Κυριακή, Δεκεμβρίου 19, 2021

ΔΟΥΡΗΣ ΜΑΝΩΛΗΣ: Το παιχνίδι της μοίρας για το επτάχρονο αγγελούδι

Πάγωσε όλη η Ελλάδα παραμονή της Πρωτοχρονιάς και το γιορταστικό κλίμα έγινε σμπαράλια στο άκουσμα της είδησης ότι ένας ελαιοχρωματιστής από την Αργολίδα είχε βιάσει κτηνωδώς το επτάχρονο αγοράκι του και στη συνέχεια το έπνιξε και το έκρυψε σε σημείο όπου δύσκολα μπορούσε να ανευρεθεί. Τις επόμενες ώρες μάλιστα, δήθεν έψαχνε μαζί με συγχωριανούς του να βρει το παιδί, και τελικά το «εντόπισε» ο ίδιος στο σημείο όπου το είχε τοποθετήσει. Καταριόταν συνέχεια τον δολοφόνο του παιδιού του. Ακόμα και στην κηδεία, και έπαιζε θέατρο μέχρι τη στιγμή που περιέπεσε σε αντιφάσεις και ομολόγησε το φρικιαστικό του έγκλημα. 

Καταδικάστηκε σε ισόβια δεσμά. καθώς το δικαστήριο τον έκρινε ένοχο για την ανθρωποκτονία και τον βιασμό του ίδιου του σπλάχνου του. Δύο χρόνια αργότερα, και ενώ υποστήριζε κατά διαστήματα ότι ήταν αθώος, βρέθηκε απαγχονισμένος με καλώδιο της τηλεόρασης στην τουαλέτα των φυλακών Τρίπολης, δίνοντας έτσι τέλος στην πολυτάραχη ζωή του. Πολλοί. ανάμεσά τους και η σύζυγος του δράστη, πιστεύουν ότι άλλος ήταν o δολοφόνος του παιδιού και ότι ο Δουρής ήταν αθώος. Τη συγκλονιστική υπόθεση κάλυψα τότε με επιτόπιο ρεπορτάζ στην Αργολίδα και στην Αθήνα, μαζί με τους συναδέλφους τεχνικούς Κώστα Ζέρβα και Γιάννη Κρητικό. 

Ας δούμε όμως αναλυτικά πώς διαδραματίστηκαν τα ανατριχιαστικά γεγονότα αυτής της φοβερής παιδοκτονίας που απασχόλησε την ελληνική κοινή γνώμη για πολύ καιρό. 

Δουρής Εμμανουήλ του Αντωνίου και της Γεωργίας. ελαιοχρωματιστής. παντρεμένος και πατέρας έξι παιδιών. τα τέσσερα αγόρια και τα δύο κορίτσια. Είχε γεννηθεί το 1953 στο Περιστέρι Αττικής και κατοικούσε με την οικογένειά του στην Ερμιόνη της Αργολίδας. Πρόκειται για τον πρωταγωνιστή της ανατριχιαστικής ιστορίας που αποκαλύφθηκε στις 30 Δεκεμβρίου 1993 και, όπως ήταν επόμενο, τράβηξε σαν μαγνήτης το ενδιαφέρον μικρών και μεγάλων σε όλη τη χώρα. 

Ο Μανώλης Δουρής και η σύζυγός του Γεωργία είχαν μετακομίσει στην Ερμιόνη μόλις παντρεύτηκαν. Απέκτησαν επτά παιδιά, ενώ τόσο ο ίδιος όσο και η σύζυγός του δούλευαν σκληρά για να μπορέσουν να τα βγάλουν πέρα. Εκείνος εργαζόταν ως οικοδόμος, κι έπειτα ως ελαιοχρωματιστής, κάνοντας ταυτόχρονα και άλλες εργασίες, ενώ η γυναίκα του δούλευε όπου έβρισκε μεροκάματο. Οι στερήσεις, βέβαια, ήταν μεγάλες, καθώς η οικογένεια ήταν πολυμελής και οι απαιτήσεις πάρα πολλές. 

Όταν αποκαλύφθηκε η υπόθεση και πήγαμε στην Αργολίδα για επιτόπιο ρεπορτάζ, μάθαμε από συγγενείς, γείτονες, γνωστούς και κατοίκους της όμορφης κωμόπολης διάφορα πράγματα, επιβαρυντικά για την οικογένεια Δουρή. Ο πατέρας, μας είπαν, κακομεταχειριζόταν τα παιδιά του. Τα χτυπούσε, τα έβριζε χυδαία και τους συμπεριφερόταν με τον χειρότερο τρόπο. Τα παιδιά δεν πήγαιναν σχολείο. Γυρνούσαν εδώ κι εκεί. πολλές φορές νηστικά, ξυπόλυτα, και κάποιες φορές σε κακή κατάσταση. Μας είπαν και άλλα πολλά, που δεν μπορώ να τα γράψω. επειδή χρειάζονται διασταύρωση που είναι αδύνατον πια να γίνει. Μεταφέρω όμως το εξής χαρακτηριστικό περιστατικό που απασχόλησε τις αρχές και τη μικρή κοινωνία της Ερμιόνης. 

Δύο χρόνια πριν από το φοβερό γεγονός με τον Νικολάκη. είχε δημιουργηθεί σάλος με μια σοβαρότατη καταγγελία. Σύμφωνα με αυτή. κάποιος συμπατριώτης του Δουρή, ηλικίας 76 χρονών, είχε κακοποιήσει σεξουαλικά ένα από τα παιδιά του (όχι τον άτυχο Νικολάκη). Είχαμε βρει τότε την αδελφή του εβδομηνταεξάχρονου, η οποία μας είχε πει ότι ο Δουρής με την καταγγελία που είχε κάνει επιδίωκε να βγάλει λεφτά. Και συνέχισε:

«Ο Δουρής πήγε στην αστυνομία και έκανε μήνυση εναντίον του αδελφού μου για βιασμό ενός από τα αγόρια του, με αποτέλεσμα να τον συλλάβουν και να τον βάλουν φυλακή. Στη συνέχεια o Δουρής ζήτησε από τον αδελφό μου 2.000.000 δρχ. κι ο αδελφός μου του τα έδωσε. Τότε ο Δουρής πήγε και απέσυρε τη μήνυση. Το ίδιο είχε κάνει ο Δουρής και σε κάποιον άλλον και του πήρε 1.000.000 δρχ. Η καταπελία για τον αδελφό μου ήταν άδικη. Δεν ήταν αλήθεια. Δυστυχώς για μας, o αδελφός μου, μετά από αυτό που έγινε, βγήκε από τη φυλακή. αλλά πέθανε από τη στενοχώρια του. Δεν άντεξε». 

Επιστρέφουμε τώρα στη μοιραία Πέμπτη. 30 Δεκεμβρίου 1993. O επτάχρονος Νίκος είχε πάει στο γήπεδο και έπαιζε με άλλα παιδάκια. Γύρω στις 6:00 το βράδυ. επέστρεψε στο σπίτι μαζί με έναν συνομήλικο εξάδελφό του, που ήταν και o τελευταίος άνθρωπος που είδε τον Νικολάκη πριν από το τραγικό γεγονός. Σύμφωνα με τα στοιχεία που είχε συγκεντρώσει η αστυνομία, στο προαύλιο o πατέρας συνάντησε το παιδί του και το ρώτησε πού ήταν και γιατί είχε αργήσει να γυρίσει στο σπίτι. Ανυποψίαστο το παιδί για όσα θα ακολουθούσαν, του απάντησε ότι είχε πάει με τον εξάδελφό του και με άλλα παιδιά στο γήπεδο για να παίξουν. 

Ο Δουρής του έριξε μερικές καρπαζιές και με τη βία το οδήγησε μέσα στη μικρή αποθήκη, στο προαύλιο του σπιτιού. Το παιδί αντιδρούσε και εκείνος το ξαναχτύπησε. Το τοποθέτησε πάνω σε έναν πάγκο, του έβγαλε τα ρούχα και, αφού το φίμωσε για να μη φωνάζει. το βίασε. Ίσως μάλιστα να έβαλε στον πρωκτό του παιδιού και κάποιο αντικείμενο, όπως είχε πει o ιατροδικαστής. Στη συνέχεια, του έφραξε το στόμα και τη μύτη με τα χέρια για να μην αναπνέει, με αποτέλεσμα το παιδί να πεθάνει. Με μυτερό αντικείμενο το τρυπούσε, όπως έλεγε αργότερα ο ίδιος ο δράστης, για να διαπιστώσει αν αντιδρούσε. Στη συνέχεια βγήκε για λίγο έξω, είδε ότι δεν υπήρχε κανένας μάρτυρας, επέστρεψε στην αποθήκη. έντυσε το παιδί, το σήκωσε στην αγκαλιά του και το μετέφερε στο σημείο όπου βρέθηκε αργότερα. Κατόπιν, επέστρεψε στο σπίτι και γεμάτος απορία ρωτούσε τη γυναίκα του και τα άλλα παιδιά τι είχε γίνει o Νίκος, πού ήταν και γιατί αργούσε. 

Όσο περνούσε η ώρα και ο Νίκος δεν εμφανιζόταν, ο Δουρής και τα μέλη της οικογένειάς του βγήκαν από το σπίτι και άρχισαν να ψάχνουν παντού, χωρίς αποτέλεσμα. 

«Θα πάω στην αστυνομία» είπε στη σύζυγό του, και πραγματικά μετέβη μαζί της στο Αστυνομικό Τμήμα Κρανιδίου και κατήγγειλε την «εξαφάνιση» του παιδιού του. Όπως μας έλεγαν οι αστυνομικοί αργότερα, όταν έκανε την καταγγελία έμοιαζε βέβαιος ότι το παιδί του δεν ήταν ζωντανό. Από την πλευρά του, o αξιωματικός υπηρεσίας προσπαθούσε να του δώσει κουράγιο λέγοντάς του ότι θα βρισκόταν το παιδί και δεν χρειαζόταν να ανησυχεί. 

«Μου το σκότωσαν το παιδί και δεν πρόκειται να το βρούμε. Δεν είναι ζωντανό» έλεγε ο Δουρής και παρίστανε τον απαρηγόρητο. 

«Σας είπα, μην ανησυχείτε. θα ψάξουμε και θα το βρούμε το παιδί σας» του έλεγε ξανά ο αξιωματικός υπηρεσίας για να τον καθησυχάσει. 

Συγχωριανοί, συγγενείς, φίλοι και αστυνομικοί άρχισαν να χτενίζουν όλα τα σημεία της Ερμιόνης, αλλά πουθενά δεν μπόρεσαν να βρούνε το παιδί. Σε κάποια φάση των ερευνών, ο Δουρής πήγε μαζί με ένα από τα αγόρια του στο σημείο όπου είχε τοποθετήσει το πτώμα του παιδιού του και είπε ότι το βρήκε, κλαίγοντας και ρίχνοντας κατάρες στον δολοφόνο του Νικολάκη! Το άψυχο κορμί του παιδιού το μετέφερε στο Κέντρο Υγείας ο ταξιτζής Γιώργος Πολίτης, ο οποίος, μάλιστα. είχε αναπτύξει υπερβολική ταχύτητα σε μια προσπάθεια να σώσει το παιδί. Πίστευε ότι θα μπορούσε να προλάβει το κακό. Δυστυχώς, όμως, ο γιατρός είπε ότι ήταν πολύ αργά. Το πτώμα του Νικολάκη μεταφέρθηκε στο νεκροτομείο για τη διενέργεια νεκροψίας και νεκροτομής. Το έργο ανέλαβε o ιατροδικαστής Φίλιππος Κουτσάφτης, ο οποίος διαπίστωσε ότι: 

«Ο θάνατος επήλθε από ασφυξία εξ αποφράξεως των έξω αναπνευστικών στομίων μετά εκτεταμένων κακώσεων του πρωκτού. Βαρεία σεξουαλική κακοποίηση και ανθρωποκτονία». 

Διαπίστωσε επίσης ο ιατροδικαστής ότι το παιδί έφερε τραύματα και αμυχές σε διάφορα σημεία, και επιπλέον διάσπαρτα εγκαύματα που προκλήθηκαν μετά θάνατον, και συγκεκριμένα:

«Εγκαύματα προκληθέντα εκ ξηράς φλογός επί της αριστεράς παρειάς, επί ολοκλήρου της προσθίας θωρακικής επιφανείας ιδίως αριστερά, αριστερού ώμου, αριστερού βραχίονος, έξω επιφανείας του αριστερού μηρού, γόνατος και κνήμης. Διάσπαρτα μικροεγκαύματα επί του οπισθίου θωρακικού τοιχώματος». 

Αναφέρει επίσης ότι «ελήφθησαν αίμα, τρίχες και πρωκτικό υλικό και παρεδόθησαν στα εργαστήρια της Εγκληματολογικής Υπηρεσίας», ενώ στα εργαστήρια στάλθηκαν και 12 τρίχες που βρέθηκαν στο πρόσωπο του παιδιού, γύρω από τα χείλη του, 9 τρίχες που βρέθηκαν στον πρωκτό του, και 22 τρίχες που βρέθηκαν στο μπουφάν του. Από την εξέταση στα εργαστήρια, όπως έγινε γνωστό, προέκυψε πως μία από τις τρίχες που βρέθηκαν στον πρωκτό του παιδιού ανήκε στον Μανώλη Δουρή. Σπερματικό υγρό δεν ανιχνεύτηκε σε κανένα από τα πειστήρια που είχαν σταλεί στα εργαστήρια. 

Επιστρέφουμε πίσω στην Ερμιόνη και στα γεγονότα. που βρίσκονταν σε πλήρη εξέλιξη. 

Επί περίπου εξήντα ώρες μετά τη φοβερή παιδοκτονία, ο Μανώλης Δουρής έπαιζε θέατρο και έλεγε ότι θα εκδικούνταν τον φονιά του παιδιού του κι ότι δεν θα τον άφηνε ζωντανό. Κι όλα αυτά μέχρι που η ανάκριση προχώρησε σε σημείο ώστε να κριθεί o ίδιος ύποπτος. 

Τελικά, κατά την ανάκριση στην αστυνομία, o δράστης «έσπασε» και ομολόγησε ότι αυτός είχε σκοτώσει το παιδί του, περιγράφοντας μάλιστα με λεπτομέρειες τις συνθήκες του αποτρόπαιου εγκλήματος, καθώς και του βιασμού που είχε προηγηθεί. Όταν οι αστυνομικοί τον ρωτούσαν για ποιον λόγο είχε κακοποιήσει σεξουαλικά το παιδί του και γιατί το είχε σκοτώσει, εκείνος προσπαθούσε να δικαιολογηθεί λέγοντας ότι δεν ήξερε τι έκανε επειδή βρισκόταν σε κρίση και ότι πάθαινε κρίσεις και διαλείψεις εδώ και πολλά χρόνια. 

Ο Μανώλης Δουρής κατέθεσε τρεις φορές στο Τμήμα Ασφαλείας Κρανιδίου, όπου είχε κληθεί προς εξέταση. Την πρώτη φορά στις 7:00 το πρωί της Κυριακής, 2 Ιανουαρίου 1994. Έδωσε και δύο συμπληρωματικές καταθέσεις την ίδια μέρα: τη μία στις 8:00 το πρωί και την άλλη στις 12:00 το μεσημέρι. 

Στην πρώτη του κατάθεση αναφέρεται στο τραγικό περιστατικό, παραδέχεται ότι σκότωσε το παιδί του αλλά αρνείται τον βιασμό. [...]Ο κατηγορούμενος κρίθηκε προφυλακιστέος και οδηγήθηκε προσωρινά στις φυλακές του Ναυπλίου. Λίγες μέρες αργότερα διατάχθηκε η μεταγωγή του στις φυλακές της Κέρκυρας. Αυτή η μεταγωγή συζητήθηκε ιδιαίτερα, καθώς ο Δουρής, κατά τη μεταφορά του από το Ναύπλιο στα Γιάννενα και εν συνεχεία στην Κέρκυρα, ξυλοκοπήθηκε άγρια. Σε κάποια φάση της διαδρομής, οι συγκρατούμενοί του μέσα στην κλούβα της Υπηρεσίας Μεταγωγών άρχισαν να χτυπάνε με μανία τον Δουρή. Του κατάφεραν γροθιές και κλοτσιές, κυρίως στα γεννητικά του όργανα, και του τραβούσαν τα μαλλιά. Όταν το πήραν είδηση οι αστυνομικοί που συνόδευαν τις μεταγωγές, ο Δουρής ήταν αναίσθητος και σε κακή κατάσταση. 

Στην Κέρκυρα τον πήγαν αμέσως στο νοσοκομείο και νοσηλεύτηκε για μέρες ώσπου να γίνει εντελώς καλά. Στο λιμάνι της Κέρκυρας, δεκάδες κάτοικοι τον περίμεναν με άγριες διαθέσεις αλλά τελικά απομακρύνθηκαν από τους αστυνομικούς. Αλλά και στο νοσοκομείο πολλοί ασθενείς τον αποδοκίμασαν εντονότατα και, αν δεν βρισκόταν κοντά του ισχυρή αστυνομική δύναμη, θα τον ξυλοκοπούσαν άγρια. 

Στις φυλακές παρουσιάστηκε κι άλλο πρόβλημα. Δεν τον ήθελαν ανάμεσά τους οι φυλακισμένοι, και μάλιστα υπήρχαν στους δεσμοφύλακες πληροφορίες ότι θα τον λίντσαραν και θα τον σκότωναν. Έτσι αποφασίστηκε να κρατηθεί για λίγο σε χώρο εκτός της κύριας φυλακής. μέχρι να κοπάσουν οι αντιδράσεις. 

Θα πρέπει εξάλλου να επισημάνω ότι άγριες διαθέσεις —έγιναν και κάποιες επιθέσεις— παρατηρήθηκαν και στις φυλακές του Ναυπλίου, του Κορυδαλλού. όπου o δράστης κρατήθηκε για μια μέρα, και των Ιωαννίνων, μέχρι ο Δουρής να καταλήξει στις φυλακές υψίστης ασφαλείας στην Κέρκυρα. 

Τον Νοέμβριο του 1994 έγινε η δίκη του Μανώλη Δουρή στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Κορίνθου. Είχαν ληφθεί έκτακτα μέτρα ασφαλείας επειδή επαναλαμβανόταν συνέχεια το ίδιο σκηνικό. Δηλαδή ανά πάσα στιγμή υπήρχε κίνδυνος να λιντσάρουν τον Δουρή δεκάδες άνθρωποι που βρίσκονταν μέσα κι έξω από το δικαστήριο. 

Μετά από ακροαματική διαδικασία τεσσάρων ημερών, το δικαστήριο εξέδωσε στις 23 Νοεμβρίου 1994 την απόφασή του, η οποία, σημειωτέον, ήταν ομόφωνη. Το δικαστήριο επέβαλε στον Δουρή: 

Ισόβια κάθειρξη για ανθρωποκτονία από πρόθεση με ενδεχόμενο δόλο σε ήρεμη ψυχική κατάσταση. 

Κάθειρξη 20 ετών για τον βιασμό του παιδιού του. 

Φυλάκιση 1 έτους για ασέλγεια (αιμομιξία). 

Στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων του για 10 χρόνια. Πολλοί κάτοικοι της Κορινθίας που βρίσκονταν μέσα στο δικαστήριο άρχισαν να φωνάζουν προς την έδρα των δικαστών: «Μπράβο. μπράβο». 

Ψύχραιμα άκουσε την ποινή που του επιβλήθηκε από το δικαστήριο ο παιδοκτόνος. Το μόνο που είπε με δύο λέξεις ήταν: 

«Είμαι αθώος». 

Όπως μου είπαν συνάδελφοι που παρακολούθησαν όλες τις μέρες τη δίκη, σε κάποιοι φάση ο Δουρής είχε δηλώσει ότι αυτός ήταν πραγματικά αθώος και ως δράστες κατονόμασε τη σύζυγό του και τον εραστή της. 

Από την πλευρά της, η σύζυγός του Γεωργία Δουρή, η οποία βρισκόταν σε μια άκρη της αίθουσας του δικαστηρίου μαζί με τις δύο κορούλες της, υποστήριξε για άλλη μια φορά και μετά την έκδοση της απόφασης ότι o Μανώλης ήταν αθώος. Επίσης, η μία από τις κόρες έλεγε στους συναδέλφους που κάλυπταν τη δίκη: «Δεν σκότωσε o πατέρας μου τον Νικολάκη. Άλλος τον σκότωσε». Ο συνήγορος υπεράσπισης Βασίλης Καρύδης υποστήριζε επίμονα ότι ο Δουρής ήταν αθώος, ενώ στην αγόρευσή του είχε ισχυριστεί ότι ο Δουρής δεν ήθελε να σκοτώσει το παιδί του και ότι έπρεπε να κατηγορηθεί για ανθρωποκτονία εξ αμελείας, και όχι από πρόθεση. Υποστήριξε επίσης ότι η αστυνομία συνέθεσε το σενάριο της δολοφονίας και του βιασμού του παιδιού. 

Ο Δουρής οδηγήθηκε στις φυλακές για την έκτιση της ποινής του, ενώ η σύζυγός του έλεγε ότι θα έφτανε μέχρι τον Άρειο Πάγο για να αποδείξει την αθωότητα του Μανώλη. Και ενώ o Δουρής βρισκόταν κρατούμενος στις φυλακές της Τρίπολης, έσκασε η βόμβα της αυτοκτονίας του. 

Ήταν 6:00 το απόγευμα της Κυριακής. 25 Φεβρουαρίου 1996. Η φυλακή της Τρίπολης αναστατώθηκε όταν οι δεσμοφύλακες βρήκαν τον Μανώλη Δουρή κρεμασμένο με καλώδιο της τηλεόρασης στις τουαλέτες. Όπως μου δήλωσε σωφρονιστικός υπάλληλος των εκεί φυλακών, τον βρήκαν σε κωματώδη κατάσταση και τον μετέφεραν επειγόντως στο Παναρκαδικό Γενικό Νοσοκομείο της Τρίπολης, οι γιατροί προσπάθησαν να τον σώσουν αλλά δεν τα κατάφεραν. Μία ώρα αργότερα, γύρω στις 7:00. υπέκυψε. 

Κάποιοι είχαν ισχυρισθεί ότι δολοφονήθηκε ο Δουρής μέσα στη φυλακή, ο ιατροδικαστής όμως ήταν κατηγορηματικός: επρόκειτο για καθαρή περίπτωση αυτοκτονίας. Έτσι τερματίστηκε η πολυκύμαντη ζωή του Μανώλη Δουρή. Η κηδεία του έγινε την επόμενη μέρα στην Ερμιόνη και ετάφη κοντά στο επτάχρονο αγοράκι του, τον Νικολάκη. 

O διευθυντής των φυλακών μας είχε πει τότε ότι για αρκετούς μήνες κανένας δεν είχε επισκεφθεί τον Δουρή, ενώ κάποιος φύλακας είχε πει ότι ακόμα και η γυναίκα του δεν τον ήθελε. Λίγο πριν απαγχονιστεί. πάλι φώναζε ότι ήταν αθώος! 

Και τα πελώρια ερωτήματα που πλανώνται είναι: 

Ήταν πραγματικά αθώος ο Δουρής; Κρυβόταν μήπως πίσω από τη δολοφονία και τον βιασμό κάποιο άλλο πρόσωπο; 

Αν έτσι έχουν τα πράγματα. Τότε ο σαραντάχρονος ελαιοχρωματιστής πήρε το μυστικό στον τάφο του. 

Η σύζυγός του Γεωργία Δουρή επέμενε και επιμένει ότι ο άντρας της ήταν αθώος και ότι δεν μπορεί να τον κατηγορούν για μια τρίχα που βρέθηκε στον πρωκτό του παιδιού και που ανήκε —όπως διαπιστώθηκε επιστημονικά στα εργαστήρια— στον Δουρή. 

Αν με ρωτήσετε «εσύ τι λες;», σας απαντώ ως εξής: Από τα όσα έζησα και είδα στην Ερμιόνη, το Κρανίδι και το Ναύπλιο, κάνοντας επιτόπιο ρεπορτάζ, είχα πεισθεί τότε ότι o δράστης ήταν σίγουρα ο Δουρής. Δεν μπορώ όμως να πω με βεβαιότητα ότι δεν υπήρχε κι άλλο πρόσωπο στην υπόθεση. Θυμάμαι ότι δεν ήθελα να πιστέψω ότι εκ προθέσεως έφραξε o δράστης τις αεροφόρους οδούς (στόμα και μύτη) του παιδιού για να το σκοτώσει, παρά τα όσα αντίθετα μου έλεγαν οι αρμόδιοι. 

Ακόμα και τώρα. δεν θέλω να πιστέψω ότι o Δουρής εκλεισε το στόμα και τη μύτη του παιδιού για να το σκοτώσει. Μπορεί να τα έφραξε με τα χέρια του επειδή ο μικρός πονούσε και φώναζε. Τα κράτησε κλειστά λίγο περισσότερο και το παιδί πέθανε. Δεν μπορεί να αποκλειστεί αυτό το ενδεχόμενο. 

Ωστόσο. εκείνο που μπορώ να υποστηρίξω με πάσα βεβαιότητα είναι το γεγονός ότι αυτό το αθώο αγγελούδι πλήρωσε με τη ζωή του και τα όσα προηγήθηκαν του φρικτού θανάτου του, χωρίς να έχει φταίξει σε τίποτα. Δυστυχώς, ήταν πολύ άτυχο στη ζωή του αυτό το άμοιρο επτάχρονο παιδί! 

Κλείνοντας, θα αναφέρω και μια άλλη πτυχή που θα μείνει ανεξίτηλα χαραγμένη στη μνήμη μου. Όταν έφεραν τον Νικολάκη στο νεκροτομείο της Αθήνας, είχα πάει να δω τι θα προέκυπτε από την εξέταση. Ενώ συζητούσα με τον νεκροτόμο Θανάση Σαρλή, έναν άνθρωπο θρύλο του νεκροτομείου, με φώναξε o ιατροδικαστής Φίλιππος Κουτσάφτης να πάω κοντά του. 

«Έλα εδώ να σου δείξω κάτι και θα πάθεις σοκ» μου είπε. Πλησιάζω στο μαρμάρινο τραπέζι όπου ήταν τοποθετημένο το πτώμα του αθώου παιδιού. 

«Πλησίασε» μου λέει και, όπως ήταν μπρούμυτα τοποθετημένο το παιδί, μου δείχνει τον πρωκτό του. Ανατρίχιασα κι εγώ, που τόσα έχουν δει τα μάτια μου. Ήταν πραγματικά σακατεμένος, κι απ' ό.τι μου έλεγε ο ιατροδικαστής —άλλωστε φαινόταν καθαρά—, εκτός από το πέος του, ο δράστης θα πρέπει να είχε τοποθετήσει στο εσωτερικό και κάποιο αντικείμενο! Πραγματικά, φρίκη! 

Μπορεί να έχουν δει τα μάτια μου στη δημοσιογραφική μου καριέρα τα πάντα. όταν πρόκειται για μικρά παιδιά όμως, όσο ψύχραιμος κι αν είμαι, σίγουρα συγκλονίζομαι. Εύχομαι να μη συμβεί τέτοιο πράγμα σε κανένα παιδάκι του κόσμου.


Πηγή κειμένου: ΠΑΝΟΣ ΣΟΜΠΟΛΟΣ "ΤΑ ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΑΝ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ", Εκδ. Πατάκη