Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 11, 2025

Οι ωμότητες του Σούμπερτ στο χωριό Καλή Συκιά

Καλή Συκιά. Τα ομαδικά αντίποινα στο ορεινό χωριό Καλή Συκιά, 40 περίπου χιλιόμετρα νότια από το Ρέθυμνο στην επαρχία του Αγίου Βασιλείου, θεωρούνται τα πιο «φρικώδη» εγκλήματα που o Σούμπερτ διέπραξε στη Κρήτη. O ίδιος έδωσε εντολή στους άνδρες του σώματός του να ρίξουν γυναίκες, διαφόρων ηλικιών, σε καιόμενα σπίτια. Λίγο πριν από το επεισόδιο η όμορη περιοχή του οροπεδίου Τσιλίβδικας είχε γίνει πεδίο αψιμαχιών και συγκρούσεων μεταξύ γερμανικών αποσπασμάτων και ανταρτικών ομάδων, οι οποίες είχαν συγκεντρωθεί στη θέση αυτή για να υποστηρίξουν τη διαφυγή της ομάδας Μανόλη Μπαντουβά και άλλων αντιστασιακών από τη νότια ακτή (όρμος Πλακιά) στη Μέση Ανατολή. Οι Άγγλοι εκπρόσωποι της συμμαχικής αποστολής είχαν αποφασίσει ότι ο Μπαντουβάς, ο οποίος λόγω «απερισκεψίας και έλλειψης ευθυκρισίας» προκάλεσε τα φοβερά αντίποινα στα χωριά της επαρχίας Βιάννου, έπρεπε το ταχύτερο να απομακρυνθεί γιατί, κατά το Λοχαγό Ρ. Στόκμπριτζ «εξ αιτίας του μας κυνηγούσαν οι Γερμανοί από τη μια άκρη στην άλλη. 

Γερμανικά αποσπάσματα ακολουθούσαν τα ίχνη του για να εξοντώσουν τον μισητό «αρχισυμμορίτη» και τη μικρή του ομάδα. Στον Τσιλίβδικα, στα βόρεια του χωριού Καλή Συκιά Ρεθύμνου, η ομάδα του Μπαντουβά ενισχυμενη με μικρά ένοπλα τμήματα των επαρχιών Αμαρίου, Αγίου Βασιλείου και Σφακίων συγκρούσθηκε με γερμανικές περιπολίες και προξένησε απώλειες στον εχθρό σκοτώνοντας περί τους δέκα Γερμανούς. Από τους 150 περίπου κατοίκους της Καλής Συκιάς οι άνδρες, εκτός από μερικούς γέρους, από φόβο αντιποίνων διέφυγαν στο βουνό την προηγούμενη ημέρα, όταν έμαθαν ότι o Σούμπερτ βρισκόταν στη περιοχή τους.

Το πρωί της 6ης Οκτωβρίου, δύναμη Γερμανών κατέφθασε στην Καλή Συκιά με σκοπό να ερευνήσει το οροπέδιο του Τσιλίβδικα και να καταδιώξει τις ανταρτικές ομάδες που είχαν φονεύσει και αιχμαλωτίσει Γερμανούς στρατιώτες τις προηγούμενες ημέρες. Στην εκκαθαριστική αυτή επιχείρηση συμμετείχε και ο Σούμπερτ με απόσπασμα 30 περίπου εθελοντών. Η γερμανική μονάδα ύστερα από σύντομη έρευνα στο χωριό συνέχισε τη πορεία της προς τον Τσιλίβδικα, ενώ o Σούμπερτ με τους άνδρες του παρέμεινε στην Καλή Συκιά. Οι Σουμπερίτες περικύκλωσαν το χωριό και αγριεμένοι συγκέντρωσαν τα γυναικόπαιδα στη θέση «Λιβάδι», τοποθεσία στην άκρη του χωριού. Έπειτα ζητώντας να μάθουν πού είναι οι άνδρες του χωριού, τα κρυμμένα όπλα και οι αντάρτες, άρχισαν τις απειλές και το υβρεολόγιο, «μωροί πουτάνες, ρουφιάνες, πού 'ναι οι άνδρες σας;». Όλες κράτησαν άκρα σιωπή οπότε ακούστηκε μια παγερή κραυγή, «Όλες θα σας φάμε».

Για να τις εκφοβίσουν ώστε να μαρτυρήσουν, οι Σουμπερίτες έβαλαν φωτιά σε τέσσερα σπίτια και διέταξαν τις ιδιοκτήτριες να πάνε να την σβήσουν και να σώσουν τα σπίτια τους. H ιδιοκτήτρια Ευαγγελία E. Γρυντάκη ήταν οκτώ μηνών έγκυος και κρατούσε μωρό δύο ετών στην αγκαλιά της. Προτού την ρίξουν ζωντανή μέσα στο φλεγόμενο σπίτι της, ένας Σουμπερίτης άρπαξε το μωρό της και το πέταξε στο δρόμο. Ξέφρενη κατάφερε να βγει από το παράθυρο, αλλά και τις δυο φορές οι φύλακες την έσπρωξαν πάλι μέσα στη φωτιά και περίμεναν έως ότου αποτεφρωθεί. Τις υπόλοιπες τέσσερις γυναίκες (η Ελένη Νικητάκη κρατούσε και τη μικρή της κόρη Μαρία) οι Σουμπερίτες τελικά τις οδήγησαν όχι στα δικά τους σπίτια, όπως αρχικά ανακοίνωσαν, αλλά τις σκόρπισαν και τις έριξαν σε καιόμενα σπίτια συγχωριανών τους, τις δύο ζωντανές και τις άλλες δυο πυροβολημένες πρώτα με περίστροφο. Από το συγκεντρωμένο πλήθος έβγαλαν σε δυο παρτίδες άλλες δέκα γυναίκες από τις οποίες τέσσερις Ροδακινιώτισσες και μερικές σε προχωρημένη ηλικία.

Παρ' όλη τη φροντίδα που το απόσπασμα κατέβαλε, ώστε όλες οι επιλεγμένες γυναίκες να γίνουν παρανάλωμα του πυρός, εντούτοις τρεις τραυματισμένες από τους φύλακες γλίτωσαν, επειδή σύρθηκαν σε χώρο του σπιτιού (του Λεωνίδα Μονιάκη) όπου οι φλόγες δεν είχαν επεκταθεί. Μια άλλη χωρική σώθηκε χάρη στην επέμβαση του ίδιου του Σούμπερτ. H Ευανθία Ζουμπεράκη, σε προχωρημένο στάδιο εγκυμοσύνης, την ώρα που την οδηγούσαν σε φλεγόμενο σπίτι αναγνώρισε δύο από τους τρεις Σουμιιερίτες συνοδούς - δούλευαν εργάτες κι αυτοί όταν τους γνώρισε ως θερίστρια στη πεδιάδα της Μεσαράς - και παίρνοντας θάρρος σε έναν από αυτούς είπε: «Δε φοβάσαι το Θεό, το Γερμανό μου παριστάνεις;» και η απάντηση του Σουμπερίτη: «Θα σε κάψω, πουτάνα, ζωντανή μ' αυτό που βαστάς...». Επενέβη τότε o Σούμπερτ λέγοντας: «Άστην να πάει στο διάολο, αφού είναι βαρεμένη» εννοώντας έγκυος, και έτσι γλίτωσε το κάψιμο. Η Αριστέα Κωστάκη αναγνώρισε κι αυτή άλλο Σουμπερίτη γνωστό και στον αδελφό της Μιχάλη από τους θερισμούς σε χωράφια της Μεσαράς, o οποίος τη ρώτησε: «Πού είναι μωρή, o Μιχάλης;» και η Κωστάκη, μαντεύοντας την πρόθεσή του απάντησε: «Δεν ντρέπεσαι μωρέ να ζητάς τον αδελφό μου; Ίντα να τον εκάμης;» Ήταν τυχερή που ο Σουμπερίτης αποφάσισε να μην την εκδικηθεί. Έριξαν στη φωτιά τραυματισμένο προηγουμένως και τον Ευστράτιο Δαμουλάκη, ογδοντάρη, ο οποίος αργότερα υπέκυψε στα εγκαύματά του. Στα θύματα συγκαταλέγονταν και δυο άνδρες από το γειτονικό χωριό Άγιος Ιωάννης τους οποίους το απόσπασμα βρήκε να εργάζονται στα χωράφια τους (σύμφωνα με άλλη εκδοχή ανακαλύφθηκαν πάνω σε δέντρο στο οποίο από φόβο είχαν σκαρφαλώσει για να κρυφθούν) έξω από την Καλή Συκιά και τους εκτέλεσε εν ψυχρώ. Συνολικά έκαψαν 12 γυναίκες, έναν άνδρα, τον Βαρδή Νικητάκη, πυρπόλησαν 10 σπίτια και λεηλάτησαν τα υπόλοιπα, 20 περίπου σπιτια.

Φέρεται ότι ο τότε πρόεδρος του χωριού, Μανόλης Γρυντάκης, υπέβαλε μήνυση στο γερμανικό στρατοδικείο Χανίων εναντίον του Σούμπερτ και πέντε από τους Σουμπερίτες, τους οποίους αναγνώρισαν τρεις ομοχώριές του. Στη δίκη, η οποία διεξήχθη από 16 μέχρι 19 Μαρτίου 1944, με μάρτυρες τις αναφερθείσες γυναίκες, δύο Σουμπερίτες καταδικάσθηκαν σε θάνατο και εκτελέσθηκαν στις φυλακές Ιτζεδίν [κοντά στο σημερινό Καλάμι] Χανίων παρουσία μάλιστα του Γρυντάκη! Η μαρτυρία αυτή του Γρυντάκη παραμένει ανεπιβεβαίωτη και αμφισβητήσιμη. Κατά τη δίκη του το 1947, ο Σούμπερτ επέρριψε όλη την ευθύνη για τους φόνους στην Καλή Συκιά στους Έλληνες «που είχαμε στα αποσπάσματα», τους οποίους ορισμένες γυναίκες, αντιδρώντας στη πυρπόληση των σπιτιών τους, προσέβαλαν φωνάζοντας: «Προδότες, δεν φθάνει που μας παραδίνετε στους Γερμανούς μας καίτε και το βιος μας. Και έτρεξαν να γλυτώσουν τα σπίτια τους από τη φωτιά. Τότε οι Έλληνες φρουροί άνοιξαν πυρ εναντίον τους και σκότωσαν μερικές γυναίκες. Εγώ όχι μόνο δεν ανακατεύθηκα στο έγκλημα, αλλά μαζί με το διοικητή μου κάναμε ανακρίσεις». Στη πραγματικότητα, οι «Έλληνες» αυτοί ήταν οι άνδρες του «Σώματος Κυνηγών Σούμπερτ», οι οποίοι υπηρετούσαν υπό τις διαταγές του και την ευθύνη για τα εγκλήματά τους την έφερε ολοσχερώς o Σούμπερτ, παρόλο που στη δίκη του επέμενε ότι ήταν απλός διερμηνέας χωρίς διοικητική δύναμη.

Οι γερμανικές δυνάμεις είχαν σχεδιάσει να αποκλείσουν τον Μπαντουβά και τους συνεργάτες του στον Τσιλίβδικα από τρεις πλευρές. Ένα τάγμα, όπως αναφέρθηκε, επέδραμε μέσω Καλής Συκιάς προς τον Τσιλίβδικα, ένα άλλο τάγμα απέκλεισε τις προσβάσεις του από την περιοχή του Καλλικράτη Σφακίων, ενώ ναυτική δύναμη εμπόδισε τη διαφυγή του από τα νότια παράλια της περιοχής Ροδάκινου. Τα τρία γερμανικά σώματα δημιούργησαν ασφυκτικό κλοιό γύρω από τους συγκεντρωθέντες στον Τσιλίβδικα, οι οποίοι διηρημένοι σε μικρές ομάδες κατόρθωσαν να διαφύγουν. Ο Μπαντουβάς καταδιωκόμενος από τους Γερμανούς διέσχισε τη χώρα Σφακίων - μερικά χωριά από φόβο έδειξαν απροθυμία να ανταποκριθούν στο αίτημα της τροφοδοσίας του - και κατέληξε στο Καλούς Λάκκους, οικισμό κτηνοτρόφων κοντά στο σφακιανό φαράγγι. Αλλά και στο κρησφύγετο αυτό τα ειδικευμένα σκυλιά των Γερμανών τον ανακάλυψαν και τον ανάγκασαν να το εγκαταλείψει με κατεύθυνση, κατόπιν οδηγιών των Άγγλων συνδέσμων, προς τα νότια παράλια του νομού Ηρακλείου. Τελικά, μαζί με τους επιτελείς του, την 31η Οκτωβρίου, διέφυγε στη Μέση Ανατολή από τον όρμο του Λέντα Καινουρίου. Η απομάκρυνσή του Μπαντουβά στους μεν Γερμανούς έδωσε την ευκαιρία για να πανηγυρίσουν: «Ο αρχισυμμορίτης Μπαντουβάς εγκατέλειψε μετά της σωματοφυλακής του την Νήσον[...] το πουλημένο αυτό υποκείμενο, το οποίο προεκάλεσε τόσα δεινά εις τον φιλήσυχον πληθυσμόν» διακήρυττε ο Φρούραρχος Μπρόιερ, στους δε Άγγλους εκπροσώπους και τους Κρητικούς παρείχε προσωρινή εκτόνωση του φόβου ύστερα από τα σκληρά αντίποινα στην επαρχία Βιάννου. Σύμφωνα με τη βρετανική «Έκθεση», ο Μπαντουβάς «δυο φορές προηγουμένως θέλησε να μπλέξει την Κρήτη σε ανταρτικό πόλεμο χωρίς πόρους και χωρίς υπόσχεση ανεφοδιασμού».


Πηγή κειμένου: Θανάσης Σ. Φωτίου: Η ναζιστική τρομοκρατία στην Ελλάδα, εκδόσεις "επίκεντρο "

Δείτε επίσης:

Σούμπερτ: Επιστροφή και σύλληψη στην Ελλάδα (5 Σεπτεμβρίου 1945)