Οι Έλληνες είχαν αναμφίβολα αποδείξει ότι ήταν περισσότερο από ικανοί όχι απλώς να αποκρούσουν τις δυνάμεις του συνεταίρου του Χίτλερ αλλά και να τις αναγκάσουν σε άτακτη υποχώρηση. Μία αντιπαράθεση όμως με την Γερμανία θα ήταν τελείως διαφορετική. Σε περίπτωση γερμανικής επίθεσης οι ελληνικές δυνάμεις θα βρίσκονταν σε μειονεκτική θέση, καθώς αντικειμενικά η Ελλάδα δεν διέθετε τα μέσα αλλά και το ανθρώπινο δυναμικό για να επιδοθεί σε διμέτωπο αγώνα εναντίον συντριπτικά υπέρτερου αντιπάλου, ευρισκόμενη ήδη σε εμπόλεμη κατάσταση με (έστω θεωρητικά) επίσης ισχυρότερο αντίπαλο. Το ηθικό Ενόπλων Δυνάμεων και λαού συνέχιζε να είναι υψηλό και έτσι θα παρέμενε αλλά για την επιτυχημένη διεξαγωγή εχθροπραξιών χρειάζονται οπλικά συστήματα. Η Ελλάδα όμως δεν διέθετε πολεμική βιομηχανία και εξαρτάτο αποκλειστικά από την Βρετανία, η οποία βεβαίως δεν ήταν και στην καλύτερη δυνατή κατάσταση.
Για την συνέχιση των εχθροπραξιών στην Αλβανία, στο μέτωπο αυτό είχαν μεταφερθεί σημαντικές δυνάμεις, οι οποίες κανονικά θα έπρεπε να είναι αναπτυγμένες στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη. Το ενδεχόμενα αναστροφής αυτής της διαδικασίας αποκλείσθηκε, εφόσον κρίθηκε προτιμότερο να εξακολουθήσουν οι επιτυχημένες επιχειρήσεις στην Αλβανία. Με αυτές τις συνθήκες η ελληνική ηγεσία ήλπιζε ότι οι ενισχύσεις, τις οποίες είχαν υποσχεθεί ότι θα διαθέσουν οι Βρετανοί θα ήταν ουσιαστικές από αριθμητικής πλευράς και θα έφθαναν εγκαίρως. Υπολογιζόταν επίσης ότι η Τουρκία και η Γιουγκοσλαβία ή τουλάχιστον μόνο η Γιουγκοσλαβία θα συμμετείχαν ενεργά στον αγώνα εναντίον του Άξονος. Ειδικά, εάν η δεύτερη έμπαινε στον πόλεμο στο πλευρό της Ελλάδας, θα έφραζε την μία από τις πιθανές κατευθύνσεις ενδεχόμενης γερμανικής επίθεσης και θα έδινε στην Ελλάδα την ευκαιρία να αποτραβήξει δυνάμεις από το αλβανικό μέτωπο. Βεβαίως όπως είναι γνωστό, τίποτε από τα παραπάνω δεν συνέβη.
Κατά την διάρκεια ελληνο-βρετανικής σύσκεψης (13-15 Ιανουαρίου 1941), παρόντος και του πρωθυπουργού Ιωάννη Μεταξά, ο Αρχιστράτηγος Αλέξανδρος Παπάγος διατύπωσε την άποψη ότι η Γιουγκοσλαβία θα παρέμενε ουδέτερη και συνεπώς ιδιαίτερο ρόλο θα έπαιζε η βρετανική βοήθεια. Ζήτησε λοιπόν από τους Συμμάχους τουλάχιστον εννέα μεραρχίες πεζικού με υποστήριξη πυροβολικού και ανάλογες αεροπορικές δυνάμεις. Οι δυνάμεις αυτές θα έπρεπε να αφιχθούν στην Ελλάδα αμέσως μόλις οι Γερμανοί κινούνταν από την Ρουμανία στην Βουλγαρία. Οι Βρετανοί όμως δεν μπορούσαν να διαθέσουν περισσότερες από τρεις μεραρχίες και μικρό σχετικά αριθμό αεροσκαφών αλλά προσφέρθηκαν, διά στόματος του Στρατηγού Ουέηβελ (αρχηγού των βρετανικών δυνάμεων στην Μέση Ανατολή) να στείλουν αμέσως ολιγάριθμες δυνάμεις, απαρτιζόμενες από ένα σύνταγμα πυροβολικού, ένα μικτό αντιαεροπορικό και αντιαρματικό σύνταγμα και δύναμη περίπου 60 αρμάτων. Η μεγαλύτερη βοήθεια των τριών μεραρχιών δεν θα μπορούσε να φθάσει στην Ελλάδα πριν την παρέλευση δύο μηνών λόγω μη διαθεσιμότητας επαρκών θαλασσίων μεταφορικών μέσων. Η προσφορά απορρίφθηκε από ελληνικής πλευράς ώστε να μην δοθούν αφορμές στους Γερμανούς και ζητήθηκε όπως η όποια βρετανική βοήθεια να φθάσει στην χώρα όταν τα στρατεύματα του Χίτλερ θα αναπτύσσονταν στην Βουλγαρία, οπότε η εισβολή θα εθεωρείτο επικείμενη. Τελικά η βοήθεια των Βρετανών περιορίσθηκε σε δύο μεραρχίες πεζικού και μία τεθωρακισμένη ταξιαρχία.
Η παρουσία βρετανικών δυνάμεων χρησιμοποιήθηκε από τον Χίτλερ ως πρόσχημα για την επίθεση εναντίον της Ελλάδας, προβάλλοντας ως αιτία της εισβολής την εκδίωξή τους από αυτήν, εφόσον η παρουσία τους αποτελούσε απειλή για τα συμφέροντα του Άξονος.
Εκτός από το γεγονός της ειλημμένης απόφασης για εισβολή στην Ελλάδα, όπως προαναφέραμε, οι Γερμανοί ήξεραν επίσης τις ελληνικές θέσεις, οι οποίες είχαν γνωστοποιηθεί στην γιουγκοσλαβική κυβέρνηση, η οποία εκείνη την εποχή ερωτοτροπούσε με τον Γερμανό δικτάτορα. Επίσης γνωστές ήταν οι ελληνικές θέσεις στους Γερμανούς όταν στις αρχές του έτους είχαν γίνει ανεπίσημες βολιδοσκοπήσεις σε διπλωματικό επίπεδο προς τον Έλληνα πρεσβευτή στην Γερμανία ως προς την πιθανότητα μεσολάβησης για ανακωχή με την Ιταλία έναντι διευκολύνσεων. Οι οδηγίες, τις οποίες είχε λάβει ο τελευταίος από την Αθήνα ήταν «Πολεμούμε»!
Κατά την διάρκεια του Φεβρουαρίου 1941 η ελληνική ηγεσία εξέταζε τα υπέρ και τα κατά της περιορισμένης βρετανικής βοήθειας και την πιθανότητα σχηματισμού αμυντικής γραμμής κατά μήκος των οροσειρών Βερμίου και Ολύμπου. Από καθαρά στρατιωτικής πλευράς φαινόταν προτιμότερο να εκκενωθεί η Ανατολική Μακεδονία και η Θράκη, καθώς για την επιτυχημένη άμυνα αυτών των περιοχών απαιτούνταν δώδεκα μεραρχίες, ενώ οι διαθέσιμες μαζί με τις βρετανικές ήταν έξι. Η υπό συζήτηση περιοχή προσέφερε πράγματι σημαντικά πλεονεκτήματα για αμυντικό πόλεμο, λόγω εδαφικής διαμόρφωσης και η λύση αυτή σαφώς υποστηριζόταν από τους Βρετανούς. Εάν όμως υιοθετείτο, αυτό θα σήμαινε εγκατάλειψη της Θεσσαλονίκης και όλων των εδαφών ανατολικά του Αξιού και από ηθικής και πολιτικής άποψης τέτοια απόφαση δεν γινόταν να ληφθεί από οποιαδήποτε ελληνική κυβέρνηση (τουλάχιστον εκείνη την εποχή). Για παρόμοιους λόγους δεν αποφασίσθηκε και η σύμπτυξη των μαχομένων ελληνικών δυνάμεων στην Αλβανία, γιατί εκτιμήθηκε ότι μία τέτοια κίνηση θα επηρέαζε αρνητικά το ηθικό στρατού και λαού. Ενώ όμως ήταν φανερό ότι σε περίπτωση επίθεσης των Γερμανών από την Γιουγκοσλαβία θα εύρισκαν τον δρόμο ανοιχτό, ο επικεφαλής των βρετανικών δυνάμεων Αντιστράτηγος Μαίτλαντ Γουίλσον δεν έκανε την λογική κίνηση να παρατάξει τις δυνάμεις του σε αυτό το αδύνατο σημείο, δυτικά της «Γραμμής Μεταξά», θεωρώντας ότι αυτές ήταν πολύ μικρές για να προτάξουν αποτελεσματική άμυνα.
Αντιθέτως τις ανέπτυξε περίπου 70 χιλιόμετρα δυτικά του Αξιού σε ένα μέτωπο περίπου 140 χιλιομέτρων βορείως του Ολύμπου και των Πιερίων και ανατολικά του Βερμίου. Οι δύο βασικές παράμετροι αυτής της απόφασης ήταν η εξασφάλιση επαφής με το Τμήμα Στρατιάς Δυτικής Μακεδονίας (ΤΣΔΜ) και η άρνηση στους Γερμανούς πρόσβασης στην κεντρική Ελλάδα. Η πιθανότητα ταχείας κατάρρευσης του Γιουγκοσλαβικού Στρατού και η παρά καμψη αυτής της αμυντικής γραμμής δεν λήφθηκε καθόλου υπ' όψιν. Θα λέγαμε λοιπόν ότι οι άμεσοι πρόγονοί μας ήλπιζαν μόνο σε ένα θαύμα.
Το γερμανικό σχέδιο βασιζόταν στην δοκιμασμένη και επιτυχημένη τακτική του «Κεραυνοβόλου Πολέμου ». Αμέσως μετά την κατάληψη της Θεσσαλονίκης, η Αθήνα και ο σημαντικός λιμένας του Πειραιά θα ήταν ο βασικός αντικειμενικός στόχος. Με τον λιμένα του Πειραιά και την διώρυγα της Κορίνθου σε γερμανικά χέρια, η αποχώρηση των βρετανικών δυνάμεων από την ηπειρωτική Ελλάδα θα ήταν εξαιρετικά δύσκολη. Το κλειδί για την γερμανική επιτυχία θα ήταν οι τολμηρές κινήσεις των μηχανοκινήτων δυνάμεων με την ισχυρή υποστήριξη της Λουφτβάφε.
Καθ' όλη την διάρκεια της ελληνο-ιταλικής σύγκρουσης η γερμανική πλευρά τηρούσε επισήμως μία «ουδέτερη» στάση. Ο Γερμανός πρεσβευτής στην Ελλάδα, βαρώνος Έρμπαχ, εμφάνιζε την ιταλική επίθεση ως υπόθεση ξένη προς την Γερμανία. Το προσωπικό της πρεσβείας εκδηλωνόταν με θαυμασμό για τον ηρωικό αγώνα των Ελλήνων στην Αλβανία. Διάφοροι Γερμανοί, οι οποίοι ευρίσκοντο στην Αθήνα, τόνιζαν την αντιπάθειά τους προς τους Ιταλούς και το μόνο που φαινόταν ότι στενοχωρούσε το Γ' Ράιχ ήταν ή διαφαινόμενη προσχώρηση της Ελλάδας στο άρμα της Βρετανικής Αυτοκρατορίας. Βεβαίως αυτή η στάση σκοπό είχε να διαμορφώσει ένα θετικό κλίμα ανάμεσα στον ελληνικό πληθυσμό για τους Ναζί, ώστε η σχεδιαζόμενη κατοχή της χώρας να εξελιχθεί ομαλότερα.
Παράλληλα με αυτές τις κινήσεις, μέσα στην Ελλάδα λειτουργούσε και η λεγόμενη Πέμπτη Φάλαγγα», η οποία χωρίς να είναι ιδιαιτέρως ισχυρή, μέσω επαφών με Γερμανούς διπλωμάτες προετοίμαζε το έδαφος για την κατάληψη της χώρας από τις δυνάμεις του Άξονος. Επίσης, πολιτικές και πνευματικές προσωπικότητες του τόπου θεωρούσαν ότι ο πόλεμος έπρεπε να τελειώσει άμεσα ώστε να αποφευχθούν περισσότερες βλάβες για την Ελλάδα και να υπάρξει κυβέρνηση φιλική προς τον Άξονα. Συνεπώς, έστω και θεωρητικά υπήρχε η πιθανότητα φιλογερμανικού πραξικοπήματος διαρκούντος του ελληνο-ιταλικού πολέμου. Η κυβέρνηση, γνωρίζοντας αυτές τις κινήσεις, είχε λάβει τα μέτρα της συλλαμβάνοντας ανθρώπους όπως ο Γ. Μερκούρης (πρώην υπουργός του Λαϊκού Κόμματος και αρχηγός του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος Ελλάδος), ο καθηγητής Ν. Λούβαρις, οι πολιτικοί Πέτρος Ράλλης, Νικόλαος Δαρβέρης, οι στρατιωτικοί αδελφοί Παπούλα (γιοί του διατελέσαντος αρχιστρατήγου κατά την μικρασιατική εκστρατεία), Ναπολέων Ζέρβας, Πάσσαρης και Κάβδας (υπουργοί σε κυβερνήσεις του Μεταξά) και οι δημοσιογράφοι Τραυλός, Βούρος και Αναστασόπουλος. Αυτοί, όπως και άλλοι γνωστοί δημόσιοι άνδρες της εποχής, είχαν κλεισθεί στα κρατητήρια της Χωροφυλακής στου Μακρυγιάννη και αφέθηκαν ελεύθεροι λίγο πριν εισέλθουν οι Γερμανοί στην Αθήνα. Αρκετοί από αυτούς θα συνεργάζονταν ενεργά με τις Αρχές κατοχής, ενώ βεβαίως υπήρχαν και οι εξαιρέσεις όπως αυτή του Ναπολέοντος Ζέρβα.
Κων. Ε. Αβτζιγιάννης, Η ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΕΙΣΒΟΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ - ΑΠΡΙΛΙΟΣ 1941
Δείτε επίσης: