Κυριακή, Δεκεμβρίου 12, 2021

ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΚΑΙ ΛΥΣΙΜΑΧΟΣ ΦΟΥΚΑΣ: Το άγριο έγκλημα στο Αγρίνιο

Τους σκότωνε τον έναν μετά τον άλλον σαν να ήταν θηράματα 

Ο ένας εκ των δύο δολοφόνων, Διονύσης 
Φούκας (Πηγή εικόνας: You Tube)
Η υπόθεση των πέντε κυνηγών στην περιοχή του Αγρινίου ήταν φρικιαστική και απασχόλησε για πολύ καιρό την κοινή γνώμη. Ο κόσμος έδειχνε ιδιαίτερο ενδιαφέρον εκείνη την περίοδο και ζητούσε να μάθει με κάθε λεπτομέρεια όλες τις πτυχές. 

Επρόκειτο για ένα έγκλημα πρωτοφανές σε αγριότητα, που διαπράχθηκε σχεδόν για μια μικροπαρεξήγηση, για το τίποτα, όπως αποδείχθηκε αργότερα. Όμως, όπως κι αν έχουν τα πράγματα, η ουσία είναι ότι ο θάνατος και η συμφορά έκλεισαν πέντε σπίτια, πέντε νέοι άνθρωποι κατέληξαν στον τάφο και παιδάκια έμειναν ορφανά στους πέντε δρόμους. 

Και μια άλλη τραγική πτυχή στην όλη υπόθεση: Περίπου δύο χρόνια μετά, η μάνα του μικρότερου σε ηλικία θύματος αυτοκτόνησε. Δεν μπόρεσε να αντέξει άλλο τον χαμό του παιδιού της. Ακολούθησε και δεύτερη αυτοκτονία - η κόρη της. Έτσι, τα θύματα συνολικά σε αυτή τη φοβερή υπόθεση ανήλθαν σε επτά! 

Τα τραγικά γεγονότα διαδραματίσθηκαν στην αγροτική περιοχή Τσάικα του χωριού Καλύβια Αγρινίου, απογευματινές ώρες της 25ης Νοεμβρίου του 2006. Οι πρωταγωνιστές του μακελειού ήταν πατέρας και γιος, και συγκεκριμένα οι: 

Διονύσιος Φούκας, αγρότης. που γεννήθηκε το 1969 στα Καλύβια (τότε ήταν 37 χρονών), και 

Λυσίμαχος Φούκας, συνταξιούχος ΟΓΑ, που γεννήθηκε κι αυτός στα Καλύβια το 1933 (Τότε 73 χρονών). 

Το όνομα Φούκας μου ήταν πολύ γνωστό. Όχι επειδή κατάγομαι κι εγώ από την Αιτωλοακαρνανία, αλλά επειδή με απασχόλησε πολλές φορές κατά τη δημοσιογραφική μου καριέρα. Ο Διονύσης Φούκας του Λάμπρου, που είναι συγγενής των παραπάνω πατέρα και γιου, είχε συλληφθεί στο παρελθόν για επιθέσεις σε αστυνομικά τμήματα. ληστείες και διάφορες άλλες εγκληματικές πράξεις. Για μεγάλο χρονικό διάστημα, ήταν το δεξί χέρι του διαβόητου κακοποιού Βαγγέλη Ρωχάμη και είχε κάνει αρκετά χρόνια στη φυλακή. 

Αλλά ας συνεχίσουμε με την πολύκροτη υπόθεση: 

Τα θύματα των πατέρα και γιου Φούκα ήταν πέντε φίλοι κυνηγοί, που, ανυποψίαστοι για το τι θα ακολουθούσε, είχαν πάει στην περιοχή για να κυνηγήσουν πουλιά. Η μοίρα είχε γράψει να βρουν εκεί τραγικό θάνατο και τα πτώματά τους να εντοπιστούν διάσπαρτα στα χωράφια. Είναι οι: 

1. Λάμπρος Αντρέσσας, Ιδιωτικός υπάλληλος, που είχε γεννηθεί το 1973 στο Αγρίνιο, όπου και διέμενε. Ήταν παντρεμένος και πατέρας δύο ανηλίκων παιδιών. Δούλευε οδηγός στο Μεσολόγγι και προσπαθούσε να ζήσει την οικογένειά του τίμια. Λάτρευε το κυνήγι. Το μικρό κυνηγόσκυλό του βρέθηκε κοντά στο άψυχο κορμί του αφεντικού του μετά το μακελειό, να τρέμει απ' τον φόβο! 

Βασίλης Νικολόπουλος του Νικολάου, γυψοτεχνίτης, που είχε γεννηθεί στο Μαρούσι το 1983 και έμενε στο Αγρίνιο. Όπως μου είπαν συγγενείς του, είχε βρει μια εργολαβία στην Κρήτη κι είχε βγάλει κάποια χρήματα, με τα οποία επρόκειτο να αγοράσει ένα αγροτικό αυτοκίνητο για να βοηθάει τον πατέρα του στα χωράφια. 

Χρήστος Νικολόπουλος. αδελφός του Βασίλη. που είχε γεννηθεί το 1985 στο Μαρούσι και έμενε στο Αγρίνιο. Κι αυτός γυψοτεχνίτης. Γι' αυτόν μου είπαν συγγενείς του ότι ήθελε από μικρός να γίνει πυροσβέστης. Έδωσε εξετάσεις αλλά δεν πέτυχε. κι έτσι δούλευε στις γυψοσανίδες με τον πατέρα του. Του είχε βρει o πατέρας του μια εργολαβία στην Άμφισσα. από την οποία επρόκειτο να βγάλει αρκετά χρήματα, και με αυτά σκόπευε να φύγει για την Αθήνα, για να βρει καλύτερη τύχη. Η μοίρα του όμως ήταν γραμμένη τελείως διαφορετικά. 

Αλέξιος Νικολόπουλος του Παναγιώτη, ετών 17. που είχε γεννηθεί στο Αγρίνιο και έμενε στην Καμαρούλα, έξω από το Αγρίνιο, ιδιωτικός υπάλληλος. Τη μέρα δούλευε σε ένα κρεοπωλείο και το βράδυ πήγαινε στο νυχτερινό σχολείο για να μάθει γράμματα. Είχε όνειρα για τη ζωή. αλλά... 

Ηλίας Πίππας, ιδιωτικός υπάλληλος. που γεννήθηκε το 1974 στην Αθήνα και έμενε στην Πετρούπολη Αττικής. 

Ας δούμε τώρα πώς ξεκίνησαν όλα και πώς φτάσαμε στο πενταπλό αποτρόπαιο έγκλημα. 

Είναι Παρασκευή, 24 Νοεμβρίου 2006. Έξι φίλοι που συναντιούνται στο Αγρίνιο συνεννοούνται για να πάνε την επομένη το απόγευμα για κυνήγι, έξω από το χωριό Καλύβια. Ήταν τα δύο αδέλφια, Βασίλης και Χρήστος Νικολόπουλος, τα ξαδέλφια τους, Λάμπρος Αντρέσσας. Αλέξης Νικολόπουλος και Ηλίας Πίππας, και ο αδελφικός τους φίλος Θανάσης Βαβάτσικος, 23 χρονών. Όλοι τους είχαν πάθος με το κυνήγι και πήγαιναν συχνά. περνώντας πολύ καλά. 

Σάββατο, 25 Νοεμβρίου. Ο Βαβάτσικος ενημερώνει τους φίλους του ότι δυστυχώς δεν θα τους ακολουθήσει στο κυνήγι επειδή του ζήτησε ο πατέρας του να πάνε μαζί σε μια δουλειά. Στενοχωρήθηκε τότε, αλλά δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά. Πού να ήξερε o άνθρωπος ότι ήταν o τυχερότερος όλων! 

Έτσι, ώρα 4:00 το απόγευμα. οι υπόλοιποι πέντε συναντήθηκαν στην περιοχή της Λεύκας και με το φορτηγό κλούβα του Λάμπρου Αντρέσσα ξεκίνησαν για τα Καλύβια. Σταμάτησαν στην αγροτική περιοχή Τσάικα. Πάρκαραν την κλούβα στην άκρη του δρόμου και μπήκαν στα χωράφια για να κυνηγήσουν τσίχλες και άλλα πουλιά. Ο Αντρέσσας είχε μαζί του και το κυνηγόσκυλό του. Περπάτησαν προς διάφορες κατευθύνσεις, χωρίς ωστόσο να απομακρυνθούν πολύ ο ένας από τον άλλον. Έγιναν αντιληπτοί από τον κτηνοτρόφο Ν.Φ., κάτοικο Καλυβίων, ο οποίος έχει χωράφι σε απόσταση περίπου πεντακοσίων μέτρων από τον τόπο όπου διαδραματίσθηκαν τα γεγονότα και βόσκει τα πρόβατά του στην ίδια περιοχή. Ο συγκεκριμένος κτηνοτρόφος είδε τους κυνηγούς να πλησιάζουν στο μεγάλο χωράφι με το τριφύλλι το οποίο χρησιμοποιούσε ο Λυσίμαχος Φούκας ως βοσκότοπο για τα πρόβατά του. Αυτό το χωράφι συνόρευε με αρδευτικό κανάλι, ενώ περιμετρικά έφερε φυσικούς φράχτες. ενισχυμένους με αγκαθωτά κλαδιά κι άλλα εμπόδια, προκειμένου να διατηρούνται κλειστά τα περάσματα, οι λεγόμενες «ποριές» που δημιουργούσαν τα ζώα. ώστε να μην μπορούν να περάσουν σε γειτονικούς αγρούς.

O Ν.Φ. σκέφθηκε ότι τα πρόβατα του Φούκα κινδύνευαν από τους κυνηγούς. Έτσι, με το μοτοποδήλατό του έτρεξε προς τον στάβλο του Φούκα. Βρήκε απέξω τον Διονύση και του είπε: 

«Πηγαίνετε γρήγορα να μαζέψετε τα πρόβατα, γιατί κάτι κυνηγοί κι ένα σκυλί τα τρομάζουν και θα κάνουν ζημιές. Τα πρόβατα που είναι έγκυοι με τους πυροβολισμούς μπορεί να αποβάλουν ή να προγκήξουν και να πάνε σε άλλα. γειτονικά αγροκτήματα». 

Σύμφωνα με τον κτηνοτρόφο, o τριανταεπτάχρονος Διονύσης δεν αντέδρασε και μάλλον ήρεμος φαινόταν. Αφού τον ενημέρωσε, έφυγε για να πάει στο δικό του κοπάδι, που ήταν σε άλλο χωράφι. 

Βγαίνοντας μετά από λίγο από το εσωτερικό του στάβλου, ο εβδομηντατριάχρονος πατέρας, o οποίος μέχρι τότε ήταν μέσα με τη σύζυγό του. Αμαλία Φούκα, ενημερώνεται γι' αυτά που είπε ο συγχωριανός τους και γίνεται έξαλλος! Αμέσως δίνει εντολή στον γιο του να πάρει την καραμπίνα του και να φύγουν για τα ζώα. Με το αυτοκίνητο του πατέρα, μέσα στο οποίο είχε κι αυτός κρυμμένο ένα δίκαννο και φυσίγγια, τραβάνε προς τα πρόβατά τους για να τα συμμαζέψουν. Δεν λένε τίποτα στην Αμαλία. Στον δρόμο ξαναβρίσκουν τον κτηνοτρόφο, για τον οποίο και οι δύο ισχυρίζονται ότι θα πρέπει να είχε διαπληκτισθεί με τους κυνηγούς και να τους είχε εκνευρίσει. 

Φτάνοντας στα ζώα, πατέρας και γιος είδαν ότι ήταν ήρεμα και δεν είχαν κανένα πρόβλημα. Έτσι, o Διονύσης πήρε το όπλο του και πήγε να κυνηγήσει σε ένα αγρόκτημα του Γαλανόπουλου που βρίσκεται εκεί κοντά. 

Εδώ θα πρέπει να επισημάνω το εξής: Επιζών θύμα ή αυτόπτες μάρτυρες δεν υπάρχουν, και επομένως στηριζόμαστε σε όσα ισχυρίζονται οι δύο δράστες, αλλά και στα ευρήματα της Σήμανσης, στην αυτοψία των συνεργείων της Εγκληματολογικής Υπηρεσίας στον χώρο,καθώς και στα ευρήματα της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας. 

Ο πατέρας, προχωρώντας, ήλθε αντιμέτωπος με τους τρεις από τους πέντε κυνηγούς, και συγκεκριμένα τον Αντρέσσα. τον Βασίλη και τον Αλέξη Νικολόπουλο, οι οποίοι μπήκαν στο χωράφι με το τριφύλλι από το πίσω μέρος, όπου βρίσκεται το αγρόκτημα του Καραθάνου. Πάτησαν πάνω σε έναν πρόχειρο φράχτη από παλιούρια. Σχεδόν αμέσως μετά, εμφανίστηκε, περνώντας από την ίδια δίοδο, ο τέταρτος κυνηγός. ο Χρήστος Νικολόπουλος. Ο Λυσίμαχος Φούκας άρχισε να φωνάζει δυνατά και να διαπληκτίζεται έντονα μαζί τους, ζητώντας τους να μη χαλάνε τον φράχτη γιατί τα πρόβατά του θα έβγαιναν και θα έκαναν ζημιές στις γειτονικές καλλιέργειες. O τριανταεπτάχρονος Διονύσης άκουγε τα όσα γίνονταν, επειδή δεν είχε απομακρυνθεί πολύ. Να τι λέει στην απολογία του: 

Ο πατέρας του Διονύση, Λυσίμαχος Φούκας 
(Πηγή εικόνας: You Tube)
«Μόλις άκουσα τον πατέρα μου να φωνάζει σε κάποιους και κάποιοι άλλοι να φωνάζουν στον πατέρα μου, να τον βρίζουν και να τον απειλούν, τα παράτησα. Έφυγα γρήγορα και πήγα στο χωράφι να δω τι γίνεται. Εκεί είδα τέσσερα άτομα κι ένα σκυλί. Τα παιδιά είχαν τσακωθεί με τον συγχωριανό μας Ν.Φ. και ήταν ήδη εξαγριωμένα, γι' αυτό φώναζαν με τον πατέρα μου».

«Φτάνοντας, τους είπα να ηρεμήσουν και να μην πατάνε τις ποριές, γιατί θα φύγουν τα πρόβατα και θα κάνουν ζημιές. Εκείνοι όμως, εκνευρισμένοι όπως ήταν με τον Ν.Φ., δεν ηρεμούσαν. Τους είπα να ηρεμήσουν, αλλά είχαν ξεσπάσει κι έβριζαν χυδαία τον πατέρα μου και δεν ήθελαν να φύγουν από το χωράφι. Ο πατέρας μου δεν μίλησε καθόλου εκείνη τη στιγμή. Ούτε εγώ έβρισα. Ένας από τους κυνηγούς κινήθηκε από το σημείο που βρισκόταν και πήγε να με πιάσει από το χέρι. Εγώ φοβήθηκα και τραβήχτηκα πίσω, για να μη μου πάρει το όπλο,το οποίο είχα γεμάτο επειδή πήγα για "καρτέρι”. Την ώρα που τραβήχτηκα και το ξεκρέμασα από τον ώμο μου, ένας από αυτούς είπε: "Θα σε τουφεκίσω”, κι έστριψε το όπλο του και πυροβόλησε στα πόδια μου. Έτσι ξεκίνησε το κακό. Εγώ μετά δεν ξέρω τι έκανα. Πυροβόλησα τα τέσσερα παιδιά, από μια στον καθένα, τους τρεις πρώτα και μετά ξαναγέμισα και πυροβόλησα και τον τέταρτο. Όλοι πυροβολήθηκαν από κάτω από είκοσι μέτρα. H τουφεκιά στον Αντρέσσα είναι από τρία τέσσερα μέτρα. Δεν έδωσα καμιά χαριστική βολή στον Αντρέσσα όπως με κατηγορείτε, δεν γίνεται να τον πυροβολήσω στην κοιλιά και μετά πάλι να τον πυροβολήσω στην κοιλιά. Όταν ξεκίνησε το κακό, θόλωσε το μυαλό μου και έριχνα σε όποιον έβλεπα μπροστά μου. Ο μικρότερος, ο Αλέξης, ήταν τραυματισμένος. Πήγε να ξεφύγει και τον κυνήγησα και του έριχνα, ό,τι έβλεπα πυροβολούσα, έτσι πυροβόλησα και τον πέμπτο, τον Πίππα. O Πίππας πυροβόλησε εναντίον μου αλλά δεν με πήρε. Γυρνώντας πίσω, ξαναπυροβόλησα τον Πίππα. που είδα ότι ήταν τραυματισμένος. Τον Αλέξη τον βρήκα όταν πήρα το αυτοκίνητο και γυρνώντας του έριξα ενώ ήταν κάτω». 

Αυτά υποστήριξε στην απολογία του o Διονύσης Φούκας, ο οποίος επαναλάμβανε κατά διαστήματα ότι ο πατέρας του δεν πυροβόλησε ποτέ και ότι άδικα τον κατηγορούσαν κι αυτόν. Δηλαδή τα πήρε όλα πάνω του για να γλιτώσει τον πατέρα του! Τώρα, το κατά πόσον έχουν βάση αυτοί οι ισχυρισμοί κανένας δεν ξέρει - το δικαστήριο πάντως αποφάνθηκε ότι ο Φούκας δεν έλεγε όλη την αλήθεια και ότι τα ευρήματα τον διέψευδαν. Εξάλλου, σε σχετικές ερωτήσεις των δικαστών ισχυρίστηκε ότι o ένας από τους κυνηγούς, ο Χρήστος Νικολόπουλος, προσπάθησε κι αυτός να φύγει, και μάλιστα ότι του είχε ανταποδώσει τα πυρά. Να πώς απάντησε ακριβώς: 

«Ο Χρήστος ξαναπυροβόλησε και του έριξα κι εγώ. Πιστεύω ότι, όταν κάποιος πυροβολεί, πυροβολεί για να με σκοτώσει, και καλά έκανε, ένα σκάι με πέτυχε μόνο. Εγώ πιστεύω ότι ήθελαν να με σκοτώσουν, αλλά δεν με πέτυχαν, δυστυχώς. Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί δεν με πέτυχαν. Εγώ πιστεύω ότι o Χρήστος ήθελε να με πετύχει»

Σε άλλη ερώτηση, για χαριστικές βολές, απάντησε :

«Έχω χτυπήσει από κοντά τον Πίππα και τον Βασίλη Νικολόπουλο μόνο, πέστε το χαριστική βολή. Κανέναν άλλον από κοντά δεν χτύπησα». 

Το δικαστήριο, που έλαβε υπόψη του όλα τα στοιχεία της πολύκροτης υπόθεσης, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι κανένας δεν είχε πυροβολήσει στο έδαφος, καθώς από τις εξονυχιστικές έρευνες των αστυνομικών πραγματογνωμόνων δεν εντοπίστηκε τουφεκιά στο έδαφος και στο συγκεκριμένο σημείο που υπέδειξε ο Φούκας. Σύμφωνα πάντα με τα ευρήματα, o Διονύσης Φούκας πυροβόλησε πρώτα τον Λάμπρο Αντρέσσα, αιφνιδιάζοντας και τους άλλους κυνηγούς, οι οποίοι δεν περίμεναν μια τέτοια εξέλιξη. Για αυτό ο Αλέξης και o Βασίλης Νικολόπουλος άρχισαν να τρέχουν για να σωθούν, ενώ είχαν τα όπλα στον ώμο τους. Ο τριανταεπτάχρονος δεν τους άφησε περιθώρια, τους πυροβόλησε από πίσω. 

Ειδικότερα, ο Αντρέσσας είχε τραυματισθεί σοβαρά και o Φούκας τον αποτελείωσε με χαριστική βολή. Ο ανήλικος Αλέξης Νικολόπουλος, με βαρύτατα τραύματα στους πνεύμονες, κατόρθωσε να βγει στον δρόμο για να γλιτώσει. Μετά από κάποια απόσταση. δεν μπορούσε να κρατάει άλλο το όπλο κι έτσι το άφησε κάτω, συνεχίζοντας να περπατάει με δυσκολία. O Βασίλης, κι αυτός βαρύτατα τραυματισμένος. κατάφερε να βγει ως τον δρόμο, αλλά εκεί τον εγκατέλειψαν οι δυνάμεις του και σωριάστηκε στο έδαφος πριν προλάβει να περπατήσει πάνω από δέκα μέτρα. Τον ξαναβρήκε μπροστά του o δράστης και του έριξε τη χαριστική βολή. 

Ο Χρήστος Νικολόπουλος, όταν είδε τον Φούκα να ρίχνει στο ψαχνό, έριξε κι αυτός εναντίον του με το δίκαννό του δύο φορές, αλλά από μεγάλη απόσταση, περίπου πενήντα μέτρων. Τα σκάγια ήταν μικρά, για πουλιά. Όπως διαπιστώθηκε, μόνο ένα από τα σκάγια έπληξε τον μικρό Φούκα, στη μασχαλιαία χώρα, και φυσικά o τραυματισμός ήταν ελαφρότατος. Από την πλευρά του, o δράστης έριξε στον Χρήστο Νικολόπουλο εννιάβολα, που είναι για αγριογούρουνα! Τον πέτυχαν στον θώρακα και το μέτωπο, με αποτέλεσμα να σωριασθεί νεκρός στο χώμα. 

Βγαίνοντας προς τον δρόμο o Φούκας, για να κυνηγήσει τον Αλέξη, βρήκε αιμόφυρτο, σωριασμένο στο έδαφος, τον Βασίλη Νικολόπουλο, o οποίος έριξε μια βολή κατά του Φούκα, χωρίς να τον πετύχει. Ο Φούκας του έριξε τρεις μπαταριές και τον έστειλε στον άλλο κόσμο! 

Γέμισε εκ νέου το όπλο του και κατευθύνθηκε προς το μέρος όπου είχε δει να πηγαίνει o Αλέξης. Εκεί συνάντησε τον Πίππα. ο οποίος φαίνεται ότι δεν γνώριζε τα όσα είχαν προηγηθεί και, βλέποντας τον Φούκα, κατάλαβε ότι εκείνος κυνηγούσε τον Αλέξη — τον οποίο σχεδόν ταυτόχρονα είδε τραυματισμένο. Προσπάθησε να του ανακόψει την πορεία. Ο Διονύσης ανταπέδωσε τα πυρά και τραυμάτισε τον Πίππα στα πόδια, σωριάζοντάς τον στην άκρη του χωματόδρομου. Έψαξε για τον Αλέξη, κι επειδή δεν τον βρήκε, πήρε το αυτοκίνητό του και ξαναπήγε στο σημείο ψάχνοντας. Περνώντας κοντά από τον Πίππα. τον πυροβόλησε ξανά, δύο φορές. από απόσταση περίπου τριών μέτρων, στο κεφάλι και την κοιλιά, και τον αποτελείωσε. 

Σύμφωνα με τα στοιχεία της ανάκρισης, στη συνέχεια o Φούκας πήρε και τον πατέρα του στο αυτοκίνητο και πήγαν πάλι στο σημείο όπου είχε κρυφτεί ο Αλέξης. Τον εντόπισαν σε απόσταση περίπου είκοσι μέτρων από τον νεκρό Πίππα. Τον πλησίασαν και o γιος τού έριξε από απόσταση περίπου τριών μέτρων και τον σκότωσε. To άμοιρο παιδάκι προσπαθούσε να προστατευθεί με τα χέρια του και δεν αποκλείεται να ικέτευε πατέρα και γιο, αλλά ποιος τον άκουγε! 

Έτσι ολοκληρώθηκε η επιχείρηση θανάτου. Πατέρας και γιος επέστρεψαν στον στάβλο, χωρίς να πούνε τίποτα για τα τραγικά γεγονότα. O Λυσίμαχος πήρε τη σύζυγό του, Αμαλία, και με το δικό του αυτοκίνητο επέστρεψαν στο σπίτι τους στα Καλύβια. Το ίδιο έκανε κι o γιος με το δικό του αυτοκίνητο. Αμέσως μετά, ο πατέρας πήρε τα δύο όπλα. τα καθάρισε καλά και τα έκρυψε στην ντουλάπα του σπιτιού τους. Ο γιος άλλαξε τα ρούχα του, που ήταν ματωμένα, αφού και ο ίδιος είχε τραυματισθεί ελαφρά. Τα λερωμένα ρούχα τα εξαφάνισε στον βόθρο του σπιτιού του. Αφού ντύθηκε και πλύθηκε. βγήκε στην πλατεία. Πήγε σε καφενείο του χωριού, δείχνοντας απόλυτα ήρεμος. Το ίδιο έκανε και την επομένη και τη μεθεπομένη, ενώ o ίδιος και o πατέρας του συνέχιζαν να πηγαίνουν στα πρόβατα και στις δουλειές τους σαν να μη συνέβαινε τίποτα. 

Πάμε τώρα στους συγγενείς των κυνηγών. Επειδή οι κυνηγοί είχαν αργήσει να δώσουν σημεία ζωής, πέρα από ένα τηλεφώνημα που πρόλαβε να κάνει ο Αλέξης, στο οποίο είχε πει μόνο τη λέξη «πατέρα», οι συγγενείς τους ανησύχησαν και βγήκαν προς αναζήτησή τους. Ψάχνοντας την αγροτική περιοχή μέσα στη νύχτα, βρήκαν πρώτα την κλούβα του Αντρέσσα και στη συνέχεια ανακάλυπταν ένα ένα τα πτώματα των κυνηγών! H αστυνομία απέκλεισε αμέσως τον χώρο και σήμανε παντού συναγερμό. 

Από νωρίς το πρωί, με το συνεργείο του ΜΕΓΚΑ, με οπερατέρ τον Κώστα Σοροβό. βρεθήκαμε στα Καλύβια, και συγκεκριμένα στον τόπο του μακελειού, για να καλύψουμε το συγκλονιστικό γεγονός. Υπήρχε μεγάλο ενδιαφέρον από την κοινή γνώμη. Θυμάμαι ότι στο μεσημβρινό δελτίο (2:00 μ.μ.) κρατήσαμε τη ζωντανή μετάδοση από τον τόπο περίπου για μισή ώρα. Θα αναφέρω εδώ και μια ανθρώπινη δική μας δημοσιογραφική σκηνή, χωρίς να θέλω να θεωρηθεί αυτό εγωιστικό. Ο παρουσιαστής του δελτίου, o συνάδελφος Αντώνης Λιάρος, μου έλεγε την επομένη. λίγο πριν από το μεσημέρι:

«Πάνο, σκίσαμε! Πετύχαμε το ακατόρθωτο... Πιάσαμε τηλεθέαση 49%. Περίπου οι μισοί Έλληνες έβλεπαν εμάς...» Την ίδια μέρα είχαμε και μια άλλη δημοσιογραφική επιτυχία. Γνώρισα έναν συμπατριώτη μου που είχε σχέση με την αερολέσχη Αγρινίου. Τον παρακάλεσα να με βοηθήσει να τραβήξουμε μερικά πλάνα από πάνω, επειδή η περιοχή ήταν ασφυκτικά αποκλεισμένη και κανένας δεν επιτρεπόταν να πλησιάσει τα σημεία όπου κείτονταν νεκροί, διάσπαρτα, οι πέντε κυνηγοί. Πραγματικά, o άνθρωπος με βοήθησε. Με τον Κώστα Σοροβό ανεβήκαμε σε ένα μικρό μονοκινητήριο αεροπλάνο, πετάξαμε πάνω από τον φρουρούμενο χώρο και καταγράψαμε όλες τις σκηνές της φρίκης και τα σημεία όπου ήταν πεσμένα τα αθώα θύματα. Θυμάμαι ότι το θέαμα ήταν συγκλονιστικό! 

Όταν κατεβήκαμε και στείλαμε με το δορυφορικό στην Αθήνα τα πλάνα, καθώς και το σχετικό ρεπορτάζ. πληροφορήθηκαν την επιτυχία μας οι συνάδελφοι των άλλων καναλιών και έσπευσαν να νοικιάσουν αεροπλανάκια για να τραβήξουν και εκείνοι πλάνα. Όμως η αεροπορία είχε ενημερωθεί για τη δική μας πτήση και είχε απαγορεύσει πλέον κάθε πτήση στην περιοχή, με αποτέλεσμα να μην μπορέσουν οι υπόλοιποι συνάδελφοι να έχουν εικόνα από τον τόπο του μακελειού. Το γεγονός ότι πρόλαβα πιστεύω πως ήταν τύχη για μένα και το ρεπορτάζ, και δεν οφείλεται στο ότι ήμουν καλύτερος ρεπόρτερ από τους άλλους συναδέλφους μου.

Και κάτι που ίσως σας φανεί περίεργο: Ο πρωταγωνιστής του μακελειού, o τριανταεπτάχρονος Διονύσης Φούκας, ήταν δίπλα μου, όπως και πολλοί συγχωριανοί του, το βράδυ που μετέδιδα από τον τόπο των δραματικών γεγονότων. στο κεντρικό δελτίο ειδήσεων. Μου έλεγε χαρακτηριστικά o Διονύσης λίγο πριν από την έναρξη του δελτίου: 

«Θα πρέπει να κρεμάσουν τον φονιά, που σκότωσε τους ανθρώπους σαν αρνιά». Δεν τον γνώριζα και φυσικά κανένας δεν ήξερε ότι αυτός o άνθρωπος που ήταν δίπλα μου και μιλούσε μαζί μου ήταν o ίδιος που είχε σκορπίσει τον θάνατο και τη συμφορά. Όταν τον είδα στην Ασφάλεια Αγρινίου μετά από δύο μέρες, αφότου πλέον είχε συλληφθεί ως ύποπτος, τον θυμήθηκα και είπα στον στρατηγό Βασίλη Τσιατούρα. που επόπτευε τις έρευνες, για τον άνθρωπο που είχε παρακολουθήσει με ιδιαίτερο ενδιαφέρον όσα μετέδιδα. Θυμάμαι, μάλιστα. πως είχε φύγει σχεδόν τελευταίος από το σημείο, αφότου ολοκλήρωσα τη ζωντανή μετάδοση κι έκλεισε το κύκλωμα. Ήθελε να ακούσει και την τελευταία κουβέντα που θα έλεγα για το μακελειό. Πού να ήξερα κι εγώ ότι αυτός ο άνθρωπος, που φαινόταν να ζητάει εκδίκηση για τον θάνατο των κυνηγών, ήταν ο ίδιος o δράστης της ομαδικής σφαγής! Έφτασε όμως στο σημείο, λίγο πριν συλληφθεί, να δηλώσει, όπως κι άλλοι από τα Καλύβια, στην εκπομπή του συναδέλφου Κώστα Χαρδαβέλλα στο ΑΛΤΕΡ: «O δράστης θέλει σκότωμα». 

Η κατάθεση του Διονύση Φούκα στην Ασφάλεια 

Στην Ασφάλεια Αγρινίου. όπου του πήραν τελικά κατάθεση οι αστυνομικοί στις 28 Νοεμβρίου 2006, κι αφού πλέον είδε ότι δεν τον έπαιρνε να αρνείται, ο Διονύσης Φούκας ομολόγησε τα πάντα. Περιέγραψε κυνικά πώς ξέκανε τους πέντε κυνηγούς, δίνοντας όλες τις λεπτομέρειες. Δημοσιεύω ολόκληρη την αποκαλυπτική κατάθεση του Διονύση Φούκα, με την επισήμανση ότι δεν υπήρξε, πέραν των δραστών, άλλος αυτόπτης μάρτυρας στο μακελειό. 

«Όπως σας είπα και πριν, δεν ήθελα να γίνει αυτό που έγινε. Σίγουρα το έφερε η κακιά ώρα. Δεν έφτασα στον τόπο εκείνο για να τσακωθώ. Πήγαμε με τον πατέρα μου, αυτός να μαζέψει τα πρόβατα κι εγώ να μείνω για λίγο σε ένα καρτέρι για μπεκάτσα, και όχι για να γίνει φασαρία. Το Σάββατο το πρωί, ο πατέρας μου με τη μάνα μου πήγαν τα "στέρφα” πρόβατα από το μαντρί μας στο χωράφι του Ζαμπαντιώτη, που έχει τριφύλλι. Μετά απ' αυτό, είχα πάει με τον πατέρα μου στο βουλκανιζατέρ για να φτιάξω ένα σκασμένο λάστιχο. Μετά πήγα στο καφενείο και βρήκα άλλους φίλους μου κυνηγούς. Το μεσημέρι γύρισα σπίτι και έκανα κάτι δουλειές. Τηλεφώνησα στην Άρτα. Όπως σας είπα, κάποια στιγμή, δεν θυμάμαι την ώρα, πέρασε απ' το σπίτι μου o Αντρέσσας Χρήστος για να πάμε για κυνήγι.Του είπα πως δεν θα πήγαινα γιατί βαριόμουν. Του ζήτησα να μου φέρει σκυλοτροφές και αυτός μου τις έφερε. Σκέφτηκα να πάρω το βυτίο από την αποθήκη και να το γεμίσω νερό και να το πάω στα πρόβατα. Όμως είχε ακόμη νερό και είπα να πάω την άλλη μέρα. Αφού δεν είχα κάτι άλλο να κάνω και μου είπε o πατέρας μου να τον πάω να πάρει τα πρόβατα τα "στέρφα" να τα φέρει κάτω με τα πόδια, τον πήρα με το αγροτικό Ι.Χ. Μιτσουμπίσι, πράσινου χρώματος, και ξεκινήσαμε για πάνω. Εγώ θα έμενα σε ένα καρτέρι για μπεκάτσες, αφού έχω μαζί μου πάντα στο αυτοκίνητο την καραμπίνα μέσα στη θήκη της και τη φυσιγγιοθήκη. Στη φυσιγγιοθήκη είχα φυσίγγια Νο 5 και Νο 8. Είχα όμως και τρία τέσσερα φυσίγγια με "δραμιάρες”, δηλαδή εννιάβολα, και αυτά τα είχα για αδέσποτα σκυλιά. Θέλω να σας εξηγήσω εδώ πως ο πατέρας μου ήδη βρισκόταν στο μαντρί, που είχε πάει με το άλλο αυτοκίνητο που έχουμε, το Λάντα το άσπρο. Εκεί τον συνάντησα εγώ και εκεί ήταν το βυτίο με το νερό που σας είπα. Θυμήθηκα πως ενώ ήμασταν στο μαντρί ήρθε ο φίλος μας, κτηνοτρόφος κι αυτός. και μας είπε ότι στο χωράφι του Ζαπαντιώτη, που είχαμε τα πρόβατά μας, υπήρχαν κυνηγοί που πυροβόλαγαν και μας είπε να πάμε να μαζέψουμε τα πρόβατά μας, για να μη γίνει καμιά ζημιά. Εννοούσε ότι εξαιτίας των πυροβολισμών θα τρόμαζαν τα πρόβατα και θα έμπαιναν σε κανένα περιβόλι, που θα έκαναν ζημιά, ή θα "απόρριχναν”, γιατί ήταν γκαστρωμένα. Του είπα "εντάξει” κι αυτός έφυγε. Φώναξα τον πατέρα για να τον πάω πάνω να μαζέψω τα πρόβατα. Έτσι πήρα το αυτοκίνητο και ανεβήκαμε στο χωράφι. Δεν είδαμε κυνηγούς στο χωράφι με το τριφύλλι. O πατέρας μου πήγε να μαζέψει τα πρόβατα κι εγώ ξεκίνησα για το καρτέρι, όπως είπα. Μπήκαμε και οι δυο στο χωράφι και o πατέρας μου πήγε για αριστερά να τα μαζέψει και εγώ πήγαινα στο περιβόλι του Γαλανόπουλου για να κάτσω για καρτέρι. Τότε εμφανίστηκαν τέσσερις κυνηγοί μέσα από το χωράφι του Καραθάνου. Δεν τους είδα αμέσως, αλλά άκουσα τον πατέρα μου να τσακώνεται φωνάζοντας δυνατά μ' αυτούς τους τέσσερις. Γυρίζω τρέχοντας για να πάω να δω τι γίνεται. Πλησιάζοντας, είδα Κάποιον απ' αυτούς να κάνει στον πατέρα μου απειλητικές κινήσεις με την καραμπίνα του. Μόλις με είδαν να τρέχω προς τα εκεί, νόμιζαν πως θα τους έκανα επίθεση. Ένας απ' αυτούς πέταξε το ντουφέκι του κάτω και ήρθε απειλητικά προς εμένα για να με χτυπήσει, βρίζοντάς με. Εγώ έκανα πίσω. Αυτός ξαναπήρε το όπλο του. Τους είπα: "Ρε παιδιά, μην πατάτε τις ποριές και κάνετε ζημιά, θα μπουν τα πρόβατα σε κάνα περιβόλι. Γι' αυτό σας φωνάζει ο πατέρας μου. Έχει πληρώσει πολλά λεφτά σε τέτοιες ζημιές!” Ένας απ' αυτούς μου απάντησε "στα αρχίδια μου!” Τους είπα "θέλετε να πάρω τηλέφωνο την αστυνομία" απάντησαν "πάρ' την και θα γαμήσουμε και εσένα και την αστυνομία”. Ο ένας απ' αυτούς μου είπε "πάμε παραπέρα που σε θέλω να σε γαμήσω!” Και με έπιασε απ' το χέρι να με τραβήξει. Ένας άλλος πριν μου είπε "θα σας γαμήσουμε και τους δύο!”. Την ώρα που με τράβαγε από το χέρι, τραβήχτηκα παραπίσω και γύρισα το όπλο μου, αφού το ξεκρέμασα από την πλάτη μου, και, ενώ το κρατούσα από το χέρι μου, τους είπα "Φεύγετε. θα σας τουφεκίσω”. Ένας απ' αυτούς μου είπε "τι ήρθες με το τουφέκι. θα σ' το βάλουμε στον κώλο”, και έστρεψαν τα όπλα τους, κάποιοι απ' αυτούς, καταπάνω μου. Ένας απ' αυτούς με πυροβόλησε και τα σκάγια πήγαν μπροστά στα πόδια μου. Δεν ξέρω αν ήθελε να με χτυπήσει ή όχι. Εκείνη τη στιγμή πανικοβλήθηκα. Φοβήθηκα ότι θα σκότωναν εμένα και τον πατέρα μου. Άρχισα να πυροβολώ γιατί κατάλαβα ότι θα με σκότωναν. Εκείνη τη στιγμή δεν ήξερα τι έκανα. Τους πυροβόλησα όλους. Όλα έγιναν μέσα στο τριφύλλι. Εγώ γέμιζα και πυροβολούσα. Με πυροβολούσαν κι αυτοί. Δύο απ' αυτούς έπεσαν μέσα στο τριφύλλι. Ένας άλλος, πιο μικρός σε ηλικία, που ήταν o πιο επιθετικός και ήταν αυτός που πέταξε το όπλο κάτω και ήρθε καταπάνω μου να με χτυπήσει, έφυγε τρέχοντας προς τα αριστερά, επάνω, προς τις ελιές. Πιθανόν αυτός ήταν που πυροβόλησε πρώτος δίπλα από τα πόδια μου. Κυνηγώντας αυτόν, και πυροβολώντας τον, έφτασα κοντά στις ελιές και είδα έναν άλλο κυνηγό, που μόλις με είδε άρχισε να με πυροβολάει. Τον πυροβόλησα και αυτόν και έπεσε. Συνέχισα πιο πάνω αλλά δεν τον είδα τον μικρό. Γύρισα προς τα πίσω και είδα τον τελευταίο που είχα πυροβολήσει, στις ελιές απλωμένο. μάλλον ζωντανό ακόμη. Πλησίασα πιο κοντά, και από φόβο μη με πυροβολήσει του έριξα. Γύρισα προς τα πίσω, και εκεί που είναι η ποριά είδα στον δρόμο τραυματισμένο έναν από αυτούς, που δεν θυμάμαι αν ήταν προηγουμένως εκεί. Γέμισα και πυροβόλησα. χωρίς να θυμάμαι πόσες φορές. Τρέχοντας πυροβολούσα. Δεν νομίζω να ξαναμπήκα στο τριφύλλι. Μάλλον έναν από αυτούς τον πυροβόλησα με "δραμιάρες” γιατί με πυροβολούσε από μακριά. Αφήσαμε τα πρόβατα εκεί και με τον πατέρα μου πήγαμε παραπάνω, μέχρι τη διασταύρωση, και γύρισα και με αναστροφή για τον στάβλο. Γυρνώντας, είδα δεξιά πεσμένο και τον μικρό που δεν είχα δει προηγουμένως. Άφησα τον πατέρα μου στον στάβλο και έφυγα για το σπίτι. Αυτό δεν το είπαμε σε κανέναν. ούτε στη μάνα μου, ούτε στην αδερφή μου. Γυρίζοντας στο σπίτι, είδα πως τα ρούχα μου είχαν αίματα στο πάνω δεξιό μέρος του στήθους. Εκεί κατάλαβα πως είχα τραυματισθεί γιατί είχα ένα σκάγι καρφωμένο στο κρέας. Γι' αυτό τον λόγο θέλω να με δει ιατροδικαστής και να με πιστέψετε ότι με πυροβόλησαν. Έβγαλα τη φανέλα και το πουκάμισο, που είχαν αίματα, και τα πέταξα στον βόθρο του σπιτιού και δεν βγαίνουν από εκεί. Όταν το βράδυ ήρθε σπίτι ο πατέρας μου, συνεννοηθήκαμε να πούμε πως δεν ξέρουμε τίποτε, πως δεν πήγα καθόλου στα πρόβατα, αλλά έμεινα στο σπίτι τη μέρα αυτή, και όλα όσα είπαμε για αυτά που έγιναν την ώρα αυτή στις καταθέσεις μας, εδώ σε εσάς. Θέλω να ξαναπώ ότι λυπάμαι πολύ για αυτό που έγινε και μακάρι να ήμουν εγώ στη θέση τους τώρα, πεθαμένος. Δεν θα γινόταν τίποτε αν δεν με προκαλούσαν, αν δεν με έβριζαν και αν δεν με πυροβολούσαν. Δεν ήξερα κανένα από αυτά τα παιδιά και δεν είχα καμία διαφορά μαζί τους. Τίποτε άλλο δεν έχω να πω, παρά μόνο ότι ο πατέρας μου δεν οπλοφορούσε, είχε το δίκαννο στο αυτοκίνητο και είναι αυτό που δεν το έχουμε δηλώσει. Αυτό το δίκαννο το έχει για κανένα σκυλί. Μετά το συμβάν το πήρε και το μεταφέραμε στο σπίτι και το βάλαμε στην ντουλάπα. Άλλο τίποτε δεν έχω να πω». 


Η κατάθεση του Λυσίμαχου Φούκα 

Ομολόγησε και o πατέρας Φούκας, o οποίος προέβαλε τη δικαιολογία ότι οι κυνηγοί θα σκότωναν τον γιο του, Διονύση, αν δεν γινόταν αυτό που έγινε. Ολόκληρη η κατάθεση του Λυσίμαχου Φούκα στην Ασφάλεια του Αγρινίου έχει ως εξής: 

«Θέλω να σας πω ότι αυτά που είπα την προηγούμενη φορά που κατάθεσα δεν ήταν όλα αλήθεια.Έχετε δίκαιο σε αυτά που με κατηγοράτε, αλλά να σας τα πω όπως έγιναν, γιατί χαζαμάρα ήταν αυτό που έκανα, αλλά άμα δεν το έκανα θα μου σκότωναν το παιδί μου. Προχθές το Σάββατο (25-11-06), μετά τις τέσσερις το μεσημέρι, ήμουν στον κάτω τον στάβλο, εξακόσια μέτρα από εκεί που έγινε το έγκλημα, και είχα βάλει τα πρόβατα μέσα. Ετοιμαζόμουν να πάω στα άλλα τα πρόβατα, που βόσκανε εκεί που έγινε το κακό, και τότε ήρθε με το μηχανάκι ο Ν.Φ.,που μένει στα Καλύβια και έχει και αυτός πρόβατα, κοντά στα δικά μου. Μου είπε ο πρόστυχος, που να μην έσωνε να μου το έλεγε, ότι εκεί που βόσκανε τα πρόβατά μου ήταν κάποιοι κυνηγοί που είχαν ένα άσπρο σκυλί που μου κυνηγούσε τα πρόβατα. Ποιος ξέρει τι του είχανε κάνει αυτουνού για να με βάλει να μαλώσω. Πήρα τότε τον γιο μου τον Νιόνιο και πήγαμε στα πρόβατα με το φορτηγάκι, ένα πράσινο Μιτσουμπίσι, για να τα μάσουμε κάτω. Ο Νιόνιος οδηγούσε. Εγώ είχα πάρει μαζί την καραμπίνα την Μπερέτα του Νιόνιου στο αυτοκίνητο, γιατί αυτοί επειδή κυνηγούσανε είχανε όπλα και φοβόμουνα να πάω έτσι. Καμιά εικοσαριά μέτρα πριν φτάσουμε στο χωράφι που ήταν τα πρόβατα, αφήσαμε το αμάξι και κατεβήκαμε. και εγώ πήρα την καραμπίνα στην πλάτη. Ο Νιόνιος δεν είχε καραμπίνα. Αυτοί ήταν στο απέναντι χωράφι και οι πέντε μαζί, τους φώναξα "μην πατάτε τις τσαμπουριές, έτσι τις πατάνε όλοι και φεύγουν τα πρόβατα και πάνε στα περιβόλια". Πρόπερσι είχα πληρώσει ένα εκατομμύριο αποζημίωση. Αυτοί τότε ήρθαν εκεί που ήμασταν εμείς, και ο Νιόνιος τους είπε ότι θα φωνάξει την αστυνομία. Κάποιος απ' αυτούς τότε τον τράβηξε από το σακάκι και του είπε "θα μου κλάσει τα αρχίδια η αστυνομία. να πας να γαμηθείς και εσύ και η αστυνομία”. Μόλις το είπε αυτό, ένας άλλος έριξε στον Νιόνιο μια με την καραμπίνα κάτω στα ποδάρια αλλά δεν τον πήρε, και μια πιο ψηλά και τον πήρε ένα σκάγι στο στήθος. Ο άλλος συνέχισε να τον τραβάει και του είπε "θα σε τουφεκίσω και θα σε πετάξω πέρα στο χαντάκι”. Δεν ξέρω ποιος τα είπε αυτά, γιατί αυτούς πρώτη φορά τους έβλεπα. Εκείνη την ώρα ήμασταν μέσα στο χωράφι που βόσκαγαν τα πρόβατα. Ήμουν σίγουρος ότι θα τον σκοτώνανε τον Νιόνιο. Τότε δεν έβλεπα τίποτα μπροστά μου. Ή κόσμος ήτανε ή ζώα, τον κακό μου τον καιρό. Είχα τρία φυσίγγια στην καραμπίνα και τους τα έριξα όλα. Οι τρεις πέσανε κάτω μέσα στο χωράφι και οι άλλοι δύο τρέχανε προς τον δρόμο. Μπορεί να ήταν οι δύο στο χωράφι που πέσανε και οι άλλοι τρεις που τρέξανε. πού να θυμάμαι τώρα. Γέμισα ξανά και έριξα και στους άλλους. Αυτοί είχαν αρχίσει και τουφέκαγαν, αλλά τους πέτυχα όλους. O ένας έπεσε εκεί μπροστά στον δρόμο, αλλά τους άλλους δύο δεν τους πέτυχα καλά και φύγαν παραπέρα. Πήγα και εγώ από πίσω, γέμισα ξανά, τους έριξα πάλι πιο κάτω και έπεσαν. Πριν πέσουνε, μου ρίχνανε και αυτοί, αλλά δεν με πέτυχαν. 

Όλη αυτή την ώρα ο Νιόνιος φώναζε o φουκαράς να σταματήσω, αλλά κολοκύθια, δεν έβλεπα τίποτα μπροστά μου, τον κακό μου τον καιρό. Τα φυσίγγια τα έβαζα όπως ήταν από την αρμάθα, ούτε και ξέρω τι φυσίγγια ήτανε. Μόλις έγινε αυτό, πήρα τον Νιόνιο και γυρίσαμε στο χωριό. Μόλις φτάσαμε σπίτι, ξεντυθήκαμε και πήγαμε στο καφενείο, o καθένας χώρια σαν καλοί νοικοκυραίοι. Είπα μόνο στον Νιόνιο μην πει τίποτα της μάνας του, γιατί θα πεθάνει. Το όπλο και τα φυσίγγια τα άφησα στο σπίτι στη σοφίτα, εκεί που τα βάζουμε πάντα για να μην τα βρίσκει το παιδί που μένει κάτω. Στη γυναίκα μου ακόμα δεν της έχω πει τι έγινε. Χαζαμάρα μεγάλη έκανα, αλλά τόσο μου κόβει και μένα. Θα μου τον σκοτώνανε όμως σίγουρα τον Νιόνιο, αλλιώς εγώ δεν τράβαγα όπλα με τίποτα. Και το 'πε ο Νιόνιος μετά. "καλύτερα να μ' άφηναν στον τόπο ”, αλλά το άφηνα εγώ το παιδί μου να πάει έτσι; Τώρα τον κακό μου τον καιρό. Το μόνο που θέλω να ξέρετε σίγουρα είναι ότι o Νιόνιος δεν τράβηξε όπλο. Όποιον να ρωτήσετε στα Καλύβια θα σας πει για τον Νιόνιο, πόσο ήσυχος είναι, ούτε έχει βρίσει ποτέ κανέναν. Σκυλί να πνίγεται, θα το τραβήξει έξω. Κάτι άλλο δεν έχω να πω, αλλά και τι να πω όπως γίναν τα πράγματα...» 

Κλείνοντας, θα ήθελα να επισημάνω ότι η υπόθεση των πέντε κυνηγών στο Αγρίνιο ήταν από τα αγριότερα εγκλήματα που έχω καλύψει στην καριέρα μου. Φανερώνει πρωτόγονες καταστάσεις αφού οι δράστες έδειξαν ότι για αυτούς η ανθρώπινη ζωή δεν είχε καμιά αξία. Δυστυχώς για τους κυνηγούς, έπεσαν σε ανθρώπους που η ανθρωπιά μέσα τους δεν υπήρχε, όπως μου έλεγε εκείνη την περίοδο γνωστός μου ψυχίατρος.

 Πηγή κειμένου: ΠΑΝΟΣ ΣΟΜΠΟΛΟΣ "ΤΑ ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΑΝ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ", Εκδ. Πατάκη