Μια Βελγίδα που μεγάλωσε στο Παρίσι και ζούσε στην Αθήνα, ένα παιδί το οποίο δίπλα της γινόταν έφηβος και ήθελε να γίνει άνδρας, γιος του μεγάλου μουσουργού Μανόλη Καλομοίρη, μια κραυγή «είσαι η μετρέσα μου!» και ένας πυροβολισμός που έκοψε το νήμα μιας ζωής. Η υπόθεση που συντάραξε την Αθήνα και άφησε πίσω της πλήθος ερωτημάτων.
O παιδικός έρωτας που έγινε πόθος και πάθος
Στις αρχές του 1920, η Αθήνα... έτρεχε για να γίνει ευρωπαϊκή πρωτεύουσα. Οτιδήποτε ερχόταν από την εσπερία ήταν ελκυστικό, πολύ περισσότερο εάν αφορούσε μια νέα κοπέλα μεγαλωμένη στο Παρίσι, με έντονη γοητεία και ταμπεραμέντο. Το όνομά της, Μαργαρίτα Ουαλόν. Είχε γνωρίσει τον μετέπειτα σύντροφό της στις Βρυξέλλες και το ρομάντζο τους συνεχίστηκε στην Αθήνα.
Δεν είχαν παντρευτεί, αλλά ήταν 10 χρόνια μαζί. O «σύζυγος» την παρουσίαζε ως σύζυγο χωρίς εισαγωγικά, για να μη σοκάρει τη συντηρητική κοινωνία της εποχής.Όλα αυτά δεν θα είχαν καμιά σημασία, αν δεν μεσολαβούσε ένας νεκρός, ο 17χρονος γιος του συνθέτη Μανόλη Καλομοίρη, που άφησε την τελευταία του πνοή στο σπίτι του ζεύγους ύστερα από έντονη λογομαχία με την ωραία Μαργαρίτα. Αυτόπτης μάρτυς δεν υπήρχε, υπήρχε όμως αυτήκοος. Ήταν 14χρονος Γιάννης Χορν, μετέπειτα δημοσιογράφος, o κατά εννέα χρόνια μεγαλύτερος αδελφός του ηθοποιού Δημήτρη Χορν.
Στα 17 χρόνια του o έφηβος Γιάννης Καλομοίρης ήθελε να γίνει άνδρας. Ένιωθε ήδη τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα. Πόθος του, που έγινε πάθος, η ωραία Μαργαρίτα. Στα 30 χρόνια της είχε ευρωπαϊκό αέρα και ζωντάνια.
O Καλομοίρης, εκείνο το απόγευμα της 11ης Ιουλίου 1923, περιέγραφε στον συνονόματο φίλο του, τον Χορν, τα ερωτικά κατορθώματά του. Ένα 17χρονο παιδί μιλούσε για πράγματα απαγορευμένα σε έναν 14χρονο, o οποίος τον άκουγε με προσοχή, αλλά διατηρούσε τις αμφιβολίες του. «Δεν σε πιστεύω, όλα αυτά τα βγάζεις από το μυαλό σου» επέμενε o Χορν, όπως πιθανότατα θα έλεγε κάθε άλλο παιδί στην ηλικία αυτή.
Πείσμωσε o μικρός Καλομοίρης και είπε αποφασιστικά:
«Πάμε να σ' το αποδείξω!»
Ξεκίνησαν για την οδό Νικοδήμου, ένα στενό δρομάκι που αρχίζει από τη Φιλελλήνων. Στη γωνία, στον αριθμό 1, δέσποζε μια από τις πρώτες πολυκατοικίες, η οποία στις μέρες μας έχει δώσει τη θέση της σε ένα μεγαθήριο. Στο ισόγειο υπήρχαν δύο γκαρσονιέρες. Στη μία από αυτές, δεξιά, έμενε το ζεύγος Τριανταφύλλου - Ουαλόν. Ο Καλομοίρης προχώρησε αποφασιστικά χτυπώντας το παράθυρο της γκαρσονιέρας. Η Μαργαρίτα το άνοιξε.
«Έφερα γραμματόσημα για τον Κύριο Περικλή» είπε.
«Έχω δουλειά, σιδερώνω» του απάντησε η Μαργαρίτα αδιάφορα.
Μπροστά στον κίνδυνο να γίνει ρεζίλι, o Καλομοίρης άρχισε να φωνάζει: «Άνοιξέ μου την πόρτα, είσαι η μετρέσα μου! »
Η Μαργαρίτα τού άνοιξε την πόρτα στην είσοδο της πολυκατοικίας και o Χορν έμεινε έξω. Η παιδική περιέργεια τον οδήγησε πίσω από την κλειστή πόρτα, όπου... έστησε αυτί. Άκουσε φασαρία. Ήταν φανερό ότι γινόταν πάλη, και λίγο αργότερα ήχησε ένας πυροβολισμός.
«Έκανα κακό στον Γιαννάκη με το πιστόλι!» υποστήριξε o Χορν ότι άκουσε τη Μαργαρίτα να φωνάζει, προτού βγει έξω για να ζητήσει βοήθεια από τον θυρωρό.
Εκείνη τη στιγμή έφτασε στο σπίτι και o άνδρας της. Πήραν ταξί από την πλατεία Συντάγματος και μετέφεραν τον Γιαννάκη Καλομοίρη στο Δημοτικό Νοσοκομείο, το σημερινό «Ελπίς», στους Αμπελόκηπους. Εκεί διαπιστώθηκε ότι o Γιαννάκης ήταν νεκρός.
Η κατάθεση του Γιάννη Χορν είναι συντριπτική για τη Μαργαρίτα στο Α' Αστυνομικό Τμήμα, στην Πλάκα, το μυστήριο μεγάλωνε. Αυτόπτες μάρτυρες δεν υπήρχαν. Μόνο o φίλος του θύματος, o Γιάννης Χορν, που στα 14 χρόνια του έπρεπε να βάλει σε μια τάξη τους ήχους τους οποίους άκουσε και να βοηθήσει την Αστυνομία. Στην κατάθεσή του υποστήριξε:
«Στις 7 το απόγευμα συναντήθηκα με τον Γιάννη Καλομοίρη μπροστά στο υπουργείο Εσωτερικών. Αγοράσαμε εφημερίδες, πήγαμε στο σπίτι του πατέρα του και στη συνέχεια στο σπίτι του κυρίου Περικλή Τριανταφύλλου, στην οδό Νικοδήμου 1. Φώναξα από το ανοιχτό παράθυρο τον κύριο Τριανταφύλλου πολλές φορές. Δεν πήραμε απάντηση. Τότε o Γιάννης κι εγώ φωνάξαμε: »“Μαντάμ, μαντάμ”. »Η κυρία Μαργαρίτα Τριανταφύλλου βγήκε και μας είπε:
»”Δεν σας ανοίγω γιατί έχω δουλειά".
»O Γιάννης Καλομοίρης απάντησε ότι έφερε γραμματόσημα για τον κύριο Τριανταφύλλου, αλλά εκείνη αρνήθηκε να μας ανοίξει λέγοντας:
»”Δεν ανοίγω, φύγε”.
»Ο Γιάννης νευρίασε, είπε ότι θα έχει άλλον ερωμένο μέσα. Αυτή του απάντησε:
»”Φύγε από εδώ, δεν σου ανοίγω!” »O Γιάννης όμως συνέχισε να χτυπά το κουδούνι στην είσοδο, επιμένοντας να του ανοίξει. Επειδή, παρά τις παρακλήσεις του δεν άνοιγε, της είπε τη φράση:
»”Βουζ ετ μα μετρές (σ.σ.: Είσαι η μετρέσα μου)!”
»Την επανέλαβε δυο τρεις φορές και προσέθεσε:
»”Αυτό το ξέρει και ο φίλος μου o Χορν προ πολλού”.
»Η Μαργαρίτα έκλεισε οργισμένη το παράθυρο, o δε Καλομοίρης μπήκε στην πολυκατοικία κι άρχισε να χτυπά δυνατά την πόρτα της. Με τον τρόπο αυτόν την ανάγκασε να του ανοίξει. Αμέσως και οι δύο κατευθύνθηκαν στο κάτω δωμάτιο του σπιτιού. Εγώ, επειδή δεν ήθελα να μπω στο σπίτι, πήγα κρυφάκουσα από το παράθυρο του δωματίου, μέσα στο οποίο ήταν η Μαργαρίτα και ο Γιάννης. Επίσης άκουσα να δίνουν o ένας στο άλλον χαστούκια. Από όλα αυτά σχημάτισα την εντύπωση ότι o ένας χτυπούσε τον άλλον, δεν μπορούσα όμως να δω μέσα στο δωμάτιο γιατί το παράθυρο ήταν κλειστό.
»Πέρασαν 10 με 12 λεπτά. Τότε άκουσα κρότο πυροβολισμού. Δεν ήμουν βέβαιος για αυτό. Μου φάνηκε ότι κάτι έπεσε στο πάτωμα.
»Δεν πέρασαν οκτώ λεπτά και τότε εμφανίστηκε από την οδό Φιλελλήνων o κύριος Τριανταφύλλου, οποίος κατά τη συνήθειά του σφύριζε φωνάζοντας τη σκυλίτσα του, Ντιάζ. Υποθέτω ότι η Μαργαρίτα κατάλαβε ότι ήταν o σύζυγός της, βγήκε στο παράθυρο και είπε στα γαλλικά στον σύζυγό της:
»”Σκότωσα κατά λάθος τον Γιαννάκη!”
»Ταραγμένος ο κύριος Τριανταφύλλου, με ρώτησε:
»”Πώς συνέβη το δυστύχημα;”
»Προτού καταφέρω από την ταραχή μου να του απαντήσω, βρέθηκα να τρέχω μαζί του στην οδό Φιλελλήνων Ψάχνοντας γιατρό. Δεν τα καταφέραμε- μπήκαμε σε ένα ταξί και κατευθυνθήκαμε προς το Παλαιό Νοσοκομείο, όπου αναφέραμε ότι κάποιος σοβαρά τραυματισμένος πρέπει να μεταφερθεί εκεί. Μας το επέτρεψαν. Επιστρέψαμε στο σπίτι. όπου ο κύριος Τριανταφύλλου μετέφερε τον τραυματισμένο στο νοσοκομείο. Η Μαργαρίτα με κάλεσε, ενώ περιφερόμουν αμήχανα έξω από το σπίτι. Μπήκα στο δωμάτιο, όπου την είδα ταραγμένη, να δίνει διαταγές στην υπηρέτρια να καθαρίσει τα αίματα από το πάτωμα. Η κυρία Τριανταφύλλου άρχισε τότε να μου διηγείται ότι ο Γιαννάκης πήρε το περίστροφο που βρισκόταν στο συρτάρι της ντουλάπας και αστειευόμενος άρχισε να χτυπά την άκρη του αριστερού του βραχίονα με το στόμιο του περιστρόφου. Αυτό εκπυρσοκρότησε και τον σκότωσε.
»Η Μαργαρίτα ήταν πολύ ταραγμένη, συγκρατούσε όμως τον εαυτό της. Πιστεύω ότι ο άτυχος φίλος μου σκοτώθηκε από τη Μαργαρίτα Τριανταφύλλου, άγνωστο γιατί».
Η παράλειψη του ιατροδικαστή και της Αστυνομίας
O ιατροδικαστής Δημήτρης Ξάνθης εξέτασε το πτώμα του νεαρού Καλομοίρη και κατέληξε σε πέντε συμπεράσματα:
Ο θάνατος του Καλομοίρη επήλθε από αιμορραγία του θώρακα. Πυροβολήθηκε από πίσω και από μικρή απόσταση. Αποκλείεται η ιδέα του αυτοτραυματισμού, με βάση τα δεδομένα της νεκροψίας και της πορείας της σφαίρας.
Του φόνου προηγήθηκε πάλη, όπως δείχνουν οι εκδορές του προσώπου και της τραχηλικής χώρας, που έχουν γίνει με νύχι. Στην τραχηλική χώρα υπάρχει βαθιά εκφορά, που πιθανόν να δηλώνει απόπειρα στραπαλισμού.
Η σφαίρα μπήκε από τη δεξιά ωμοπλάτη και βγήκε από το άνω τριτημόριο της μπροστινής επιφάνειας του αριστερού βραχίονα. Μόνο που, όπως αποδείχτηκε εκ των υστέρων, η εξέταση ήταν ελλιπής. O ιατροδικαστής εξέτασε μόνο το σώμα του άτυχου νέου. Δεν αναζήτησε τα ρούχα του, που βρέθηκαν αργότερα πεταμένα στο νοσοκομείο, και κυρίως δεν έκανε αυτοψία στον τόπο του δράματος, το διαμέρισμα της οδού Νικοδήμου. Η Αστυνομία με τη σειρά της δεν φρόντισε να διαφυλάξει τα τεκμήρια. Τα αίματα είχαν σκουπιστεί και κανείς δεν φρόντισε να απομονώσει τόν χώρο.
Οι εφημερίδες έβγαλαν.. ετυμηγορία
H εποχή ήταν περίεργη. H Μικρασιατική Καταστροφή του 1922 είχε φέρει τα... πάνω κάτω, Η κυβέρνηση ανατράπηκε, o βασιλιάς Κωνσταντίνος εξορίστηκε, οι έως τότε κυβερνητικές εφημερίδες έκλεισαν - κυκλοφορούσαν μόνο οι βενιζελικούς που ανταγωνίζονταν η μία την άλλη
Σχεδόν όλες, λοιπόν, με δεδομένη την έκθεση του ιατροδικαστή έβγαλαν την ετυμηγορία: η Μαργαρίτα είχε μπλέξει στα δίχτυα του έρωτα τον νεαρό Καλομοίρη. Όταν μάλιστα έγινε γνωστό ότι το ζευγάρι δεν ήταν παντρεμένο και έμαθαν ότι ο Περικλής Τριανταφύλλου συζούσε, παρά τη θέληση της πλούσιας οικογένειάς του από την Αίγυπτο, με τη Μαργαρίτα, δεν ήθελαν και πολύ για να αποφασίσουν για τον δράστη. Το θύμα το γνώριζαν όλοι. «Φόνισσα» την ανέβαζαν, «φόνισσα» την κατέβαζαν.
Το κλίμα της εποχής διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο. Η Ελλάδα ένιωθε προδομένη για την απώλεια της Μικράς Ασίας, η Μεγάλη Ιδέα είχε πνιγεί στο αίμα, και ρόλο σε αυτό είχαν παίξει οι ξένοι, κυρίως οι Γάλλοι - και η Μαργαρίτα είχε τη γαλλική υπηκοότητα.
Υπήρχε, όμως, ακόμα μία παράμετρος: ο Γιάννης Καλομοίρης είχε καλλιτεχνική φύση. Εκτός από τις σπουδές του στο Ωδείο Αθηνών, στο οποίο δίδασκε η μητέρα του διευθυντής ήταν o πατέρας του, είχε αρχίσει να γράφει τα πρώτα του δοκίμια με θέμα τον σαρκικό έρωτα. Τα περισσότερα εξ αυτών τα φιλοξενούσαν οι εφημερίδες όχι για να δείξουν την κλίση του στα γράμματα, αλλά για να επιβεβαιώσουν ότι η 30χρονη ήταν ερωμένη του.
H ετυμηγορία των ενόρκων και οι διαμαρτυρίες
Με Ψήφους 7-5 οι ένορκοι έκριναν αθώα τη Μαργαρίτα Ουαλόν. Η απάντηση στα ερωτήματα που έθεσε το δικαστήριο ήταν οι εξής: «ΟΧΙ, δεν είναι ένοχος».
Η απόφαση βγήκε λίγο πριν από τα μεσάνυχτα της 30ής Οκτωβρίου. Παρά το προχωρημένο της ώρας, παρά τη βροχή που έπεφτε έξω από την αίθουσα, το κοινό ξέσπασε σε χειροκροτήματα. Στο μεγαλύτερο διάστημα της διαδικασίας η πλειονότητα ήταν γυναίκες, που θεώρησαν υποχρέωσή τους να συμπαρασταθούν στην -άγνωστη στις περισσότερες- Μαργαρίτα.
Στη διάρκεια της δίκης υπήρχαν οι πολέμιοι και οι υποστηρικτές της Μαργαρίτας. Ο... πόλεμος μεταξύ τους υπέβοσκε. Από τις εφημερίδες, άλλες επέκριναν την απόφαση και άλλες κράτησαν ουδέτερη στάση.
Δεν έλειψαν, ωστόσο, και οι φήμες. Ο εισαγγελέας ήταν καθολικός στο θρήσκευμα, από τη Σύρο, και το συνδύασαν με το γεγονός ότι και η Μαργαρίτα ήταν καθολική. Ακόμη και o ιατροδικαστής Γεωργιάδης επικρίθηκε. Η σύζυγός του ήταν Γαλλίδα, άρα είχε την ίδια υπηκοότητα με τη Μαργαρίτα. Μόνο που ο ιατροδικαστής o οποίος παραδέχτηκε το λάθος του ήταν άλλος: o Ξάνθης. Μύλος!
Και η Μαργαρίτα; Έσπευσε να εξαφανιστεί. Δεν επέστρεψε στο σπίτι της, αλλά φιλοξενήθηκε από μια φίλη της για να μην την ανακαλύψουν οι δημοσιογράφοι. Ο Ελεύθερος Λόγος, πάντως, την εντόπισε και με αντάλλαγμα μερικές δηλώσεις δεν αποκάλυψε τον τόπο διαμονής της. Εκεί δήλωσε ανακουφισμένη από την απόφαση και ευχαρίστησε όλους όσοι στάθηκαν δίπλα της στην περιπέτειά της.
Όμως, την ανακάλυψαν κι άλλοι. για διαφορετικούς λόγους. Ένας κινηματογραφικός παραγωγός τής πρότεινε να παίξει σε ταινία, ενώ ένας εκδότης τής πρότεινε αντί 40.000 δραχμών να γράψει τη ζωή της, που θα κυκλοφορούσε σε τεύχη (ήταν η μόδα της εποχής). Τέλος, άλλος εκδότης τής έδινε 20.000δρχ. και από την αύξηση της κυκλοφορίας της εφημερίδας του, εάν έγραφε σε συνέχειες τις εντυπώσεις της την περιπέτεια των τελευταίων μηνών. Αρνήθηκε όλες τις προτάσεις...
Και μετά; τι απέγινε η Μαργαρίτα, που τόσο ξαφνικά είχε μπει στη ζωή όχι μόνο του Γιαννάκη Καλομοίρη, αλλά και όλης της χώρας; Κανείς δεν έμαθε. Εξαφανίστηκε το ίδιο ξαφνικά όπως εμφανίστηκε...
Διαβάσαμε πριν γράψουμε:
Αρχείο εφημερίδων: Ελεύθερον Βήμα, Έθνος, Ελεύθερος Λόγος, Ελεύθερος Τύπος, Εμπρός, Εσπερινή, Εστία, Πατρίς (1923), Απογευματινή, Η Βραδυνή, Δημοκρατία, Καθημερινή (1924), Τα Σημερινά (1972). Περιοδικά: ΑστυνομΙΚά Χρονικά (1963, 1981), Τραστ (1948).
Κείμενο και φωτογραφικό υλικό: ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ: Δολοφονίες που συγκλόνισαν την Ελλάδα. Συγγραφέας βιβλίου: Άγγελος Μενδρινός
