Μετά την εξορία του Οιδίποδα, οι γιοι του Ετεοκλής και Πολυνείκης συμφώνησαν να βασιλεύουν με τη σειρά, τη μια χρονιά ο ένας, την άλλη ο άλλος κι όσο βασιλευε ο ένας, ο άλλος θα ζούσε μακριά από τη Θήβα.
Πρώτος βασιλεψε ο Ετεοκλής σαν μεγαλύτερος που ήταν, αλλά όταν τέλειωσε ο χρόνος της βασιλείας του αρνήθηκε να παραδώσει την εξουσία στον αδελφό του. Επιπλέον, του απαγόρευσε να γυρίσει στη Θήβα και πρόσταξε να κλείσουνε οι πύλες της πόλης. Ο Πολυνείκης κατέφυγε στο Άργος, όπου παντρεύτηκε την κόρη του βασιλιά Άδραστου, Δηιπύλη και αποφάσισε να διεκδικήσει το θρόνο του με τη βοήθεια του πεθερού του και πέντε ακόμα φιλων του: του Τυδέα, γιου του βασιλιά της Καλυδώνας Οινέα και γαμπρού του Άδραστου, του Αργείτη μάντη Αμφιάραου, του Καπανέα, βασιλιά των Μυκηνών, του Ιππομέδοντα από την Τίρυνθα και του Παρθενοπαίου από την Αρκαδία.
Σαν έφτασε ο στρατός τους στη Νεμέα, οι πολεμιστές βασανίζονταν από τη δίψα. Δεν έβρισκαν όμως πουθενά νερό, γιατί ο Δίας, που ήταν αντίθετος στην εκστρατεία, είχε προστάξει τις νεράιδες να σφραγίσουν όλες τις πηγές. Οι στρατιώτες στην αναζήτηση νερού συναντήθηκαν με τη βασιλισσα της Λήμνου Υψιπύλη, που οι συμπατριώτισσές της είχανε πουλήσει στο βασιλιά της Νεμέας Λυκούργο, για να την τιμωρήσουν που γλίτωσε τον πατέρα της Θόα, όταν εκείνες εξολόθρευσαν όλους τους άντρες του νησιού. Η αλλοτινή βασίλισσα ήτανε τώρα σκλάβ και μεγάλωνε το γιο του Λυκούργου, Οφέλτη. Η Υψιπύλη άφησε το παιδί και οδήγησε τους πολεμιστές στο δάσος σε μια κρυφή πηγή. Μα ένα φίδι βγήκε απ' τα χαμόκλαδα κι έπνιξε το παιδί. Ο Λυκούργος όρμησε να σκοτώσει την Υψιπύλη, που την υπερασπίστηκε ο Τυδέας και οι ήρωες έθαψαν το μικρό Οφέλτη κι οργάνωσαν νεκρικούς αγώνες προς τιμήν του, απ' τους οποίους προήλθαν τα Νέμεα. Ο μάντης Αμφιάραος κατάλαβε ότι ο θάνατος του παιδιού ήταν κακό σημάδι για την εκστρατεία. Ονόμασε τον Οφέλτη Αρχέμορο, που σημαίνει «αυτός που φέρνει το θάνατο», και συμβούλευσε μάταια να σταματήσει η εκστρατεία.
Οι εφτά αρχηγοί έφτασαν κοντά στη Θήβα κι έστειλαν τον Τυδέα να διαπραγματευτεί με τους άρχοντες της πόλης. Εκείνοι τον προκάλεσαν κι ο Τυδέας πάλεψε μαζί τους και τους νίκησε με τη βοήθεια της Αθηνάς. Εκείνοι μάνιασαν από θυμό κι έστειλαν πενήντα παλικάρια να του στήσουν καρτέρι, μα ο Τυδέας όχι μόνο δεν έπαθε τίποτα αλλά τους σκότωσε όλους εκτός από έναν, που τον άφησε να ζήσει, για να γυρίσει στη Θήβα και να πει το κατόρθωμά του. Οι Θηβαίοι ορκίστηκαν v' αναμετρηθούν με τους εφτά αρχηγούς, που αφού θυσίασαν στο θεό του πολέμου Άρη ορκίστηκαν ή να πατήσουν τα τείχη της Θήβας ή να ποτίσουν με το αίμα τους τη θηβαϊκή γη.
Ο στρατός του Άργους μοιρασμένος μπροστά από τις εφτά πύλες της Θήβας ετοιμάστηκε για την επιθεση. Απέναντι από τον Πολυνείκη παρατάχτηκε o αδελφός του Ετεοκλής. Η μάχη ήταν λυσσαλέα και οι θεοί με το μέρος των Θηβαίων. Οι πολεμιστές του Άργους οπισθοχώρησαν και τα δύο αδέλφια, μονομαχώντας λυσσαλέα πέσαν ο ένας πάνω στο κουφάρι του άλλου.
Απ' όλους τους Αργίτες ήρωες γλίτωσε μονάχα ο Άδραστος. Οι Θηβαίοι έθαψαν με τιμές τους δικούς τους νεκρούς, αλλά αφήσανε άταφους τους εισβολείς κι αρνήθηκαν στις γυναίκες και στις μητέρες τους να παραδώσουν τις σωρούς τους. Εκείνες Ζήτησαν τη βοήθεια του Θησέα, ο οποίος εκστράτευσε ενάντια στη Θήβα και υποχρέωσε τους Θηβαίους να παραδώσουν τα κουφάρια των νεκρών πολεμιστών, που έκαψε με τις απαιτούμενες νεκρικές τιμές στις Ελευθερές και των αρχηγών τους στην Ελευσίνα. Στη συνέχεια, ο Θησέας παρέδωσε τη στάχτη στις Αργίτισσες - μονάχα η στάχτη του Καπανέα, που σκοτώθηκε από κεραυνό του Δία έμεινε στην Ελευσίνα, ενώ στη νεκρική πυρά του έπεσε κι η γυναίκα του, η ωραία Ευάδνη, γιατί δεν άντεχε να ζήσει χωρίς τον αγαπημένο της άντρα.
Πηγή κειμένου: Μυθολογία των Ελλήνων, Σοφία Ν. Σφυρόερα