Από το επίσημο ταξίδι του στην Ελλάδα, το 1934, o Χέρμαν Γκαίριγκ είχε κατενθουσιασθεί πολύ και είχε αποφασίσει να περάσει στην Ελλάδα τον μήνα του μέλιτος, όταν τον Απρίλη του 1935 πραγματοποίησε τον δεύτερο γάμο του. Αυτό το ταξίδι τελικά δεν πραγματοποιήθηκε, παρά την επιθυμία του Γερμανού στρατάρχη, για πολιτικούς λόγους.
Τον Φεβρουάριο του 1940 ένας άλλος Γκαίριγκ, ο αδελφός του ονόματι Άλμπερτ, επισκέφθηκε την Αθήνα και απόλαυσε την ελληνική φιλοξενία. Την εποχή εκείνη εκκρεμούσε μια διαπραγμάτευση για την παραγγελία 36 τσεχικών καταδιωκτικών αεροσκαφών, που θα αγόραζε η ελληνική κυβέρνηση, και ο αδελφός Γκαίριγκ ήρθε με το πρόσχημα αυτό. Είχε την ιδιότητα του γενικού διευθυντή των εργοστασίων Skoda, που αντιπροσώπευε στη Αθήνα ο πρώην αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού Παναγιώτης Λυκουρέζος, ο οποίο και τον υποδέχθηκε. Οι δύο άνδρες είχαν συνδεθεί με φιλία στα προηγούμενα ταξίδια του Έλληνα απόστρατου πλωτάρχη στη γερμανοκρατούμενη Τσεχία και αλλού.
Αφότου είχε εκραγεί ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος, οι εξοπλιστικές παραγγελίες από εμπόλεμες χώρες είχαν αποκτήσει άλλη διάσταση με πολιτικές παραμέτρους.
Ο Άλμπερτ Γκαίριγκ είχε επιτύχει μεσολάβηση του παντοδύναμου αδελφού του για την άδεια εξαγωγής των τσεχικών αυτών αεροπλάνων στην Ελλάδα, η δε άφιξή του στην Αθήνα δεν ήταν απλώς η εξασφάλιση της πώλησης.
Εκτός από τον Π. Λυκουρέζο, συναντήθηκε με Γερμανούς διπλωμάτες και είχε ιδιαίτερες συσκέψεις με τον Κλεμ φον Χόχενμπεργκ, τον στρατιωτικό ακόλουθο της γερμανικής πρεσβείας και σταθμάρχη της Άμπβερ στην Αθήνα. Αν κατορθωνόταν να πραγματοποιηθεί η πώληση των 36 καταδιωκτικών στην ελληνική κυβέρνηση, αυτομάτως τότε η γερμανική κατασκοπεία θα μπορούσε να συγκροτήσει ένα νέο ισχυρό δίκτυο για τη συλλογή στρατιωτικών πληροφοριών στο ελληνικό έδαφος. Αυτός άλλωστε ήταν και ο πραγματικός λόγος του ταξιδιού που έκανε τότε o αδελφός Γκαίριγκ, o οποίος συνοδευόταν από Γερμανούς αξιωματικούς που εμφανίζονταν φυσικά με πολιτικές ενδυμασίες ως στελέχη της εταιρίας Skoda.
Ο Λυκουρέζος, που από το 1942 (ύστερα από ένα ταξίδι της συζύγου του στην Ελβετία και την εν συνεχεία επιστροφή της στην Ελλάδα) ανέλαβε τη δημιουργία της κατασκοπευτικής-αντιστασιακής οργάνωσης «Κόδρος», είχε ήδη από τις αρχές Οκτωβρίου 1939, δηλαδή ένα μήνα αφότου άρχισε ο πόλεμος, μια παρατεταμένη συνάντηση στη Ρώμη με τον Άλμπερτ Γκαίριγκ. Στην πολύωρη αυτή συζήτηση, καθώς και σε άλλες που ακολούθησαν, συζητήθηκαν πολιτικά και διεθνή θέματα. Ο Λυκουρέζος είχε τον φόβο μήπως χάσει την αντιπροσωπεία της Skoda και αγωνιούσε μήπως δυσαρεστηθεί o προϊστάμενός του. «Επέστρεψα από τη Ρώμη πιο σίγουρος, παρά ποτέ, για τη δουλειά μου», είπε. Μετά την επάνοδό του ο απόστρατος πλωτάρχης κινήθηκε για την προετοιμασία των συνθηκών, ώστε μετά από τέσσερις μήνες να έλθει ο Α. Γκαίριγκ στην Αθήνα.
Η παραγγελία των καταδιωκτικών, για τα οποία ο τελευταίος είχε επιτύχει από τον αδελφό του την απαραίτητη άδεια, τελικά δεν επιτεύχθηκε. Κάποιοι «επιτήδειοι», σύμφωνα με τον Π. Λυκουρέζο, του αρμοδίου υπουργείου είχαν αντιδράσει αρνητικά και είχαν επιτύχει τη ματαίωση της εξοπλιστικής προμήθειας. Παρ' όλα αυτά, ο Λυκουρέζος είχε ταξιδέψει και πάλι στη γερμανοκρατούμενη Πράγα και βρισκόταν σε καθημερινή επαφή και αλλεπάλληλα γεύματα με τον αδελφό Γκαίριγκ τον Μάρτιο του 1940. Ο στρατάρχης και ο αδελφός του βρίσκονταν στο Μπρένερο, όπου γινόταν η κρίσιμη συνάντηση Χίτλερ-Μουσολίνι, κατά την οποία αποφασίστηκε πώς θα μεθοδευθεί η είσοδος της Ιταλίας στον πόλεμο.
Επιστρέφοντας ο Α. Γκαίριγκ στην Πράγα, μετέδωσε στον Λυκουρέζο τι ακριβώς ελέχθη στη συνάντηση Χίτλερ-Μουσολίνι, δηλαδή τις μυστικές αποφάσεις που ελήφθησαν στο Μπρένερο, σύμφωνα με τις οποίες η Ιταλία θα αργούσε να εισέλθει στον πόλεμο επειδή η κοινή γνώμη της δεν ήταν κατάλληλα προετοιμασμένη. Ο Λυκουρέζος επέστρεψε στην Αθήνα και θεώρησε υποχρέωσή του να μεταφέρει τα όσα είχε μάθει από τον προϊστάμενό του. Ζήτησε ακρόαση από τον πρωθυπουργό Μεταξά, αλλά εκείνος αρνήθηκε να τον δεχθεί και τον παρέπεμψε στον υπουργό Τύπου Νικολούδη (που σημειωτέον εκείνη την εποχή είχε τη φήμη γερμανόφιλου).
Ο Μεταξάς επέμεινε στην άρνησή του για την προμήθεια των τσεχικών αεροσκαφών και παράλληλα εμποδίστηκε η Άμπβερ να δημιουργήσει ένα ακόμη ισχυρό δίκτυο. Η επιλογή του μπορεί να ελεγχθεί για το τελικό αποτέλεσμα, ότι δηλαδή η ελληνική αεροπορία δεν ενισχύθηκε από τα 36 καταδιωκτικά Skoda, με επακόλουθο να αυξάνεται η εξάρτησή της από τη βρετανική, όταν εκδηλώθηκε η ιταλική επίθεση μερικούς μήνες αργότερα, τον Οκτώβριο 1940. Απέφυγε όμως έτσι μια άμεση γερμανική διείσδυση περαιτέρω της όσης ήδη υπήρχε.
Πηγή κειμένου: Δημοσθένης Κούκουνας, ΚΑΤΑΣΚΟΠΕΙΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΕΧΟΜΕΝΗ ΕΛΛΑΔΑ, Εκδόσεις HISTORIA