Ένα από τα εθνικιστικά κινήματα της δεκαετίας '30, αλλά με την περισσότερο αντιφατική και συγκεχυμένη ιδεολογία, ήταν το Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα του Γεωργίου Μερκούρη. O Μερκούρης, του δημάρχου Αθηναίων Σπύρου Μερκούρη θείος της Μελίνας, ήταν γνωστός στους αθηναϊκοπολιτικούς κύκλους για τη γλωσσομάθεια τον ριζοσπαστικό πολιτικό του λόγο. Ηδη από τον Ιούλιο του 1933 είχε προχωρήσει σε ρήξη με το παρελθόν και το Λαϊκό Κόμμα που αρχικά υποστήριζε, διακηρύττοντας ότι "ο Κοινοβουλευτισμός εχρεωκόπησεν εις όλα τα μέρη του κόσμου, αλλ 'ιδιαιτέρως εις την Ελλάδα κατέληξεν εις σύστημα ελαστικότητος συνειδήσεων... και πάντοτε εκμεταλλευόμενος τα συμφέροντα του λαού"
Τον Δεκέμβριο του 1934 προχώρησε στην κυκλοφορία της εφημερίδας "Εθνική Σημαία" μαζί με τους Λ. Λαμπρόπουλο και Θ. Παπαμανώλη, καθιστώντας την όργανο του κόμματός του και προμαχώνα της εθνικοσοσιαλιστικής ιδεολογίας. Στις 10 Δεκεμβρίου 1934, με την ευκαιρία των εγκαινίων των γραφείων του κόμματος, ο Μερκούρης έδωσε το στίγμα της κίνησής του τονίζοντας μεταξύ άλλων ότι "είμεθα πραγματικώς μία πολιτική και κοινωνική επανάσταση "και "αποβλέπομεν εις την εθνικήν ενότητα, εις την πρόοδον και την κοινωνική πειθαρχίαν“
Στις 16, 17 και 18 Δεκεμβρίου 1934 πραγματοποιήθηκε στο Μοντρέ της Ελβετίας το πρώτο διεθνές φασιστικό συνέδριο. Εκεί αντιπροσωπείες από 17 χώρες της Ευρώπης συγκεντρώθηκαν για να επιλέξουν και να οριοθετήσουν τον τρόπο και τις δυνατότητες κατάληψης της πολιτικής εξουσίας. Το συνέδριο άρχισε τις εργασίες του στις 16/12/34 με την ομιλία του προέδρου του, του Ιταλού στρατηγού και βουλευτή Κοζέλσκι. Την Ελλάδα εκπροσώπησε ο αρχηγός του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος Γ. Μερκούρης, Δεύτερος μίλησε ο εκπρόσωπος της Action Francaise Μαρσέλ Μποκάρ, τονίζοντας ότι "το κυριότερο χαρακτηριστικό του Φασισμού είναι ότι είναι θετικός και δεν περιέχει ουτοπίες, ενώ εδράζεται επί των πραγματικοτήτων και των γεγονότων" "Οφείλουμε", συνέχισε ο Μποκάρ, "επειδή ο Φασισμός δεν είναι μόνο ιταλικό φαινόμενο, να διακηρύξουμεν πάντες ότι εκ της ισχύος των αρχών του και των περιεχομένων του, έχει εξέλθει των ορίων της ιταλικής χερσονήσου και τείνει εις το να γίνει o νέος καταστατικός χάρτης της Νέας Ευρώπης. Είναι εναντίον του Μπολσεβικισμού, είναι εναντίον των διστακτικοτήτων των μεσαίων τάξεων, είναι εναντίον του διεθνούς καπιταλισμού και τέλος εναντίον όλων των ψευδών πατριωτισμών και όλων των κοινωνικών αδικιών, οι οποίες απορρέουν από αυτές" Και o ίδιος κατέληξε: "Ολη η έννοια του φασισμού είναι η ανοικοδόμηση και όχι η καταστροφή".
Η πρώτη σοβαρή διαφωνία στον συνεδριακό χώρο εκδηλώθηκε με την αντιπαράθεση που είχε o Γ Μερκούρης με τον εκπρόσωπο της ρουμανικής ΣΙδηράς Φρουράς. Ο Ρουμάνος σύνεδρος καταφέρθηκε εναντίον των Εβραίων και της διεθνούς Μασονίας, ενώ ο Μερκούρης αποστασιοποιήθηκε ισχυριζόμενος πως υπάρχουσα (σ.σ. στην Ελλάδα) ισραηλιτική μειονότης επέδειξε πάντοτε προς την φιλοξενούσαν αυτήν χώραν νομιμοφροσύνην και πατριωτικότητα τοιαύτην, ώστε ανεξαρτήτως του αιωνίου ελληνικού αισθήματος της φιλοξενίας. έχει επαξίως τύχη πλήρους ισότητος και ουδεμίας διακρίσεως προς τους ορθοδόξους ομοεθνείς της". Ισως είναι η μοναδική περίπτωση που εκπρόσωπος εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος υπερασπίστηκε με τόση θέρμη τη θέση και τα συμφέροντα μιας εβραϊκής μειονότητας τη στιγμή που οι άλλες διώκονταν ή είχαν περιθωριοποιηθεί στις χώρες όπου εφιλοξενούντο.
Παρόλη τη διαφωνία ο Μερκούρης φρόντισε να καθησυχάσει τους ομοϊδεάτες του βεβαιώνοντάς τους πως "έχομεν την δικαίαν φιλοδοξίαν να νικήσωμεν και να εμμείνωμεν εν τη Νίκη ως δημιουργοί Νέας Τάξεως Πραγμάτων". Οσο για την Ελλάδα, κατέστησε ότι την θέλει "ισχυράν και ειρηνικήν, αφοσιωμένην εις τους φίλους της και ανένδοτον απέναντι εκείνων οι οποίοι θα διενοούντο να την μειώσουν. Εχομεν μεγάλην εμπιστοσύνη εις το Μεσογειακόν Δαιμόνιον και ευχόμεθα την εξάπλωσιν του αναμορφωτού Φασισμού".
Στο τέλος του συνεδρίου καταρτίσθηκε μια οργανωτική επιτροπή που αποτελείτο από τον αρχηγό του εθνικοσοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος της Δανίας Κλάουζεν, τον αρχηγό των Φρανσιστών της Γαλλίας Μπυκάρ, τον Γ Μερκούρη, τον εκπρόσωπο της Ελβετικής Φασιστικής Ομοσπονδίας Φονζελάζ, τον Κουϊσλινγκ, αρχηγό της Εθνικής Ενωσης Νορβηγίας, τον στρατηγό Οντουφύ των Κυανοχιτώνων της Ιρλανδίας και τον αρχηγό του Εθνικού Δανικού Σώματος Ντάμσκαρτ.
Στη σύσκεψη της Μαύρης Διεθνούς (CAUR) έλαβαν ακόμα μέρος αντιπροσωπείες της Χάιμβερ Αυστρίας, του Φασιστικού Πορτογαλικού Κινήματος, της Ισπανικής Φάλαγγας, του Μελανού Ολλανδικού Μετώπου κ.ά.
Αμέσως μετά τη λήξη των εργασιών οι σύνεδροι εξέδωσαν κοινό ανακοινωθέν και αποδέχθηκαν δύο ψηφίσματα βάσει των οποίων διακηρυσσόταν ότι "o συντεχνιακός Φασισμός αποτελεί την μοναδικήν βάσιν της ειρηνικής αναπτύξεως της Ευρώπης και αποκρούοντα τον Μαρξισμόν, την Κεφαλαιοκρατίαν και τον αστικόν ψευδεθνικισμόν"
Επιστρέφοντας από το Μοντρέ o Μερκούρης παρέμεινε για λίγες ημέρες στη Ρώμη, όπου έγινε δεκτός από τον Μουσολίνι. Για το περιεχόμενο των συνομιλιών τους δεν ανακοίνωσε ποτέ τίποτα.
Μέσα από τις στήλες της "Εθνικής Σημαίας" συνέχισε να καλεί τους Ελληνες να ενταχθούν "στους πυρήνες του κόμματός του", αναγνωρίζοντας όμως μετά από ενάμισι χρόνο αγώνα πως "πολλοί δεν είμεθα, αλλ 'ούτε και θέλομεν να είμεθα. Ολίγοι, αλλ εκλεκτοί" (15/2/35, ομιλία στα γραφεία της Καραγεώργη Σερβίας προς τους πυρήνες των συνοικιών).
Στις συχνές ομιλίες που έδιδε -κυρίως στο θέατρο "Κεντρικόν"- παρευρίσκονταν πολλοί εκπρόσωποι και φορείς της Πολιτείας: βουλευτές, πολιτικοί, ακαδημαϊκοί (Αντ. Μάτεσης, Κωνστ. Αγγελόπουλος) στρατηγοί (Τρικούπης), μέλη οργανώσεων (Σώμα κιτρινοχιτώνων, Παμφοιτητική Νεολαία, Εθνική Φάλαγγα), η Ενωση Παλαιών Πολεμιστών του Κονδάκη και του Παπανικολάου κ.ά.
Στενοί συνεργάτες του Μερκούρη και στελέχη του εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος ήταν ο Γεώργιος Κανέλλος, ο δικηγόρος Τροπαιάτης και o Βιτσικουνάκης από την Κρήτη.
Στις 22 Δεκεμβρίου 1934 η "Εθνική Σημαία", το κομματικό έντυπο του Μερκούρη, έκανε έναν απολογισμό της εθνικοσοσιαλιστικής διακυβέρνησης στη Γερμανία με τον τίτλο "Διδάγματα από έναν λαόν που θέλει να ζήση". Στην ίδια σελίδα υπήρχε και ένα άρθρο για τις δραστηριότητες της Κου Κουξ Κλαν στις ΗΠΑ, ενώ στις 25 Δεκεμβρίου δημοσιεύθηκαν φωτογραφίες από την επίσκεψη του Μερκούρη στη Ρώμη και την κατάθεση στεφάνου στο Μνημείο του Ιταλού Αγνωστοι.) Στρατιώτη στο Παλάτσο Βενέτσια.
Τον Μάρτιο του 1935, μετά το αποτυχημένο κίνημα του Πλαστήρα και των Βενιζελικών, ο Μερκούρης θυμήθηκε το πολιτικό του παρελθόν και τάχθηκε με το μέρος του Κονδύλη και των Λαϊκών. O Κονδύλης δεν άργησε να ευχαριστήσει τον "εθνικοσοσιαλιστή" σύμμαχό του στέλνοντας το εξής τηλεγράφημα: "Ευχαριστώ υμάς και το κόμμα δια τα ωραία λόγια επί τη ευκαιρία της προαγωγής μου. Εχω πεποίθησιν επί την νίκην, διότι αγωνιζόμεθα δια τας ελευθερίας του ελληνικού λαού" ("Εθνική Σημαία", 10/3/1935). Η τραγική ειρωνεία ήταν ότι το ίδιο ακριβώς πίστευαν ο Πλαστήρας και οι άλλοι στρατηγοί (Παπούλας, Κοιμήσης κ.ά.) που ηγήθηκαν του κινήματος.
Χαρακτηριστικό της τακτικής και της ιδιόρρυθμης "φιλοσημιτικής" ιδεολογίας του Μερκούρη ήταν το δημοσίευμα της 30/1/1935 στην "Εθνική Σημαία", που αφορούσε το "Ισραηλιτικόν στοιχείον της Θεσσαλονίκης, του οποίου είναι γνωστή η εργατικότης, η ειλικρίνεια εις τας συναλλαγάς και η καθ' όλα φιλόνομος δράσις, ως και η εξαιρετική συμβολή εις την προώθησιν του εμπορίου και της βιομηχανίας εν γένει", καθώς και τον "Σοφολογιώτατον Αρχιρραβίνον Δρα Κόρετς•, τον γνωστό Κόρετς που κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής κατηγορήθηκε από τους ομοεθνείς του ότι ενέδωσε και εξαιτίας της ηττοπάθειάς του χειροτέρεψε τη θέση της εβραϊκής κοινότητας στη Θεσσαλονίκη.
Στις 17 Ιανουαρίου 1935 με τον τίτλο "Η Κύπρος τα Δωδεκάνησα" η "Εθνική Σημαία" έκανε έκκληση στα φιλελληνικά αισθήματα των κυβερνήσε της Βρετανίας και της Ιταλίας για την παραχώρηση των νήσων στην Ελλάδα: "Διά να πεισθούν αι δύο αυταί Δυνάμεις ότι, πράττουσαι κατά τους Ελληνικούς πόθους, δεν αντιβαίνουν προς τα εθνικά των καθήκοντα, πρέπει ημείς οι Ελληνες -οι ανεπίσημοι περισσότερον ακόμη των επισήμων- να αποδείξωμεν ότι είμεθα όχι μόνον άξιοι αυτής της παραχωρήσεως αλλά και ικανοί, προστατεύοντες τα συμφέροντα των ελληνικών πληθυσμών, να συνεισφέρωμεν εις την περιφρούρησιν και των συμφερόντων των κατόχων κρατών" Ολα αυτά ειπώθηκαν τη στιγμή που το ΚΚΕ, με την ιστορική απόφαση της 2ης Ολομέλειας τον Νοέμβριο του 1934 καταδίκαζε τα απελευθερωτικά όνειρα των Δωδεκανησίων και Κυπρίων Ελλήνων, εκτιμώντας ότι " ..οι κυρίαριες ταξεις δραστηριοποιούν εξαιρετικά την εθνικιστική προπαγάνδιση των μαζών και τον ιμπεριαλιστικό ολοκληρωτισμό (Βόρεια Ηπειρος, Κύπρος, Δωδεκάνησα κλπ.)" ("Επίσημα κείμενα του ΚΚΕ", Τόμος 4ος, σελ. 106-107, Εκδόσεις Σ.Ε., Αθήνα, 1975). Για το ΚΚΕ η επιθυμία των σκλάβων Ελλήνων για εθνική αποκατάσταση και ένωση με τη μητέρα πατρίδα ηταν "ιμπεριαλιστικός ολοκληρωτισμός" και "τυχοδιωκτική φασιστική ενέργεια" που "οξύνουν τον εθνικιστικό φανατισμό και κάνουν το ξέσπασμα του άμεση απειλή' ('Κομμουνιστική Επιθεώρηση' Απρίλιος 1984, σελ. 70).
Εξαιρετικός ρήτορας ο Γ. Μερκούρης, εκλεγόταν συνεχώς βουλευτής από το 1916 και διετέλεσε πολλές φορές υπουργός. Στο κόμμα του προσχώρησαν πολλοί απόστρατοι βασιλόφρονες αξιωματικοί, αλλά ελάχιστοι νεολαίοι. Στις βουλευτικές εκλογές 1936 συνεργάστηκε με το κόμμα του Κονδύλη, χωρίς να εκλεγούν βουλευτές του.
Η δικτατορία της 4ης Αυγούστου διέλυσε αυτό το κόμμα, όπως και όλα τα πολιτικά κόμματα. Ανασυντάχθηκε τον Μάιο του 1941 με την είσοδο των Γερμανών στην Ελλάδα και συνεργάστηκε στενά με την ΕΣΠΟ και τις άλλες φιλογερμανικές οργανώσεις για τη συγκρότηση Ελληνικής Εθελοντικής Λεγεώνας και την αποστολή της στο Ανατολικό Μέτωπο.
Κατά τη διάρκεια του Ελληνοϊταλικού Πολέμου ο Μερκούρης διατηρούσε επαφές με τη γερμανική πρεσβεία και προσπάθησε μαζί με γερμανόφιλους αξιωματικούς του Ελληνικού Στρατού να πετύχει τη σύναψη ανακωχής με τη μεσολάβηση των Γερμανών.
Κατά την Κατοχή χρημάτισε διοικητής της Εθνικής Τράπεζας, ενώ μετά την παραίτηση του Τσολάκογλου το όνομά του συζητήθηκε για να αναλάβει την πρωθυπουργία. Πέθανε το 1943.
Στη Θεσσαλονίκη τα γραφεία της οργάνωσης στεγαζονταν στο ξενοδοχείο "Νέα Νίκη" με αρχηγό τιν Γεώργιο Σπυρίδη και υπαρχηγό τον δικηγόρο Ζωγράφο, που τότε αρθρογραφούσε στη φιλογερμανική εφημερίδα "Νέα Ευρώπη".
Το τέλος της Κατοχής βρήκε τους οπαδούς του Μερκούρη καταδιωκόμενους. Πολλοί κατέφυγαν στη Γερμανία για να πολεμήσουν μαζί με τους ομοϊδεάτες τους ως την ύστατη στιγμή. Ενας από αυτούς, ο γνωστός από τη δίκη Λαμπράκη Ξενοφών Γιοσμάς ή Φον Γιοσμάς, διετέλεσε και μέλος της "εξόριστης" γερμανόφιλης κυβέρνησης των Ελλήνων της Βιέννης. Μετά το τέλος του πολέμου επέστρεψε στην Ελλάδα, δικάστηκε από το Ειδικό Δικαστήριο Δοσιλόγων και κλείστηκε στις φυλακές του Επταπυργίου. Μερικά χρόνια αργότερα αφέθηκε ελεύθερος.
Σε τελική ανάλυση το κόμμα του Μερκούρη, παρόλη την υποστήριξη και τη χρηματοδότηση που είχε από επώνυμους Αθηναίους, παρέμεινε στη σκιά της πολιτικής ζωής και ουραγός όλων των εθνικών κινήσεων της εποχής. Και αυτό συνέβη επειδή ουσιαστικά δεν επρόκειτο περί αυθεντικού και λαϊκού εθνικού κινήματος, αλλά περί κακής απομίμησης των ξένων φασιστικών οργανώσεων. Εννοιες όπως καθήκον, αξιοπρέπεια, εθνική ενότητα, συλλογική πειθαρχία και πνεύμα "θυσίας", ήταν και έμειναν μόνο συνθήματα για λαική κατανάλωση και τίποτα περισσότερο.
Το κόμμα, παρόλες τις καλές δημόσιες σχέσεις του αρχηγού του, δεν κατόρθωσε ποτέ να ξεφύγει από τα συμπλέγματα του παρελθόντος και τις συνέπειες του ακροδεξιού αστισμού. Στην πραγματικότητα λειτούργησε πολύ περισσότερο ως προσωπικό δημιούργημα και χώρος βήματος ή αναψυχής ενός αντιλαϊκού αστού και σνομπ πολιτικού όπως ήταν o Μερκούρης.
Πηγή κειμένου: Ιάκωβος Περ. Χονδροματίδης - "Η ΜΑΥΡΗ ΣΚΙΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ"