Κυριακή, Δεκεμβρίου 12, 2021

Μανώλης Γλέζος: «Κι όλοι οι νέοι οργίστηκαν και σκύλιασαν» 

Στις 25 τ' Απρίλη ήρθεν o πατέρας, αμίλητος και κλειστός. 

Μπήκε μέσα στο σπίτι και το σπίτι δεν γέλασε. Πλύθηκεν, άλλαξε κι ήταν ακόμα αμίλητος και κλειστός. Δεν απαντούσε σε τίποτα, γιατί κανείς δεν τον ρωτούσε. Τα ερωτήματα έφταναν ως τα χείλη, μα δεν τολμούσαν να γίνουν λέξεις. Παράμειναν σκέψεις να στριφογυρίζουν και να βασανίζουν. 

Πύκνωναν ολοένα και πιο πολύ τ' αεροπλάνα με το μαύρο σταυρό που πήγαιναν κι έρχονταν πάνω από την Αθήνα. Οι σειρήνες δεν προλάβαιναν να σφυρίζουν. Οι μπόμπες έσκαζαν και ταρακουνούσαν γης και ουρανό. 

Την άλλη μέρα 26 τ' Απρίλη, οι εφημερίδες έγραφαν πως πρέπει: 

Να διακοπή πάσα κίνησις εν Αθήναις, Πειραιεί και τοις Προαστίοις.

Άπαντα τα καταστήματα θα ώσι κλειστά.Οι κάτοικοι εις τας οικίας των κ.λπ., κ.λπ. 

Ήταν, έγραφαν, στρατιωτική διαταγή του στρατηγού Καβράκου, για να μη μας δούνε στους δρόμους οι κατακτητές, που θα κυρίευαν την πόλη. 

Οι μάνες έκλεισαν τις πόρτες και δεν άφησαν πια τα παιδιά να βγουν στους δρόμους. Και ο πατέρας είχε κλειστεί σ' ένα δωμάτιο μαζί με την ψυχή του και ήταν αμίλητος και κλειστός και δεν έσκαγε τ' αχείλι του τ' άφατο ούτε για μισή κουβέντα. 

Και τα παιδιά καβάλαγαν τους μαντρότοιχους της αυλής και το 'σκαγαν. Ξεχύνονταν στους δρόμους να δουν να καίγονται οι καταυλισμοί των Συμμάχων που 'φυγαν προχτές πάνω στ' αυτοκίνητα για την Κόρινθο. 

Κι οι νέοι γύριζαν μονάχοι στους δρόμους και νόμιζαν πως αν τους έντυναν και τους έστελναν στο Μέτωπο, δεν θα περνούσε ο εχθρός, δεν θα 'σπαγε το Μέτωπο. Αλλά και πως τώρα αν είχαν στα χέρια τους ένα όπλο, έστω κι ένα πιστόλι, θα πήγαιναν εκεί στα βουνά ή εδώ στους λόφους ή και ακόμα εδώ, στα πρώτα σπίτια της Αθήνας, και θα σταμάταγαν τον εισβολέα. 

O καθένας νέος θαρρούσε πως αυτός μόνος του θα δύνονταν να τα κάνει όλα. Κι όλοι οι νέοι οργίστηκαν και σκύλιασαν, καθώς διάβασαν εκείνη τη φαρμακερή διαταγή του στρατηγού Καβράκου και κείνο το θα ώσι κλειστά», κόλλησε σαν τσιρότο στο μυαλό τους και δεν ξεκόλλαγε. Ακούς εκεί θα ώσι κλειστά» « θα ώσι κλειστά»...» 

Το αίμα κόχλαζε στις φλέβες τους από την οργή και την ανημποριά. 

Και γύρναγαν στους δρόμους και δεν ερχόντουσαν στο σπίτι να συμμαζευτούν. Κι όπου έβλεπαν καπνό και φασαρία, έτρεχαν, κι ήταν, όμως, εκείνο τον καιρό κάθε νέος, ένας νέος. 

Την ίδια μέρα 26 τ' Απρίλη, ήρθαν και τα ξαδέρφια από το Μέτωπο, με τα δίκοχα κρυμμένα στις τσέπες τους. Είχαν καμένα τα κούτελά τους από τον ήλιο, από τη μέση και κάτω, και τα χέρια τους ήσαν πρησμένα από τις χιονίστρες και σκασμένο το δέρμα τους από τον Βοριά. Κλεισμένα κι αυτουνών τα χείλια και δεν έσκαγαν να πουν ούτε μια, ούτε μισή κουβέντα. Δεν σε θωρούσαν στα μάτια κι ήσαν ντυμένοι στο χακί και στης ντροπής τη συστολή. 

Υστερις όμως τους κλείσαμε μέσα στο δωμάτιο το δικό μας και τους ριχτήκαμε να μας πουν. Αστραποβόλησαν τότες τα μάτια τους και λύθηκεν η γλώσσα κι άρχισαν να ιστορούνε. Γέμισε το δωμάτιο μάχες και κρύο, χιόνια κι αψιμαχίες. Μάθαμε τότες για τους Μελανοχίτωνες και τους Ναζίδες, που σκοτώνουν ακόμα και τους νεκρούς, κι ανατριχιάσαμε. 

Τα χιόνια, το κρύο κι ο πάγος ήρθαν από το Μέτωπο αντάμα-αντάμα με την αγωνία του  θανάτου και τον ίδιο το θάνατο κι έσφιξαν τις καρδιές μας και τις λαχτάρισαν. 

Έλληνες στρατιώτες παραδίδουν τα όπλα τους σε Γερμανούς. 

Κι αφού μάθαμε για τα χιόνια και τα τουμπανιασμένα μουλάρια, τα ορεινά χειρουργεία και τα μεταγωγικά, για μιαν οβίδα που 'πεσε ξαφνικά κι ήρθε και σκότωσε δεκατέσσερεις μονοκοπανιάς, για τον αφρισμένο Αώο και τη φοβερή Τρεμπεσίνα, για τη γέφυρα της Μέρτζανης και για την Κλεισούρα. κι αφού μάθαμε ακόμα για τα τανκς που πατάνε και λιώνουν τους νεκρούς και τους τραυματίες ακόμα, και προχωράνε ακάθεκτα χωρίς να μπορείς να τα σταματήσεις. κι αφού μάθαμε για το πώς το νιώθεις το τραύμα, μια ζέστη, μια καούρα, ένα κρύο σουβλερό κι o πόνος ο αβάσταχτος, το μικρό, και πώς το τραύμα το μεγάλο, που δεν το νιώθεις, γιατί σ' έχει κιόλας παραλύσει. κι αφού μάθαμε τι είναι οι αλεξιπτωτιστές και τα «στούκας», κι αφού μάθαμε και για εκείνους τους αξιωματικούς που δείλιαζαν και παρέδιναν τις μονάδες τους στον εχθρό και πώς το 'σκαγαν οι φαντάροι κι έπαιρναν τα βουνά και τα ρουμάνια και τα κρυφά μονοπάτια για να μην παραδοθούν, κι αφού ρωτήσαμε και μάθαμε και δεν πειστήκαμε για το πώς δεν μπόρεσαν να φέρουν μαζί τους τα όπλα τους και πού τα πέταξαν και πού τα 'κρυψαν και πού τα 'φησαν κι αν θυμούνται το μέρος, ήρθε μέσα στο δωμάτιο με τα ξαδέλφια —τον Μιχάλη, τον Γιώργο, τον Γιάννη— και κρεμάστηκε στον αέρα επιβλητικά, επιτακτικά το μεγάλο ερώτημα: «Και τώρα τι θα γίνει;» 

Το 'βλεπες, το 'νιωθες, τ' αντίκριζες πια καθαρά. «Τι θα γίνει τώρα;» 

Δεν μπορούσες να ξεφύγεις απ' αυτό. Σ' άδραχνε, σ' άρπαζε στις τρομερές αρπάγες του και σε καθήλωνε. 

«Τι θα γίνει τώρα»;