Το μοιραίο ραντεβού του συγγραφέα
| Ο Κώστας Ταχτσής γεννήθηκε στις 8 Οκτωβρίου 1927 στη Θεσσαλονίκη. Η καταγωγή του πατέρα του, Γρηγόρη, και της μητέρας του, Έλλης, ήταν από την Ανατολική Ρωμυλία. |
Ήταν Σάββατο. 27 Αυγούστου 1988. Η Ελπίδα Αρτέμη έπαιρνε και ξαναέπαιρνε τηλέφωνο, για δύο μέρες, τον αδελφό της, αλλά εκείνος δεν απαντούσε. Στην τελευταία της προσπάθεια κάλεσε τρεις τέσσερις φορές το Σάββατο το πρωί και το απόγευμα στο σπίτι, και πάλι χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Στο τέλος ανησύχησε: πίστεψε ότι κάτι του είχε συμβεί.
Η ώρα είναι πια 7:25 το βράδυ. Γεμάτη αγωνία. φεύγει από το σπίτι της και πηγαίνει στον Κολωνό, στην οδό Τυρνάβου 26, για να δει τι συμβαίνει. Χτυπάει το κουδούνι αλλά κανείς δεν απαντά. Ανοίγει με τα κλειδιά που της έχει δώσει ο αδελφός της, μπαίνει στην κρεβατοκάμαρα και παθαίνει σοκ. O γνωστός συγγραφέας Κώστας Ταχτσής, 60 χρονών, ο αδελφός της, είναι νεκρός.
Μόλις συνέρχεται από το σοκ, τηλεφωνεί σε στενό φίλο του συγγραφέα και του ανακοινώνει το θλιβερό μαντάτο. Εκείνος τηλεφωνεί στην αστυνομία και αμέσως κινητοποιούνται οι αστυνομικοί του Τμήματος Δίωξης Ανθρωποκτονιών, καθώς και ο ιατροδικαστής.
Λίγο αργότερα, υψηλόβαθμος αξιωματικός με ειδοποίησε να σπεύσω προς τον Κολωνό διότι είχαν σκοτώσει τον συγγραφέα Ταχτσή. Πραγματικά, σε περίπου τρία τέταρτα της ώρας είχα βρεθεί με το συνεργείο μου της ΕΡΤ, τον συνάδελφο του Έθνους Τάκη Τερζή και τον φωτορεπόρτερ Ανδρέα Λάντζο, στο σπίτι του συγγραφέα. Επρόκειτο για μια μονοκατοικία στην οδό Τυρνάβου 26, που ο Ταχτσής είχε αγοράσει πριν από περίπου ένα χρόνο. Είδαμε αστυνομικούς μαζεμένους απ'έξω και αρκετούς γείτονες να κάθονται στο απέναντι πεζοδρόμιο και να παρακολουθούν τις εξελίξεις. Σε λίγο έφτασε και ο ιατροδικαστής Χαράλαμπος Σταμούλης, που εξέτασε το πτώμα. Μετά τον ιατροδικαστή μπήκα κι εγώ στο σπίτι, χωρίς φυσικά το συνεργείο και τον φωτορεπόρτερ, και βρέθηκα μπροστά στο εξής θέαμα:
Ο εξηντάχρονος συγγραφέας, που έγινε ευρέως γνωστός με το έργο του Τρίτο Στεφάνι, ήταν ολόγυμνος πάνω στο κρεβάτι του, γυρισμένος στο δεξιό πλευρό, ενώ στο κεφάλι του υπήρχαν ίχνη αίματος. Όλα τα φώτα στο σπίτι ήταν αναμμένα και τα δωμάτια αναστατωμένα: πράγματα πεταμένα εδώ κι εκεί, ακόμα και στο μπάνιο. Τα πάντα ήταν άνω κάτω. Το ερ κοντίσιον βρισκόταν σε λειτουργία. Όλα αυτά καταδείκνυαν καραμπινάτη εγκληματική ενέργεια με κίνητρο τη ληστεία. Μέσα σε μια ντουλάπα που ήταν ανοιχτή είδα γυναικεία ρούχα και περούκες, που, όπως μου είπαν αργότερα. φορούσε κατά καιρούς ο άτυχος συγγραφέας.
Όταν ο ιατροδικαστής Σταμούλης ολοκλήρωσε την αυτοψία και την εξέταση του πτώματος. τον ρώτησα τι είχε διαπιστώσει. Μου απάντησε ότι ο θάνατος είχε επέλθει πριν από περίπου δύο εικοσιτετράωρα. δηλαδή το βράδυ της Πέμπτης, 25 Αυγούστου, ανάμεσα στις 9:00 και στις 12:00 τα μεσάνυχτα. Επειδή το ερ κοντίσιον ήταν ανοιχτό, το πτώμα δεν παρουσίαζε σημάδια αποσύνθεσης. Ο ιατροδικαστής μου είπε ότι δεν μπορούσε να γνωρίζει περισσότερα. «Πρέπει πρώτα να κάνω τη νεκροτομή και μετά θα σου πω τι ακριβώς συμβαίνει» είπε.
Πραγματικά, ο ιατροδικαστής έδωσε εντολή να μεταφερθεί αμέσως το πτώμα του συγγραφέα στο νεκροτομείο. ενημερώνοντας τον τότε διευθυντή της Ασφάλειας Αττικής, Γιώργο Βασιλόπουλο, ότι θα πραγματοποιούσε αμέσως τη νεκροτομή, χωρίς να περιμένει την επομένη το πρωί. Λίγο πριν από τα μεσάνυχτα. ολοκλήρωσε τη νεκροψία και τη νεκροτομή του πτώματος του άτυχου Ταχτσή. Τον πλησίασα στον νεκροθάλαμο και τον ρώτησα πάλι τι είχε διαπιστώσει. « Τον στραγγάλισαν με τα χέρια» μου απάντησε. Σε δηλώσεις που έκανε στην κάμερα ανέφερε τα εξής:
«Μόλις τελείωσα, και διαπίστωσα ότι φέρει αιμορραγικές διηθήσεις στον λαιμό. Εκτός από μια εκχύμωση στο δεξιό άνω βλέφαρο του συγγραφέα, δεν υπήρχαν άλλες κακώσεις. Αυτό είναι ενδεικτικό του ότι δεν προηγήθηκε πάλη μεταξύ δράστη και θύματος».
Μερικές εβδομάδες αργότερα, τα εργαστήρια ολοκλήρωσαν τις αναλύσεις και οι τοξικολογικές εξετάσεις έδειξαν ότι ο συγγραφέας τη μοιραία βραδιά βρισκόταν σε κατάσταση μέθης. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα των τοξικολογικών εξετάσεων. η περιεκτικότητα αλκοόλ στο αίμα του ήταν 1,60, και στα ούρα 1.70.
Η κηδεία του συγγραφέα
Στις 5:30 το απόγευμα της Τρίτης, 30 Αυγούστου 1988, έγινε στο Α' Νεκροταφείο η κηδεία του διακεκριμένου Έλληνα λογοτέχνη. Τον συνόδευσαν στην τελευταία του κατοικία πολλοί φίλοι και γνωστοί του, άνθρωποι των γραμμάτων και των τεχνών. καθώς και κάποιοι επίσημοι και επώνυμοι.
Τον νεκρό συγγραφέα αποχαιρέτησε η Τότε υπουργός Πολιτισμού Μελίνα Μερκούρη η οποία τόνισε:
«Αποχαιρετώ τον Κώστα Ταχτσή εκ μέρους της Πολιτείας. Ήταν ένας μάστορας του γραπτού λόγου. Νηφάλιος και κατασταλαγμένος χειριστής των λέξεων και των σχημάτων, αυτός ο παρορμητικός στη ζωή. Το έργο του είναι μικρό σε ποσότητα και τεράστιο σε ποιότητα, προϊόν μόχθου, πάθους και ευθύνης. Και η γλώσσα του θα μείνει μνημείο. Σηματωρός αρμονίας και πλούτου μέσα στη σύγχυση των καιρών. Τα ελληνικά γράμματα μένουν φτωχότερα. χάνοντας τις απέραντες δυνατότητές του. Όπως φτωχότερη μένει η ζωή της "γιαγιάς Αθήνας” χωρίς τη θυελλώδη προσωπικότητά του".
Επίσης, τον αποχαιρέτησε εκ μέρους της Εταιρείας Συγγραφέων ο Ανδρέας Αγγελάκης. καθώς και ο Νίκος Πεντζίκης. Πάνω στο φέρετρό του είχαν αποτεθεί λουλούδια, βασιλικοί και ντάλιες, ένας λευκός σταυρός της αδελφής του και της ανιψιάς του, καθώς κι ένα μπουκέτο λουλούδια της Άννας Συνοδινού. Τον μετέφεραν στον τάφο του, που βρίσκεται κοντά στον μαντρότοιχο της βορειοανατολικής πλευράς του νεκροταφείου, και το φέρετρό του κράτησαν ο Αλέκος Φασιανός, o Διονύσης Σαββόπουλος και άλλοι φίλοι του. Στον τάφο του, δίπλα από τον τάφο ενός άλλου ταξιδεμένου συγγραφέα, του Στρατή Τσίρκα, κατατέθηκαν συνολικά είκοσι στεφάνια. μεταξύ των οποίων του Υπουργείου Παιδείας της Κύπρου, της Ένωσης Ελλήνων Εκδοτών, του Μάνου Χατζιδάκι, του Ηλία Πετρόπουλου, του Κώστα Αλαβάνου, του Γιάγκου Πεσμαζόγλου. του Αλέξανδρου Λυκουρέζου και πολλών άλλων.
Επανέρχομαι τώρα στον τόπο του εγκλήματος και στην έκθεση αυτοψίας που συνέταξαν οι αστυνομικοί της Ασφάλειας. Αναφέρεται σε αυτήν:
«Η μεγάλη ντουλάπα ήταν ανοιχτή και πολλά είδη ρουχισμού ήταν πεταμένα στο δάπεδο. Ένα κάθισμα (πουφ) ήταν σχισμένο. Μια μικρή ξύλινη κασέλα ήταν ανοιγμένη και ψαγμένη, και κάτω ήταν ριγμένα διάφορα αντικείμενα. Τα συρτάρια του γραφείου ήταν ανοιχτά και το περιεχόμενό τους πεταμένο. Η βιβλιοθήκη ήταν ερευνημένη και αρκετά βιβλία και σημειώσεις ήταν ριγμένα στο δάπεδο. Μια σακούλα απορριμμάτων ήταν ερευνημένη και στο δάπεδο ριγμένα διάφορα αντικείμενα».
Οι αξιωματικοί της Ασφάλειας που συνέταξαν την έκθεση αυτοψίας μου έλεγαν ότι στην τσέπη του παντελονιού του Κώστα Ταχτσή βρέθηκαν 5.500 δρχ., γεγονός που καταγράφηκε στην έκθεση. Από την έρευνα και τις ανακρίσεις που ακολούθησαν, διαπιστώθηκε ότι o δολοφόνος είχε αφαιρέσει ένα βίντεο, έναν τηλεφωνητή και μια φωτογραφική μηχανή. Αυτό προβλημάτισε τόσο τους αστυνομικούς όσο και εμάς τους δημοσιογράφους. Και το μέγα ερώτημα που απασχολούσε τους πάντες τότε ήταν: Γιατί o δολοφόνος δεν πήρε τα χρήματα από την τσέπη του συγγραφέα και πήρε μόνο τρία αντικείμενα περιορισμένης αξίας; Υπήρχε όμως κι ένα δεύτερο ερώτημα, σχετικό με τη σακούλα. Στα συρτάρια και στις ντουλάπες ορθώς έψαξε ο δράστης. αφού ήθελε να βρει χρήματα και πολύτιμα αντικείμενα, αλλά στη σακούλα απορριμμάτων γιατί έψαξε;
Απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα φυσικά και δεν υπήρξε, αφού έως τώρα η δολοφονία του γνωστού συγγραφέα παραμένει ανεξιχνίαστη.
Ποιος ήταν o Ταχτσής
Ο Κώστας Ταχτσής γεννήθηκε στις 8 Οκτωβρίου 1927 στη Θεσσαλονίκη, αλλά ο ίδιος έλεγε ότι ήταν Αθηναίος, επειδή οι πρόγονοί του ζούσαν στην Αθήνα για πέντε γενιές. Η καταγωγή του πατέρα του, Γρηγόρη, και της μητέρας του, Έλλης, ήταν από την Ανατολική Ρωμυλία. Οι γονείς του χώρισαν όταν ο Κώστας ήταν 7 χρονών, οπότε τον πήρε η γιαγιά του και κατέβηκαν στην Αθήνα, όπου έζησε ως την ημέρα της δολοφονίας του.
Μετά τις γυμνασιακές του σπουδές, έκανε αίτηση για να πάει στη Σχολή Εμποροπλοιάρχων, αλλά αρρώστησε και δεν μπόρεσε να δώσει εξετάσεις. Έδωσε όμως εξετάσεις και πέρασε στη Νομική Σχολή Αθηνών, όπου φοίτησε μόνο δύο χρόνια, αφού το 1947 κατατάχτηκε στον στρατό κι έγινε ανθυπολοχαγός. Μετά τον στρατό, εργάστηκε ως γραμματέας του Αμερικανού επόπτη στο υδροηλεκτρικό έργο του Λούρου ποταμού.
Το 1951 εξέδωσε την πρώτη του ποιητική συλλογή, με τον τίτλο Ποιήματα. Ακολούθησαν τέσσερις ακόμη συλλογές, ως το 1956, από τις οποίες τον έκαναν γνωστό η Συμφωνία του Μπραζίλιαν, το 1954, και το Καφενείο το Βυζάντιο, το 1956.
Την ίδια περίοδο, συνδέθηκε φιλικά με τους Οδυσσέα Ελύτη, Νίκο Γκάτσο κ.ά. Το 1954 έφυγε για την Αγγλία, όπου έμεινε ως το καλοκαίρι του επόμενου χρόνου. Επέστρεψε στην Αθήνα και ασχολήθηκε επαγγελματικά με τη διδασκαλία της αγγλικής γλώσσας. Από την άνοιξη του 1956 έως τον Δεκέμβριο του 1964 έζησε σχεδόν αδιάκοπα στη Δυτική Ευρώπη, την Αυστραλία και τις ΗΠΑ, με ενδιάμεσες επιστροφές στην Ελλάδα. Την περίοδο αυτή, μπάρκαρε σε δανέζικο φορτηγό πλοίο προς τη Γερμανία, συνεργάστηκε στα γυρίσματα της ταινίας To παιδί και το δελφίνι ως βοηθός σκηνοθέτη, εκτέλεσε χρέη μάνατζερ σε περιοδεία του πιανίστα Τόνυ Γεωργίου στην Αφρική, εργάστηκε ως υπάλληλος εμπορικού καταστήματος και σιδηροδρομικός υπάλληλος στην Αυστραλία. Το 1960 ξεκίνησε να κάνει τον γύρο της Ευρώπης με βέσπα. Στις χώρες που επισκέφθηκε έγραψε "Το τρίτο στεφάνι", το οποίο ολοκλήρωσε στην Αυστραλία. κατά τη διάρκεια της δεύτερης εκεί παραμονής του, και το έστειλε στην Ελλάδα για εκτύπωση. Το έργο απορρίφθηκε ως ακατάλληλο και ο Ταχτσής πραγματοποίησε ιδιωτική έκδοσή του στην Αθήνα το 1962.
Δύο μήνες αργότερα o συγγραφέας έφυγε για την Αμερική, όπου έμεινε ως το τέλος του 1964. Μετά την οριστική επιστροφή του στην Αθήνα, συμμετείχε στη συντακτική επιτροπή του περιοδικού Πάλι (1964-67), μαζί με τους Νάνο Βαλαωρίτη, Μαντώ Αραβαντινού. Γιώργο Μακρή, και εργάστηκε ως ξεναγός και μεταφραστής. Μετέφρασε τέσσερα θεατρικά έργα του Αριστοφάνη, καθώς και έργα των Εντουάρντο ντε Φίλιππο, Ατάυντε κ.ά.
Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας, το 1969, συνυπέγραψε τη «Δήλωση των 18» κατά της Χούντας και της λογοκρισίας, και διώχθηκε από την Ασφάλεια. Το ποιητικό έργο του Κώστα Ταχτσή κινείται στο πλαίσιο της θεματολογίας της καθημερινής ζωής και χαρακτηρίζεται από έντονα λυρική διάθεση, η οποία μεταφέρθηκε και στα πεζά του. Το έργο που τον καθιέρωσε στον χώρο της μεταπολεμικής ελληνικής λογοτεχνίας είναι το μυθιστόρημα Το τρίτο στεφάνι, μία ρεαλιστική και ταυτόχρονα συχνά λυρική απεικόνιση της ζωής και της κοσμοθεωρίας των Ελλήνων μικροαστών, που καλύπτει την περίοδο από τις αρχές του αιώνα μας ως τη σύγχρονη του συγγραφέα εποχή. Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει η ψυχογραφική ικανότητα του Ταχτσή, ιδιαίτερα στους γυναικείους χαρακτήρες του, όπως και η εξαιρετική φροντίδα της γλωσσικής του έκφρασης. Το 1972 εξέδωσε τη συλλογή διηγημάτων "Τα ρέστα" και το 1979 μία συλλογή αυτοβιογραφικών κειμένων με τίτλο "Η γιαγιά μου η Αθήνα".
Το Τρίτο στεφάνι δραματοποιήθηκε από το Τρίτο Πρόγραμμα της Ελληνικής Ραδιοφωνίας το 1979, σε παραγωγή του Γιώργου Παυριανού. Τους ρόλους της Εκάβης και της Νίνας ενσάρκωσαν ανεπανάληπτα η Σμάρω Στεφανίδου και η Ρένα Βλαχοπούλου.
Ο Ταχτσής δεν έγραψε κανένα άλλο μυθιστόρημα, παρά τις υποσχέσεις που είχε δώσει κατά καιρούς. Τα υπόλοιπα πεζογραφήματά του αποτελούν κυρίως αποσπασματικά βιωματικά κείμενα. Το θέμα που επαναλαμβάνεται στα ύστερα κείμενα του Ταχτσή είναι η ομοφυλοφιλία του, που άλλοτε την αποδέχεται και άλλοτε τη θεωρεί σαν μόνιμη κατάρα. Σχετικά με το θέμα, είχε αναφέρει σε συνέντευξή του στο περιοδικό "Κράξιμο" τα εξής: «Ο ομοφυλόφιλος έρωτας έχει μια ποιητικότητα, αν θέλεις, ακριβώς επειδή δεν οδηγεί πουθενά. Έχει μια τραγική διάσταση. Ακριβώς γιατί ούτε παιδί γεννιέται. ούτε η κοινωνία πρόκειται ποτέ να τον αναγνωρίσει».
Μετά τον θάνατό του εκδόθηκαν τα βιβλία :Το φοβερό βήμα: (ημιτελής αυτοβιογραφία. 1989), "Από τη χαμηλή σκοπιά" (1992), "Συγγνώμην, εσείς δεν είστε o κύριος Ταχτσής;"(1996), "Τετράδιο εκθέσεων Κωνστ. Γρηγ. Ταχτσή" (εκθέσεις από τα σχολικά χρόνια του συγγραφέα, 1996) και "Ένας Έλληνας δράκος στο Λονδίνο"(2002).
Για λόγους δεοντολογίας, αναφέρω εδώ ότι τα περισσότερα στοιχεία για το βιογραφικό και το έργο του Ταχτσή τα έλαβα από την εγκυκλοπαίδεια Ελευθερουδάκη και τη Βικιπαίδεια.
Η οικογένεια του συγγραφέα
Όπως ανέφερα παραπάνω, με το θέμα της δολοφονίας του εξηντάχρονου συγγραφέα ασχολήθηκα διεξοδικά σε μια από τις εκπομπές που παρουσίαζα, τον «Αυτόπτη μάρτυρα», στο ΜΕΓΚΑ. Συμμετείχε και η αδελφή του συγγραφέα. Ελπίδα Αρτέμη, με την οποία προσπαθήσαμε να βρούμε μια άκρη στη δολοφονία και τον άδικο χαμό αυτού του ανθρώπου.
Ειπώθηκαν πολλά για τον Ταχτσή, όπως, παραδείγματος χάριν, για τον τρόπο με τον οποίο άφησε την τελευταία του πνοή, για τα ερωτηματικά που προκύπτουν για τον δολοφόνο.,τα κενά που υπάρχουν στην ανάκριση και για το γεγονός ότι η αστυνομία, παρότι έχουν περάσει τόσα χρόνια από τον Αύγουστο του 1988, δεν έχει εξιχνιάσει την υπόθεση.
Οι αστυνομικοί υποστήριζαν ότι ο Ταχτσής διατηρούσε έναν τεράστιο κύκλο νέων με τους οποίους έκανε παρέα και, επειδή ο δράστης δεν ήταν σεσημασμένος, δεν μπόρεσαν να διαλευκάνουν το έγκλημα. Υπήρχαν μάρτυρες που έλεγαν ότι ο συγγραφέας σχεδόν καθημερινά έβαζε σπίτι του νέα πρόσωπα, που έβρισκε στην Ομόνοια. στην πλατεία Βάθη και αλλού, πράγμα που δυσκόλεψε το έργο των αστυνομικών.
Από την άλλη πλευρά, η οικογένεια του Ταχτσή, και συγκεκριμένα η Ελπίδα και η κορούλα της, Έλλη Αρτέμη, υποστήριζαν ότι οι έρευνες της αστυνομίας βρίσκονταν ίσως σε λάθος κατεύθυνση και ότι αυτός ήταν ο λόγος που δεν είχαν οδηγήσει πουθενά. Έλεγαν ότι ο δράστης μπορεί να μην προερχόταν από τις κακόφημες πιάτσες της Αθήνας και να μην είχε ως κίνητρο τη ληστεία. Ένα από τα βασικά τους επιχειρήματα ήταν το εξής: Ο συγγραφέας ετοίμαζε ένα βιβλίο μέσα στο οποίο θα υπήρχαν αποκαλύψεις για πρόσωπα και πράγματα στους κοσμικούς κύκλους της υψηλής κοινωνίας, όπου σύχναζε. Ο ίδιος έλεγε ότι το βιβλίο θα προκαλούσε μεγάλο σοκ στην κοσμική Αθήνα και ότι o ίδιος θα έπρεπε να εγκαταλείψει την Ελλάδα μετά την έκδοσή του. Σύμφωνα με την εκδοχή της οικογένειας του Ταχτσή, κάποιος από αυτούς που θα θίγονταν σημαντικά από το βιβλίο του ίσως έβγαλε από τη μέση τον συγγραφέα, για να του κλείσει το στόμα και σκηνοθέτησε τη ληστεία.
Μάνα και κόρη υποστηρίζουν ότι, αν το κίνητρο του δολοφόνου ήταν η ληστεία, τότε o δράστης θα έπαιρνε και τις 5.500 δρχ. που είχε στην τσέπη του ο συγγραφέας, και όχι μόνο το βίντεο, τον τηλεφωνητή και τη φωτογραφική του μηχανή. Ισχυρίζονται ακόμα ότι o δράστης έκανε άνω κάτω το σπίτι για «ξεκάρφωμα», όπως λέγεται. προκειμένου να εμφανισθεί ως κίνητρο η ληστεία. Μάλιστα, υποστηρίζουν ότι τρεισήμισι μήνες πριν από τη δολοφονία του, στις 10 Μαΐου 1988, ο Ταχτσής είχε γράψει στο προσωπικό του ημερολόγιο: «Δεν θα πρέπει να λέω σε κανέναν τι πρόκειται να γράψω», πράγμα που καταδεικνύει πως κάτι είχε στο μυαλό του και τον βασάνιζε. Εξάλλου, λίγο καιρό πριν από τη δολοφονία του, είχε εκμυστηρευτεί στη γυναίκα που καθάριζε το σπίτι του ότι κινδύνευε η ζωή του, χωρίς όμως να της πει από ποιον και γιατί.
Υπάρχει κι ένα άλλο στοιχείο στην όλη υπόθεση: O συγγραφέας δεν πάλεψε με τον φονιά του. Ο ιατροδικαστής δεν βρήκε ίχνη πάλης. Αυτό μπορεί να εξηγηθεί, λένε, εφόσον οι τοξικολογικές εξετάσεις δείχνουν ότι ο Ταχτσής ήταν πολύ μεθυσμένος. Ένας πολύ μεθυσμένος άνθρωπος δεν έχει τη δυνατότητα να αντιδράσει.
Εδώ θα πρέπει να επισημάνω ότι ένας ιατροδικαστής μου έλεγε ότι μπορεί o δράστης να μην ήθελε να στραγγαλίσει τον Ταχτσή. Πάνω στην πράξη, κι ενώ είχε περασμένο το χέρι του στον λαιμό του θύματος, τον έσφιξε περισσότερο, με αποτέλεσμα να του «μείνει». Αυτή βέβαια είναι μια άλλη εξήγηση, εντελώς διαφορετική από όσα υποστηρίζει η οικογένεια. Πάντως, θα πρέπει να πω ότι εκείνη την εποχή αυτή η εκδοχή «έπαιζε» και συζητούνταν ως πολύ πιθανή. Προς αυτήν κλίνω κι εγώ.
Υπάρχει πάντως και ένα ακόμη επιχείρημα της οικογένειας Ταχτσή. Ο πιθανός χρόνος της δολοφονίας τοποθετείται από τον ιατροδικαστή στην Πέμπτη, 25 Αυγούστου, από τις 6:00 το απόγευμα έως τις 12:00 τα μεσάνυχτα. Ο γείτονας που κατέθεσε ως μάρτυρας στην αστυνομία ανέφερε όμως ότι είδε τον άντρα με το μουστάκι που η αστυνομία αναζητούσε ως δράστη στις 4:30 τα ξημερώματα. Δηλαδή υπάρχει μια σοβαρή απόκλιση στον χρόνο.
Σύμφωνα με δημοσίευμα της εφημερίδας Το Βήμα:
«Είκοσι τέσσερις ώρες μετά τη δολοφονία του συγγραφέα του Τρίτου στεφανιού, ο Γιάννης Τσαρούχης έλεγε σε κλειστό κύκλο φίλων πως "ο Ταχτσής βρήκε έναν θάνατο αντάξιο των ιδανικών του", οι σχέσεις του γνωστού ζωγράφου με τον συγγραφέα δεν ήταν πάντα καλές και ήπιες, βοηθούμενες από το γεγονός πως και οι δύο δεν έχαναν την ευκαιρία να διανθίζουν τις επί παντός κρίσεις τους με αρκετό "βιτριόλι". Πάντως, σε εντελώς ανύποπτο χρόνο, όταν ο Ταχτσής ήταν 20 χρονών, o Τσαρούχης είχε πει μπροστά του πως "o Ταχτσής κάνει γκελ με την άβυσσο". Ο ίδιος ο συγγραφέας πολύ αργότερα θυμόταν και πάντοτε προσυπέγραφε αυτή την επιγραμματική φράση του ζωγράφου».
Τελειώνοντας, θα ήθελα να πω ότι πολύ καλά κάνουν η αδελφή και η ανιψιά του Ταχτσή και θέτουν αυτούς τους προβληματισμούς. Όμως εμείς που ζήσαμε από κοντά τα γεγονότα κλίνουμε περισσότερο προς την εκδοχή ότι o δράστης της δολοφονίας ήταν ένας από τους εφήμερους φίλους του πασίγνωστου συγγραφέα. Και το λέω αυτό επειδή έχω καλύψει πολλές δεκάδες ανθρωποκτονιών ομοφυλόφιλων, που δυστυχώς βρήκαν τον θάνατο από τους εφήμερους φίλους τους, άλλοι επειδή τους έταζαν χρηματικά ποσά και δεν τους τα έδιναν ή τους έδιναν λιγότερα, άλλοι για λόγους εκδίκησης και άλλοι επειδή έπεφταν θύματα ληστείας.
Ωστόσο, όλα αυτά τα ερωτηματικά, όπως και διάφορα άλλα, προσδίδουν στην υπόθεση μεγαλύτερο μυστήριο, αφού μάλλον κανένας δεν θα μπορέσει να δώσει ποτέ μια πειστική απάντηση. Απάντηση θα δοθεί μόνο όταν η Ασφάλεια καταφέρει να φτάσει στην εξιχνίαση της υπόθεσης και τη σύλληψη του δολοφόνου του αείμνηστου συγγραφέα.
Πηγή κειμένου: Πάνος Σόμπολος, "Τα εγκλήματα που συγκλόνισαν την Ελλάδα ", Εκδ. ΠΑΤΑΚΗ