Σάββατο, Νοεμβρίου 27, 2021

Η βουλγαρική απειλή στη Μακεδονία

Ο Νεοκλής Καζάζης, πρόεδρος
της εταιρίας «Ελληνισμός», προσπαθούσε
 να διαφωτίσει τη διεθνή κοινή γνώμη
για  τα δίκαια της Ελλάδας στη Μακεδονία
.


Στις 23 Οκτωβρίου του 1893, στο σπίτι του Χρίστο Μπαταντζίεφ στη Θεσσαλονίκη, ο Χρίστο Τατάρτσεφ, o Ντάμε Γκρούεφ, o Πέρε Ποπάρσωφ και ο Ιβάν Χατζηνικολώφ συμφώνησαν στην ίδρυση μιας βουλγαρικής οργάνωσης στη Μακεδονία με σκοπό αρχικά την αυτονόμηση της περιοχής από την οθωμανική κυριαρχία και στη συνέχεια την ένωσή της με τη Βουλγαρία. Η οργάνωση εκείνη, που πήρε το όνομα «Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση» (ΕΜΕΟ), έμελλε να πρωταγωνιστήσει και να συντονίσει τις επαναστατικές ενέργειες των Βουλγαρομακεδόνων. Τρία χρόνια αργότερα, το 1896, οι στόχοι της οργάνωσης επανακαθορίσθηκαν σε συνέδριο που πραγματοποιήθηκε στη Θεσσαλονίκη, όπου διακηρύχθηκε με σαφήνεια ο βουλγαρικός της χαρακτήρας. Είχε προηγηθεί ένα χρόνο νωρίτερα, το 1895, η δημιουργία μιας άλλης οργάνωσης, του «Ανώτατου Μακεδονικού Κομιτάτου» (Βερχόβεν Κομιτέτ), το οποίο υπαγόταν κατευθείαν στη βουλγαρική κυβέρνηση και είχε τον ίδιο επιδιωκόμενο στόχο: την προσάρτηση της Μακεδονίας στη Βουλγαρία. Οι δύο οργανώσεις, παρόλο που ουσιαστικά αγωνίζονταν για την επίτευξη κοινού σκοπού, διέγραψαν παράλληλες πορείες, άλλοτε σπαρασσόμενες από εσωτερικές ίντριγκες και αντιπαραθέσεις και άλλοτε συνεργαζόμενες αρμονικά μεταξύ τους. 

Από την αυγή του 20ού αιώνα η ένοπλη βουλγαρική δραστηριότητα στο μακεδονικό χώρο κορυφώθηκε. Τον Σεπτέμβριο του 1902 ξέσπασε η αποκαλούμενη εξέγερση της Τζουμαγιάς, η οποία είχε οργανωθεί από το «Ανώτατο Μακεδονικό Κομιτάτο» της Σόφιας. Λίγους μήνες αργότερα, τον Απρίλιο του 1903, Βούλγαροι αναρχικοί, οι αποκαλούμενοι «Γκεμιτζήδες, πραγματοποίησαν σειρά βομβιστικών επιθέσεων στη Θεσσαλονίκη ανατινάζοντας το κτίριο της Οθωμανικής Τράπεζας αλλά και το γαλλικό επιβατικό πλοίο «Γκουανταλκιβίρ». Και τα δύο αυτά γεγονότα προκάλεσαν βαθιά εντύπωση στην ευρωπαϊκή κοινή γνώμη, ενώ προβλημάτισαν έντονα τις οθωμανικές αρχές, οι οποίες εξαπέλυσαν κύμα διώξεων συλλαμβάνοντας περίπου 2.000 άτομα. 

Το συμβάν όμως που άλλαξε τη ροή των γεγονότων ήταν η εξέγερση του Ιλιντεν, ανήμερα της γιορτής του Προφήτη Ηλία τον Αύγουστο του 1903, που εξυφάνθηκε από τις φιλοβουλγαρικές οργανώσεις της Μακεδονίας. Παρά τον έκδηλο βουλγαρικό χαρακτήρα της, η εξέγερση του Ιλιντεν κινητοποίησε όχι μόνο τα τμήματα του μακεδονικού πληθυσμού που έτρεφαν φιλοβουλγαρικά αισθήματα, αλλά και αρκετά χριστιανικά χωριά, τα οποία ήταν γνωστά για τα ελληνικά τους ερείσματα. Κοινό τους υπόβαθρο στάθηκαν ασφαλώς οι αντιτουρκικές διαθέσεις αλλά και μια ιδεολογική πλατφόρμα που ήταν πλούσια σε κοινωνικά αιτήματα. «Εξεγερθέντες πληθυσμοί είναι νυν πεπεισμένοι ότι μάχονται υπέρ ελευθερώσεως αυτών ουδέ είναι δυνατόν νυν αναχαιτισθή επαναστατικόν αυτών φρόνημα», πληροφορούσε από το Μοναστήρι ο πρόξενος K. Κυπραίος, συμπληρώνοντας πως «άπασα η χώρα αύτη ηκολούθησε κίνημα», αφού «παρεσύρθησαν και οι ημέτεροι προσηλυτιζόμενοι διά παντοίων μέσων και διά της βίας από δεκαετίας». 


Ο μητροπολίτης Καστοριάς Γερμανός Καραβαγγέλης (αριστερά)
και ο μητροπολίτης Μοναστηρίου Ιωακείμ
 Φορόπουλος (δεξιά). Το Οικουμενικό Πατριαρχείο τοποθέτησε φωτισμένους
ιεράρχες σε νευραλγικές θέσεις για να αντιμετωπίσει τις
 προσπάθειες της Βουλγαρικής Εξαρχίας για προσηλυτισμό (Φωτογραφικό
Αρχείο Ιδρύματος Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα
).

Όμως η συντονισμένη δράση των Βουλγαρικών Κομιτάτων και η συμμετοχή αρκετών χωριών στην εξέγερση αποτελούσα ευθεία απειλή κατά των ελληνικών συμφερόντων. Ο Κυπραίος ομολογούσε πως τα ελληνικά συμφέροντα στην ευρύτερη περιοχή του Μοναστηρίου βρίσκονταν σε κίνδυνο: «Διατρέχομεν δε τον έσχατον κίνδυνον ν' απολέσωμεν το Μεγάροβον, το Τύρνοβον, την Νιζόπολιν, το Μπρούσνικ και αυτό το Μπούκοβον». Ακολούθησε συστηματική εργασία από μέρους των ελληνικών προξενικών και θρησκευτικών αρχών προκειμένου να ανακοπεί το κύμα της συμμετοχής στην εξέγερση των χωριών που πρόσκειντο στην ελληνική πλευρά, ενέργεια που -ως ένα βαθμό- απέδωσε, αφού σύντομα κυκλοφόρησαν ψηφίσματα μακεδονικών κοινοτήτων που καταδίκαζαν το Κίνημα. Τέτοιο περιεχόμενο είχε, για παράδειγμα, n πρωτοβουλία των κατοίκων του Άργους Ορεστικού και των Λακκωμάτων, οι οποίοι διατράνωσαν την έντονη αντίθεσή τους στις ενέργειες των Βουλγαρικών Κομιτάτων καταγγέλλοντάς τα πως, «αφού εβεβήλωσαν τας αιμοχαρείς χείρας των διά του αίματος αθώων προκρίτων ελληνικών και ορθοδόξων κοινοτήτων, ιερέων, διδασκάλων -παρθεναγωγών και ανηλίκων αρρένων και θηλέων, όπως δημιουργήσωσι ψευδεπανάστασιν κατά του καθεστώτος χάριν των ιδιοτελών σκοπών των, υπό του κράτους της αιμοσταγούς δολοφόνου λόγχης κατώρθωσαν να συμπαρασύρωσιν ακουσίως εις τα όρη ελληνικούς αγροτικούς πληθυσμούς ως συμμεριζομένους δήθεν των ιδιοτελών και οπισθοβούλων σκοπών του Κομιτάτου». 

Η αναστάτωση στη Μακεδονία το καλοκαίρι του 1903 γρήγορα προκάλεσε την αντίδραση των οθωμανικών αρχών. Ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις στάλθηκαν στους τόπους της αναταραχής στη Δυτική Μακεδονία και σύντομα κατέστειλαν τις εστίες της αντίστασης. Αρκετά χωριά παραδόθηκαν στις φλόγες και στη μανία των ληστρικών ομάδων, ενώ σε περίπου 10 χιλιάδες υπολογίζονται τα θύματα, οι μισοί από τους οποίους ήταν άμαχοι, ενώ σε 40 χιλιάδες ανέρχονταν οι εσωτερικοί πρόσφυγες. Μάλιστα, μόνο στις περιοχές Καστοριάς και Φλώρινας κάηκαν είκοσι τέσσερα χωριά, τα δεκατέσσερα από τα οποία ολοσχερώς. Μία από τις σκληρότερες μάχες ανάμεσα στις βουλγαρικές αντάρτικες ομάδες και στον οθωμανικό στρατό δόθηκε στην τοποθεσία «Λόκβατα», βόρεια του χωριού Δενδροχώρι της Καστοριάς, όπου σκοτώθηκαν πολλοί Οθωμανοί στρατιώτες και δεκατρείς νεαροί Βούλγαροι αντάρτες. Η συγκεκριμένη μάχη υμνήθηκε από τη βουλγαρική λογοτεχνία, κατέχοντας έως σήμερα ιδιαίτερη θέση στη βουλγαρική Ιστορία. 

Τα νέα για τις δηώσεις και τις εκτεταμένες καταστροφές που προκλήθηκαν σε πολλά ελληνομακεδονικά χωριά από τον οθωμανικό στρατό, ως αντίποινα, προξένησαν βαθιά αγανάκτηση στον αθηναϊκό λαό. Στις 15 Αυγούστου του 1903 οι Μακεδονικοί Σύλλογοι Αθηνών-Πειραιώς πραγματοποίησαν συλλαλητήριο στους Στύλους του Ολυμπίου Διός. Την ίδια εποχή συστάθηκε και η «Επίκουρος των Μακεδόνων ΕΠΙΤΡΟΠΗ» με πρόεδρο τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και Πάσης Ελλάδος Θεόκλητο και μέλη έγκριτα στελέχη της αθηναϊκής κοινωνίας, πολλοί εκ των οποίων κατάγονταν από τη Μακεδονία, όπως ο βουλευτής Ιωάννης Καυτατζόγλου, ο Μάρκος Δραγούμης και ο Δημήτριος Βικέλας. Πρωταρχικός σκοπός της Επιτροπής, η οποία εξέδιδε και το εβδομαδιαίο δελτίο «Bulletin d' Orient», ήταν n διενέργεια εράνων ώστε να συγκεντρωθούν χρήματα για την ενίσχυση του μακεδονικού Ελληνισμού. Μάλιστα, το χειμώνα του 1903 αντιπροσωπία της Επιτροπής επισκέφθηκε τη Μακεδονία και διένειμε σε αστέγους ρούχα, κλινοσκεπάσματα και τρόφιμα. 

Περιγράφοντας τη ζοφερή κατάσταση ο πρόξενος στη Θεσσαλονίκη Ευγενιάδης σε έκθεσή του προς τον Αθω Ρωμάνο τον Δεκέμβριο του 1903 σημείωνε: «Αλλά, αφ' ου μετά προσδοκίαν και ανοχήν επί εξαετίαν ολόκληρον επιβαλλομένας άλλως υπό των πολιτικών αναγκών, ιδία δε της υποχρεώσεως, όπως μη καταστήσωμεν ύποπτον προς ημάς την οθωμανικήν κυβέρνησιν και προκαλέσωμεν ζητήματα επί μεγίστη ζημία του κράτους, αφ' ου, λέγω, πειθόμεθα ήδη ότι ουδεμίαν αποτελεσματικήν ενέργειαν δυνάμεθα να προσδοκώμεν παρά της Τουρκίας, βεβαίως επιβάλλεται ημίν να περισώσωμεν ό,τι δεν παρεσύρθη έτι υπό της καταιγίδος του Κομιτάτου». 


Ο Χρίστο Μπαταντζίεφ από το Κιλκίς  και  ο Ντάμε
Γκρούεφ από το Μοναστήρι,  δύο εκ των ιδρυτών της
 «Εσωτερικής Μακεδονικής Επαναστατικής Οργάνωσης» (ΕΜΕΟ), η οποία
συντόνιζε τις επαναστατικές ενέργειες των Βουλγαρομακεδόνων (Φωτογραφικό
Αρχείο Ιδρύματος Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα
).

Η αποκαλούμενη από τον Ευγενιάδη «καταιγίδα των Βουλγαρικών Κομιτάτων» είχε υψηλό κόστος σε θύματα και καταστροφές στη μακεδονική ενδοχώρα. Είχε όμως διεγείρει και την ευρωπαϊκή κοινή γνώμη, προκαλώντας εκδηλώσεις υπέρ των βουλγαρικών εθνικών δικαίων σε διάφορες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Λίγους μήνες αργότερα, τον Μάρτιο του 1904, ο πρόξενος στη Θεσσαλονίκη συνάντησε τον Οθωμανό διοικητή Χιλμή Πασά και του εξομολογήθηκε τα προβλήματα από τη δράση των βουλγαρικών αντάρτικων ομάδων: «Υπέστημεν σοβαράς απωλείας εν τω βιλαετίω Μοναστηρίου κατά τον τελευταίον χρόνον και 65, όλα ορθόδοξα χωρία, ηναγκάσθησαν υπό των δολοφόνων να δηλώσωσιν ότι εγκαταλείπουσιν την Ορθοδοξίαν, ουδ' είναι απίθανον να εξακολουθήσωσι προσερχόμενα τα χωρία εις την Εξαρχίαν, αφού αι συμμορίαι περιτρέχουσιν αυτά χωρίς να καθίσταται δυνατή η εξόντωσίς των». 

Άμεση συνέπεια της εξέγερσης του Ιλιντεν υπήρξε η επιβολή από τις Μεγάλες Δυνάμεις στην Οθωμανική Αυτοκρατορία του μεταρρυθμιστικού προγράμματος του Murzsteg, το οποίο προέβλεπε εκτεταμένες μεταρρυθμίσεις στη διοίκηση, στην οικονομία, στη δικαιοσύνη και την ασφάλεια επ' ωφελεία των χριστιανικών πληθυσμών, υπηκόων του σουλτάνου. 


Πηγή: ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ, Θεσσαλονίκη-100 χρόνια από την απελευθέρωση