Το 1947 σφραγίστηκε από μια σημαντική εξέλιξη, την αλλαγή φρουράς του ξένου παράγοντα που στήριζε το κυβερνητικό στρατόπεδο: Οι Βρετανοί οριστικοποίησαν την απεμπλοκή τους από την Ελλάδα και το ρόλο τους ανέλαβαν οι ΗΠΑ με την εξαγγελία του Δόγματος Τρούμαν και του Σχεδίου Μάρσαλ. Η κυβέρνηση Κ. Τσαλδάρη παραιτήθηκε τον Ιανουάριο και ορίστηκε κυβέρνηση από όλα τα κόμματα της Βουλής, υπό τον Δημήτριο Μάξιμο.
Σε αυτό το φόντο, κατέφτασε στην Αθήνα, τον Ιανουάριο του 1947, ενδεκαμελής επιτροπή του ΟΗΕ. Η επιτροπή είχε σχηματιστεί τα Χριστούγεννα του 1946, σε μια προσπάθεια διεθνοποίησης του «ελληνικού ζητήματος», αυτή τη φορά από την ελληνική κυβέρνηση, η οποία είχε προσφύγει στον ΟΗΕ εναντίον των όμορων σοσιαλιστικών βαλκανικών κρατών, με την κατηγορία ότι υποκινούν την «ανταρσία».
Η επιτροπή, που τη συναποτελούσαν οι χώρες που συμμετείχαν στο Συμβούλιο Ασφαλείας, συμπεριλαμβανομένων της ΕΣΣΔ και της Πολωνίας, είχε την εξουσιοδότηση να πραγματοποιήσει έρευνα σε διάφορες περιοχές της χώρας. Κατά τη διαμονή της στην Αθήνα παρέλαβε εκθέσεις της ελληνικής κυβέρνησης και δέχτηκε την αντιπροσωπία του ΕΑΜ, του ΣΚ ΕΛΔ και των Αριστερών Φιλελευθέρων. Η κάθε πλευρά παρουσίαζε τη δική της εκδοχή για τα γεγονότα: από τη μια η κυβέρνηση υποστήριζε ότι το αντάρτικο ήταν «ξενοκίνητο» και οι σοσιαλιστικές βαλκανικές χώρες με τις ενέργειές τους απειλούσαν την εδαφική ακεραιότητα και ανεξαρτησία της Ελλάδας. Από την άλλη, το ΚΚΕ έκανε λόγο για «μονόπλευρο εμφύλιο πόλεμο που κήρυξαν οι Αγγλοι και ο μοναρχοφασισμός», εξαναγκάζοντας χιλιάδες καταδιωκόμενους να ανέβουν στο βουνό. Τις ίδιες καταγγελίες στην επιτροπή έκαναν και άλλοι πολιτικοί παράγοντες που είχαν συμμετάσχει στο ΕΑΜ, αλλά αποχώρησαν μετά τα Δεκεμβριανά. Χαρακτηριστική είναι η δήλωση του Η. Τσιριμώκου: «Ο μοναρχισμός υποστηρίζει τώρα ότι τρομοκρατεί διότι υπάρχει αντάρτικο, λησμονεί να αναγνωρίσει ότι το αντάρτικο υπάρχει διότι τρομοκρατεί».
Τις εργασίες της επιτροπής παρακολουθούσαν αντιπρόσωποι του ΕΑΜ και πολιτικοί παράγοντες, συμμετείχαν δε αυτοδικαίως αντιπρόσωποι της Γιουγκοσλαβίας, της Βουλγαρίας και της Αλβανίας, καθώς η έρευνα αφορούσε τις χώρες τους. Κλιμάκιά της επισκέφτηκαν διάφορες περιοχές όπου ήταν υπό τον έλεγχο των ανταρτών, αλλά και νησιά - τόπους εξορίας. Στη Θεσσαλονίκη εξετάστηκαν μάρτυρες της ελληνικής κυβέρνησης και πραγματοποιήθηκαν επισκέψεις στις φυλακές της πόλης. Εκεί είχε σταλεί και ο Γ. Ζέβγος, ως αρχηγός της αντιπροσωπίας του ΕΑΜ (αποτελούμενη από τους Γ. Σιάντο, Κ. Γαβριηλίδη, Μ. Κύρκο).
Νεκρός με τέσσερις σφαίρες πισώπλατα
Στις 20 Μαρτίου 1947, νωρίς το μεσημέρι, ο Γιάννης Ζέβγος πέφτει νεκρός στην οδό Αγίας Σοφίας στη Θεσσαλονίκη κατά τη μεταβίβασή του στο ξενοδοχείο «Αστόρια». Τέσσερις σφαίρες, από κοντινή απόσταση, τον βρίσκουν πισώπλατα, επιφέροντάς του θανάσιμο πλήγμα και ο θάνατός του είναι ακαριαίος. Ο δράστης καταδιώκεται από διερχόμενους πολίτες και έναν αστυφύλακα και συλλαμβάνεται. Λίγες ώρες πριν από τη δολοφονία του ο Ζεβγός είχε στείλει στην επιτροπή του ΟΗΕ γράμμα που κατήγγειλε τη φίμωση του δημοκρατικού Τύπου της Θεσσαλονίκης και τις αθρόες συλλήψεις μελών των κομμάτων του συνασπισμού του ΕΑΜ, οι οποίοι είχαν σχέση με την προσκόμιση στοιχείων στην επιτροπή.
Ποιος ήταν ο Γ. Ζέβγος;
Ο Γ. Ζέβγος (πραγματικό όνομα Γιάννης Ταλαγάνης) ήταν ηγετικό στέλεχος του ΚΚΕ με μακρά πορεία στις τάξεις του κόμματος. Γεννήθηκε στη Δορίζα Αρκαδίας το 1897 από φτωχή, πολύτεκνη αγροτική οικογένεια. Φοίτησε στο διδασκαλείο της Αθήνας και αρχικά εργάστηκε ως δάσκαλος σε χωριά της Αρκαδίας. Εκείνη την περίοδο προσβλήθηκε από φυματίωση. Το 1917 υπηρέτησε τη θητεία του στο στρατό και τότε ήρθε για πρώτη φορά σε επαφή με τις σοσιαλιστικές ιδέες. Κατά τη διάρκεια της Μικρασιατικής Εκστρατείας, ενώ ήταν στο μέτωπο, ανέπτυξε αντιπολεμική δράση, συνελήφθη, βασανίστηκε και στάλθηκε εκδικητικά στις πρώτες γραμμές. Εκεί συνδέθηκε με το ΚΚΕ, στο οποίο εντάχθηκε το 1922. Κατά την επιστροφή του, δούλεψε ως δάσκαλος στη Μακεδονία μέχρι το 1924, αναπτύσσοντας έντονη συνδικαλιστική δράση, οπότε άρχισαν οι διώξεις και οι συνεχείς μεταθέσεις του.
Συνελήφθη για πρώτη φορά το 1925, επί δικτατορίας Παγκάλου, και εξορίσθηκε για 5 μήνες στη Φολέγανδρο. Μετά την απελευθέρωσή του, τοποθετήθηκε σε υπεύθυνες θέσεις στο κομματικό μηχανισμό (μέλος του Γραφείου της Κομματικής Οργάνωσης Αθήνας, υπεύθυνος στις εκδόσεις του ΚΚΕ, Λαϊκό Βιβλιοπωλείο). Το 1928 ταξίδε ψε στη Μόσχα, όπου παρέμεινε μέχρι το 1933. Εκεί έμαθε τη ρωσική γλώσσα και φοίτησε στην κομματική σχολή ΚΟΥΤΒ, που είχε αναλάβει την επιμόρφωση στελεχών των ανά τον κόσμο κομμουνιστικών κομμάτων, πολλά από τα οποία ανέλαβαν αργότερα ηγετικές θέσεις στα κόμματά τους.
Αξιοποιώντας τη θεωρητική του συγκρότηση, το ΚΚΕ τον όρισε το 1934 διευθυντή του περιοδικού «Κομμουνιστική Επιθεώρηση». Συχνή ήταν και η αρθρογραφία του στον «Ριζοσπάστη» και τα περιοδικά «Αναγέννηση και Πρωτοπόροι». Πέρα από την τρέχουσα πολιτική αρθρογραφία, έγραψε πολιτικά και ιστορικά βιβλία (Η λαϊκή αντίσταση του Δεκέμβρη και το ελληνικό πρόβλημα, Το εθνικό πρόβλημα της Ελλάδας, η Σύντομη μελέτη της νεοελληνικής ιστορίας, που δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει).
Το 1935 εκλέχθηκε μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ και δύο χρόνια αργότερα ορίστηκε μέλος του Πολιτικού Γραφείου. Κατά τη δικτατορία της 4ης Αυγούστου συνελήφθη, καταδικάστηκε με το «ιδιώνυμο» σε δύο χρόνια φυλακή και ένα έτος εξορία. Στάλθηκε στις φυλακές της Αίγινας. Μετά την κατάρρευση του αλβανικού μετώπου μεταφέρθηκε στην Κέρκυρα και από εκεί στην Ακροναυπλία. Παρέμεινε κρατούμενος από τις κατοχικές δυνάμεις μέχρι το 1942, οπότε δραπέτευσε με μυθιστορηματικό τρόπο από το νοσοκομείο, όπου είχε μεταφερθεί για να εγχειρισθεί.
Σε όλη τη διάρκεια της Κατοχής, συναποτελούσε τον ηγετικό πυρήνα του ΚΚΕ. Διατέλεσε μέλος του Πολιτικού Γραφείου του ΚΚΕ και μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του ΕΑΜ. Τον Αύγουστο 1944 στάλθηκε στο Κάιρο, στις διαπραγματεύσεις για το σχηματισμό Κυβέρνησης Εθνική Ενότητας. Από εκεί μαζί με τον Μ. Πορφυρογένη μετέβησαν στην Καζέρτα, όπου υπέγραψαν την ομώνυμη συμφωνία. Στην κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας, υπό τον Γεώργιο Παπανδρέου, διατέλεσε υπουργός Γεωργίας. Μετά τα «Δεκεμβριανά» επανεξελέγη μέλος της Κεντρικής Επιτροπής και αναπληρωματικό μέλος του Πολιτικού Γραφείου. Παράλληλα, και μέχρι το 1946, καθοδηγούσε τις κομματικές οργανώσεις της Πελοποννήσου. Μάλιστα, μετά το πέρας της περιοδείας του σε Μεσσηνία, Λακωνία, Αρκαδία, δέχθηκε «δολοφονική επίθεση από μισθοφόρο της Χ» στην Κόρινθο, όπως κατήγγειλε ο «Ριζοσπάστης».
Η κηδεία
Την επόμενη ημέρα, οι αστυνομικές αρχές απαγόρευσαν στη σύζυγο του Γ. Ζέβγου να μεταφέρει τη σορό του στην Αθήνα. Μάλιστα εξανάγκασαν τους συγγενείς να κάνουν την κηδεία αυθημερόν στη Θεσσαλονίκη, απειλώντας τους ότι αν δεν παρουσιαστούν θα κηδευτεί ασυνόδευτος. Η κηδεία πραγματοποιήθηκε κάτω από άκρα μυστικότητα και το νεκροταφείο ήταν ζωσμένο με χωροφύλακες και χαφιέδες, σύμφωνα με τις αφηγήσεις της Καίτης Ζέβγου. Παρόντες ήταν μόνο η γυναίκα και η κόρη του, ο γιατρός και συγγενής τους Αυγουστίδης και ο ανταποκριτής του «Ριζοσπάστη» στη Θεσσαλονίκη. Η Καίτη Ζέβγου αποχαιρέτησε το σύντροφό της με τα παρακάτω λόγια: «Αγαπημένε μας, όπως έζησες ταπεινά όλη τη ζωή σου έτσι πέθανες και τώρα. Όλη σου τη ζωή σου την έδωσες στο κόμμα και για αυτό σε δολοφόνησαν. Δεν σου φέραμε λουλούδια, Γιάννη μου, αλλά είμαστε εδώ η γυναίκα σου και η κόρη σου και σου δίνουμε μια υπόσχεση: να δώσουμε και εμείς τη ζωή μας για τον ιερό αγώνα που εσύ άρχισες για τη συμφιλίωση του λαού, ολόκληρου του λαού, για να μην τον σκοτώνουν άδικα». Στον Τύπο της επόμενης ημέρας αναφερόταν επιγραμματικά σχετικά με την κηδεία ότι «απαγορεύτηκε με απόφαση της Αστυνομίας κάθε πολιτική εκδήλωση. Η Αστυνομία βρίσκεται σε επιφυλακή». Από την άλλη πλευρά, ο «Ριζοσπάστης» έγραφε: «Φοβισμένη η κυβέρνηση δεν άφησε το λαό να κηδέψει τον αγωνιστή Ζέβγο». Ομαδικό προσκύνημα στον τάφο του Γ. Ζέβγου πραγματοποιήθηκε στις 22 Μαρτίου με τη συμμετοχή του Ν. Ζαχαριάδη, του Κ. Καραγιώργη, του Γ. Πασαλίδη και πολύ κόσμου.
Οι αποκαλύψεις των δραστών
Τα γεγονότα πήραν άλλη τροπή όταν στις 3 Απριλίου ο «Ριζοσπάστης» δημοσίευσε επιστολή του 33χρονου καπνοπαραγωγού από τις Σέρρες, Νίκου Σιδηρόπουλου, συνεργού του Χ. Βλάχου. Οπως ανέφερε, είχε φύγει και αυτός από τον «τόπο αυτοεξορίας» του, το Μπούλκες, και μόλις επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη τον «παρέλαβε» το Γ’ Σώμα Στρατού. Τοποθετήθηκε μαζί με άλλους στην ΕΣΑ Βαρδαρίου, όπου τους ασκήθηκαν πιέσεις «για να καταθέσουν άσχετα με την αλήθεια για τη ζωή στο Μπούλκες». Μάλιστα, ο αντιπρόσωπος της κυβέρνησης στην επιτροπή του ΟΗΕ, Κύρου, τους επισκέφθηκε και επέμεινε να καταθέσουν «για να σώσουν την Ελλάδα». Κατά την παραμονή τους στην ΕΣΑ, μαζί με άλλα άτομα που τελικά κατέθεσαν στην επιτροπή (ο ίδιος δεν κατέθεσε), λάμβαναν ημερομίσθιο, αλλά και μεγαλύτερα ποσά. Στις 10 Μαρτίου 1947, μαζί με τους Χρήστο Βλάχο, Αθανάσιο Παρτούλα, Πολυμέρη Χαρίση, Λάζαρο Τσιαούση, Χαράλαμπο Γκιαουρίδη, Ευστάθιο Μπαϊπουλτίδη, τους έγραψαν σε εθνικόφρονες οργανώσεις, οπλίζοντάς τους. Αρχηγός τους ήταν ο Τάσος Τσάκωνας. Η εντολή που τους δόθηκε ήταν να δολοφονήσουν διάφορα ηγετικά στελέχη της Αριστεράς: τον Γ. Ζέβγο, το δικηγόρο Σακελλαρόπουλο, τον Δηλαβέρη και τον γιατρό Πασαλίδη. Ενώ έλαβαν διαβεβαιώσεις ότι όλα θα γίνουν με την ανοχή της Αστυνομίας και μετά το πέρας του σχεδίου θα αμειφθούν αδρά. Η παρακολούθηση του Γ. Ζέβγου ξεκίνησε στις 18/3 με τη συμμετοχή και των επτά ατόμων, κανένα από τα οποία δεν τον γνώριζε προσωπικά. Η διαταγή που πήραν ήταν να τον σκοτώσουν νύχτα και κρυφά μέσα στο ξενοδοχείο του, πράγμα που δεν έγινε κατορθωτό. Επειτα από δύο ημέρες παρακολουθήσεων, ο Τ. Τσάκωνας και ο Χ. Βλάχος κατόπιν συνάντησης, στην οποία παραβρέθηκε και ο άρτι αφιχθείς στην πόλη Ν. Ζέρβας, πήραν εντολή η δολοφονία να γίνει άμεσα, σε οποιοδήποτε σημείο της πόλης. Κατόπιν τούτου, ξεκίνησε εκ νέου παρακολούθηση. Οταν ο Γ. Ζέβγος βγήκε από εστιατόριο στην Αγίας Σοφίας, ο Χ. Βλάχος τον πυροβόλησε. Αμέσως σκόρπισαν όλοι και συγκεντρώθηκαν ένας ένας στην ΕΣΑ. Εκεί έμαθαν για τη σύλληψη του Χ. Βλάχου. Στη συνέχεια, μεταφέρθηκε στο Ε’ Τμήμα, όπου ένας ενωμοτάρχης τού υπέδειξε από το παράθυρο το γραφείο του Σακελλαρόπουλου, αναφέροντάς του ότι αυτός θα αναλάμβανε τη δολοφονία του. Θα την πραγματοποιούσε είτε με όπλο, στην περίπτωση που ήταν και άλλοι στο γραφείο, ή με μαχαίρι, αν ήταν μόνος. Κατά την παραμονή του στο Ε’ Τμήμα, επισκέφτηκαν το γραφείο του διοικητή, στο οποίο βρίσκονταν ο Τ. Τσάκωνας, ο βουλευτής του Κιλκίς Παπαδόπουλος και κάποιος στρατιωτικός. Αφού συνομίλησαν, ο Τ. Τσάκωνας τους ενημέρωσε ότι οι εκτελέσεις έπρεπε να αναβληθούν για δυο-τρεις μέρες. Η επιστολή έκλεινε με τη δήλωση του Ν. Σιδηρόπουλου ότι δέχεται να καταθέσει όσα ομολογεί «μπροστά σε οποιαδήποτε επιτροπή, αρκεί να έχω εγγυήσεις ότι δεν θα πάθω τίποτα. Σας στέλνω και μια φωτογραφία μου που είμαι με έναν από την ΕΣΑ πάνω σε μοτοσικλέτα».
Η επιστολή προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων, ο υπουργός Δικαιοσύνης δήλωσε ότι το δημοσίευμα στοχεύει στη συκοφάντηση της χώρας, ενώ ο Ν. Ζέρβας έκανε μήνυση στον Ν. Σιδηρόπουλο και τον «Ριζοσπάστη» για συκοφαντική δυσφήμηση.18 Αργότερα δημοσιεύτηκε στον «Ριζοσπάστη» αντίστοιχη δήλωση και άλλου συνεργού, του Χ. Γκιαουρίδη. Σύμφωνα με την εφημερίδα «Ελευθερία», ο ίδιος ανακρίθηκε από την Αστυνομία και δήλωσε ότι η επιστολή ήταν πλαστή, ωστόσο ο δικηγόρος της οικογένειας Ζέβγου κατέθεσε στον ανακριτή τις πρωτότυπες χειρόγραφες επιστολές.
Η δίκη και η φυγή στην Αργεντινή
Ο φυσικός αυτουργός της δολοφονίας Χρήστος Βλάχος παραπέμφθηκε σε δίκη το 1948 και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης μόλις 4 ετών. Σύντομα όμως ανακοινώθηκε ότι «δραπέτευσε» από τη φυλακή και φυγαδεύτηκε στο Μπουένος Αϊρες της Αργεντινής, όπως φαίνεται και στο δημοσίευμα ελληνόφωνης παροικιακής εφημερίδας: «Αφίχθη εις την πόλη μας ο ομογενής κ. Χρήστος Βλάχος προκειμένου να εγκατασταθεί οριστικώς ενταύθα!». Αργότερα επέστρεψε στην Ελλάδα και για πολλά χρόνια ήταν έγκλειστος στο Ψυχιατρείο της Λέρου. Από εκεί, το 1981, έδωσε συνέντευξη στην εφημερίδα «Ακρόπολις», στην οποία αποκάλυψε το σχέδιο εκτέλεσης του Γ. Ζέβγου: «Εγώ δούλευα για την ελληνική και τη συμμαχική αντικατασκοπεία, πολεμούσα τους κομμουνιστές και τους Τούρκους... Ετσι, εκτέλεσα και την εντολή που πήρα από τους ανωτέρους μου, να σκοτώσω τον Γιάννη Ζέβγο. Επρεπε να υπακούσω. Η πατρίδα κινδύνευε, έπρεπε να την καθαρίσω από τους κομμουνιστές. Και το Σουλτάνο του ΚΚΕ (σ.σ.: τον Ζαχαριάδη) έπρεπε να τον σκοτώσω».
ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ - ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ
Δείτε επίσης: