Δευτέρα, Οκτωβρίου 28, 2024

ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΓΚΑΙΜΠΕΛΣ-ΛΑΜΠΡΑΚΗ

Πολύ χαρακτηριστικό φαινόμενο της δραματικής κατάστασης στην οποία βρέθηκε ορισμένη μερίδα του ελληνικού Τύπου κατά τη διάρκεια της Κατοχής, αποτελεί η περίπτωση του συγκροτήματος Λαμπράκη. Χωρίς να έχει τότε την έκταση που απέκτησε μεταπολεμικά, εθεωρείτο ένα από τα πλέον έγκυρα και ίσως το μεγαλύτερο, αν λάβουμε υπ' όψη ότι καμιά άλλη εκδοτική επιχείρηση δεν εξέδιδε ταυτόχρονα τότε δύο ημερήσιες εφημερίδες.

Πολυπρόσωπη επιχείρηση καθώς ήταν, επόμενο ήταν να ξεπηδήσουν από τα σπλάχνα της πολυάριθμοι συνεργάτες της κατοχικής προπαγάνδας (π.χ. Μαμάκης, Γιοκαρίνης κ.ά.). Ταυτόχρονα, όμως, η τύχη της ήταν να αποτελέσει τη μόνη μεγάλη ελληνογερμανική επιχείρηση προπαγάνδας που στήθηκε στην Ελλάδα.

Γνωστοί δημοσιογράφοι με ήσσονα ή μείζονα
συμμετοχή στη κατοχική προπαγάνδα:
 Αχιλλέας Μαμάκης, αρχισυντάκτης των "Αθηναϊκών Νέων",
 Δημήτριος Λαμπράκης, ιδιοκτήτης του ομώνυμου
 συγκροτήματος που είχε πουλήσει στη
 γερμανική προπαγάνδα, και Νίκος Κρανιωτάκης,
διευθυντής του "Πρωινού Τύπου ".

Τυπικά η προσχώρηση του συγκροτήματος Λαμπράκη στη γερμανική προπαγάνδα ξεκινά λίγο αργότερα από την είσοδο των Γερμανών στην Αθήνα. Με ενυπόγραφο κείμενό του στις 28 Απριλίου 1941 στις εφημερίδες που εξέδιδε, στο Eλεύθερον Βήμα και στα Αθηναϊκά Νέα, ο Δημήτριος Λαμπράκης, υπό τον χαρακτηριστικό τίτλο «Εξήγησις που επεβάλλετο», αναφέρει επί λέξει:

«Από πέντε σχεδόν χρόνια, δηλαδή από την 4ην Αυγούστου 1936, είχα ήδη θεωρήσει ως τερματιζόμενον πλέον, και όχι βέβαια με την Ιδίαν μου θέλησιν το δημοσιογραφικόν στάδιόν μου. Έκρινα συνεπώς ότι ούτε το «Ελεύθερον Βήμα» ούτε και τα «Αθηναϊκά Νέα» είχον περαιτέρω λόγον υπάρξεως, εφ' όσον δεν ήτο δυνατόν να εξυπηρετήσουν κανέναν πραγματικόν δημοσιογραφικόν προορισμόν, και ώφειλον τότε να διακόψουν την έκδοσίν των. Δεν επετράπη εν τούτοις από τους κρατούντας την εξουσίαν η άσκησις αυτού του δικαιώματος, έστω και χωρίς να δημοσιευθή οιαδήποτε δήλωσις ή δικαιολογία, διότι καθώς ετόνισαν κατηγορηματικώς οι αρμοδιώτατοι, η διακοπή της εκδόσεως του «Ελευθέρου Βήματος» απετέλει «πολιτικήν πράξιν», και την άσκησίν της την επεφύλασσεν η κυβέρνησις εις μόνον εαυτήν, εάν και όταν θα ενόμιζεν εκείνη εξ ιδικής της πρωτοβουλίας πλέον, ότι θα της εχρησίμευε τούτο. Δεν επετράπη ακόμη ούτε καν η αφαίρεσις από την προμετωπίδα της εφημερίδος του ονόματός μου, διότι εκρίνετο ως απαραίτητον, ότι, έστω και τυπικώς, έπρεπε να εμφανίζωμαι ως συμφωνών απόλυτα προς όσα εδημοσιεύοντο, ως διασύρων και ως υβρίζων πρόσωπα και θεσμούς, που μέχρι της τελευταίας στιγμής εν τούτοις καθ' ήν διετέλουν ελεύθερος, εκήρυσσα ότι εσεβόμην και ηυλαβόμην. Και έπρεπε συγχρόνως να εμφανίζομαι διακηρύσσων ότι επεβάλλετο εις τον ελληνικόν λαόν να κλίνη το γόνυ ενώπιον των ειδώλων που του παρουσίασαν, διά να τα λατρεύη εφεξής ως τους αληθινούς τάχα θεούς. Χθές ακόμη οι εδώ παραμείναντες υπηρέται των, δεν επέτρεψαν ολίγας καν λέξεις, ως μίαν εξήγησιν προς το ελληνικόν κοινόν, της μεταβολής που επήλθεν εις το «Ελεύθερον Βήμα», διότι έκριναν ότι εθίγετο το ομοούσιον της 4ης Αυγούστου.

Σήμερον, και όχι από ενέργειαν ιδικήν μας, δεν υφίστανται πλέον αι θελήσεις εκείνων οίτινες μας εκράτησαν πολιτικούς αιχμαλώτους και δημοσιογραφικούς δεσμώτας επί ολόκληρον πενταετίαν, και επραγματοποίησα την παλαιάν απόφασίν μου να θεωρήσω τερματιζόμενον το δημοσιογραφικόν στάδιόν μου και να διακόψω o ίδιος προσωπικώς την περαιτέρω έκδοσιν του «Ελευθέρου Βήματος» και των «Αθηναϊκών Νέων». Αναγνωρίζων όμως ότι έχω ηθικάς υποχρεώσεις απέναντι του εργαζομένου προσωπικού των εφημερίδων, που επί μίαν σχεδόν εικοσαετίαν συνειργάσθη μαζί μου με εξαιρετικήν ευσυνειδησίαν και αφοσίωσιν εις το καθήκον, εξεχώρησα οριστικώς την ιδιοκτησίαν των τίτλων, μεταβιβάσας την απόλυτον κυριότητα και όλα τα σχετικά δικαιώματά μου εις τριμελή επιτροπήν, η οποία και έχει από της προχθές όλας τας ευθύνας και την φροντίδα της περαιτέρω εκδόσεως των εφημερίδων...».

Αυτή είναι η «εξήγησις που επεβάλλετο» κατά τον Δ. Λαμπράκη (Μία από τις κατ' εξοχήν γερμανόφιλες αθηναϊκές εφημερίδες, ήδη από την προπολεμική περίοδο, ήταν η Βραδυνή. Ιδού πώς αντέδρασε στις «εξηγήσεις» που αιφνιδιαστικά δημοσίευσε ο Δ. Λαμπράκης, αποτολμώντας μάλιστα δημοσίως να τις χαρακτηρίσει ούτε λίγο ούτε πολύ ως αναξιοπρεπείς: «Διευθυντής πρωινής συναδέλφου έκρινε εύθετον την στιγμήν να παράσχη εξηγήσεις σήμερον διά την πολιτείαν τοι.' ως δημοσιογράφου κατά την τελευταίαν πενταετίαν ως και διά τας γνώμας τας οποίας είχε ή εφαίνετο, παρά την θέλησίν του έχων περί προσώπων και πραγμάτων. Δεν πρόκειται, βέβαια, να θέσωμεν υπό συζήτησιν τας εξηγήσεις του συναδέλφου, αν και γνωρίζη πολύ καλά και ο ίδιος ότι πολλά και διάφορα θα ήτο δυνατόν να αντιταχθούν εις τους ισχυρισμούς του και υπομνησθούν. Απλώς μόνον θα ηθέλαμεν να παρατηρήσωμεν ότι διά της δηλώσεώς του θίγει εν θέμα πολιτικόν γενικώτατον και πολυπλοκώτατον το οποίον, βέβαια, θα συζητηθή κάποτε. Αλλά ερωτώμεν - ερωτώμεν - είναι κατάλληλος η παρούσα ώρα διά παρομοίας συζητήσεις και διά την αναζήτησιν των ευθυνών τας οποίας υπαινίσσεται o συνάδελφος; Η ερώτησίς μας δεν έχει ανάγκην αναπτύξεως, φυσικά. Ουδείς, άλλωστε, αγνοεί ότι όλαι αι εφημερίδες και, περισσότερον, ίσως, πάσης άλλης και η ιδική μας εγνώρισαν την δοκιμασίαν των καταναγκασμών τους οποίους υπαινίσσεται o συνάδελφος. Αλλά - επαναλαμβάνομεν την ερώτησίν μας: Είναι τώρα η κατάλληλος ώρα διά παρομοίας συζητήσεις και δι' οιασδήποτε εξηγήσεις και διά την αναζήτησιν οιουδήποτε είδους ευθυνών; Η ερώτησίς μας ελπίζομεν είναι αρκετή διά να αποκαταστήση την συναίσθησιν του πρέποντος και διά να προλάβη την εξολίσθησίν μας εις συζητήσεις διά τας οποίας δεν είναι τώρα καιρός. Εφόσον, άλλωστε, καθημερινώς τονίζομεν εις το κοινόν την ανάγκην να επιδείξη πνεύμα αξιοπρεπείας και κατανοήσεως των περιστάσεων, πρέπει να δίδωμεν και ημείς οι ίδιοι το παράδειγμα της αξιοπρεπείας και της κατανοήσεως των περιστάσεων»).

Ωστόσο τα πραγματικά περιστατικά δεν τον ευνοούν να είναι πειστικός, όταν:

α) Υποστηρίζει ότι επί πέντε χρόνια τελούσε υπό καθεστώς ομηρίας, διότι ενώ o ίδιος ήθελε να εγκαταλείψει τις εφημερίδες του η δικτατορία δεν του το επέτρεπε. Αν πραγματικά ήθελε κάτι τέτοιο και μια απλή ενυπόγραφη δήλωσή του προς ένα συμβολαιογράφο ή προς ένα ξένο ανταποκριτή, θα την καθιστούσε γνωστή και o ίδιος θα γινόταν πειστικός έναντι της ιστορίας. Δεν ήθελε όμως κάτι τέτοιο τότε και, χωρίς να γνωρίζουμε αν και έως ποιο σημείο ήταν αληθής ο ισχυρισμός του, επισημαίνουμε ότι είχε δανειοδοτηθεί τον Σεπτέμβριο και τον Οκτώβριο 1940 (πρό του πολέμου δηλαδή) με υπερβολικό για τα δεδομένα της εποχής ποσόν.

β) Είναι, αν μη τι άλλο, αδόκιμη η ευκαιρία να δημοσιοποιήσει τα οποιαδήποτε προβλήματα που τυχόν είχε με τη δικτατορία Μεταξά και ακόμη περισσότερο με τις κυβερνητικές αρχές που λειτουργούσαν τις τελευταίες ημέρες πριν από την είσοδο των Γερμανών, την πρώτη ημέρα που εκείνοι κατέλαβαν την Αθήνα. Περνούσε έτσι ένα απίθανο μήνυμα στην έκπληκτη κοινή γνώμη: ήρθαν οι Γερμανοί και αποκτήσαμε την ελευθερία μας;! Ακριβώς την ίδια γραμμή τηρούσαν και οι πρώτοι κατοχικοί κυβερνήτες, όταν κατηγορούσαν τους υπουργούς και τα στελέχη του Μεταξά, αλλά και τον ίδιο για τη στάση του απέναντι στον Άξονα και γενικότερα για την πολιτική του.

γ) Ομιλεί περί οριστικής εκχωρήσεως της ιδιοκτησίας των τίτλων, της απολύτου κυριότητος και όλων των σχετικών δικαιωμάτων του. τι θα πεί «οριστική», όταν με την Απελευθέρωση επανέρχεται o Δ. Λαμπράκης και ακολουθούν διάφορες πιέσεις του προς τις ελληνικές κυβερνήσεις (Ν. Πλαστήρα και Κ. Τσαλδάρη) για να αγνοήσουν τους ισχύοντες νόμους και έτσι επιτυγχάνει την επανέκδοση των εφημερίδων του;

δ) Και, εν πάση περιπτώσει, δημοσιεύθηκε τις σκοτεινές εκείνες ημέρες μία δήλωσή του, με την οποία έπαιρνε μια θέση. Από τότε, από τον Απρίλιο 1941 μέχρι τον θάνατό του το 1957 ποτέ, μα ποτέ, δεν θεώρησε αναγκαίο να δώσει μια περαιτέρω «εξήγηση που επεβάλλετο» για όλα τα εν συνεχεία;

ε) Διότι, δύο είναι οι πιθανές εκδοχές για την εν συνεχεία στάση των τριών στελεχών του, που τον διαδέχθηκαν τον Απρίλιο 1941, και συνεταιρίσθηκαν με τους Γερμανούς: ή ενεργούσαν αυτοβούλως ή για λογαριασμό του. Ποιά ήταν η δική του άποψη; Το ερώτημα, αφού παρέμεινε αναπάντητο από τον ίδιο, μόνο με την κοινή λογική μπορεί σήμερα να απαντηθεί. Και η κοινή λογική παίρνει ένα μοναδικό τεκμήριο: ότι και οι τρείς παρέμειναν σε διευθυντικές θέσεις και εξακολούθησαν να είναι οι αμέσως μετά απ' αυτόν στο συγκρότημα ισοβίως.

Πράγματι, η ημικρατική γερμανική εταιρία «Μούντους» (με έδρα το Βερολίνο) συνεταιρίστηκε με τους εκπροσώπους του ουσιαστικού ιδιοκτήτη του ομώνυμου συγκροτήματος και ίδρυσαν την Α.Ε. «Εταιρία Δημοσιογραφικών Εκδόσεων Ελεύθερον Βήμα», κοινοπραξία που σε καμιά περίπτωση δεν τιμά αυτούς τουλάχιστον τους εκπροσώπους: τους Γεώργιο Συριώτη, Άλκη Ζαφειρόπουλο και Ιορδάνη Τσαρτίλη. Με την υπογραφή τους πρόσφεραν την υποδομή και έτσι ενίσχυσαν την προπαγανδιστική μηχανή των Γερμανών όχι μόνο στον ελληνικό χώρο, αλλά και στη Μέση Ανατολή, όπου διοχετεύονταν τα έντυπα που τυπώνονταν στα τυπογραφεία Λαμπράκη. Προκηρύξεις και εφημερίδες στην αραβική, αγγλική και άλλες γλώσσες τυπώνονταν έτσι εδώ στην Αθήνα, μεταφέρονταν εκεί και διανέμονταν με διάφορους τρόπους (κυρίως με αεροπλάνα) για να καμφθεί το ηθικό των πολεμιστών και των κατοίκων. Επί πλέον, τυπώνονταν και γερμανόγλωσσες εφημερίδες και περιοδικά για χρήση των Γερμανών στρατιωτών, ενώ το κύριο αντικείμενο δεν έπαυε να είναι και η έκδοση εντύπων σε ελληνική γλώσσα για τον επηρεασμό της ελληνικής κοινής γνώμης. Αξιοσημείωτο είναι ότι η μικτή αυτή ελληνογερμανική εταιρία δραστηριοποιήθηκε και σ' έναν άλλο κρίσιμο τομέα, στην εισαγωγή και το εμπόριο δημοσιογραφικού κυρίως χαρτιού, που ερχόταν από τη Γερμανία και τις σύμμαχες μ ' αυτήν χώρες. Η ιδιότητα αυτή, όπως είναι ευνόητο, την καθιστούσε αυτόματα δυναμικό πρωταγωνιστή στον χώρο του ελληνικού Τύπου.

Η εταιρία (με έδρα την οδό Εδ. Λω 3, η οποία αργότερα θα ονομασθεί σε Χρήστου Λαδά) συστάθηκε τον Σεπτέμβριο 1941 με 25ετή διάρκεια και συμμετέσχαν με ποσοστό 49% τα προαναφερθέντα στελέχη του συγκροτήματος Λαμπράκη (επρόκειτο για τους δύο διευθυντές των εφημερίδων και για τον οικονομικό διευθυντή του), στο όνομα των οποίων είχαν εγκαίρως ήδη μεταγραφεί οι τίτλοι των εφημερίδων Ελεύθερον Βήμα, Αθηναϊκά Νέα και Οικονομικός Ταχυδρόμος, που αποτελούσαν πλέον περιουσία της νέας εταιρίας. H πλευρά του Λαμπράκη (Σ.Σ. δεν γεννάται καμιά αμφιβολία ότι οι τρείς Έλληνες εκπρόσωποί του τον υποκαθιστούσαν, ακόμη και από το γεγονός ότι μεταπολεμικά διατήρησαν τις ίδιες θέσεις στο συγκρότημα) συνέθετε το ποσοστό της με 17% συμμετοχή στο συνολικό κεφάλαιο του Γ. Συριώτη, 16% του Α. Ζαφειρόπουλου και 16% του Ι. Τσαρτίλη. Το υπόλοιπο 51%, που φυσικά ήλεγχε την εταιρία, ανήκε στην εδρεύουσα στο Βερολίνο A.E. «Μούντους», η οποία ήταν ημικρατική και μία από τις υπαγόμενες στο γερμανικό υπουργείο Προπαγάνδας εταιρίες.

Οι σκοποί της A.E. «Ελεύθερον Βήμα» αναφέρονται με κρυστάλλινη διαύγεια στο άρθρο 2 του καταστατικού της: «η έκδοσις εφημερίδων, περιοδικών ως και παντός ετέρου εντύπου γενικώς και η διεξαγωγή πασών των εργασιών ομοίας ή συγγενούς φύσεως και των σχετικών επιχειρήσεων ας ήθελεν εγκρίνει το Διοικητικόν Συμβούλιον».

Το πρώτο Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρίας αποτέλεσαν οι Νικόλαος Ι. Λούβαρις ως πρόεδρος, Γεώργιος Βλαβιανός ως αντιπρόεδρος, Φερδινάνδος Φ. Φοράουερ ως αναπληρωτής του αντιπροέδρου, Γεώργιος Αντ. Συριώτης, Αλκιβιάδης Παντ. Ζαφειρόπουλος, Ιορδάνης Ευδ. Τσαρτίλης, Ερβέρτος Σβαίρμπελ και Σάββας Χρ. Κέντρος. Ποιοι ακριβώς ήταν;

Νικόλαος Λούβαρις. Καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών, πρόεδρος του Ελληνογερμανικού Συνδέσμου. Διετέλεσε αργότερα υπουργός Παιδείας στην Κυβέρνηση Ι. Ράλλη (1943-44).

Γεώργιος Βλαβιανός. Ιατρός με σπουδές και διασυνδέσεις στη Γερμανία, ιδρυτής και πρώτος αρχηγός της ΕΣΠΟ, το κτίριο της οποίας ανατίναξε τον Σεπτέμβριο 1942 ο Κ. Περρίκος και οι συνεργάτες του.

Φερδινάνδος Φοράουερ (Vorauer). Γερμανός διπλωματικός υπάλληλος, που υπηρετούσε στη πρεσβεία Αθηνών.

Αλκιβιάδης (Άλκης) Ζαφειρόπουλος. Δημοσιογράφος, διευθυντικό στέλεχος του συγκροτήματος Λαμπράκη (διευθυντής των Νέων μεταπολεμικά).

Γεώργιος Συριώτης. Δημοσιογράφος, διευθυντής Τότε και μεταπολεμικά του Βήματος, συγγενής του προηγουμένου.

Ιορδάνης Τσαρτίλης (ή Τζαρτίλης). Διαχειριστής του συγκροτήματος Λαμπράκη. Μεταπολεμικά υπήρξε πρόεδρος της Ενώσεως Προσωπικού Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών.

Ερβέρτος Σβαίρμπελ. O πολύς Dr. Herbert Schwoerbel ήταν από ετών έμμισθος υπάλληλος της γερμανικής πρεσβείας στην Αθήνα και κατείχε την εξαιρετικά κρίσιμη θέση του υπευθύνου της γερμανικής προπαγάνδας. Με την ιδιότητα αυτή και σε συνδυασμό με τον έλεγχο της A.E. «Ελεύθερον Βήμα» καθόριζε τη διανομή του δημοσιογραφικού χαρτιού στην Ελλάδα επί Κατοχής, αυξομειώνοντας έτσι κατά την απόλυτη κρίση του την κυκλοφορία και τον αριθμό σελίδων της κάθε εφημερίδας. Ο Σβαίρμπελ στη συνέχεια μετατέθηκε στο Βερολίνο, αναλαμβάνοντας ευρύτερα καθήκοντα και μάλιστα επικεφαλής των βαλκανικών υποθέσεων στο γερμανικό υπουργείο Εξωτερικών.

Σάββας Κέντρος. Μεγαλοδικηγόρος στην Αθήνα, στέλεχος του Ελληνογερμανικού Συνδέσμου προπολεμικά. Επί Κατοχής υπήρξε δικηγόρος μικτών ελληνογερμανικών εταιριών που συστάθηκαν τότε.

Για την ιστορία, αναφέρουμε και τα μέλη της πρώτης εξελεγκτικής επιτροπής, που την αποτελούσαν οι Κωνσταντίνος Τορτορέλης (λογιστής), Λυκούργος Δημητρακόπουλος (υπάλληλος της Εθνικής Τραπέζης) με αναπληρωτές τους Heinz I-lelmut Rennau (υπάλληλο της γερμανικής πρεσβείας Αθηνών) και Βασίλειο Σακελλαρίου (λογιστή).

Η εκτεταμένη αυτή συνεργασία του συγκροτήματος Λαμπράκη (το οποίο είχε μεγάλες και σύγχρονες για την εποχή εγκαταστάσεις, τις οποίες είχε προμηθευθεί στην τελευταία τετραετία Βενιζέλου και το 1940 επί Μεταξά με δάνεια τεραστίας τότε αξίας σε δραχμές, που αποπληρώθηκαν με πληθωρισμένες δραχμές μεταπολεμικά) με τους Γερμανούς ήταν η μόνη περίπτωση συνεταιρισμού στον εκδοτικό χώρο που παρουσιάσθηκε επί Κατοχής. Όταν ξεκινούσε αυτή η συνεργασία δεν ήταν ακόμη απολύτως ορατή η συμμαχική νίκη και ήταν εύλογο για έναν επιχειρηματία, και μάλιστα του βεληνεκούς του Δ. Λαμπράκη, να θέλει να διατηρήσει και γιατί όχι; - να επεκτείνει τη δραστηριότητά του. Ωστόσο, αποφεύγοντας o ίδιος να θέσει την υπογραφή του σε τέτοια συμβόλαια, χρησιμοποίησε τα στελέχη του, στα οποία είχε παραχωρήσει εικονικά την εκδοτική επιχείρηση με όλη την περιουσία της. Χωρίς κανείς να αμφιβάλλει για τα ουσιαστικά περιστατικά, όταν ο Δ. Λαμπράκης αποφάσισε να διαφύγει και αυτός στη Μέση Ανατολή, προκειμένου να μπορέσει να διαδραματίσει ρόλο στις εξελίξεις και εκεί, συνάντησε την κραυγαλέα αντίδραση των Βρετανών. Έτσι, παρά τον σύνδεσμο που είχε στο παρελθόν μ ' αυτούς και παρά το γεγονός ότι φίλοι και πολιτικοί που τους είχε o ίδιος αναδείξει κατείχαν σημαίνουσες θέσεις στην εξόριστη ελληνική κυβέρνηση, o Δημήτριος Λαμπράκης συνελήφθη από τις συμμαχικές υπηρεσίες και κρατήθηκε για πολλούς μήνες. Το γεγονός αυτό εξέφραζε πόσο μεγάλη καχυποψία έτρεφαν οι τελευταίες γι ' αυτόν.

Οι εφημερίδες του είχαν θεωρηθεί, και όχι άδικα όπως προκύπτει από όσα προαναφέρθηκαν, ότι συνεργάσθηκαν με τον κατακτητή. Στο ερώτημα του αναγνώστη πώς ήταν δυνατό να ξαναεμφανισθούν στη μεταπελευθερωτική Ελλάδα εφημερίδες με τον τίτλο Ελεύθερον Βήμα και Αθηναϊκά Νέα, η απάντηση είναι εξαιρετικά απλή: δεν ξανακυκλοφόρησαν. Ήδη από τον Σεπτέμβριο 1944 με Συντακτική Πράξη της Κυβερνήσεως Εθνικής Ενότητος αποκλείονταν όλες οι εφημερίδες που είχαν εκδοθεί επί Κατοχής. Το γεγονός ότι επί κεφαλής εκείνης της κυβερνήσεως ήταν ο Γεώργιος Παπανδρέου εξηγεί πώς στα μεταπολεμικά χρόνια o τελευταίος δεν είχε καλές σχέσεις με το συγκρότημα. Και ενώ άλλες εφημερίδες τυπώνονταν τους πρώτους μήνες μετά την Απελευθέρωση στα τυπογραφεία του Δ. Λαμπράκη, εκείνος καθυστέρησε πολύ να πάρει άδεια για την κυκλοφορία των Νέων. Χρειάστηκε να παραιτηθεί o Γ. Παπανδρέου και να τον διαδεχθεί ο Νικ. Πλαστήρας στην πρωθυπουργία για να δοθεί η ειδική άδεια ύστερα από πολλές πιέσεις. Όπως ήταν φυσικό, οι τίτλοι των εφημερίδων του Λαμπράκη δεν ήταν δυνατόν να χρησιμοποιηθούν, διότι είχαν περιέλθει σε καθεστώς μεσεγγυήσεως του Δημοσίου ως ανήκουσες σε γερμανικών συμφερόντων εταιρία. Το Βήμα θα αργήσει πολύ να επανεκδοθεί, κατορθώνοντας να πάρει τη σχετική άδεια από την Κυβέρνηση K. Τσαλδάρη μόλις το 1946. Πάντως και οι δύο αυτές εφημερίδες υποχρεώθηκαν να χρησιμοποιήσουν για να διαφοροποιηθούν από το κατοχικό παρελθόν συντομευμένους νέους τίτλους.

Σ' αυτές παρέμειναν σε επιτελικές θέσεις μέχρι το τέλος της επαγγελματικής σταδιοδρομίας τους οι τρείς κατοχικοί θεματοφύλακές του συγκροτήματος, χωρίς ποτέ να παραπεμφθούν δικαστικά ή πειθαρχικά για τη συνεργασία τους με τον εχθρό, που ήταν διττή: τόσο στον τομέα της προπαγάνδας όσο και στον οικονομικό...


Πηγή κειμένου και φωτογραφίας: ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΚΟΥΚΟΥΝΑΣ, "Η ΚΑΤΟΧΙΚΗ ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑ"