Τα πρόσωπα:
![]() |
| Η μάνα του Αθανασόπουλου, Κατίνα |
Σοφία (Φούλα) Κάστρου, 32 χρόνων, σύζυγος του Αθανασόπουλου. Είχαν αποκτήσει τρία παιδιά. Μέχρι την τελευταία στιγμή ήθελε να σώσει τον γάμο της, παρά τις αφορμές που έδινε ο σύζυγός της.
Άρτεμη Κάστρου, η μητέρα της Φούλας και πεθερά του Αθανασόπουλου. Ποτέ δεν τον συμπάθησε. Δέχτηκε να παντρευτεί 16χρονη κόρη της όταν έμεινε έγκυος, αλλά θεωρούσε ότι ο γάμος έγινε για την προίκα της. Οι καβγάδες με τον γαμπρό της ήταν καθημερινοί. Είχε γεννηθεί στο χωριό Αγκώνα της Κεφαλλονιάς. Ο πατέρας της λεγόταν Δημήτρης Κουλουμπής, αλλά έγινε γνωστός, όπως και όλο το σόι, με το παρατσούκλι «Μοσκιός», που σημαίνει «μοσχοαναθρεμμένος». Παντρεύτηκε την Ιουλία Μαρτζώτου και το 1886 γεννήθηκε η Άρτεμη ή « Τίμι», όπως την αποκαλούσαν χαϊδευτικά. Όμως η μητέρα πέθανε προτού σαραντίσει το μωρό. Λίγο αργότερα πέθαναν και ο πατέρας, και ο συγγενής Γεράσιμος Μοσκιός την πήρε στην οικογένειά του. Στα 14 χρόνια της το σκάει για την Πάτρα. Δουλεύει ως υπηρέτρια και το σκάει ξανά για τον Πειραιά. Εργάζεται σε σπίτι στην Κοκκινιά. Εκεί γνωρίζει τον μέλλοντα σύζυγό της, Παναγιώτη, που εργαζόταν σε καφενείο ως παιδί για όλες τις δουλειές. Όταν αυτή έμεινε έγκυος την παντρεύτηκε με το ζόρι, στις 24 Απριλίου 1921.
Δημήτρης Μοσκιός, 18 χρόνων, μαθητής γυμνασίου, από την Κεφαλλονιά. Γιος του αδελφού του πατέρα της Άρτεμης Κάστρου. Μικρός είχε περάσει τύφο, που επηρέασε τη διανοητική του ανάπτυξη. Είχε έρθει στην Αθήνα με τη μητέρα του. Επρόκειτο να φύγει μετανάστης στις ΗΠΑ. Τον φιλοξενούσαν τις τελευταίες δύο εβδομάδες. Ο πατέρας του Γεράσιμος είχε περιθάλψει την ανιψιά του, Άρτεμη, μετά τον θάνατο των γονιών της - την είχε προικίσει, μάλιστα, με 200 δρχ.
Γιαννούλα Μπέλου, 40 χρόνων. Δήλωσε τόπο γέννησης την Ήπειρο, αλλά, όπως αποδείχθηκε αργότερα, είχε γεννηθεί στη Χαλκηδόνα της Μικράς Ασίας (σημερινό Καντίκιοϊ). O πατέρας της ήταν ληστής στα βουνά και κατέφυγαν οικογενειακώς στην Ήπειρο, όπου συνέχισε την ίδια τακτική, και το 1914 επέστρεψαν στην Τουρκία. Μητέρα και κόρη ήρθαν στην Ελλάδα το 1922 με τη Μικρασιατική Καταστροφή. Ήταν οικιακή βοηθός, τυφλά αφοσιωμένη στην Άρτεμη και τη Φούλα.
Μια δίκη... κοσμικό γεγονός
Τον Φεβρουάριο του 1932, όλη η Αθήνα περίμενε τη δίκη της «κακούργας πεθεράς», όπως αποκαλούσαν την Κάστρου οι εφημερίδες, και της «φόνισσας» Φούλας, συζύγου του Αθανασόπουλου. Μέχρι την έναρξή της είχαν χύσει τόνους μελάνι, που έμοιαζε με δηλητήριο. Αδίκως οι κατηγορούμενες έλεγαν στους δικηγόρους τους ότι «οι εφημερίδες γράφονται από άνδρες, οι δικαστές είναι επίσης άνδρες» και πως κανείς δεν μπορεί να καταλάβει τι είχαν περάσει...
Στο ακροατήριο η παρουσία των γυναικών ήταν αισθητή. Αρκετές εξέφραζαν την υποστήριξή τους στις κατηγορούμενες. Από την άλλη, υπήρχε ακόμα ένα τραγικό πρόσωπο. Η μητέρα του Αθανασόπουλου, η Κατίνα, ντυμένη στα μαύρα, έκλαιγε για τον χαμό του γιου της και καταριόταν τις φόνισσες που της πήραν το παιδί της. Σε μια εποχή στην οποία η εκδίκαση ακόμα και σοβαρών υποθέσεων κρατούσε τρεις με τέσσερις μέρες, η δίκη αυτή διήρκεσε 40 μέρες. Χρειάστηκαν 31 συνεδριάσεις για να βγει η απόφαση, κατέθεσαν 45 μάρτυρες κατηγορίας και 80 υπεράσπισης. Στο δικαστήριο εμφανίστηκαν για πρώτη φορά και γυναίκες δικηγόροι.
Στην εφημερίδα Πρωία διαβάζουμε πώς παρουσιάστηκαν οι κατηγορούμενες την πρώτη μέρα της δίκης.
Για τη Φούλα Αθανασοπούλου:
«Είχε προετοιμάσει την εμφάνισιν και, μολονότι κάπως ατημέλητος, έκαμε κάθε δυνατήν προσπάθειαν διά την εντύπωσιν. Εσκεπάζετο επιμελώς με το μαύρο παλτό της, το καρρό φόρεμα και την γκρίζα ποδιά με τα λευκά σειρήτια -την ενδυμασίαν της φυλακής-, και επρονόησε να φορέση τα λουστρίνια της. Κατάξανθα πλούσια μαλλιά„ απηλλαγμένα εις το δικαστήριον από τον σκούφον της φυλακής, επλαισίωναν ένα πρόσωπο που έχασε εν τού την παλαιάν του δροσερότητα. Διότι η μόνωσις της φυλακής την κατέβαλε πολύ. Όμως και τώρα, που κρίνεται η τύχη της, προσπαθεί να διατηρήση το αγέρωχον ύφος».
Για την Άρτεμη Κάστρου:
«Η κακούργα πεθερά, όπως είναι γνωστή από την λαϊκήν μούσαν, είνε από τους εξαιρετικώς ενδιαφέροντας τύπους. Κάθε άλλο παρά ο ευτραφής τύπος των γνωστών φωτογραφιών, μοιάζει με μια γυναικούλα που εγκατέλειψε πλέον την φροντίδα να διατηρείται νέα. Η προσπάθεια και αυτής να διατηρήση φαινομενικώς ψυχραιμίαν είνε καταφανής. Εν τούτοις, προσβλέπει τους πάντας και τα πάντα με ύποπτου βλέμμα. Όταν έφευγε από την φυλακήν εφίλησε το χέρι της διευθύντριας και επήρε την ευχή διά την καλήν απαλλαγήν».
Άλλη μια τραγική μορφή στο δικαστήριο ήταν ο Μοσκιός, ο άνθρωπος που δολοφόνησε τον Αθανασόπουλο. Έδειχνε να μην έχει επαφή με το περιβάλλον. οι ψυχίατροι Πατρίκιος και Κοσκινάς διορίστηκαν από το δικαστήριο για να τον εξετάσουν. Το ερώτημα ήταν εάν έπασχε από ψυχοπάθεια ή εάν υποκρινόταν.
Δεν έλειψαν και οι διαμάχες των συνηγόρων, όπως και οι εκατέρωθεν μαρτυρίες για «έκλυτο βίο» των κατηγορούμενων γυναικών, μάνας και κόρης, αλλά και του θύματος. Οι αποκαλύψεις πήραν τέτοια τροπή που, κάποια στιγμή, αποφασίστηκε οι συνεδριάσεις να γίνουν κεκλεισμένων των θυρών!
Διαβάζοντας τις εφημερίδες της εποχής αντιλαμβάνεται κανείς το ενδιαφέρον που παρουσίαζε η δίκη. Τρεις με τέσσερις σελίδες μεγάλου σχήματος, από τις συνήθως έξι που είχαν καθημερινά οι εφημερίδες, αφορούσαν τη δίκη. Νόμιζε κανείς ότι τίποτα άλλο δεν συνέβαινε, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και στον κόσμο, εκείνη την εποχή!
Η ετυμηγορία ήταν αυτή που επιθυμούσαν ο Τύπος της εποχής και μεγάλη μερίδα της κοινής γνώμης.
-Καταδικάστηκαν σε θάνατο οι Άρτεμη και Φούλα Κάστρου.
-Ισόβια για την υπηρέτρια Γιαννούλα Μπέλλου.
-Φυλάκιση 2() χρόνων για τον Δημήτρη Μοσκιό.
-Φυλάκιση 18 μηνών στο Σπύρο Μαγουλόπουλο, τον οικογενειακό φίλο.
-Αθώοι οι Αντώνης Μαγουλόπουλος και Γιώργος Κορναράκης, που μετέφεραν τις σακούλες με το πτώμα του Αθανασόπουλου.
Οι κόντρες των ενόρκων
Μόνο που η υπόθεση δεν είχε κλείσει... Η ανακοίνωση της απόφασης προκάλεσε πόλεμο μεταξύ των ενόρκων. Ένας από αυτούς, ο συμβολαιογράφος Πάνος Νόρδος, κατηγόρησε έναν φέρελπι σοσιαλιστή πολιτικό, τον Γιάννη Κουτσοχέρα, ότι ψήφισε υπέρ της θανατικής ποινής, κάτι που δεν ήταν σύμφωνο με τις πολιτικές αντιλήψεις του. Εκείνος απάντησε και o εισαγγελέας διέταξε τη δίωξη κατά του Νόρδα, επειδή αποκάλυψε την ετυμηγορία των ενόρκων.
Η αίτηση χάριτος που κατέθεσαν οι συνήγοροι των δύο καταδικασμένων σε θάνατο γυναικών απορρίφθηκε. Μάλιστα, o υπουργός Δικαιοσύνης έσπευσε να προκαταλάβει την απόφαση της αρμόδιας επιτροπής.
Μόνη τους ελπίδα, πλέον, η παρέλευση πενταετίας από τη μη εκτέλεση της θανατικής ποινής. οι φωνές για τη μετατροπή σε ισόβια κάθειρξη της θανατικής ποινής αυξάνονταν. Οι υποστηρικτές αυτής της άποψης τόνιζαν ότι δεν μπορεί σε ένα πολιτισμένο κράτος να εκτελούνται γυναίκες. Κάπως έτσι πέρασαν τα χρόνια και η ποινή αυτόματα μετατράπηκε σε ισόβια.
Τι απέγιναν, όμως, οι πρωταγωνιστές;
Ο Μαγουλόπουλος ήταν ο πρώτος που αποφυλακίστηκε με την έκτιση της ποινής του. Έδωσε συνεντεύξεις και δήλωνε ότι «πλήρωσα για το λάθος που έκανα». O Μοσκιός δεν πρόλαβε να συμπληρώσει τα 20 χρόνια. Αμέσως μετά τη δίκη, η κατάστασή του χειροτέρεψε. Στις αρχές του 1936 πέθανε από φυματίωση. Η Γιαννούλα Πέτρου κατέληξε στο Δημόσιο Ψυχιατρείο.
Και οι δύο «κακούργες», όπως τις αποκαλούσε ο Τύπος; Τις εγκατέλειψαν. Ο δε σύζυγος και πατέρας κλείστηκε στον εαυτό του στο μακρινό Βανκούβερ του Καναδά.
Η Φούλα; Λέγεται ότι o διευθυντής των φυλακών ήταν ερωτευμένος μαζί της. Για καλή του (και κυρίως καλή της) τύχη, ο κατοχικός πρωθυπουργός Τσολάκογλου ήταν συγγενής του). Όταν έγινε πρωθυπουργός με την είσοδο των Γερμανών στην Αθήνα, τον Απρίλιο του 1941, έσπευσε να υπογράψει (30/5) διάταγμα για την αποσυμφόρηση των φυλακών. Έπρεπε να βγουν οι ποινικοί κρατούμενοι για να υπάρχει ελεύθερος χώρος για τους πατριώτες που έκαναν αντίσταση (από το μέτρο εξαιρέθηκαν οι κομμουνιστές). Μόνο που η Φούλα δεν πληρούσε τους όρους του νέου νόμου. Χρειάστηκαν λοιπόν δύο αιτήσεις στο Συμβούλιο Χαρίτων (και η βοήθεια του διευθυντή των φυλακών) για να αφεθεί ελεύθερη, τον Ιούλιο του 1941, μαζί με τη μητέρα της. Ξεκίνησαν μια νέα ζωή, ήσυχη και επιτέλους ευτυχισμένη για την ίδια.
Η Φούλα παντρεύτηκε έναν συνταγματάρχη, τον Αγαπητό Κομήτη, και έζησε μαζί του έως το 1974. Η μητέρα της «έφυγε» το 1956 από πνευμονία.
Την κηδεμονία των παιδιών του ζεύγους πήρε η γιαγιά η οποία ωστόσο, λίγα χρόνια αργότερα, παρουσίασε συμπτώματα κατάθλιψης.
Τελικώς τα ανέλαβε επιτροπή που την αποτελούσαν ο Καρτσώνης και ο Γυφτέας, ο συνεταίρος του πατέρα τους. Ο Παναγιώτης σκοτώθηκε από τους Γερμανούς 14 χρονών, ενώ επέζησαν η Καίτη και o Δημήτρης.
Κείμενο και φωτογραφικό υλικό: ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ: Δολοφονίες που συγκλόνισαν την Ελλάδα. Συγγραφέας βιβλίου: Άγγελος Μενδρινός
Δείτε επιίσης:
Κώστας Ταχτσής: Η ζωή του, το έργο του, η ανεξιχνίαστη δολοφονία του
ΔΟΥΡΗΣ ΜΑΝΩΛΗΣ: Το παιχνίδι της μοίρας για το επτάχρονο αγγελούδι

