| Ο βασιλιάς της Βουλγαρίας Βόρις Γ' συναντάται με τον Αδόλφο Χίτλερ |
Στις 17 Δεκεμβρίου εκμυστηρεύθηκε στους στενούς φίλους του, «πως η ιταλική συμβολή είναι ανύπαρκτη, αλλά η στρατηγική θέση της Ιταλίας είναι εξαιρετικά σημαντική για να μπορέσω να δεχθώ να βγει από τον πόλεμο με μια κατάρρευση. Έτσι την άνοιξη του 1941 τα γερμανικά στρατεύματα θα επενέβαιναν περνώντας μέσα από το έδαφος των πρόθυμων δορυφόρων του Ράιχ, της Ρουμανίας και της Βουλγαρίας, ώστε να θέσουν εκτός μάχης την Ελλάδα και να τερματίσουν τον πόλεμο στα Βαλκάνια. Την επομένη ο Χίτλερ όριζε τις γενικές γραμμές της επιχείρησης «Μπαρμπαρόσα» για την επίθεση κατά της ΕΣΣΔ, καλώντας τη Wehrmacht να συντρίψει τον Σοβιετικό Στρατό μέσα στο χρονικό πλαίσιο μιας σύντομης εκστρατείας που θα παγίδευε και θα διέλυε τις δυνάμεις του Στάλιν δυτικά του Δνείπερου, πριν αυτές προλάβουν να υποχωρήσουν στην αχανή ενδοχώρα.
Με βάση τους στρατηγικούς στόχους που έθεσε ο Χίτλερ η ΟΚΗ υπολόγισε ότι η επίθεση κατά της ΕΣΣΔ απαιτούσε πρωτοφανείς δυνάμεις για να έλθει σε αίσιο πέρας: τουλάχιστον 140 μεραρχίες και 3.600 άρματα. Ηταν φανερό πως η Wehrmacht χρειαζόταν αρκετό χρόνο για να προλάβει να καταστρέψει τον Σοβιετικό Στρατό πριν από την έλευση του χειμώνα αλλά δεν μπορούσε να στερηθεί σε καμία περίπτωση και τις δυνάμεις κρούσης που είχε προγραμματιστεί να επιτεθούν κατά της Ελλάδας. Στις 25 Νοεμβρίου ο Χάλντερ είχε στο γραφείο του ένα πρώτο σχέδιο για το πώς θα επιτυγχανόταν κάτι τέτοιο. Η συγκέντρωση των απαραίτητων ετοιμοπόλεμων γερμανικών δυνάμεων θα ολοκληρωνόταν κατά το διάστημα μεταξύ 7 και 25 Δεκεμβρίου. Θα ακολουθούσε η μεταφορά τους στη Ρουμανία σε τρία στάδια. Τα τμήματα του σταδίου Ι υπολογιζόταν ότι θα βρίσκονταν στη βόρεια όχθη του Δούναβη στις 15 Ιανουαρίου και ότι θα εισέρχονταν στη Βουλγαρία την επομένη. Ετσι οι μηχανοκίνητες μεραρχίες θα έφθαναν στα ελληνο-βουλγαρικά σύνορα στις 23 Ιανουαρίου και οι μεραρχίες πεζικού στις 4 Φεβρουαρίου, ώστε η επίθεση να μπορέσει να εκτοξευθεί το αργότερο ως τις 11 Φεβρουαρίου.
Λίγες μέρες αργότερα ο Χάλντερ υποχρεώθηκε να αναθεωρήσει το χρονοδιάγραμμα, λαμβάνοντας μια δυσοίωνη αναφορά του Τμήματος «Ξένοι Στρατοί της Ανατολής», το οποίο είχε μελετήσει τις συνθήκες συγκοινωνιών στη Βουλγαρία. Υπήρχαν μόνο πέντε δρόμοι που οδηγούσαν προς τα ελληνικά σύνορα και ήταν όλοι σε άθλια κατάσταση, ορεινοί, με πολλές στροφές, μη επιτρέποντας στα μεγάλα στρατιωτικά οχήματα παρά την πορεία κατά φάλαγγα, το ένα πίσω από το άλλο. Με δεδομένη την κακοκαιρία που θα επικρατούσε τον Φεβρουάριο οι χιονοπτώσεις θα προκαλούσαν πρόσθετες καθυστερήσεις. Εργαζόμενο πυρετωδώς το επιτελείο της OKH άλλαξε τα σχέδιά του και κατέληξε σε μια πρόταση για τη μεταφορά 13 μεραρχιών στη Βουλγαρία, από τις οποίες επτά θα προσέβαλλαν την Ελλάδα και οι υπόλοιπες έξι θα παρατάσσονταν στα βουλγαρο-τουρκικά σύνορα για κάθε ενδεχόμενο. Η ανάπτυξη αυτή προϋπέθετε 78 ημέρες, με πιθανή ημερομηνία έναρξης της επίθεσης στις αρχές Μαρτίου και με πρώτο επιχειρησιακό στόχο τη διάσπαση της «Γραμμής Μεταξά» στον τομέα του ποταμού Στρυμόνα. Ο όγκος των γερμανικών δυνάμεων που θα εκινούντο προς τη Βουλγαρία όμως είχε αυξηθεί Τόσο ώστε να απαιτείται η υπαγωγή τους πλέον στη διοίκηση του επιτελείου μιας Στρατιάς και η ΟΚΗ επέλεξε για τον σκοπό αυτό τη 12η Στρατιά του Βίλχελμ φον Λιστ.
Τα στάδια συγκέντρωσης δυνάμεων στη Ρουμανία διαμορφώθηκαν πλέον ως εξής: α) Το στάδιο Ι (3-24 Ιανουαρίου 1941) περιελάμβανε τα επιτελεία της 12ης Στρατιάς και της Τεθωρακισμένης Ομάδας «Κλάιστ», την 5η, την 9η και την 11η Μεραρχία Πάντσερ, την 60ή Μηχανοκίνητη, τη Μηχανοκίνητη Ταξιαρχία των SS «Leibstandarte Adolf Hitler», την 50ή, την 72η και την 164 Μεραρχία Πεζικού και από 50 συρμούς για αεροπορικά τμήματα και επιμελητεία. β) Κατά το στάδιο ΙΙ (24 Ιανουαρίου - 8 Φεβρουαρίου) θα κατέφθαναν στη Ρουμανία η 2η Μεραρχία Πάντσερ, η 5η και η 6η Ορεινή, η 76η Πεζικού, το 125 Σύνταγμα Πεζικού και 60 συρμοί επιμελητείας. γ) Το στάδιο ΙΙΙ (5-28 Φεβρουαρίου) προέβλεπε τη μετακίνηση της 46ης, της 76ης, της 198 και της 294 Μεραρχίας Πεζικού και των υπολοίπων συρμών ανεφοδιασμού. Επιπλέον υπολογίστηκε ότι θα χρειάζονταν 70 έως 100 συρμοί για να μεταφερθούν τα αναγκαία υλικά γεφύρωσης του Δούναβη σε τρία σημεία. Το προσεκτικά υπολογισμένο χρονοδιάγραμμα ανατράπηκε σύντομα από τη σφοδρότατη κακοκαιρία που έπληξε τη Ρουμανία τον Ιανουάριο του 1941 και η οποία μετέτρεψε τους δρόμους σε βάλτους διακόπτοντας σε πολλά σημεία και το σιδηροδρομικό δίκτυο.
Περνώντας τον Δούναβη
Στις αρχές Ιανουαρίου 1941 η Wehrmacht εξακολουθούσε να έχει λίγες σχετικά δυνάμεις στο ρουμανικό έδαφος, γεγονός που καθιστούσε ιδιαίτερα δύσπιστη τη βουλγαρική ηγεσία. Ο Χίτλερ αντιλαμβανόταν ότι δεν μπορούσε να πιέσει τη Σόφια με πειστικά επιχειρήματα τη στιγμή που είχαν αναπτυχθεί 34 σοβιετικές μεραρχίες στη Βεσσαραβία, 37 τουρκικές στην ανατολική Θράκη και παρέμενε πάντα ο κίνδυνος από τη Γιουγκοσλαβία. Παρά τις προσπάθειες του Γερμανού πρεσβευτή στην Αγκυρα, Φραντς φον Πάπεν, η Τουρκία εξακολουθούσε να θεωρεί κάθε είσοδο ξένων στρατευμάτων στη Βουλγαρία ως απειλή για την ασφάλειά της και η ΟΚΗ δεν μπορούσε παρά να διατάξει δύο μεραρχίες πάντσερ να είναι σε ετοιμότητα στη Δοβρουτσά ώστε να σπεύσουν στη Βουλγαρία σε περίπτωση τουρκικής κίνησης. Οι Γερμανοί δεν είχαν ιδιαίτερο πρόβλημα να πείσουν τον Αντονέσκου να δεχθεί να παραχωρήσει 50 συρμούς την ημέρα στη Wehrmacht, γεγονός που σήμαινε ότι πάνω από το 90% του ρουμανικού σιδηροδρομικού δικτύου εξυπηρετούσε πλέον τις γερμανικές στρατιωτικές ανάγκες!
Η ΟΚΗ είχε ετοιμάσει ένα σχέδιο που προέβλεπε ταυτόχρονη επίθεση κατά της Ελλάδας και της Τουρκίας με ημερομηνία έναρξης την 7η Απριλίου 1941 , σε περίπτωση που η Αγκυρα τηρούσε εχθρική στάση, με την προοπτική να καταλάβει την Ανατολική Θράκη σε μια εβδομάδα. Βέβαια κάτι τέτοιο θα απαιτούσε συνέχιση των επιχειρήσεων προς κατάληψη του υπόλοιπου τουρκικού εδάφους, πράγμα που σήμαινε επ' αόριστον αναβολή της εισβολής στην ΕΣΣΔ. Ηταν μια προοπτική που o Χίτλερ ήΘελε να αποφύγει με κάθε θυσία και ευτυχώς γι' αυτόν η διπλωματική κρίση σύντομα πέρασε. O φον Πάπεν κατόρθωσε τελικά να πείσει τους Τούρκους πως οι κινήσεις του Γερμανικού Στρατού δεν στρέφονταν εναντίον τους και ως χειρονομία καλής θέλησης τους ανακοίνωσε πως τα γερμανικά τμήματα που θα εισέρχονταν στη Βουλγαρία θα παρέμεναν σε απόσταση τουλάχιστον 50 km από τα τουρκικά σύνορα. Οι διαβεβαιώσεις αυτές ώθησαν την Άγκυρα να υπογράψει στις 17 Φεβρουαρίου 1941 ένα σύμφωνο μη επίθεσης με τη Σόφια, προκαλώντας νέα ευφορία στο Ράιχ. Δέκα ημέρες αργότερα τα τηλέτυπα στο αρχηγείο της 12ης Στρατιάς του φον Λιστ άρχισαν να εκπέμπουν το μήνυμα «Heerestrasse», το οποίο έθεσε σε κίνηση τις μονάδες μηχανικού και τα τμήματα αντιαεροπορικής προστασίας που εργάζονταν στον Δούναβη. Ως το βράδυ της 27ης Φεβρουαρίου ο καιρός είχε βελτιωθεί αρκετά ώστε να περατωθούν οι εργασίες γεφύρωσης του ποταμού σε τρία σημεία: στο Μπεσέτ, στο Τούρνου Μαγκουλέρε και στο Γιούργιεβο.
Την 1η Μαρτίου η Σόφια προσχώρησε επίσημα στο Τριμερές Σύμφωνο έχοντας τη γερμανική υπόσχεση για παραχώρηση της ελληνικής Θράκης και διέξοδο στο Αιγαίο. ΟΙ Σοβιετικοί, παρά το ότι διαμαρτυρήθηκαν για την παραβίαση της «ζώνης ασφαλείας» τους, δεν έπραξαν τίποτα περισσότερο. Την ίδια μέρα τα πρώτα γερμανικά στρατεύματα άρχισαν να περνούν στο έδαφος της Βουλγαρίας σπεύδοντας προς την πρωτεύουσα και προς το λιμάνι του Μπουργκάς (οι Βούλγαροι είχαν εκφράσει την ανησυχία τους στον Χίτλερ για ενδεχόμενη σοβιετική επίθεση στα παράλιά τους). Ο φον Λίστ ζήτησε από τις δυνάμεις του να κινηθούν με τον ταχύτερο δυνατό ρυθμό μέσα από τους κακούς βουλγαρικούς δρόμους και τα πρώτα γερμανικά στοιχεία βρέθηκαν απέναντι στη «Γραμμή Μεταξά», στην περιοχή Νευροκοπίου, στις 8 Μαρτίου.
Οι Γερμανοί κατάφεραν με αξιοθαύμαστο τρόπο να ξεπεράσουν τις τεράστιες δυσκολίες του εγχειρήματος παρά το γεγονός ότι οι βουλγαρικοί σιδηρόδρομοι δεν μπόρεσαν να ανταποκριθούν στους 8-12 συρμούς ημερησίως που χρειάζονταν οι μεραρχίες της Wehrmacht για τον ανεφοδιασμό τους. Ενώ οι δυνάμεις τους αναπτύσσονταν στην ελληνική μεθόριο τα τμήματα του σταδίου ΙΙ άρχισαν να αποβιβάζονται από τα τραίνα τους στη Ρουμανία, καθώς η ΟΚΗ φρόντιζε πάντα να καλύπτει τα νώτα της έναντι των Σοβιετικών. Ο Χάλντερ αισιοδοξούσε ότι η επίθεση κατά της Ελλάδας θα προχωρούσε ομαλά έτσι ώστε να μη χρειαστεί να εισέλθουν στη Βουλγαρία και οι δυνάμεις του σταδίου Ι ΙΙ (όπως κι έγινε). Αν αυτές παρέμεναν στη Ρουμανία, θα εξοικονομείτο αρκετός πολύτιμος χρόνος για την αναδιάταξη της Wehrmacht πριν από την επιχείρηση «Μπαρμπαρόσα». Επίσης στις 7 Μαρτίου 1941 τα πρώτα βρετανικά στρατιωτικά τμήματα αποβιβάστηκαν στην Ελλάδα, αφού η κυβέρνηση της Αθήνας (όπως είχε καταστήσει σαφές και παλαιότερα) ήταν έτοιμη να δώσει το «πράσινο φως» στους συμμάχους της σε περίπτωση που οι Γερμανοί εισέρχονταν στη Βουλγαρία.
Η γιουγκοσλαβική ανατροπή
Οι εξελίξεις αυτές έφεραν σε πολύ δυσχερή θέση τη γιουγκοσλαβική ηγεσία. Ο αντιβασιλιάς, πρίγκηπας Παύλος, και ο υπουργός Εξωτερικών, Τσίνκαρ-Μάρκοβιτς, κατέβαλαν φιλότιμες προσπάθειες να κατευνάσουν τον Χίτλερ υποσχόμενοι αόριστα μια μελλοντική τους σύμπραξη. Φοβούνταν ότι η συμμαχία τους με τη Γερμανία θα προκαλούσε εμφύλιο πόλεμο, καθώς οι Κροάτες και οι Σέρβοι είχαν μεταξύ τους σοβαρές διαφορές και προαιώνιες έριδες. Ο πρίγκηπας Παύλος είχε σπουδάσει στην Οξφόρδη και έβλεπε με καλό μάτι τη βρετανική πολιτική στα Βαλκάνια, αρκετοί δε από τους επιτελείς του πίστευαν ότι η Βρετανία θα ήταν ο τελικός νικητής του πολέμου, άσχετα με τις πρόσκαιρες ατυχίες της. Η Βρετανία και οι ΗΠΑ όμως βρίσκονταν πολύ μακριά από τη Γιουγκοσλαβία τον χειμώνα του 1941, ενώ τα πάντσερ βρίσκονταν σε απόσταση αναπνοής και μπορούσαν θεωρητικά να καταλάβουν τη χώρα Κάθε στιγμή. Μέσα σε αυτό το κλίμα o πρίγκηπας Παύλος υποχρεώθηκε να ταξιδέψει μυστικά ως το Μπερχτεσγκάντεν στις 4 Μαρτίου και να υποστεί νέες αφόρητες πιέσεις από τον Χίτλερ.
Η Γερμανία δεν ζητούσε από τη Γιουγκοσλαβία παρά μόνο την υπογραφή της. Καμία μάχιμη γερμανική μονάδα δεν θα περνούσε από το έδαφός της, κανένα τμήμα του εδάφους της δεν θα χανόταν και κανενός είδους στρατιωτική βοήθεια δεν επρόκειτο να της ζητηθεί μέχρι τη λήξη του πολέμου. Ο Χίτλερ ήθελε από το Βελιγράδι να διευκολύνει μόνο τη μεταφορά εφοδίων και υγειονομικού προσωπικού της Wehrmacht και να παραμείνει κατά τα άλλα αμέτοχο. Σε αντάλλαγμα θα κέρδιζε τη Θεσσαλονίκη, το λιμάνι που ονειρευόταν πάντα η γιουγκοσλαβική ηγεσία, ενώ θα είχε εξασφαλίσει και μια θέση ισχύος στην «αναδιοργανωμένη Ευρώπη του μέλλοντος». Ο Χίτλερ τόνισε έξυπνα στον πρίγκηπα Παύλο ότι η Γερμανία δεν σκόπευε να παραμείνει στα Βαλκάνια για πολύ και πως θα ήταν φρονιμότερο για τη Γιουγκοσλαβία να εξασφαλίσει τα ζωτικά συμφέροντά της όσο ήταν καιρός, παρά να τα δει να απειλούνται αργότερα από την Ιταλία και τη Βουλγαρία.
Οι γερμανικές υποσχέσεις εντυπωσίασαν τον πρίγκηπα Παύλο αλλά εκείνος δεν έκρυψε και τους ενδοιασμούς του. «Φοβάμαι», είπε στον Χίτλερ, «πως αν ακολουθήσω τη συμβουλή σας και υπογράψω το Τριμερές Σύμφωνο, δεν θα είμαι πια εδώ σε έξι μήνες». Η λαϊκή αντίδραση του σερβικού στοιχείου στη χώρα του σε μια ενδεχόμενη συνεργασία με τη Γερμανία αναμενόταν να είναι ιδιαίτερα έντονη. Ο κόσμος αποδοκίμαζε με κραυγές τον Μουσολίνι όταν εμφανιζόταν στα επίκαιρα, o Γιουγκοσλάβος πρεσβευτής στην Ουάσιγκτον έστειλε ένα αγωνιώδες μήνυμα στην κυβέρνησή του να μην υποκύψει στον Χίτλερ, άλλοι διπλωμάτες απείλησαν με παραίτηση σε περίπτωση συνεργασίας με τον Άξονα και ακόμα και πληρώματα γιουγκοσλαβικών εμπορικών πλοίων που βρίσκονταν σε ξένα λιμάνια δήλωσαν ότι θα προτιμούσαν να μείνουν αυτοεξόριστα αν η χώρα τους δενόταν στο γερμανικό άρμα. Αν η χώρα σας γίνει συνεργός στην επιχειρούμενη δολοφονία της Ελλάδας», διεμήνυσε ο Τσώρτσιλ στον πρωθυπουργό Τσβέτκοβιτς, «η καταστροφή της είναι σίγουρη και αναπόδραστη». O Αμερικανός πρόεδρος Φραγκλίνος Ρούζβελτ δραστηριοποιήθηκε επίσης ώστε να κρατήσει τη Γιουγκοσλαβία μακριά από τον εναγκαλισμό του Χίτλερ, αλλά όλες οι προσπάθειες αποδείχθηκαν μάταιες.
Στις 20 Μαρτίου 1941 ο πρίγκηπας Παύλος ανακοίνωσε την απόφασή του να υπογράψει το Τριμερές Σύμφωνο, εξηγώντας στον Αμερικανό επιτετραμένο στο Βελιγράδι ότι "δεν είχε άλλη επιλογή». Φοβόταν πολύ ότι οι Κροάτες θα μαχαίρωναν πισώπλατα τον Ομοσπονδιακό Στρατό αν αυτός επιχειρούσε να υπερασπίσει τη χώρα από μια γερμανική επίθεση. Αλλωστε το σύνολο σχεδόν του οπλισμού και των πυρομαχικών του (που ήταν ήδη πεπαλαιωμένο) προερχόταν από γερμανικά και αυστριακά εργοστάσια τα οποία είχαν σταματήσει να ανανεώνουν το απόθεμα από το 1936. Στις 25 Μαρτίου 1941 οι Τσβέτκοβιτς και Τσίνκαρ-Μάρκοβιτς υπέγραψαν στη Βιέννη την προσχώρησή τους στον Άξονα, λαμβάνοντας τη διαβεβαίωση του Χίτλερ ότι έπραξαν ορθά.
Όταν την επομένη επέστρεψαν στη Γιουγκοσλαβία η λαϊκή κατακραυγή διογκωνόταν και τη νύκτα της 26ης Μαρτίου o Στρατός προέβη σε πραξικόπημα. O πρωθυπουργός συνελήφθη και o αντιβασιλιάς υποχρεώθηκε να παραιτηθεί υπέρ του νεαρού διαδόχου, βασιλιά Πέτρου Β'. Ο ξέφρενος ενθουσιασμός που επικράτησε στο Βελιγράδι μετά από την επιτυχία του πραξικοπήματος του πτέραρχου Ντούσαν Σίμοβιτς συγκρινόταν μόνο με τον ενθουσιασμό που κυριάρχησε στο Λονδίνο, όπου o Τσώρτσιλ είπε στη Βουλή των Κοινοτήτων ότι «η Γιουγκοσλαβία βρήκε την ψυχή της». Βέβαια οι Γιουγκοσλάβοι στρατηγοί ήταν αρκετά συνετοί ώστε να μη θέλουν να επισύρουν τη μήμη της Γερμανίας και στις 30 Μαρτίου ανακοίνωσαν ότι θα τηρούσαν τις δεσμεύσεις της χώρας που προέκυπταν από τη συμμετοχή της στο Τριμερές Σύμφωνο. O Τσώρτσιλ έσπευσε να στείλει μυστικά στο Βελιγράδι τον αρχηγό του Αυτοκρατορικού Γενικού Επιτελείου, στρατηγό Τζων Ντηλ, και o τελευταίος, αφού μίλησε με τον Σίμοβιτς, μετέφερε στον πρωθυπουργό του την εικόνα χάους που επικρατούσε στη γιουγκοσλαβική κυβέρνηση. Σύμφωνα με τον Ντηλ οι επικεφαλής του πραξικοπήματος βρίσκονταν και οι ίδιοι υπό την επήρεια μιας παράλυσης και πίστευαν ότι θα είχαν κάποιους μήνες στη διάθεσή τους για να δουν τι θα έπρεπε να πράξουν.
Διπλό κτύπημα
Υπήρχε όμως κάποιος άλλος πρωταγωνιστής που δεν χρειαζόταν μήνες για να λάβει τις αποφάσεις του και να τις πραγματοποιήσει. O Χίτλερ είχε εκνευριστεί σε τέτοιο βαθμό ώστε αποφάσισε να συντρίψει τη Γιουγκοσλαβία στρατιωτικά και ως κράτος. Η εκδήλωση της επίθεσης κατά της Ελλάδας αναβλήθηκε για λίγες ημέρες έως ότου η ΟΚΗ παρουσίαζε ένα νέο σχέδιο για την ταυτόχρονη προσβολή της Γιουγκοσλαβίας.
Αντίθετα με ό,τι υποστήριξαν κάποιοι μελετητές μετά τον πόλεμο, η ανατροπή του σκηνικού στη Γιουγκοσλαβία δεν αιφνιδίασε τους Γερμανούς. O Χάλντερ θεωρούσε αρκετά πιθανό το ενδεχόμενο επιχειρήσεων κατά της Γιουγκοσλαβίας και είχε αρχίσει να το μελετά από τον Οκτώβριο του 1940, προβαίνοντας μάλιστα και σε επαφές με Ούγγρους επιτελείς για να διερευνήσει το είδος της βοήθειας που θα μπορούσε να λάβει η Wehrmacht από εκείνη την κατεύθυνση αν αποφάσιζε να κτυπήσει το Βελιγράδι. Ηδη από το καλοκαίρι του 1940 η ΟΚΗ είχε φροντίσει να δημιουργήσει ένα τεράστιο σύμπλεγμα αποθηκών στρατιωτικών εφοδίων κάθε τύπου στην περιοχή της Βιέννης με σκοπό πιθανή χρήση στα Βαλκάνια, γεγονός που τη διευκόλυνε αφάνταστα στον σχεδιασμό της στα τέλη Μαρτίου του 1941. Ετσι η έκδοση της Οδηγίας Αρ. 25 του Φύρερ για τη στρατιωτική εκμηδένιση της Γιουγκοσλαβίας βρήκε τη Wehrmacht καλά προετοιμασμένη να ανταποκριθεί.
Παρέμενε βέβαια το ζήτημα της αναδιάταξης των δυνάμεων. Την ημέρα που οι Γιουγκοσλάβοι επίσημοι υπέγραφαν την προσχώρηση της χώρας τους στον Αξονα ο φον Λιστ είχε ολοκληρώσει την ανάπτυξη των δυνάμεών του στη Βουλγαρία καλύπτοντας όλο το μήκος της "Γραμμής Μεταξά". Από τις 28 Μαρτίου όμως προέβη σε ευρεία αναδιάταξη υπό το πρίσμα της επιχείρησης «25», όπως αναφερόταν η επίθεση κατά της Γιουγκοσλαβίας. Αφού κράτησε την 5η και την 6η Ορεινή Μεραρχία απέναντι από τα ελληνικά οχυρά μαζί με την 50ή, την 72η και την 164 Πεζικού (XXX Σώμα Στρατού του Οττο Χάρτμαν και XVlll Ορεινό Σώμα του Φραντς Μπαίμε), μετακίνησε το XL Σώμα Πάντσερ (Γκέοργκ Στούμε) από το Πλόβντιβ στη και το ενίσχυσε με την 9η Πάντσερ, την 73η Πεζικού και την SS «Adolf Hitler». Επιπλέον η Τεθωρακισμένη Ομάδα «Κλάιστ», που περιελάμβανε το XIV Σώμα Πάντσερ (αντιστράτηγος Γκούσταβ φον Βιτερσχάιμ) και το ΧΙ Σώμα Στρατού (αντιστράτηγος Γιόακιμ φον Κορτσφλάις), έλαβε θέσεις στο Κιουστεντίλ ενισχυμένη με την 4η Ορεινή, την 294 Πεζικού και τις 5η και 11η Πάντσερ. Στη θέση των δύο τελευταίων απέναντι στα τουρκικά σύνορα μετακινήθηκε η 16η Πάντσερ από τη Ρουμανία. Με τον τρόπο αυτό o στρατάρχης φον Λιστ πέτυχε να αναδιατάξει τον κύριο όγκο των δυνάμεών του από την ανατολική Βουλγαρία στη δυτική (πραγματοποιώντας μια στροφή 90 μοιρών μέσα από το κακό οδικό δίκτυο της χώρας) και να είναι πανέτοιμος στις αρχές Απριλίου.
Κατά πολύ δυσχερέστερο έργο αντιμετώπισε η 2η Στρατιά του Μαξιμίλιαν φον Βάιχς, που θα κτυπούσε τη Γιουγκοσλαβία από τον Βορρά εξορμώντας από τη Στυρία και την Καρινθία. οι μεραρχίες αυτής της Στρατιάς έπρεπε να συγκεντρωθούν από διάφορα σημεία του Ράιχ μέσα σε ελάχιστο χρόνο, αλλά το επιτελείο του φον Βάιχς που έδρευε στο Μόναχο συναγωνίστηκε εκείνο του φον Λιστ σε αποτελεσματικότητα και ταχύτητα κατορθώνοντας έναν απίστευτο άθλο: η 8η Πάντσερ, η 16η Μηχανοκίνητη, η Ιη Ορεινή και η 79η Πεζικού κατέφθασαν από τη Γαλλία, η 14η Πάντσερ από τα ρωσικά σύνορα, η 101 Ελαφρά από την Τσεχοσλοβακία, η 125, η 132 και η 183 από τη Γερμανία. Ετσι o φον Βάιχς είχε στη διάθεσή του το XLIX Ορεινό Σώμα του Λούντβιχ Κούμπλερ, το LI Σώμα Στρατού του Χανς Ράινχαρτ, το LII Σώμα Στρατού του Κουρτ φον Μπρίζεν και το XLVI Σώμα Πάντσερ του Χάινριχ φον Βίτινγκχοφ. Εκτός από τις δύο στρατιές το ανεξάρτητο XLI Σώμα Πάντσερ (αντιστράτηγος Γκέοργκ-Χανς Ράινχαρτ) συγκεντρώθηκε σε χρόνο-ρεκόρ στην περιοχή της Τιμισοάρα στη δυτική Ρουμανία, από όπου απείχε ελάχιστα χιλιόμετρα από το Βελιγράδι.
Εκτός από τη συντριπτική υπεροπλία στον αέρα που τους εξασφάλιζε το VIII Αεροπορικό Σώμα του φον Ριχτχόφεν, οι Γερμανοί διέθεταν απέναντι στη Γιουγκοσλαβία και στην Ελλάδα στις αρχές Απριλίου 1941 αρκετές άριστα εκπαιδευμένες, εξοπλισμένες και εμπειροπόλεμες μεραρχίες που είχαν μεγάλη ταχυκινησία και ισχύ πυρός. Ακόμα πιο σημαντικό όμως ήταν το ότι μπορούσαν να επιχειρήσουν πια κατά της Ελλάδας από μη αναμενόμενη κατεύθυνση (πέρασμα του Μοναστηρίου και κοιλάδα του Αξιού) πλευροκοπώντας τη «Γραμμή Μεταξά» και αποκόπτοντας τον κύριο όγκο του Ελληνικού Στρατού που συνέχιζε να μάχεται στην Αλβανία.
Το Βελιγράδι βομβαρδίστηκε βάναυσα από τη Luftwaffe, ο πολυφυλετικός Γιουγκοσλαβικός Ομοσπονδιακός Στρατός διαλύθηκε στα εξ ων συνετέθη σχεδόν αμέσως μετά την εκδήλωση της γερμανικής επίθεσης την 6η Απριλίου και η κατάκτηση της μεγάλης αυτής χώρας στοίχισε στη Wehrmacht μόλις 558 απώλειες σε νεκρούς, τραυματίες και αγνοούμενους! Αντίθετα ο αγώνας των Γερμανών κατά των Ελλήνων στρατιωτών αποδείχθηκε πολύ σκληρός και τραχύς και οι ζημίες που υπέστησαν ανάλογες. Τα πλεονεκτήματα της γεωγραφικής θέσης, της ευκινησίας και της υπεροπλίας τους όμως τους έδωσαν τη νίκη προκαλώντας την παράδοση των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων και την υποχώρηση του Βρετανικού Εκστρατευτικού Σώματος από τον ηπειρωτικό κορμό.
Ο Χίτλερ αναχώρησε από το Βερολίνο το βράδυ της 10ης Απριλίου και την επομένη το τραίνο «Αμέρικα» έφθασε σε έναν μικρό σταθμό της μονής σιδηροδρομικής γραμμής που συνέδεε το Βίνερ Νόυσταντ με το Φύρστενμπεργκ. Σε εκείνο το σημείο ο συρμός σταμάτησε μπροστά από τη βόρεια έξοδο της σήραγγας που οδηγούσε μέσα από τις Άλπεις προς το Άσπανγκ, έτσι ώστε σε περίπτωση αεροπορικής επιδρομής να μπορεί εύκολα και γρήγορα να κρυφτεί μέσα σε αυτό. Από εκεί ο Φύρερ παρακολούθησε ως τις 25 Απριλίου τα δραματικά γεγονότα του καταστρεπτικού πολέμου που εξαπέλυσε στα Βαλκάνια, πριν αναχωρήσει και πάλι για το Βερολίνο βέβαιος πως οι επιχειρήσεις «Μαρίτα» και «25» είχαν καταλήξει σε γρήγορη και απόλυτη νίκη. Χωρίς να το γνωρίζει είχε παρακολουθήσει την τελευταία επιτυχημένη κεραυνοβόλα εκστρατεία της Wehrmacht η οποία Πέτυχε τον στρατηγικό σκοπό της. Από το ερχόμενο καλοκαίρι η φιλοδοξία του θα τον ωθούσε σε μια περιπέτεια που θα σήμαινε και την ολοκληρωτική κατάρρευση του Γ' Ράιχ.
Πηγή κειμένου: Η ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΕΙΣΒΟΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ