Γύρω στο πρώτο μισό του 12ου αιώνα ζούσε στην Κωνσταντινούπολη ένας φτωχός άνθρωπος των γραμμάτων, που ονομαζόταν Θεόδωρος Πρόδρομος. Ο ίδιος ονόμαζε τον εαυτό του «Πτωχοπρόδρομο». Και πράγματι σπάνια θα βρει κανείς άνθρωπο των γραμμάτων πιο φτωχό, πιο πεινασμένο, πιο ζητιάνο. Πέρασε ολόκληρη τη ζωή του αναζητώντας ισχυρούς προστάτες, ζητώντας βοήθεια από τον αυτοκράτορα, τους πρίγκιπες και τις πριγκίπισσες, τους μεγάλους άρχοντες και τους μεγάλους αξιωματούχους κλαψουρίζοντας για να τους συγκινήσει για τη φτώχια του, τις δυστυχίες του, την υγεία του, τα γηρατειά του, ζητώντας τους σαν αμοιβή για τις φιλοφρονήσεις τα επιθαλάμια και τα συλλυπητήριά του χρήματα, θέσεις, ή τουλάχιστον ένα κρεβάτι στο νοσοκομείο. Ζητιάνος και ματαιόδοξος ταυτόχρονα, πολύ υπερήφανος για την οικογένειά του, για τη μόρφωσή του, για το ταλέντο του και ικανός για όλες τις κοινοτοπίες, προσφέρει ένα ενδιαφέρον πρότυπο του ανθρώπου των γραμμάτων στο Βυζάντιο κατά τον αιώνα των Κομνηνών που αγαπούσε και προστάτευε τους συγγραφείς. Τα χειρόγραφα έχουν διασώσει με το όνομα του Θεόδωρου Προδρόμου μια σημαντική ποσότητα από πολύ διαφορετικά έργα, που ασφαλώς δεν είναι όλα δικά του. Μόνο τα τελευταία χρόνια μια πιο προσεκτική κριτική ανέλαβε να ξεμπερδέψει και να ταξινομήσει λίγο αυτό το συνονθύλευμα των κειμένων, πολλά από τα οποία είναι ακόμη ανέκδοτα. Χωρίς να μπω εδώ στην ουσία ενός ζητήματος που δεν έχει ακόμη λυθεί, θα αρκεστώ να υπενθυμίσω ότι τα πιο πρόσφατα έργα σχετικά με το θέμα φαίνεται να αποδεικνύουν ότι υπήρχαν τουλάχιστον δύο Πρόδρομοι: ο ένας, ο οποίος φαίνεται να έζησε μεταξύ 1096 και 1152, του οποίου ο πατέρας ήταν μορφωμένος άνθρωπος και καλής καταγωγής, του οποίου ο θείος Χρίστος έφτασε στο υψηλό αξίωμα του αρχιεπισκόπου του Κιέβου στο τέλος του 11ου αιώνα και προς τιμήν του οποίου ο Νικήτας Ευγενιανός συνέθεσε έναν επικήδειο λόγο όπου βρίσκονται μερικές πολύ συγκεκριμένες λεπτομέρειες σχετικά με τη ζωή του. Ο άλλος, του οποίου τα πολυάριθμα ποιητικά έργα περιλαμβάνονται κυρίως σ' ένα φημισμένο χειρόγραφο της Μαρκιανής Βιβλιοθήκης της Βενετίας και που φαίνεται ότι έζησε τουλάχιστον μέχρι το 1166. Πρέπει να ομολογήσω ότι, από πολλές πλευρές, ο δεύτερους μοιάζει με τον πρώτο σαν αδελφός. Και οι δύο πέρασαν τη ζωή τους ζητώντας τη βοήθεια των μεγάλων, κλαίγοντας για τις αρρώστιες τους και τη δυστυχία τους και οι δύο τελείωσαν τη ζωή τους στο νοσοκομείο όπου η επιμονή τους τους είχε εξασφαλίσει τελικά ένα άσυλο. Και μια που ο ανώνυμος ποιητής του χειρογράφου της Βενετίας φαίνεται, από τον τίτλο ενός από τα ποιήματά του, ότι έφερε το όνομα Πρόδρομος, ασφαλώς θα έμπαινε κανείς στον πειρασμό και αυτό συνέβη για πολύ καιρό - να θεωρήσει σαν ένα πρόσωπο δύο πρόσωπα που είχαν συχνά τους ίδιους προστάτες και που έζησαν σχεδόν πάντα παρόμοια ζωή - αν δεν ξέραμε αφενός ότι ο ένας πέθανε σχετικά νέος, ενώ ο άλλος παραπονιέται αδιάκοπα για το βάθος των γηρατειών, και κυρίως αν ο δεύτερος, εκείνος του χειρογράφου της Μαρκιανής, δεν είχε κατονομάσει σ' ένα ποίημα που συνέθεσε χωρίς αμφιβολία το 1153, τον «φίλο και πρόδρομό του» Πρόδρομο, «τον διάσημο και παινεμένο συγγραφέα, το αρμονικό χελιδόνι, την τόσο εύγλωττη γλώσσα» ως νεκρό τη στιγμή που ο ίδιος απηύθυνε αυτούς τους στίχους στον αυτοκράτορα Μανουήλ. Ανάμεσα στους δύο ομώνυμους άνδρες, που ήταν πιθανόν συγγενείς, πώς πρέπει να μοιράσει κανείς την τεράστια λογοτεχνική αποσκευή που σώζεται με το όνομά τους; Σε ποιον από τους δύο θα πρέπει να αποδώσουμε τα περίεργα ποιήματα στην κοινή ελληνική γλώσσα, για τα οποία θα μιλήσουμε αργότερα και τα οποία θεωρήθηκε μερικές φορές, λανθασμένα κατά τη γνώμη μου, ότι δεν ανήκουν ούτε στον ένα ούτε στον άλλο; Αυτά είναι καθαρά φιλολογικά ζητήματα, που δεν χρειάζεται να εξεταστούν εδώ. Για το αντικείμενο αυτής της μελέτης, που είναι να δείξει πώς ήταν ένας ποιητής της αυλής στον αιώνα των Κομνηνών και να εξετάσει τη φύση των σχέσεων που διατηρούσε με τους ισχυρούς προστάτες του, μπορούμε ασφαλώς να αντλήσουμε πληροφορίες από τα έργα και των δύο, που ήταν περίπου σύγχρονοι και που γνώρισαν σχεδόν όμοιο πεπρωμένο. Εννοείται φυσικά ότι δεν αγνοούμε την πραγματική κατάσταση των πραγμάτων, ότι παραδεχόμαστε τη διάκριση μεταξύ των δύο Προδρόμων και ότι εδώ θέλουμε απλώς να ζωγραφίσουμε ένα γενικό τύπο, που ήταν συνηθισμένος κατά τον 12ο αιώνα. Παρά τη λογοτεχνική αναγέννηση που σημάδεψε την εποχή των Κομνηνών, τα γράμματα εκείνη την εποχή δεν μπορούσαν να θρέψουν τους ανθρώπους. Έτρεφαν το μεγαλύτερο σεβασμό για τη λογοτεχνία αλλά οι μορφωμένοι άνθρωποι ζητιάνευαν. Χωρίς αμφιβολία, σε μερικές σπάνιες ημέρες περηφάνιας, ο Πρόδρομος, παρά τη δυστυχία του, χαιρόταν στη σκέψη ότι ήταν έτσι και ότι η φτώχια συνοδεύει πάντα το ταλέντο. Χαιρόταν που η θεία Πρόνοια δεν του είχε δώσει «τις στοίβες του χρυσαφιού που διαφθείρουν το φιλοσοφικό πνεύμα» και δήλωνε, με μια ωραία αδιαφορία για τα αγαθά αυτού του κόσμου: «Αν δεν μπορείς να είσαι ταυτόχρονα φιλόσοφος και πλούσιος, προτιμώ να μείνω φτωχός με τα βιβλία μου». Αλλά αυτές οι αναλαμπές περήφανου στωικισμού διαρκούσαν λίγο. Συχνά ο ποιητής παρατηρούσε με βαθιά θλίψη οτι πάντοτε «η φτώχια συνοδεύει την επιστήμη». Εκείνες τις στιγμές σκεφτόταν να πετάξει τα βιβλία του από το παράθυρο, να παρατήσει τον Αριστοτέλη και τον Πλάτωνα, τον Δημόκριτο και τον Όμηρο, να εγκαταλείψει τη ρητορική και τη φιλοσοφία, όλα τα μάταια πράγματα για τα οποία, στα νιάτα του είχε νει τόσο μάταιο κόπο και που του είχαν αποφέρει μόνο δυστυχία. «Άφησε, έγραφε τότε, τα βιβλία, τις ομιλίες, τις έγνοιες που οε τρώνε. Πήγαινε στα θεάματα, στους μίμους, στους ακροβάτες. Αυτό εκτιμούν οι ηλίθιοι άνθρωποι και όχι την επιστήμη». Τότε, αναθυμούμενος τις ημέρες των παιδικών του χρόνων και την ανώφελη λαμπρή παιδεία που είχε φροντίσει να του δώσει η οικογένειά του, απηύθυνε σ' έναν από τους προστάτες του αυτούς τους ευχάριστα μελαγχολικούς στίχους: «Όταν ήμουν μικρός, ο γέρος πατέρας μου μου έλεγε: «Παιδί μου, μάθε τα γράμματα όσο περισσότερο μπορέσεις. Βλέπεις αυτόν εκεί, παιδί μου; Πήγαινε με τα πόδια και τώρα έχει ένα ωραίο άλογο και περιφέρεται πάνω σ' ένα παχύ μουλάρι. Όταν σπούδαζε δεν είχε παπούτσια, και τώρα, όπως βλέπεις, φοράει μυτερά παπούτσια. Όταν σπούδαζε, δεν χτενιζόταν ποτέ και σήμερα είναι ένας ωραίος ιππότης με καλοφροντισμένα μαλλιά. Όταν σπούδαζε δεν είδε ποτέ την πόρτα ενός λουτρού, και τώρα κάνει λουτρό τρεις φορές την εβδομόδα. Ακολούθησε λοιπόν τις συμβουλές του γέρου πατέρα σου, και αφιερώσου ολόκληρος στη μελέτη των γραμμάτων». Και έμαθα τα γράμματα με μεγάλο κόπο. Αλλά από τότε που έγινα εργάτης της λογοτεχνίας, λαχταράω το ψωμί και την ψίχα του ψωμιού. Βρίζω τη λογοτεχνία και λέω με δάκρυα: «Ω Χριστέ, να είναι καταραμένα τα γράμματα και καταραμένος όποιος τα καλλιεργεί! Ας είναι καταραμένη η ώρα και η ημέρα που με έστειλαν στο σχολείο για να μάθω γράμματα και να προσπαθήσω να ζήσω απ' αυτά». Αν με είχαν κάνει κεντητά χρυσοκέντητων υφασμάτων, έναν απ' αυτούς που κερδίζουν τη ζωή τους φτιάχνοντας κεντημένα ρούχα, θα άνοιγα το ντουλάπι μου και θα 'βρισκα μέσα άφθονο ψωμί και κρασί, τόνο και σκουμπριά, ενώ όταν το ανοίγω τώρα, βλέπω όλες τις πινακίδες και δεν βλέπω παρά μόνο χάρτινους σάκους γεμάτους χαρτιά. Ανοίγω το ερμάρι μου για να βρω μέσα ένα κομμάτι ψωμί- βρίσκω μια μικρή χάρτινη σακούλα. Ανοίγω τη βαλίτσα μου, ψάχνω το πουγκί μου, το ψηλαφίζω για να δω αν έχει μέσα σκούδα και είναι γεμάτο χαρτιά. Τότε χάνω το κουράγιο μου και πέφτω αναίσθητος. Και μέσα στην πείνα και την απελπισία μου, προτιμάω από τα γράμματα και τη γραμματική το επάγγελμα του κεντητή». Και συνεχίζει έτσι για πολλή ώρα, και ο ποιητής μετανιώνει με τη σειρά που δεν είναι μπαλωματής ή ράφτης, μπογιατζής ή φούρναρης, τυρογαλάς ή αχθοφόρος, όλα τα επαγγέλματα όπου τρώει κανείς, αντί να είναι ένας άνθρωπος που όλοι του λένε ειρωνικά: «Φάε τα βιβλία σου, καλέ μου άνθρωπε! Ας σε θρέψουν τα γράμματα, φτωχέ διάβολε».
Μερικές φορές σκεφτόταν πιο σοβαρά - γύρω στο 1140 - να εγκαταλείψει αυτό το Βυζάντιο όπου κληρικοί και λαϊκοί περιφρονούσαν εξίσου τα πράγματα του πνεύματος και όπου ο αυτοκράτορας δεν πλήρωνε σύμφωνα με την αξία τους τα ποιήματα με τα οποία τον βομβάρδιζε.
Σκεφτόταν να συνοδέψει στη μακρινή Τραπεζούντα τον μητροπολίτη Στέφανο Σκυλίτζη, που ήξερε να διακρίνει και να προστατεύει το έμφυτο ταλέντο και που τιμούσε τον ποιητή με τη φιλία του. Μετά, παρ' όλα όσα υπέφερε, δεν μπορούσε να αποφασίσει να εγκαταλείψει την πρωτεύουσα, όπου ήλπιζε πάντα να πετύχει κάποια ημέρα την ανταμοιβή που επιθυμούσε και τα εισοδήματα που θα τον έβγαζαν από τη φτώχια. Στο μεταξύ, για να ζήσει, έκανε κάθε είδους θελήματα, σύχναζε στους προθαλάμους των μεγάλων όπου οι υπηρέτες αγριοκοιτάζουν και κοροϊδεύουν τους κακοντυμένους πελάτες με τα παλιά παπούτσια, πηγαίνοντας σε τελετές, γάμους, κηδείες, θριαμβευτικές πομπές για να βρει το υλικό για κάποιο κερδοφόρο ποίημα, κολακεύοντας ώσπου να του κοπεί η ανάσα και προκαλώντας ταυτόχρονα θλίψη και λύπηση στις προσπάθειές του να διασκεδάσει τους άλλους και να τους κάνει να γελάσουν. «Βουτηγμένος στα δάκρυα, έλεγε σ' έναν από τους προστάτες του, στα βογκητά και στους θρήνους γράφω στίχους που λάμπουν από ευθυμία και καλή διάθεση. Δεν το κάνω για την ευχαρίστησή μου. Αλλά μα τη δυστυχία στην οποία έχω πέσει, μα την μεγάλη και απελπισμένη πορεία που πρέπει αλίμονο να κάνω για να πάω στο παλάτι ή στην εκκλησία, θέλω να σας πω μια για πάντα τα πράγματα όπως είναι».
Έτσι φυτοζωούσε στην Κωνσταντινούπολη ένα ολόκληρο προλεταριάτο των γραμμάτων, που το αποτελούσαν άνθρωποι έξυπνοι, μορφωμένοι, ακόμη και διακεκριμένοι, αλλά που οι δυσκολίες τη ζωής τους είχαν κατεβάσει χαμηλά, χωρίς να λογαριάσουμε και την αμαρτία που, σε συνδυασμό με τη διστυχία τους είχε βγάλει μερικές φορές απ' το δρόμο τους και τους είχε υποβιβάσει. «Μερικές φορές ξέφυγα λίγο από τον ίσιο δρόμο», ομολογεί ένας απ' αυτούς τους συγγραφείς. «Είχα ανθίσει, γράφει ένας άλλος, στον κήπο των αγίων γραφών και είχα πλέξει το στεφάνι από ρόδα των διαφόρων επιστημών. Αλλά το κάψιμο της δυστυχίας και οι βελόνες του πόνου, τα δεινά του ποτού και η χίμαιρα της σάρκας, αυτού του φοβερότερου απ' όλα τα κτήνη, με μεταμόρφωσαν επονείδιστα και μ' έκαναν να χάσω την ανθρώπινη αξιοπρέπειά μου». Ένας τρίτος, κακοπαντρεμένος με μια άκαρδη και φιλόνικη γυναίκα, είχε υβριστεί, χτυπηθεί και διωχτεί από το σπίτι, όταν γύριζε στο σπίτι λίγο μεθυσμένος, και έβλεπε στις οικογενειακές του δυστυχίες κυρίως ένα ευχάριστο υλικό για να διασκεδάσει έναν από τους προστάτες του. Για όλους αυτούς τους φτωχούς διαβόλους το κυριότερο ήταν να ζήσουν, όλα τα άλλα τους ήταν αδιάφορα. «Ενδιαφέρομαι για τις δημόσιες υποθέσεις, γράφει ο Τζέτζης, όσο οι καλιακούδες για τη βασιλεία και οι αετοί για τους νόμους του Πλάτωνα».Ένας άλλος συνοψίζει την πολιτική του μ' αυτά τα λόγια: «Ένας αυτοκράτορας πρέπει να κάνει καλό σ' αυτούς που το ζητούν, να παρηγορεί τους θλιμμένους, να λυπάται τους δυστυχισμένους», και προσθέτει με ειλικρίνεια: «Γιατί να κάνεις ένα κόπο που δεν αποφέρει τίποτα, να κάνεις μια δουλειά που είναι μόνο δουλειά; Αν αυτό που ζητάει μένει χωρίς ανταμοιβή, τι ωφελεί να ζητήσει; Τι ωφελεί να γράφει κανείς, αν ο συγγραφέας παραμένει άγνωστος, αν το έργο αγνοείται από εκείνον για τον οποίο ο συγγραφέας έκανε τον κόπο να το γράψει με την ελπίδα του κέρδους;»
Ο Θεόδωρος Πρόδρομος είχε την ίδια γνώμη. Για να αρέσει, για να πετύχει, για να ζήσει, όπως έκανε κάθε είδους θελήματα, έτσι έκανε και όλες τις λογοτεχνικές δουλειές. Του αποδίδουν έμμετρα μυθιστορήματα και φάρσες, σάτιρες και αστρολογικά ποιήματα, θρησκευτικά ποιήματα και φιλοσοφικά δοκίμια, επιστολές και επικήδειους λόγους, πολλά περιστασιακά κομμάτια που αφορούν κυρίως τα αξιοσημείωτα γεγονότα της αυλής και της πόλης, νίκες και γάμους, γεννήσεις και θανάτους, στα οποία κάνει κυρίως την εμφάνισή το απλωμένο χέρι του ζητιάνου ακολουθώντας ένα σωρό μεγαλοφυείς πλάγιους δρόμους. Δεν γράφει μόνο για λογαριασμό του: η πένα του και το πνεύμα του είναι στην υπηρεσία όποιου τον πληρώνει για να συντάξει μια αίτηση, μια φιλοφρόνηση ή ένα θρήνο. Αναζητώντας πάντα την κατάλληλη ευκαιρία, αυτός ο ποιητής είναι στην πραγματικότητα ένας απλός υπηρέτης της αυλής και οι όμοιοί του είναι σαν κι αυτόν, θέλοντας περισσότερο να αρέσουν παρά να κατηγορούν, και πολύ ευτυχείς αν μετά από ένα σωρό παρακάλια, κόπους, ατιμώσεις, βρουν τελικά στο τέλος της ζωής τους ένα ήσυχο καταφύγιο σε κάποιο φιλανθρωπικό ίδρυμα. Ο Θεόδωρος Πρόδρομος το βρήκε γύρω στο 1144 στο γηροκομείο του Αγίου Παύλου. Ο ανώνυμος ποιητής του χειρογράφου της Βενετίας το συνάντησε γύρω στο 1156 στο μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου των Μαγκάνων μετά από μια περιπετειώδη ζωή που αξίζει να τη διηγηθούμε, γιατί έχει κάποιο ενδιαφέρον για την ιστορία της κοινωνίας την εποχή των Κομνηνών.
Ανάμεσα στις βυζαντινές πριγκίπισσες του πρώτου μισού του 12ου δεν υπάρχει ούτε μία που να μην βομβάρδισαν με τα ποιήματά τους ο Θεόδωρος Πρόδρομος ή ο ομώνυμός του του χειρογράφου της Βενετίας. Ο πρώτος, απευθυνόμενος στην Ειρήνη Δούκα, τη χήρα του μεγάλου Αλέξιου Κομνηνού, έκλαψε σε πεζό και έμμετρο λόγο για το θάνατο του γιου της Ανδρόνικου.
Ύμνησε, για την Άννα Κομνηνή, σε πομπώδη επιθαλάμια το γάμο των δύο γιων της.Ύμνησε την Ειρήνη την Ουγγαρέζα, που ήταν σύζυγος του Ιωάννη Κομνηνού και τη Γερμανίδα Ειρήνη, που ήταν η πρώτη σύζυγος του Μανουήλ. Ο άλλος επαίνεσε όλες τις ωραίες γυναίκες που κυκλοφορούσαν στο αυτοκρατορικό περιβάλλον, τις ανιψιές, τις εξαδέλφες του βασιλέως. Αλλά ανάμεσα σ' αυτές τις διάσημες προστάτριες, υπάρχει κυρίως μία της οποίας το όνομα και η οικογένεια εμφανίζονται αδιάκοπα στο χειρόγραφο της Βενετίας και της οποίας ο δεύτερος Πρόδρομος φαίνεται ότι ήταν ο επίσημος ποιητής πρόκειται για τη σεβαστοκρατόρισσα Ειρήνη, νύφη του αυτοκράτορα Μανουήλ.
Ήταν σύζυγος του σεβαστοκράτορα Ανδρόνικου, του δεύτερου γιου του Ιωάννη Κομνηνού και όπως οι περισσότερες μεγάλες κυρίες της εποχής, ήταν πολύ μορφωμένη και αγαπούσε τα γράμματα. Διατηρούσε σχέσεις με μερικούς από τους διασημότερους συγγραφείς της εποχής της. Κατά παραγγελία της και γι' αυτήν, ο Κωνσταντίνος Μανασσής έγραψε το έμμετρο χρονικό του και στον πρόλογο αυτού του έργου ο συγγραφέας ύμνησε όπως άρμοζε την φιλολογωτάτη πριγκίπισσα, που ήθελε πάντα να διευρύνει τις γνώσεις της, αγαπούσε με πάθος τα βιβλία, θαύμαζε θερμά την ευγλωττία και αφιέρωνε στην επιστήμη το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της. Επαίνεσε επίσης τη γενναιοδωρία της και τα πολλά της δώρα που, σαν δροσιά, έρχονταν συνεχώς να ξεκουράσουν τους συγγραφείς που εργάζονταν για κείνη. Και πρέπει να προσθέσουμε, γιατί αυτό σπανίζει εκείνη την εποχή, ότι έκανε στην προστάτριά του αυτά τα κομπλιμέντα με μια νηφαλιότητα και μια διακριτικότητα που φρόντισε να υπογραμμίσει ο ίδιος: «Σταματάω, γράφει, από φόβο μήπως μερικοί κρίνουν ότι τα λόγια μου είναι γεμάτα κολακεία»: ένας φανερός υπαινιγμός στους ατελείωτους επαίνους του Θεοδώρου Προδρόμου και των ομοίων του, όπου εκδηλώνεται ταυτόχρονα η λίγο περιφρονητική γνώμη που είχαν οι άνθρωποι της εποχής τους γι' αυτούς τους ποιητές της αυλής.
Μορφωμένη και γενναιόδωρη, η Ειρήνη είχε γύρω της ένα μικρό κύκλο από ανθρώπους των γραμμάτων. Όπως ζητούσε από τον Μανασσή να της διδάξει την ιστορία, ανέθετε στον Ιωάννη Τζέτζη να σχολιάσει για λογαριασμό της τον Ησίοδο και τα έπη του Ομήρου- και γι' αυτήν, όπως είχε κάνει κάποτε για την αυτοκράτειρα Ειρήνη, ο μορφωμένος γραμματικός συνέθετε, όπως έλεγε, μια νέα γυναικεία βίβλο στην αρχή της οποίας υπενθύμιζε τις ευεργεσίες που του είχε κάνει η Ειρήνη μέσα στη φτώχια του και μιλούσε για την ευχαρίστηση που ένιωθε εργαζόμενος γι' αυτήν. Κι εκείνος, εξάλλου, όπως οι άλλοι άνθρωποι των γραμμάτων, ζητούσε, σε πεζό λόγο και σε στίχους, την ευεργεσία και τα δώρα της προστάτριάς του και παραπονιόταν μερικές φορές ότι οι γραμματείς της πριγκίπισσας δεν έδειχναν καθόλου ζήλο για να εκπληρώσουν γενναιόδωρα τις προθέσεις της και ότι η κακή τους θέληση του στερούσε τους καρπούς της εργασίας του. Επίσης η Ειρήνη διατηρούσε μια πολύ περίεργη αλληλογραφία με κάποιον μοναχό Ιάκωβο, που φαίνεται ότι ήταν ένας από τους οικείους της. Σ' αυτές τις επιστολές, εκτός από την ιστορία των δυστυχιών της, βρίσκουμε μια αναφορά στις φιλολογικές της προτιμήσεις, στην «αττική διάλεκτό της» και στην αγάπη της για τους στίχους του Ομήρου «ο σος Όμηρος» όπως λέει ο επιστολογράφος της πριγκίπισσας. Είναι πιθανόν τέλος να εργάστηκε γι' αυτήν ο Θεόδωρος Πρόδρομος, αν και μου φαίνεται αμφίβολο ότι πρέπει να του αποδώσουμε όλα τα ποιήματα που απευθύνονται στη σεβαστοκρατόρισσα που έχουν σωθεί με το όνομά του. Εν πάση περιπτώσει, όμως, είχε στην υπηρεσία της για πολύ καιρό τον ποιητή του χειρογράφου της Βενετίας και τα πολλά κομμάτια που αφιέρωσε σ' εκείνη και στους δικούς της ρίχνουν ένα περίεργο φως τόσο στη ζωή αυτής της διακεκριμένης γυναίκας όσο και στη ζωή του ανθρώπου των γραμμάτων που ήταν o αυλικός της και ο πιστός υπηρέτης της.
Φαίνεται ότι ο ποιητής σύχναζε από νωρίς στο σπίτι του σεβαστοκράτορα Ανδρόνικου. «Σας ανήκα, λέει κάπου στην προστάτριά του, από την εποχή που βρισκόμουν στο στήθος της μητέρας μου». Πολλές φορές εξομολογούταν στον πρίγκιπα τις δυστυχίες του, περιγράφοντάς του την αξιοθρήνητη ζωή των φτωχών σαν κι αυτόν «που είχαν σαν μοναδική κληρονομιά τη φτώχια, που έχουν πολλά έξοδα και λίγα έσοδα» και είχε προσπαθήσει, με τη γλαφυρή διήγηση της δυστυχίας του, να τον μαλακώσει και να πετύχει μια αύξηση του επιδόματος που του έδινε ο Ανδρόνικος. Ταυτόχρονα έγραφε στιχάκια για τη γυναίκα του, προορισμένα να συνοδεύουν τα ευλαβικά δώρα που πρόσφερε στις εκκλησίες αφιέρωσε στην πριγκίπισσα ένα αστρολογικό ποίημα και από εκείνη τη στιγμή έγινε άνθρωπος του σπιτιού. Έτσι, όταν το 1143, κατά τη διάρκεια της εκστρατείας της Κιλικίας, ο πρίγκιπας πέθανε από πυρετό στην Αττάλεια, αφήνοντας τη γυναίκα του χήρα με πέντε παιδιά, η σεβαστοκρατόρισσα ανάθεσε στον ποιητή μας να συνθέσει τον μακροσκελή θρήνο, όπου υποτίθεται ότι η Ειρήνη εξέφραζε τη θλίψη της και όπου, παρά την κουραστική φλυαρία, διακρίνουμε μερικές φορές ένα τόνο ειλικρινούς πόνου. Από εκείνη τη στιγμή έμεινε για πολλά χρόνια πιστά προσκολλημένος στην προστάτριά του.
Το χειρόγραφο της Βενετίας περιλαμβάνει περίπου πενήντα ποιήματα σχετικά με την ίδια και τους δικούς της, που αποτελούνται συνολικά από περίπου 7000 στίχους. Μερικές φορές πρόκειται για μικρά κομμάτια προορισμένα να συνοδεύουν τις προσφορές, πετσέτες κεντημένες με χρυσάφι και μαργαριτάρια, πολύτιμα υφάσματα, σκεπάσματα δισκοπότηρων, που η ευσέβεια της Ειρήνης αφιέρωνε στις εκκλησίες συχνά αυτά τα σύντομα ποιήματα κεντιόνταν πάνω στο ύφασμα των αντικειμένων που πρόσφερε η πριγκίπισσα. Άλλοτε πάλι είναι στίχοι γραμμένοι για τις μεγάλες γιορτές του σπιτιού, αρκετά μακροσκελή ποιήματα που τα διάβαζαν επίσημα. Για όλες τις περιστάσεις της ζωής της Ειρήνης, ο λογοτέχνης μας ήταν πάντα έτοιμος να γράψει ένα κατάλληλο κομμάτι, για τα γενέθλιά της και για την αποκατάσταση της υγείας της, για το γάμο του γιου της του πρωτοσέβαστου και πρωτοβεστιάριου Ιωάννη, για το γάμο της κόρης της Θεοδώρας με τον δούκα της Αυστρίας, για το γάμο της εγγονής της Ειρήνης υμνούσε επίσης τα κατορθώματα των γιων της τις αρετές των θυγατέρων της, την αξία των γαμπρών της και απηύθυνε σε όλους κολακευτικά ποιήματα. Επίσης, με την ευκαιρία της χηρείας της κόρης της Ευδοκίας, της απουσίας ή της επιστροφής της κόρης της Θεοδώρας, της αναχώρηση για το στρατό του γιου της Αλεξίου, έστελνε στην πριγκίπισσα τα έμμετρα συλλυπητήρια ή συγχαρητήριά του. Όταν της μιλούσε, οι πιο κολακευτικές λέξεις συγκεντρώνονταν κάτω από την πένα του. Η Ειρήνη ήταν για κείνον «η σοφή, η αρμονική, η ζωντανή σκέψη της Αθηνάς».
Επαινούσε «την ψυχή της που ήταν γεμάτη καλοσύνη, την ψυχή της που ήταν ευσπλαχνική σαν την ψυχή του Χριστού». Υπενθύμιζε πόσο αγαπούσε το καλό και τα γράμματα (φιλάγαθος και φιλολογωτάτη). Και φαίνεται ότι δεν επρόκειτο απλώς για ψεύτικες εκδηλώσεις αφοσίωσης. Πολλές φορές ο ποιητής έγινε εκφραστής των θλίψεων και των παραπόνων της σεβαστοκρατόρισσας και μερικές φορές το έκανε με αρκετό θάρρος.
Μετά την απώλεια του συζύγου της, η Ειρήνη είχε δει ξαφνικά τη θέση της στην αυλή να αλλάζει. Για μια στιγμή, όταν ο θάνατος πήρε τον Αλέξιο, τον πρωτότοκο γιο του αυτοκράτορα Ιωάννη Κομνηνού, είχε την ελπίδα ότι θα ανέβαινε στο θρόνο με τον σύζυγό της και φαίνεται ότι οι φίλοι της χαιρέτιζαν προκαταβολικά στο πρόσωπό της τη μέλλουσα αυτοκράτειρα. Ο πρόωρος θάνατος του Ανδρόνικου κατέστρεψε τις ελπίδες της και από την αρχή της νέας βασιλείας φαίνεται ότι η σεβαστοκρατόρισσα είχε πέσει στη δυσμένεια του κουνιάδου της Μανουήλ. Για πρώτη φορά, γύρω στο 1144, μετά από μια συκοφαντική καταγγελία, φυλακίστηκε στο μεγάλο παλάτι και εξορίστηκε στη συνέχεια στις Πριγκιπονήσους η περιουσία της κατασχέθηκε, τα παιδιά της απομακρύνθηκαν από κοντά της, και παραπονιέται ακόμη και ότι οι δεσμοφύλακές της την κακομεταχειρίστηκαν. Κατάφερε όμως να αποδείξει την αθωότητά της και γύρισε κοντά στους δικούς της. Ένα έργο του τακτικού της ύμνησε με συγκίνηση την επιστροφή της στο σπίτι και την τρανταχτή αναγνώριση της αθωότητάς της. Ωστόσο, δίκαια ή άδικα, η πριγκίπισσα προκαλούσε ανησυχίες. Το 1148 κατηγορήθηκε και πάλι, αυτή τη φορά για συνωμοσία κατά της ζωής του αυτοκράτορα, και χωρίς ανάκριση, χωρίς δίκη, απομακρύνθηκε αρχικά από την πρωτεύουσα και στη συνέχεια φυλακίστηκε στο ανάκτορο των Βλαχερνών. Ταυτόχρονα της αφαιρούσαν όλα τα προνόμια και ακόμη και την ενδυμασία της αυτοκρατορικής οικογένειας και μπορούσε να λέει με θλίψη: «Σ' αυτό το παλάτι όπου γνώρισα κάποτε την ευημερία, όπου έλαμπα σαν λουλούδι, τώρα λιώνω φυλακισμένη, κι όταν θυμάμαι τις αλλοτινές τιμές, τις χαρές και τις απολαύσεις του παρελθόντος, η θλίψη μου μεγαλώνει και το βάρος της δυστυχίας μου διπλασιάζεται». Έμεινε εκεί πάνω από δέκα μήνες και οτη συνέχεια μεταφέρθηκε άρρωστη στο μοναστήρι του Παντοκράτορα. Πολύ αργότερα, γύρω οιο 1151, μετά από πιεστικές αιτήσεις και χάρη οτην παρέμβαση του γιου και του γαμπρού της στον αυτοκράτορα, πήρε επιτέλους χάρη. Χρειάστηκε όμως να εγκαταλείψει την Κωνσταντινούπολη και να συνοδεύοει στη Βουλγαρία τον γιο της Ιωάννη, που είχε αναλάβει χωρίς αμφιβολία τη διοίκηση αυτής της επαρχίας.
Σ' αυτά τα πονεμένα χρόνια, ο ποιητής μας έγινε η ηχώ των παραπόνων της, ο εκφραστής της λύπης της και ο ιστορικός των συμφορών της. Σε μια σειρά από κομμάτια, όπου συνήθως υποτίθεται ότι μιλάει η ίδια, την βάζει να διηγείται χωρίς τελειωμό τις αξιοθρήνητες περιπέτειες της ζωής της πώς, μετά το θάνατο του λατρεμένου της συζύγου, κάθε ελπίδα πέθανε για κείνη, κάθε ευτυχία Χάθηκε, φανερός υπαινιγμός για τη χαμένη ελπίδα του θρόνου- πώς, τρεις φορές η οργή του αυτοκράτορα έπεσε πάνω της και πώς «σαν κερί στη φωτιά» έλιωσε στο φύσημα του θυμού του- πώς στο βάθος της αβύσσου όπου έχει πέσει, στον τάφο όπου έχει ταφεί ζωντανή, περιμένει και εύχεται μόνο το θάνατο. «Υπέφερα, λέει κάπου, διάφορες και αφόρητες συμφορές. Οι συκοφάντες με συκοφάντησαν, η γλώσσα τους σαν σπαθί με πλήγωσε, με πρόσβαλε, με τσάκισε. Απομακρύνθηκα, διώχτηκα. Έφτασα ως τις πύλες του Άδη». Και αλλού: «Γνώρισα κάθε είδους δεινά, κάθε είδους τυραννία. Υπέμεινα τη φυλακή, υπέμεινα την εξορία- υπέμεινα τις προσβολές, τη
στέρηση των παιδιών μου, την περιφρόνηοη των οικείων μου, τις κατηγορίες των υπηρετών μου, όλες τις δυστυχίες, όλους τους υποβιβαομούς. Είδα τη χαρά των εχθρών μου. Και όμως ζω». Καινούργιες συμφορές προστίθενται κάθε μέρα στη δυστυχία της. Ένας γάμος για λόγους πολιτικής της στερεί την κόρη της Θεοδώρα για να την ενώοει μ' αυτόν που ο ποιητής ονομάζει «το κτήνος της Δύσης». «Και έκλαψα, έλεγε η Ειρήνη, την κόρη μου σαν να είχε πεθάνει». Μια αυτοκρατορική διαταγή της έπαιρνε τον γιο της Αλέξιο, το μικρότερο από τα παιδιά της, για να τον στείλει οτο στρατό. Η κόρη της Μαρία βρισκόταν μακριά της, η κόρη της Ευδοκία ήταν χήρα και σε λίγο θα έμπλεκε με τον ωραίο Ανδρόνικο Κομνηνό. Κι εκείνη έμενε μόνη, άρρωστη, δυστυχισμένη «σαν νέα Εκάβη στερημένη απ' τα παιδιά της».
Ασφαλώς υπάρχει κάποια υπερβολή σ' αυτά τα παράπονα. Ο αυτοκράτορας Μανουήλ έβλεπε με πολύ καλό μάτι τους γιους της και τον γαμπρό της Ιωάννη Καντακουζηνό- επέτρεπαν στην κόρη της Μαρία να την επισκέπτεται στη μονή του Παντοκράτορα- η κόρη της Θεοδώρα ερχόταν από τη Γερμανία για να τη δει. Ωστόσο δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η ίδια είχε πολύ σκληρή μεταχείριση. Στην αίτηση που απευθύνει ο ποιητής της εξ ονόματός της στον αυτοκράτορα Μανουήλ κατά τη φυλάκισή της στις Βλαχέρνες, παραπονείται έντονα και με ακριβείς λεπτομέρειες για τις ταπεινώσεις και τις κάθε είδους τιμωρίες που της επιβάλλουν. Γίνεται λόγους για άνδρες δεσμοφύλακες στους οποίους, αντίθετα απ' ό,τι συνηθιζόταν, εμπιστεύτηκαν την πριγκίπισσα κατά την πρώτη εξορία της γίνεται λόγος ακόμη και για χτυπήματα (μάστιγες) που της έδωσαν. Γίνεται κυρίως λόγος για τον απόλυτα παράνομο τρόπο με τον οποίο συμπεριφέρθηκαν στη σεβαστοκρατόρισσα. Και σ' αυτό το σημείο, παρά τις ικεσίες από τις οποίες είναι γεμάτη η επιστολή, η Ειρήνη δεν μπορεί να μη διαμαρτυρηθεί, όχι χωρίς θάρρος και περηφάνια: «Δεν αρνούμαι τους δικαστές, δεν αποφεύγω το δικαστήριο- δεν φοβάμαι κανένα κατήγορο ούτε συκοφάντη. Ας εμφανιστεί, το απαιτώ, αυτός που κρατάει το τιμόνι, ας μιλήσει και ας φέρει τις αποδείξεις του εγκλήματός μου». Αντί γι' αυτό, καταδικάστηκε χωρίς ανάκριση, χωρίς δίκη, χωρίς να έρθει αντιμέτωπη με τον κατήγορό της. «Γιατί, γράφει στον αυτοκράτορα, καταδικάζεις ένα ανθρώπινο πλάσμα με μια απλή υποψία; γιατί τιμωρείς με μια απλή καταγγελία κάποιον που δεν μπόρεσε να υπερασπίσει τον εαυτό του; Γιατί δεν ψάχνεις να βρεις αυτόν που με κατηγορεί; Μην αρκείσαι στα λόγια, αλλά απαίτησε αποδείξεις". Για την ίδια, ζητάει να τη μεταχειρίζονται σύμφωνα με το νόμο, πρόθυμη να υποστεί την ποινή της, αν καδικαστεί δίκαια. Θέλει όμως ένα κανονικό, αμερόληπτο δικαστήριο. «Αντίθετα από τους άλλους ανθρώπους, λέει ενεργητικά, δεν εμπιστεύεσαι καθόλου στα λόγια, ζητάς απόδειξη με γεγονότα. Αλλά εναντίον μου ξέχασες όλα τα παραδομένα έθιμα: με τιμωρείς χωρίς να με δικάσεις, με καταδικάζεις με βάση μια απλή λέξιν και υπάρχουν δύο πράγματα εξίσου αξιοθρήνητα στην υπόθεσή μου, η κρίση και η τιμωρία, που και οι δύο είναι αντίθετες προς τον νόμο».
Χρειαζόταν κάποιο θάρρος για να μπορέσει ο φτωχός άνθρωπος των γραμμάτων που έγραφε εξ ονόματος της πριγκίπισσας να πει τόσο σκληρές αλήθειες στον αυτοκράτορα. Πρέπει εξάλλου να πούμε, προς έπαινο του ποιητή μας, ότι έδειξε σ' όλη αυτή την περιπέτεια θαρραλέα πίστη στην ατιμασμένη προστάτριά του. Προσπαθεί να την παρηγορήσει, να της βρει υποστηρικτές. Γράφει στον γαμπρό της Ιωάννη Καντακουζηνό, στον γιο της Ιωάννη Κομνηνό για να τους ζητήσει να ενδιαφερθούν για την τύχη της πριγκίπισσας, υπενθυμίζοντας στον ένα ότι «για μια μητέρα δεν πρέπει να διστάζουμε να δώσουμε ακόμη και τη ζωή μας» και στον άλλο ότι ολόκληρο το Βυζάντιο σκανδαλίζεται για την άδικη ατίμωση της Ειρήνης. Την υποστηρίζει κατά τη διάρκεια της αιχμαλωσίας της.
Και όταν τελικά έρχεται η συγνώμη, δεν διστάζει, αν και με λύπη του, να εγκαταλείψει την πρωτεύουσα και να ακολουθήσει την ευεργέτισσά του στη Βουλγαρία. «Η απομάκρυνση, έλεγε με ωραίο τρόπο, σχίζει την ψυχή». Δεν μπορούσε να αντέξει σ' αυτή τη σκέψη και συνόδεψε στην εξορία εκείνη που, όπως υπενθύμιζε υπερήφανα, υπηρετούσε «πιστά και με ζήλο» εδώ και δώδεκα χρόνια.
Υπήρχε κάποια υστεροβουλία σ' αυτή την πίστη. Ασφαλώς ένας από τους λόγους της προσκόλλησης του ποιητή στην προστάτριά του ήταν ότι εξαιτίας της δυσμένειας της Ειρήνης, όπως στην περίπτωση ενός άλλου ανθρώπου των γραμμάτων, του Γλύκα, εξαιτίας της δυσμένειας του Θεόδωρου Στυπιώτη, ο αυτοκράτορας τον έβλεπε με πολύ κακό μάτι και παρά τα ποιήματα που είχε συνθέσει πολλές φορές για τον Μανουήλ, δεν είχε να ελπίζει καμία εύνοια απ' αυτόν. Αντίθετα, στηριζόταν σαν ανταμοιβή στη γενναιοδωρία της σεβαστοκρατόρισσας και του γιου της, που θεωρούσε ότι του άξιζε. Και της το έλεγε καθαρά: «Το μόνο που μου απομένει είναι να ελπίζω στη χριστιανική και φιλάνθρωπη ψυχή σας. Σας ικετεύω, μη διαψεύσετε τη μόνη ελπίδα που μου μένει- μην κάνετε την προσδοκία μου». Ήλπιζε επίσης ασφαλώς ότι, σ' αυτό το Βυζάντιο που ήταν τόσο γόνιμο σε επαναστάσεις, κάποια αλλαγή της τύχης θα επανέφερε την ευεργέτισσά του στην αυλή, και πράγματι, εκείνη γύρισε αργότερα στην Κωνσταντινούπολη. Όμως η αφοσίωση του μας τον τιμά και δείχνει ότι άξιζε περισσότερο - τουλάχιστον σε ορισμένες περιπτώσεις - απ' όσο θα μπορούσε να πιστέψει κανείς από τον γενικό τόνο του έργου του.
Πρέπει να προσθέσουμε πάντως ότι κουράστηκε πολύ γρήγορα από την παραμονή του στη Βουλγαρία. Παρά την προσκόλλησή του στην Ειρήνη, η Κωνσταντινούπολη του έλειπε. Νοσταλγούσε, σύμφωνα με τα λόγια του «τον αγαπημένο καπνό της πατρίδας», έπληττε στην υγρή και θλιβερή χώρα όπου τον είχε οδηγήσει το πεπρωμένο του.
Ένιωθε επίσης γέρος, άρρωστος είχε ανάγκη να ζήσει σ' ένα μέρος «όπου βρίσκεις φάρμακα και νοσοκομεία». Θυμόταν ακόμη ότι, εδώ και πολλά χρόνια, η πριγκίπισσα και ο γιος της του είχαν υποσχεθεί να φροντίσουν να γίνει δεκτός στο μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου των Μαγκάνων. Όχι χωρίς δισταγμό, ζήτησε την άδειά της να φύγει, υπενθυμίζοντας τις πολύχρονες και πιστές υπηρεσίες του, ζητώντας σαν μοναδική χάρη να τον στείλουν πίσω στο Βυζάντιο όπου θα εξακολουθούσε, στο ανάκτορο που διατηρούσε στην κατοχή της η Ειρήνη, να ανήκει στην οικογένειά της. «Δεν θα ήθελα καθόλου, έλεγε, να αλλάξω κατάσταση ούτε να απομακρυνθώ. δεν επιθυμώ καθόλου τον χωρισμό, την εξορία». Αλλά χρειαζόταν ξεκούραση και η πριγκίπισσα χρειαζόταν νέους και ρωμαλέους υπηρέτες Ζητούσε λοιπόν μια τιμητική σύνταξη. «Δεν ζητάω καμιά πολυτέλεια, ζητάω μόνο τα προς το ζην».
Η επιθυμία του εισακούστηκε. Το 1152 επέστρεψε στο Βυζάντιο και τότε, επειδή έπρεπε να ζήσει και επειδή το να γίνει δεκτός στο μοναστήρι των Μαγκάνων εξαρτιόταν από τον αυτοκράτορα, στράφηκε στον Μανουήλ. Ο ηγεμόνας κώφευε για πολύ καιρό στις αιτήσεις του φτωχού ανθρώπου των γραμμάτων και εκείνος παραπονιόταν πικρά ότι ο βασιλεύς δεν κοίταζε καν τους στίχους του. Τελικά όμως, ίσως χάρη στη λήξη της δυσμένειας της Ειρήνης, πέτυχε μετά από πολλές αιτήσεις και συχνά προδομένες ελπίδες αυτό που ονειρευόταν. Γύρω στο 1156 μπήκε στο μοναστήρι των Μαγκάνων. Έζησε εκεί, γράφοντας πάντα στίχους για τους ισχυρούς προστάτες του και διατηρώντας όπως φαίνεται, βαθιά αφοσίωση για τη σεβαστοκρατόρισσα. Της έγραφε για να την ενημερώσει για την υγεία του, για τις εγχειρήσεις στις οποίες επρόκειτο να υποβληθεί και ασφαλώς ήλπιζε να πετύχει έτσι κάποια νέα ένδειξη της συνηθισμένης της γενναιοδωρίας. Πέθανε στο μοναστήρι του, πιθανότατα λίγο μετά το 1166 - το τελευταίο ποίημά του φέρει αυτή την ημερομηνία - και ανεξάρτητα από τη γνώμη μας για το άτομό του, η ζωή του παρουσιάζει πραγματικό ενδιαφέρον, τόσο για τις πληροφορίες που μας δίνει για την κατάσταση των ανθρώπων των γραμμάτων στο Βυζάντιο όσο και για τα στοιχεία που μας δίνει για τη μελαγχολική Ειρήνη, μορφωμένη πριγκίπισσα και προστάτρια των γραμμάτων, που ένας από τους προστατευόμενούς της ονόμαζε «σειρήνα της ευγλωττίας».
Πηγή κειμένου: ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ , CHARLES DIEHL
