηκαν να γίνουν στις 26 Ιουλίου. Τα ξημερώματα το χωριό περικυκλώθηκε και οι κάτοικοι ξύπνησαν από το πανδαιμόνιο των πυροβολισμών και από τις καμπάνες και τους τηλεβόες που ειδοποιούσαν τον κόσμο να συγκεντρωθεί στο δημοτικό πάρκο. Εν συνεχεία άνδρες του Σούμπερτ ξεχύθηκαν σε όλο το χωριό και βιαίως έβγαζαν τον κόσμο από τα σπίτια τους, στέλνοντάς τον στην πλατεία. Καθώς άδειαζαν τα σπίτια οι Σουμπερίτες τα ερευνούσαν για να βρουν κρυμμένα όπλα και στρατιωτικά είδη. Επίσης τα χαράματα οι επιτελείς του Σούμπερτ Γερμανάκης και Καπετανάκης με οδηγό τον Κατερινιώτη Διον. Μπατάλα, ο οποίος συμμετείχε στην επιχείρηση ως συνεργάτης με «χακί στολή και πιστόλι», επέλεξαν 11 άτομα με υπόδειξη του Μπατάλα ότι ήταν κομμουνιστές, και τα μετέφεραν στο δημοτικό πάρκο. Εν τω μεταξύ στο πάρκο το συγκεντρωμένο πλήθος από εντόπιους και παραθεριστές, διαχωρίστηκε σε τρεις ομάδες, των γυναικόπαιδων (γυναίκες και παιδιά μέχρι δέκα ετών), των παιδιών μέχρι 17 ετών, και στην ομάδα των ανδρών, που είχε τοποθετηθεί στο ψηλότερο διάζωμα του επικλινούς πάρκου. Υπολογίζεται ότι οι άνδρες ανέρχονταν γύρω στους 300, ένα πολύ μικρό μέρος του πληθυσμού, καθότι στον αριθμό αυτό συμπεριλαμβάνονταν και οι παραθεριστές. Ένας μεγάλος αριθμός ανδρών, κυρίως οι οργανωμένοι στο ΕΑΜ, είχε εγκαταλείψει το χωριό το προηγούμενο βράδυ, όταν διαδόθηκε ότι «ήρθε ένας μεγάλος τρομοκράτης», ενώ άλλοι χωρικοί διανυκτέρευσαν στα αγροκτήματά τους. Ο φόβος και ο τρόμος του συγκεντρωθέντος πλήθους ήταν ο αρχιεκτελεστής του τάγματος Γ. Γερμανάκης που «περιστρεφόταν με δυο περίστροφα στα χέρια και έδειχνε να το διασκέδαζε, όταν ξαφνικά προσποιούμενος εκτέλεση έστρεφε τα περίστροφά του εναντίον των ανδρών, οι οποίοι πανικοβλημένοι φρόντιζαν πώς να προφυλαχθούν ο ένας πίσω από το σώμα του άλλου». Τρία με τέσσερα πολυβόλα είχαν στηθεί στον κενό χώρο μεταξύ γυναικών και ανδρών στα οποία τοποθετήθηκαν «γερμανοί στρατιώτες» [Σουμπερίτες]. Κατά διαστήματα ο Σούμπερτ, που είχε το γενικό πρόσταγμα (οι παρόντες Γερμανοί αξιωματικοί εκτελούσαν καθήκοντα παρατηρητή), έδινε παράγγελμα στους πολυβολητές να πέσουν πρηνηδόν και να στοχεύσουν κατά των ανδρών, αλλά τα πολυβόλα «έβαζαν πάνω από τα κεφάλια τους». Οι εικονικές αυτές εκτελέσεις επαναλήφθηκαν τρεις ή τέσσερις φορές. Αμέσως μετά το θόρυβο της σκανδάλης δυνατές φωνές ακουγόταν από την ομάδα των γυναικών. Την τελευταία, όμως, φορά ο Σούμπερτ έξω φρενών επειδή, φαίνεται, ύστερα από πολύωρη ανάκριση, δεν μπόρεσε να βρει κι άλλους ενόχους για το επεισόδιο της 12ης Ιουλίου, κατέφθασε από το απέναντι κτίριο των βασανιστηρίων και ουρλιάζοντας κυριολεκτικά: «δίνει εντολή να πέσουν οι πολυβολητές πρηνηδόν και να οπλίσουν τα πολυβόλα τους με τους γεμιστήρες. Τα γεμίζουν με τους κάλυκες και παίρνουν πραγματική θέση με οπλισμένα πλέον τα πολυβόλα για ν’ αρχίσουν να βάλουν εναντίον των συγκεντρωμένων ανδρών. Τότε οι μεν άνδρες έρποντας και ωθώντας πέφτουν ο ένας πάνω στον άλλο, οι δε γυναίκες αρχίζουν να ουρλιάζουν και για να αποφύγουν αυτό το μακελειό υποχωρούν και πέφτουν μέσα στο χαντάκι με τα βατόμουρα. Δημιουργήθηκε μεγάλο πανδαιμόνιο που κράτησε γύρω στο δεκάλεπτο. Μετά τον εκφοβισμό πήραν πάλι 5-6 άνδρες από το πλήθος, τους πήγαν στο σπίτι απέναντι και τους ξυλοφόρτωσαν. Το ουρλιαχτό τους ακουγόταν μέχρι το πάρκο». Οι άνδρες που ο Σούμπερτ έστελνε για ανάκριση στο υπόγειο του κοντινού κτιρίου, όπου στεγαζόταν η Κομαντατούρα, επιλέγονταν από το μεγάλο πλήθος των ανδρών βάσει ονομαστικού καταλόγου, τον οποίο φέρεται ότι προμήθευσε ο συνεργάτης Δ. Μπατάλας. Στη ξεχωριστή ομάδα των επιλεγέντων εκτός από τους «σταμπαρισμένους κομμουνιστές» συμπεριλαμβάνονταν και άτομα στα σπίτια των οποίων ανακαλύφθηκαν όπλα και στρατιωτικά είδη. Όλοι αυτοί οι όμηροι περίμεναν να έρθει η σειρά τους να υποβληθούν σε ανάκριση για να ομολογήσουν είτε προσωπική ενοχή είτε άλλους υποτιθέμενους ενόχους. Όσοι είχαν ξυλοκοπηθεί στο υπόγειο του Λήτα μέχρι το μεσημέρι της ημέρας εκείνης και θεωρήθηκαν «υπαίτιοι», κρατήθηκαν στο σωρό των μελλοθανάτων. Ένας από αυτούς, ο Σ. Δημάκας, αν και ασθενής, μεταφέρθηκε στο πάρκο και ακολούθως στο υπόγειο, όπου κακοποιήθηκε σε τέτοιο βαθμό που υπέκυψε στα τραύματά του. Είναι άγνωστο πόσους από το πλήθος των ανδρών ο Σούμπερτ σκόπευε ακόμη να στείλει στο υπόγειο για βασανιστήρια. Στο μακάβριο αυτό σκηνικό που τόσο ευχαριστούσε τον ίδιο και τα όργανά του έδωσε τέλος ένα απροσδόκητο γεγονός. Κατά το μεσημέρι κατέφθασε προερχόμενη από Θεσσαλονίκη η δημοσιογράφος Ελένη Λιόντα, παραθερίστρια, η οποία όταν είδε τι συνέβαινε στο πάρκο και έμαθε ότι η ζωή φίλων Ασβεστοχωριτών απειλούνταν, πλησίασε το Γερμανό διοικητή (Φρούραρχο) και του απηύθυνε το λόγο σε άπταιστα γερμανικά: «Κύριε διοικητά, ο γερμανικός λαός φημίζεται για τον ανθρωπισμό και την κουλτούρα του που έχουν τις ρίζες τους στην αρχαία ελληνική παιδεία. Η βία όμως που ασκείται σήμερα εναντίον των χωρικών αυτών δεν συμβιβάζεται με το γερμανικό ανθρωπισμό». Ο διοικητής, φαίνεται, εκτίμησε την ευθυκρισία της νέας, επενέβη στο Σούμπερτ, σταμάτησε τις περαιτέρω ανακρίσεις και ανακοίνωσε ότι όσες γυναίκες έχουν στα σπίτια τους στρατιωτικό υλικό, να το φέρουν για να πάρουν τον όμηρό τους. Σε λίγο «αι γυναίκες παρέδωσαν δύο τρία τυφέκια, αρκετά περίστροφα, κυνηγετικά όπλα, δυναμίτιδα και διάφορα [...] Γερμανικά και Ιταλικά στρατιωτικά είδη». Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, πολλοί από το πλήθος των κρατουμένων να αποφύγουν τα βασανιστήρια και ενδεχομένως την εκτέλεση χάρη στη μεσολάβηση του Γερμανού Φρουράρχου, ο οποίος «εδέχθη τας καπηλικάς ύβρεις» του Σούμπερτ. Από τα 21 συνολικά άτομα που κρατούνταν για εκτέλεση στο κτίριο της Κομαντατούρας, ξεχώρισαν έντεκα υπαλλήλους και νοσηλευόμενους του Σανατορίου και πέντε Ασβεστοχωρίτες. Τους υπόλοιπους πέντε χωρικούς μαζί με μερικούς από το Σανατόριο τους μετέφεραν ως ομήρους στο στρατόπεδο του «Παύλου Μελά». Τελικά στο τόπο εκτέλεσης, περίπου ενάμισι χιλιόμετρο από το πάρκο, έφτασαν οι 15 προδιαγραμμένοι (φέρεται ότι ένας ασθενής έπεσε αναίσθητος κατά τη μεταφορά έξω από το χωριό). Οι μελλοθάνατοι παρατάχθηκαν μπροστά σε ένα λάκκο, που είχε ανοιχθεί από κατοίκους εκ των προτέρων, παρουσία πολλών Ασβεστοχωριτών, οι οποίοι υποχρεώθηκαν να παρακολουθήσουν το μακάβριο δράμα. Η εκτέλεσή τους σχεδιάσθηκε σαν ένα είδος ιεροτελεστίας. Ο αρχιεκτελεστής Γερμανάκης τους διέταξε μετά την εκφώνηση του ονόματός τους να κατεβαίνουν ένας-ένας στο λάκκο και εκεί τους εκτελούσε, πυροβολώντας τους στο σβέρκο. Όταν τελείωσε η εκτέλεση, ο Σούμπερτ διέταξε έναν από τους παρισταμένους «να πάει στο λάκκο για να μετρήσει δήθεν τα πτώματα [...] αλλά ύστερα από νόημα του Σούμπερτ μια σφαίρα του Γερμανάκη τον έστειλε κι αυτόν στον άλλο κόσμο». Το 16ο θύμα (υπενθυμίζεται ότι ο Σούμπερτ από την αρχή επέμενε στον αριθμό 16) ήταν ο εύσωμος 22ετής φοιτητής, Κων. Μάλαμας, παραθεριστής, στο πρόσωπο του οποίου ο Σούμπερτ, φαίνεται, παρατήρησε αποτροπιασμό για την ανατριχιαστική επίδειξη βαρβαρότητας. Η οδυνηρή αυτή δοκιμασία των κατοίκων κράτησε από τις πρώτες πρωινές ώρες μέχρι αργά το απόγευμα.

Στο χώρο των εκτελέσεων ο Σούμπερτ έβγαλε λόγο στους παρισταμένους άρρενες, δηλώνοντας μεταξύ άλλων ότι μόνο το σώμα του παρέχει ασφάλεια από τους κομμουνιστές σε «όποιο θέλει να τον ακολουθήσει [...]. Εγώ ακολούθησα τον Σούμπερτ από φόβο, διότι δεν ήθελα να πάω με τους αντάρτες», δήλωσε ο αγροφύλακας του Ασβεστοχωρίου, Κ. Καμίσης, ο οποίος ντύθηκε Σουμπερίτης αμέσως μετά το επεισόδιο και έκτοτε έλαβε μέρος σε όλες τις εξορμήσεις του σώματος.

[...] Λίγο πριν αναχωρήσει, γύρω στις 10 Αυγούστου, για το Ασβεστοχώρι, ο Σούμπερτ έκαψε περίπου δέκα σπίτια χωρικών οργανωμένων στο ΕΑΜ/ΕΛΑΣ, οι οποίοι είχαν διαφύγει στο βουνό. Πήρε μαζί του το δωσίλογο Ι. Ματσελά και τις αδελφές Άννα και Ζαχαρούλα με τη θεία τους Μαρία, τις οποίες έκλεισε σε ένα ανήλιο δωμάτιο και τοποθέτησε τον «Τούρκο» Καμπά να τις φυλάγει. Στο τάγμα του ο Σούμπερτ έκανε αυστηρές συστάσεις: «Αν αυτά τα κορίτσια τα πειράξετε, έστω και με λόγια, να ξέρετε ότι θα σας καθαρίσω εγώ ο ίδιος». Στη μητέρα τους που ήρθε με κλάματα να τον παρακαλέσει να αφήσει τις κόρες της ελεύθερες, ο Σούμπερτ έκανε την υποχώρηση να απελευθερώσει την αδελφή της, την έγκυο Μαρία. Στις 27 Σεπτεμβρίου, παραμονή της αποχώρησης του τάγματος από το Ασβεστοχώρι, ο Σούμπερτ τις κάλεσε στο γραφείο του για να ανακοινώσει τη «μεγαλοψυχία» του: «“Μαζέψτε τα αμέσως και σε πέντε-δέκα λεπτά εξαφανισθείτε από μπροστά μου αλλιώς θα σας καθαρίσω”. Στην αρχή νομίσαμε ότι μας κορόιδευε γιατί ξέραμε ότι ήταν ένας τρελός άνθρωπος, ένας ψυχοπαθής, ένα άγριο θηρίο. Προτού μας αφήσει να φύγουμε τελείωσε το λόγο του με τις λέξεις: “Στη ζωή σας μεγαλύτερο κακό δεν συναντήσατε ούτε νομίζω πρόκειται να συναντήσετε. Εγώ στη ζωή μου δεν έχω κάνει καλό, αλλά για σας, όπως λέει η παροιμία, ‘κάνε το καλό και ρίξ’ το στο γιαλό’, εγώ θα κάνω το καλό να μην σας σκοτώσω”». Ο Γερμανάκης όμως, έκανε τους δικούς του υπολογισμούς και λίγο πριν την απελευθέρωσή τους, τους κοινοποίησε την απειλή του: «Αν σας αφήσει ελεύθερες, εγώ θα σας βρω και θα σας σκοτώσω». Μετά τη διαταγή του Σούμπερτ να εξαφανισθούν, αμέσως έτρεξαν στον κεντρικό δρόμο του χωριού και για καλή τους τύχη βρήκαν ένα φορτηγάκι που τις μετέφερε στη Θεσσαλονίκη. Ο Γερμανάκης πήγε και έψαξε να τις βρει στο πρακτορείο λεωφορείων Νέας Απολλωνίας, αλλά αυτές είχαν εν τω μεταξύ αποφασίσει να καταλύσουν εκείνο το βράδυ σε συγγενικό σπίτι και έτσι εν αγνοία τους ανέτρεψαν το σχέδιό του. Ύστερα από λίγες ημέρες βρέθηκαν πίσω στην οικογένειά τους με την οποία γιόρτασαν όλοι μαζί «όχι μόνο την απελευθέρωσή μας αλλά και την ανάστασή μας». 

Πηγή κειμένου: Θανάσης Σ. Φωτίου: Η ναζιστική τρομοκρατία στην Ελλάδα, εκδόσεις "επίκεντρο "

Δείτε επίσης:

Σούμπερτ: Επιστροφή και σύλληψη στην Ελλάδα (5 Σεπτεμβρίου 1945)

Οι ωμότητες του Σούμπερτ στο χωριό Καλή Συκιά

Η απομάκρυνση του Σούμπερτ από την Κρήτη (11 Ιανουαρίου 1944)