Η βρετανική αντικατασκοπεία, που εγκαταστάθηκε στην Αθήνα τις πρώτες μέρες μετά την Απελευθέρωση, εγκαταστάθηκε στα γραφεία της ομόλογης υπηρεσίας των Ες Ντε, που βρίσκονταν στο μέγαρο του ΜΤΣ και στο συγκρότημα Σέκερη-Βασ. Σοφίας-Μέρλιν, μια σειρά νεοκλασικών κτιρίων που είχαν ουσιαστικά ενοποιήσει οι Γερμανοί, ενώνοντας τα υπόγεια (στο ίδιο συγκρότημα στεγάσθηκαν και διάφορες υπηρεσίες του ελληνικού ΓΕΣ).
Σε συνεργασία με Έλληνες αστυνομικούς και στρατιωτικούς και με τον χαρακτηριστικό επαγγελματισμό τους, αναζήτησαν κάθε πιθανό Έλληνα ή ξένο κατάσκοπο που είχε δράσει ή συνέχιζε να δρα υπέρ των Γερμανών. Αξιοποιώντας πληροφορίες, που της είχαν παρασχεθεί από την ελληνική αστυνομία ή είχαν συγκεντρώσει οι πάμπολλοι πράκτορές της από την εποχή ήδη της Κατοχής, εξέταζε προσεκτικά κάθε υπόθεση. Μέχρις ενός σημείου ο ζήλος της δεν είχε καν εκδηλωθεί και ίσως θα συνέχιζε να αδιαφορεί, αν κατά τη διάρκεια των Δεκεμβριανών δεν γινόταν αντιληπτό ότι στην απομονωμένη Γερμανία έφθαναν πληροφορίες για το τι συνέβαινε στην Ελλάδα, ενώ παράλληλα υπήρχαν και άλλες υποψίες για «γερμανικό δάκτυλο» κατά την εξέγερση. (Κατά τη διάρκεια των Δεκεμβριανών, διαπιστώθηκε ότι η ελληνόφωνη εκπομπή από το γερμανικό ραδιόφωνο του Μπρεσλάου μετέδιδε πληροφορίες από την Αθήνα, που λογικά δεν θα έπρεπε να τις έχουν στη διάθεσή τους στη Γερμανία. Αυτό ενέβαλε σε υποψίες τις βρετανικές υπηρεσίες, ενώ παράλληλα υπήρχαν έντονες υποψίες για αόρατο «γερμανικό δάκτυλο» που έριξε το πρώτο πυρ κατά την εξέγερση. Επ' αυτού, βλ. σχετικό δημοσίευμα στο περιοδικό Λαβύρινθος (τεύχ. 6, Δεκέμβριος 2006, σελ. 9-11), όπου γίνεται συσχετισμός του «πρώτου πυροβολισμού» στα Δεκεμβριανά με την απόπειρα δολοφονίας του Ρώσου συνταγματάρχη Ποπώφ και με την ύπαρξη της τεράστιας ποσότητας εκρηκτικών στα υπόγεια του ξενοδοχείου «Μεγάλη Βρετανία», που επρόκειτο να πυροδοτηθούν κατά τη διάρκεια επίσκεψης του Τσώρτσιλ τα Χριστούγεννα του 1944, καθώς και με τη δράση ελευθέρων σκοπευτών έξω από τη βρετανική πρεσβεία, όταν έβγαινε απ' αυτήν ο Βρετανός πρωθυπουργός στις 27 Δεκεμβρίου, οπότε σκοτώθηκε μια άσχετη γυναίκα που βρισκόταν εκεί για να τον επευφημήσει. Ο αρθρογράφος δίνει μεγάλη σημασία στη θεωρία του κινήτρου, το οποίο με τα δεδομένα των ημερών εκείνων δεν μπορούσε να το έχει άλλος παρά η μακρινή τότε Γερμανία). Αξιοσημείωτο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η περίπτωση Γερμανών στρατιωτικών που βρέθηκαν στις τάξεις του ΕΛΑΣ κατά τα Δεκεμβριανά, δρώντας εναντίον των Άγγλων.
![]() |
| Η λαϊκή τραγουδίστρια Ρόζα Εσκενάζη (Ζαρντινίδου τότε) |
Η δεύτερη περίπτωση είναι εκείνη του Γερμανού κατασκόπου Χανς Μύλλερ, ο οποίος είχε σημαντική θέση στην ιεραρχία της Άμπβερ στην Ελλάδα κατά την Κατοχή. Ένα από τα οικήματα που χρησιμοποιούσε τότε αυτή η υπηρεσία ήταν στην οδό Αχαρνών 25. Εκεί παρέμεινε ο Γερμανός Χανς και μετά την Απελευθέρωση, συνεχίζοντας ανεμπόδιστα τη δράση του και δεχόμενος επισκέψεις των Ελλήνων υφισταμένων του – σύμφωνα με την ενώπιον του ελληνικού στρατοδικείου κατάθεση της καθαρίστριας Μυτάκη που φρόντιζε το σπίτι. Ο Χανς έμενε εκεί με την Εβραία φίλη του από τη Θεσσαλονίκη Ρόζα Ζαρντινίδου, καλλιτέχνιδα, η οποία και αυτή κατέθεσε ως μάρτυρας για να επιβεβαιώσει τις επισκέψεις των Ελλήνων συνεργατών του Χανς Μύλλερ, προσθέτοντας ότι είχε αντιληφθεί ότι ορισμένοι απ' αυτούς εκπαιδεύονταν στον χειρισμό του ασυρμάτου.
Αυτές είναι μόνο δύο από αρκετές άλλες περιπτώσεις Γερμανών που παρέμειναν στην Ελλάδα είτε σε διατεταγμένη υπηρεσία, είτε με δική τους πρωτοβουλία. Η έκρηξη των Δεκεμβριανών χτύπησε για τους Άγγλους ως συναγερμός και πήραν από την αρχή όλες τις υποθέσεις, άνοιξαν όλους τους φακέλους και άρχισε το ξεσκόνισμα κάθε πληροφορίας που είχε φθάσει μέχρι εκείνη τη στιγμή. Οι Άγγλοι συνειδητοποίησαν τότε είχαν κάποιες ενδείξεις για να αποκαλύψουν ένα ακόμη γερμανικό δίκτυο, που συνέχιζε να λειτουργεί μετά την Απελευθέρωση. Επρόκειτο για το δίκτυο με αρχηγό τον Ιωάννη Αϊβάδογλου, στο οποίο συμμετείχαν Έλληνες πράκτορες, περιλαμβανομένου, όπως προέκυψε από τις εν συνεχεία έρευνες, και ενός εν ενεργεία υπολοχαγού του ελληνικού στρατού!
Η υπόθεση ανατέθηκε από τη βρετανική αντικατασκοπία σ' έναν ικανό νεαρό Έλληνα αξιωματικό, που υπηρετούσε στο ελληνικό ΓΕΣ, τον Ανδρέα Μπρε. Η έκρηξη του ελληνοϊταλικού πολέμου τον είχε βρει σπουδαστή στη Σχολή Ευελπίδων, που στα χρόνια της Κατοχής έσπευσε να προσφέρει εργασία στις συμμαχικές υπηρεσίες. Ανέλαβε να αξιοποιήσει όλες τις υπάρχουσες πληροφορίες που ήταν διαθέσιμες, καθώς και την παρακολούθηση των υπόπτων, οι οποίοι χρησιμοποιούσαν το οίκημα της οδού Αχαρνών 25 και ένα άλλο στην οδό Πάρνηθος, στην Κυψέλη. Ο Μπρες ήταν εκείνος που εντόπισε και τα έξι μέλη του τελευταίου γερμανικού δικτύου, τα οποία συνελήφθησαν. Επρόκειτο για τον Ιωάννη Αϊβάδογλου, (Το όνομα του Αϊβάδογλου αναφέρεται σε άλλες πηγές ως Αϊβάνογλου. Η εφημερίδα Ριζοσπάστης (8 Μαΐου 1945) αναφέρει ότι «ήταν έμπιστος του Μεταξά και έδωσε στους Γερμανούς τα σχέδια των οχυρών της Μακεδονίας») που είχε τους κωδικούς «Σαν Ποτιέρ» ή «Βασίλης» και ήταν παλαιό στέλεχος της Άμπβερ στην Ελλάδα. Συνελήφθησαν επίσης οι Ευάγγελος Παντίρης ή «Τζακ», 56 ετών, ο γιος του Δημήτριος Παντίρης ή «Φίλιος», 25 ετών, ο Δημήτριος Νόνης ή «Μούσα», 41 ετών, ο Κωνσταντίνος Κουσιάδης ή «Χασρ», 33 ετών, και ο Αναστάσιος Τσιρόπουλος ή «Τέλος», 47 ετών. Συνελήφθησαν επίσης δύο ακόμη, ο Δημήτριος Αποστόλου και ο εν ενεργεία υπολοχαγός Δημήτριος Δήμας.
Εξ αυτών ο Ευάγγελος Παντίρης, φανατικός χιτλερικός από την προπολεμική περίοδο, στρατολογήθηκε στην Άμπβερ στις αρχές του 1943 με αποστολή να πραγματοποιεί ταξίδια στη Ρούμελη και την Ήπειρο, καθώς και σε άλλα μέρη της χώρας, ώστε να συλλέγει πληροφορίες για τις αντιστασιακές οργανώσεις. Ο Δημήτριος Νόνης βρισκόταν και αυτός στην υπηρεσία της Άμπβερ από τα τέλη του 1942 με την ίδια αποστολή και για να την εκτελέσει διείσδυσε στον ΕΔΕΣ. Ο 25χρονος Δημήτριος Παντίρης, γιος του Ευάγγελου, στρατολογήθηκε λίγους μήνες πριν από την αποχώρηση των Γερμανών, το καλοκαίρι του 1944, και εκπαιδεύθηκε στον χειρισμό ασυρμάτου από Γερμανούς αξιωματικούς. Ο Αναστάσιος Τσιρόπουλος, που προπολεμικά εργαζόταν σε εμπορικά πλοία ως ασυρματιστής, στρατολογήθηκε από την Άμπβερ μετά τη συνθηκολόγηση των Ιταλών, τον Οκτώβριο του 1943, και χρησιμοποιήθηκε και αυτός για τη συγκέντρωση πληροφοριών σχετικά με τη δράση των αντιστασιακών οργανώσεων. Η αποστολή των πρακτόρων αυτών, οι περισσότεροι των οποίων είχαν εξασφαλίσει κάλυψη ως μέλη των αντιστασιακών οργανώσεων, στις οποίες είχαν διεισδύσει ακριβώς για να τις παρακολουθούν εκ των έσω, συνέχισαν να ενημερώνουν τους εντολοδότες τους και μετά την Απελευθέρωση, οπότε βέβαια αυτοί είχαν αποχωρήσει. Η κάλυψή τους αυτή τους επέτρεπε να κυκλοφορούν ελεύθερα και ίσως άφοβα, μέχρι τη στιγμή που συνελήφθησαν. Είχαν στη διάθεσή τους άφθονα χρήματα και δύο συσκευές ασυρμάτου, τις οποίες χειρίζονταν οι Τσιρόπουλος, Κουσιάδης και Δημήτριος Παντίρης. Ο αρχηγός Ιω. Αϊβάδογλου καταδικάσθηκε σε θάνατο, ο Ευάγγ. Παντίρης σε ισόβια, ο Δ. Νόνης σε φυλάκιση 15 ετών, ο Ιω. Κουσιάδης σε 10 ετών και ο υπολοχαγός Δ. Δήμας σε 10ετή κάθειρξη και στρατιωτική καθαίρεση.
ΥΠΟΨΙΕΣ ΓΙΑ ΠΡΟΒΟΛΗ ΚΥΠΡΙΑΚΟΥ
Μόλις οριστικά και αμετάκλητα χάθηκε για τους Γερμανούς ο πόλεμος και η χώρα τους είχε βαραθρωθεί, την άνοιξη του 1945, οι Άγγλοι στην Ελλάδα ενέτειναν τις προσπάθειές τους για την ανεύρεση κάθε υπολείμματος Ελλήνων πρακτόρων απ' αυτούς που είχαν αφήσει οι Γερμανοί φεύγοντας. Διαπνέονταν από τον φόβο ότι αυτοί θα έριχναν βάρος στην προβολή ζητήματος Κυπριακού, είτε έχοντας τέτοιες οδηγίες είτε από δική τους πρωτοβουλία για να εξωραΐσουν τη μέχρι τότε ένοχη στάση τους. Είχαν διαπιστώσει ότι σε ορισμένα έγγραφα, που είχαν κατασχέσει, υπήρχε τέτοια γερμανική κατευθυντήρια γραμμή, ενώ διυλίζοντας τις υποθέσεις υποδίκων δοσιλόγων, αντιμετώπισαν την ύπαρξη Κυπρίων ανάμεσά τους.
Παρά την αυτονόητη υποχρέωσή τους να ενημερώνουν τις ελληνικές αρχές για τα στοιχεία που συνέλεγαν στην Ελλάδα και αφορούσαν τοπικά θέματα, όσες υποθέσεις συνδέονταν με το Κυπριακό ή απλώς με Κυπρίους τις χαρακτήριζαν ως διαβαθμισμένες και απέναντι στις ελληνικές υπηρεσίες.
Εκτός από τη γνωστή υπόθεση της βρετανικής κυβέρνησης να απαντήσει αρνητικά στο επανειλημμένα το 1941 υποβληθέν ελληνικό αίτημα να μεταφερθεί η έδρα της εξόριστης ελλληνικής κυβέρνησης στο κυπριακό έδαφος, για συμβολικούς και μόνο λόγους, επίμονα και μάλλον αυστηρά οι βρετανικές πολιτικές και στρατιωτικές αρχές αποθάρρυναν κάθε επαφή των Κυπρίων με εξόριστους Έλληνες, ακόμη και την αυτοτελή παρουσία Κυπρίων εθελοντών στο Μέτωπο μετά από την 28η Οκτωβρίου 1940. Είχαν επίσης τον μόνιμο φόβο ότι γερμανόφιλοι Ελληνοκύπριοι, υποκινούμενοι από τους Γερμανούς, θα προκαλούσαν αναταραχή στη μεγαλόνησο. Αντιλαμβάνεται κανείς, λοιπόν, πώς αντέδρασε το Λονδίνο όταν στα τέλη Αυγούστου 1944, στις παραμονές της Απελευθέρωσης, έγιναν στην Κύπρο ζωηρές διαδηλώσεις για την Ένωση με την Ελλάδα. Στη Λευκωσία συγκεντρώθηκαν 7.000 Ελληνοκύπριοι και οι αρχές πραγματοποίησαν εκτεταμένες συλλήψεις. Ασφαλώς οι Άγγλοι δεν μπορούσαν να αποκλείσουν ότι υποκινητές δεν ήταν οι Γερμανοί, ιδιαίτερα αν ληφθεί υπόψη ότι στην Ελλάδα υπήρχαν Κύπριοι που είχαν εργασθεί για λογαριασμό των γερμανικών μυστικών υπηρεσιών κατά τη διάρκεια της Κατοχής.
Όπως και αλλού έχει αναφερθεί, πολλοί από τους Έλληνες πράκτορες που είχαν στρατολογήσει οι γερμανικές και ιταλικές υπηρεσίες αντικατασκοπίας επί Κατοχής λίγο πριν από την Απελευθέρωση μερίμνησαν για να περάσουν εγκαίρως στις ομόλογες ελληνικές και συμμαχικές υπηρεσίες, οι οποίες και κατακλύσθηκαν από τέτοια μεταλλαγμένα πρόσωπα. Μέσα απ' αυτή τη δεξαμενή θα επιλεγούν πράκτορες από τις βρετανικές υπηρεσίες για να χρησιμοποιηθούν αργότερα σε θέματα σχετικά με το Κυπριακό ή με ευρύτερο αντικείμενο σύμφωνα με το διεθνές ψυχροπολεμικό κλίμα της εποχής και την ελληνική διάστασή του. Στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας 1950, συναντούμε πρόσωπα που είχαν δράσει υπέρ των κατακτητών στα χρόνια της Κατοχής, να τελούν τώρα υπό τις διαταγές της Ιντέλιτζενς Σέρβις...
Δημοσθένης Κούκουνας: Η γερμανική κατασκοπεία στην Ελλάδα
Δείτε επίσης:
