Γεννημένος στην Αθήνα το 1901, υπήρξε o τριτότοκος γιος του βασιλέως Κωνσταντίνου Α' και της βασιλίσσης Σοφίας. Σπούδασε στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων και στη συνέχεια ονομάστηκε αξιωματικός του Βασιλικού Ναυτικού. Το 1917 ακολούθησε τον έκπτωτο πατέρα του στο εξωτερικό και το 1929, μετά τον θάνατο του εστεμμένου αδελφού του Αλέξανδρου A', αποποιήθηκε το στέμμα που του προσφερόταν από την κυβέρνηση του Ελ. Βενιζέλου. Επανήλθε στην Ελλάδα μετά την εκλογική νίκη της αντιβενιζελικής παράταξης και την επάνοδο στον θρόνο του Κωνσταντίνου Α' (Νοέμβριος 1920).
Κατά τη Μικρασιατική Εκστρατεία υπηρέτησε ως αξιωματικός του καταδρομικού «Έλλη». Διάδοχος του θρόνου μετά τη δεύτερη εκθρόνιση του πατέρα του και την άνοδο στον θρόνο του αδελφού του Γεωργίου Β' (Σεπτέμβριος 1922), εγκατέλειψε και πάλι την Ελλάδα το 1923 και παρέμεινε στο εξωτερικό (κυρίως στην Αγγλία) σε όλη την περίοδο της μεσοπολεμικής Ελληνικής Δημοκρατίας (1924-1935).
Μετά την παλινόρθωση της βασιλείας και την αποκατάσταση του Γεωργίου Β' στον θρόνο, ο Παύλος Α' επέστρεψε τον Νοέμβριο 1935 στη χώρα και ανέλαβε πάλι καθήκοντα διαδόχου. Στα χρόνια της δικτατορίας Μεταξά ολοκλήρωσε τις στρατιωτικές του σπουδές και παράλληλα συνέβαλε στην ανάπτυξη της «Εθνικής Οργανώσεως Νεολαίας» (ΕΟΝ). Το 1938 παντρεύτηκε τη Γερμανίδα πριγκίπισσα Φρειδερίκη, θυγατέρα του Δούκα Ερνέστου - Αυγούστου, του Μπράουνσβαϊκ- Λύσενμπουργκ. Το ζεύγος απέκτησε τρία παιδιά. Τη μετέπειτα βασίλισσα της Ισπανίας Σοφία, τον μετέπειτα βασιλέα Κωνσταντίνο και την πριγκίπισσα Ειρήνη.
Κατά τον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο 1940-1941 ο Παύλος υπηρέτησε στο Γενικό Στρατηγείο και επισκέφθηκε επανειλημμένα τη ζώνη των στρατιωτικών επιχειρήσεων. Λίγες ημέρες πριν από την είσοδο των γερμανικών στρατευμάτων Κατοχής στην πρωτεύουσα (Απρίλιος 1941), ακολούθησε τον εστεμμένο αδελφό του και την ελληνική κυβέρνηση αρχικά στην Κρήτη και κατόπιν στην Αίγυπτο. Έζησε με την οικογένειά του για μεγάλο διάστημα στη Νοτιοαφρικανική Ένωση.
Επέστρεψε στην Ελλάδα μετά την Απελευθέρωση και την επάνοδο του Β' στον θρόνο (Σεπτέμβριος 1946). O Παύλος ανέλαβε το βασιλικό αξίωμα μετά τον θάνατο του αδελφού του (1 Απριλίου 1947) σε περίοδο έντασης του Εμφυλίου Πολέμου. Ενδιαφέρθηκε τότε προσωπικά για τη λύση των μεγάλων κοινωνικών και άλλων συναφών προβλημάτων, που είχε δημιουργήσει η εμπόλεμη κατάσταση. Περιόδευσε, μάλιστα, επανειλημμένα την ελληνική επαρχία. Μετά τη λήξη του Εμφυλίου Πολέμου, ο θρόνος διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στις πολιτικές εξελίξεις.
Κατά την περίοδο της βασιλείας του, κλήθηκε να αντιμετωπίσει μέγιστες προκλήσεις, με σημαντικότερη ίσως την προσπάθεια ανασυγκρότησης της χώρας. Φιλελεύθερος, εμπνευσμένος, πράος και μειλίχιος στη συμπεριφορά του, με ανθρώπινες αντιδράσεις, είναι εκ των βασιλέων που άφησαν αγαθές εντυπώσεις. Οι ιστορικές έρευνες έχουν πλέον αποδείξει ότι βασιλεύς Παύλος Α' ήταν εκείνος που είχε αδυναμία στην ενασχόλησή του με τις πολιτικές εξελίξεις της χώρας, εξ ου και η επιλογή του Κωνσταντίνου Καραμανλή με την αρωγή του αμερικανικού παράγοντα. Επίσης, έχει αποδειχθεί ότι δεν ισχύουν τα περί καθοριστικού επηρεασμού του από τη βασίλισσα Φρειδερίκη.
Ο Παύλος απεβίωσε λίγες μέρες μετά την άνοδο της δεύτερης κυβέρνησης του Γεωργίου Παπανδρέου (5 Μαρτίου 1964) και τον διαδέχτηκε στο θρόνο ο 24ετής τότε γιος του, Κωνσταντίνος Β'.
Πηγή κειμένου και φωτογραφιών: Ελευθέριος Γ. Σκιαδάς, "ΟΙ ΒΑΣΙΛΕΙΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ", ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ
Δείτε επίσης: