Δέκα ημέρες μετά τον νέο αυτόν άθλο του Φουλίδη, άρχισε υπό την ηγεσία του στρατηγού Μύλλερ η γερμανική επίθεση κατά της Σεβαστούπολης.
Ο στρατηγός Μύλλερ υπήρξε στα χρόνια 1941-42 στρατιωτικός διοικητής του φρουρίου της Κρήτης και ως τέτοιος κατηγορήθηκε ως εγκληματίας πολέμου. οι Άγγλοι τον παρέδωσαν για να δικασθεί στις ελληνικές αρχές και ύστερα από δίκη καταδικάσθηκε το 1946 σε θάνατο. Ο Μύλλερ τυφεκίσθηκε στο Χαϊδάρι μαζί με τον επίσης Γερμανό στρατηγό Μπρόιερ, που ήταν επί κεφαλής των Γερμανών αλεξιπτωτιστών που έπεσαν την άνοιξη του 1941 στην Κρήτη.
Η επίθεση εναντίον της Σεβαστούπολης, η οποία μελετήθηκε και σχεδιάσθηκε από τον στρατηγό Μύλλερ με βάση κυρίως τις πληροφορίες του Φουλίδη, κατέληξε μετά από λίγες μέρες στην πλήρη συντριβή των ρωσικών δυνάμεων της Κριμαίας και την άλωση της Σεβαστούπολης.
Ως λοχαγός πλέον του γερμανικού στρατού o Φουλίδης ανέλαβε και νέα αποστολή. Τη φορά αυτή έπρεπε να οργανώσει την εξέγερση κατά των Ρώσων των μακριά από τον Ντον Κοζάκων, για να διευκολυνθεί η προς τον Καύκασο προέλαση του γερμανικού στρατού.
O Φουλίδης και οι άνδρες του μιλούσαν άριστα τα ρωσικά και κρυπτόμενοι την ημέρα στις λόχμες των ρωσικών στεπών, εμφανίζονταν τη νύχτα ως Ρώσοι δυσαρεστημένοι κατά του σοβιετικού καθεστώτος, για να εξάψουν με φλογερά λόγια το φρόνημα των χωρικών εναντίον της θεομηνίας που εξαπέλυσε κατά της Αγίας Ρωσίας το κομμουνιστικό καθεστώς.
Η δραστηριότητα αυτή του Φουλίδη δεν άργησε να γίνει γνωστή στους Ρώσους, οι οποίοι τέθηκαν αμέσως προς καταδίωξή του. O Φουλίδης όμως ασύλληπτος μετεκινείτο με τους λίγους στην αρχή άνδρες του από περιοχή σε περιοχή, στρατολογώντας πάντοτε και νέους οπαδούς, τους οποίους έσερνε μαζί τους άοπλους. Οι άνδρες του, με την πάροδο του χρόνου πλήθαιναν και δημιουργήθηκε πλέον ζήτημα εξοπλισμού και ανεφοδιασμού τους, διότι όλοι αυτοί έπρεπε να τρέφονται. Εγκατέστησε τότε το στρατηγείο του σ' ένα απέραντο δάσος της Νότιας Ρωσίας, απ' όπου με τον ασύρματο ειδοποίησε τον προϊστάμενό του συνταγματάρχη φον Κλαούζεβιτς να μεριμνήσει για την αποστολή και ρίψη αυτομάτω όπλων και πυρομαχικών, καθώς και αρκετών τροφίμων, διότι το σώμα του αριθμούσε πλέο 400 άνδρες.
Από τότε o Φουλίδης με το σώμα του ανεφοδιαζόταν συχνά τις νύχτες από γερμανικά αεροπλάνα, τα οποία πετούσαν στην περιοχή όπου είχε εγκαταστήσει το στρατηγείο το και όπου το σώμα του κρυβόταν κατά τη διάρκεια της ημέρας. Τη νύχτα ο Φουλίδης με το άνδρες του έκανε διάφορες επιδρομές κατά των εφοδιοπομπών του ρωσικού στρατού που κατευθύνονταν στο μέτωπο, κι έτσι αργότερα κατόρθωσε όχι μόνο να λύσει το πρόβλη του ανεφοδιασμού του και να απαλλάξει τον φον Κλαούζεβιτς από τη φροντίδα αυτή, και να πληθύνει ακόμη περισσότερο τις τάξεις των ανδρών του, γιατί πλέον δεν του έλει ούτε οπλισμός για να τους εξοπλίσει, αλλά ούτε και στολές για να τους ντύσει. Μέσα σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα κατάφερε να τους ντύσει όλους με ρωσικές στολές κ να παρουσιάζεται πλέον, τόσο ο ίδιος όσο και οι άνδρες του, ως λιποτάκτες Ρώσοι στρατ ώτες, δυσαρεστημένοι κατά του σοβιετικού καθεστώτος.
Στην περίοδο αυτή ο Φουλίδης με τους άνδρες του έγιναν ο φόβος και ο τρόμος τη ρωσικής στρατιωτικής ηγεσίας του νοτίου μετώπου. Δεν υπήρχε πλέον, χάρη στη δράση του Φουλίδη, καμία ασφάλεια για τις ρωσικές συγκοινωνίες του νοτίου μετώπου και τις εφοδιοπομπές που κατευθύνονταν προς το μέτωπο. Κάθε βράδυ καταστρεφόταν και ένα σιδηροδρομικός σταθμός. Καθημερινά ανατινάζονταν ολόκληρα τραίνα και καθημερινά οι σιδηροδρομικές γραμμές που οδηγούσαν στο μέτωπο ήταν κατεστραμμένες σε πολλά σημεία, έτσι ώστε να δυσχεραίνονται αφάνταστα οι ρωσικές μεταφορές.
Εφοδιοπομπές, που την αποτελούσαν ολόκληρες φάλαγγες φορτηγών αυτοκινήτω καταστρέφονταν και πυρπολούνταν στη διάρκεια των επιθέσεων που πραγματοποιούσα εναντίον τους οι άνδρες του Φουλίδη.
Την εποχή αυτή η φήμη του Φουλίδη και το γόητρό του στους επιτελικούς γερμανικούς κύκλους είχαν φθάσει πλέον στο ζενίθ. Ο Φουλίδης, εκτός από το σαμποτάζ σε ευρεία κλίμακα που καθημερινά διενεργούσε κατά των Ρώσων, κατόρθωσε με το γόητρο του ηρωικού αγωνιστή υπέρ της ελευθερίας και της απολύτρωσης από την κομμουνιστική σκλαβιά στους πληθυσμούς των Κοζάκων του Ντον και των γύρω περιοχών, να δημιουργήσει και πολιτικό ζήτημα, σε ώρα πολέμου, στη Σοβιετική Ένωση.
Την εξέγερση που προκάλεσε o Φουλίδης, ήταν πλέον κίνδυνος να την μιμηθούν κα άλλες περιοχές, οπότε ολόκληρο το εσωτερικό ρωσικό μέτωπο θα κατέρρεε σαν χάρτινο πύργος, στην περιοχή αυτή τουλάχιστον.
Οι επιτυχίες του Φουλίδη υπήρξαν καταπληκτικές και υπεράνθρωπες. Η ρωσική ηγεσία του νότου, έχοντας σαφή επίγνωση του κινδύνου που αποτελούσε γι' αυτήν ο Φουλίδης με το σώμα του, επεκήρυξε τόσο τον ίδιο όσο και τους άνδρες του έναντι ενός εξωφρενικο ποσού σε ρούβλια «για κάθε κεφάλι» που αντιπροσώπευε την εποχή εκείνη περί τις 30 χρυσές λίρες.
Παρ' όλα αυτά όμως ο Φουλίδης δεν αναχαιτίζεται στη δράση του, αλλά αντίθετα την εντείνει. Στέλνει με τους ασυρμάτους του κάθε είδους πληροφορίες στρατιωτικής φύσεως στον φον Κλαούζεβιτς, διανέμει μυστικό τύπο που εκδίδεται στα ρωσικά με προπαγανδιστικές πληροφορίες στο Κίεβο και που στέλνεται κάθε βράδυ με αεροπλάνα σε χιλιάδε αντίτυπα και προετοιμάζει τη γερμανική επίθεση και την προέλαση προςτο Στάλινγκραντ την ισχυρή γερμανική επίθεση, που προετοιμάσθηκε έτσι, επακολούθησε μεγάλη συμφορά για τη ρωσική στρατιά του νότου, η οποία εξαρθρώθηκε σχεδόν τελείως, χάρη στις στρατηγικές πληροφορίες του Φουλίδη και τη δράση του σώματός του εναντίον των συγκοινωνιών της στα μετόπισθεν.
Μπροστά στο Στάλινγκραντ όμως, οι Ρώσοι ανασυγκροτούνται και επιτίθενται. Το αποτέλεσμα της επίθεσης αυτής είναι γνωστό. Χάρη σε μια ξεροκεφαλιά του Χίτλερ, μία ολόκληρη γερμανική στρατιά υπό τον στρατάρχη Πάουλους καταστράφηκε και άρχισε πλέον η γερμανική υποχώρηση στο νότιο ρωσικό μέτωπο.
Ο Φουλίδης όμως πλέον βρισκόταν πολύ μακριά. Με την προέλαση των γερμανικών στρατευμάτων προς το Στάλινγκραντ, έλαβε διαταγή του συνταγματάρχη φον Κλαούζεβιτς να κατευθυνθεί προς την περιοχή του Κουμπάν. οι Γερμανοί, μετά την κατάληψη του Στάλινγκραντ, είχαν προφανώς υπ' όψιν να στραφούν κατά του Καυκάσου, για να καταλάβουν τόσο τα λιμάνια στη Μαύρη Θάλασσα, όσο και εφ' όσον αυτό ήταν δυνατό και τις πετρελαιοπηγές του.
Ο Φουλίδης και στο Κουμπάν δεν διέψευσε τις ελπίδες που στήριζε επάνω του και επάνω στους άνδρες του το ανώτατο γερμανικό στρατηγείο. Ο Φουλίδης εδώ υπερέβη σε κατορθώματα και τη δράση του θρυλικού Άγγλου πράκτορα Λώρενς, o οποίος κατά τη διάρκεια του πρώτου παγκοσμίου πολέμου κατόρθωσε να εξεγείρει εναντίον της Τουρκίας τις αραβικές φυλές της Εγγύς Ανατολής. Η Τουρκία ήταν την εποχή εκείνη σύμμαχος των Γερμανών.
Ο Φουλίδης εξεγείρει εκεί δύο μικρές αυτόνομες σοβιετικές δημοκρατίες, τη δημοκρατία των Τσετσένων και μία άλλη, και δημιούργησε τόση αναταραχή και σύγχυση στη σοβιετική εσωτερική διοίκηση, ώστε και μετά τη λήξη του πολέμου ακόμη να θεωρεί η σοβιετική διοίκηση τις δύο αυτές δημοκρατίες ότι δεν μπορούν να αποβάλουν «το σπέρμα της προδοσίας», με το οποίο τους διέβρωσαν «οι Γερμανοί κατά τη διάρκεια του πολέμου».
Αποτέλεσμα της επίσημης αυτής σοβιετικής αντίληψης για τις δύο αυτές δημοκρατίες, υπήρξε να διαταχθεί το 1947 η μετακίνηση προς Σιβηρία του συνόλου του πληθυσμού τους, που υπερβαίνει τα 500.000 άτομα.
Ο Φουλίδης ήταν πλέον ένδοξος με τις ανώτατες γερμανικές διακρίσεις και για τρίτη φορά προάγεται επ' ανδραγαθία στο πεδίο της μάχης, στον βαθμό του ταγματάρχη του γερμανικού στρατού. Έτσι περί το τέλος του 1941 ο Φουλίδης άρχισε τη σταδιοδρομία του ως ανθυπολοχαγός και στις αρχές του 1943 ήταν ήδη ταγματάρχης!
Την περίοδο αυτή άρχισε πλέον να δύει το άστρο του και να τον εγκαταλείπει η τύχη. Οι ατυχίες του γερμανικού στρατού επέδρασαν πολύ στο ηθικό των ανδρών του, που ένας-ένας πλέον άρχισαν να τον εγκαταλείπουν και να σκέφτονται πώς θα εξασφάλιζαν τη σωτηρία τους από το σοβιετικό καθεστώς, που εμφανιζόταν και πάλι νικηφόρο και ισχυρό. Έτσι άρχισε ανάμεσα στους άνδρες του η προδοσία. οι πρώτοι που τον εγκατέλειψαν κατέφυγαν στις ρωσικές αρχές, παρέδωσαν τον οπλισμό τους και είπαν πως στρατολογήθηκαν βιαίως. οι Ρώσοι σκόπιμα τους φέρθηκαν, όπως θα φερόταν ένας πατέρας στον άσωτο υιό του που επιστρέφει και ζητεί συγγνώμη.
![]() |
| Άνδρες της ΡΟΑ, Μεταξύ των οποίων πολέμησαν και Ελληνοπόντιοι εθελοντές |
Έτσι οι υπόλοιποι αναθάρρησαν και άρχισαν σιγά-σιγά να εγκαταλείπουν κατά ομάδες τον Φουλίδη, ο οποίος πλέον με υπόλοιπο μικρό σώμα του, αναγκαζόταν λόγω των πολλών προδοσιών να δίνει σκληρές και αιματηρές μάχες προς τμήματα του ρωσικού στρατού, που τον καταδίωκαν. Η ζωή του την περίοδο αυτή ήταν ένα μυθιστόρημα γεμάτο από περιπέτειες, στις οποίες ενέδρευε πάντοτε ο θάνατος. Τον θάνατο αυτόν κατόρθωσε ο Φουλίδης με ολιγάριθμους μόνο πιστούς του να τον αποφύγει. H ζωή του όμως πολύ μακριά από το μέτωπο εντός του εσωτερικού της Ρωσίας και χωρίς τη δύναμη πλέον να διενεργεί επιδρομές για τον ανεφοδιασμό του σε τρόφιμα, κατέστη αφόρητη.
Αλλά πώς να ειδοποιήσει γι' αυτό τον φον Κλαούζεβιτς;
Βρισκόταν, όπως είπαμε, πολύ μακριά από το μέτωπο και ο ένας ασύρματος που το απέμεινε είχε μικρή ισχύ και παρ' όλες τις προσπάθειές του, επί ένα μήνα, δεν κατόρθωσε να επικοινωνήσει με το Στρατηγείο.
Έπειτα οι μπαταρίες με τις οποίες λειτουργούσε ο ασύρματός του, εξηντλούντο καθημερινά και το εκ νέου γέμισμά τους ήταν αδύνατο αν όχι επικίνδυνο.
Υπό τις συνθήκες αυτές αποφάσισε μέσα στον χειμώνα, πεζοπορώντας με τη μικρή του πλέον ομάδα τις νύχτες, και κρυπτόμενος την ημέρα, να προσεγγίσει τις γερμανικές γραμμές καμιά διακοσαριά έως τριακόσια χιλιόμετρα για να μπορέσει να επικοινωνήσ μέσω του ασυρμάτου του, με τον φον Κλαούζεβιτς.
Έπειτα από αφάνταστες περιπέτειες, που περιγράφονται με δραματικό τρόπο στι εκθέσεις του, ο Φουλίδης κατορθώνει να διαφύγει επί δεκαήμερο παγίδες και ενέδρες κα να ακούσει επιτέλους τη συνηθισμένη ώρα των ακροάσεων του ασυρμάτου του, την υπηρεσία του Κλαούζεβιτς να τον καλεί. Γεμάτος χαρά ο ασυρματιστής του, του αναγγέλλει:
-Αρχηγέ, αποκατέστησα επαφή.
-Μεταβίβασέ τους, λέει ο Φουλίδης, πως σε πέντε λεπτά θα επανέλθουμε.
Με ψυχή συντετριμμένη, στο διάστημα αυτό o Φουλίδης έβγαλε από την τσέπη του τον μυστικό του κώδικα και συνέταξε το κρυπτογράφημα που προόριζε για τον φον Κλαούζεβιτς.
Του καθόριζε το ακριβές σημείο της Στέππας όπου βρίσκονταν και του έδινε σημεία αναγνωρίσεως για να έλθουν τα μεσάνυχτα δύο ελικόπτερα να τον παραλάβουν με του άνδρες του.
Σε πέντε λεπτά αποκαταστάθηκε και πάλι η επαφή, διαβιβάσθηκε δε το κρυπτογράφημα του Φουλίδη. Το ίδιο βράδυ τα δύο ελικόπτερα παρελάμβαναν τον Φουλίδη, με του λίγους πιστούς του και το πρωί τους μετέφεραν και πάλι στις γερμανικές γραμμές.
Ήταν πλέον εξαντλημένος. Έπρεπε να αναπαυθεί. Πήρε μηνιαία άδεια και αναχώρη σε για το Βερολίνο.
Μετά το τέλος της αδείας του, επέστρεψε στην υπηρεσία του. Με νέο θάρρος και γεμάτος αυτοπεποίθηση, αναλαμβάνει και νέα αποστολή, η οποία όμως επέπρωτο να είναι και η τελευταία του.
Στον νότιο τομέα αναμενόταν από τους Γερμανούς την εποχή εκείνη και νέα ρωσική επίθεση. Η υπηρεσία πληροφοριών όμως της Ομάδας Στρατιών Νότου, του γερμανικο στρατού, είχε χάσει κυριολεκτικά τα νερά της. Το Στρατηγείο τής ζητούσε πληροφορίες τις οποίες αδυνατούσε να δώσει και αποφάσισε για να ανταποκριθεί, να χρησιμοποιήσει και πάλι ποιον άλλο: Τον Φουλίδη.
Ήθελε να μάθει μέσα σε δέκα ημέρες το πολύ τον αριθμό των ρωσικών στρατευμάτων στο Νότιο μέτωπο, τους αριθμούς των εκεί διατεταγμένων μεραρχιών για να πληροφορηθεί απ' αυτούς ποιοι ήταν οι διοικητές τους, καθώς και τη διάταξη τόσο αυτών όσο και των μηχανοκινήτων δυνάμεων του εχθρού.
Με ένα ασυρματιστή ως μοναδικό σύντροφο, ο Φουλίδης έπρεπε εντός δέκα ημερών να διανύσει πεζή απόσταση 300 περίπου χιλιομέτρων κατά μήκος του μετώπου για να δια βιβάσει τις πληροφορίες που του ζητήθηκαν.
Θα περνούσε τις ρωσικές γραμμές από ένα σημείο του μετώπου, το οποίο όπως είχ διαπιστωθεί από νυκτερινές αναγνωρίσεις της 10ης Δεκεμβρίου 1943 κατεχόταν από πολλές ασθενείς εχθρικές δυνάμεις.
Στις 11 Δεκεμβρίου το βράδυ ξεκίνησε και πάλι η γερμανική αναγνωριστική περίπολος, που θα διευκόλυνε τον Φουλίδη και τον ασυρματιστή του, στο πέρασμα των ρωσικών γραμμών και θα τον προστάτευε σ' αυτό, εν ανάγκη και με πυρά της. Προηγείτο o επικεφαλής της περιπόλου ανθυπολοχαγός με τους άνδρες του, έρποντας σχεδόν μέσω της νεκράς ζώνης του μετώπου.
Ο Φουλίδης με τον ασυρματιστή του ακολουθούσαν σε απόσταση λίγων βημάτων. Είχαν διανύσει απόσταση σχεδόν 500 μέτρων και δεν απείχαν παρά 20 μέτρα από τις ρωσικές θέσεις, όταν ξαφνικά το ηλεκτρικό φανάρι που είχε κρεμασμένο στον λαιμό του ο Γερμανός ανθυπολοχαγός, άναψε για μια στιγμή, από μια αδέξια κίνηση του χεριού του. Για λίγο η μικρή συνοδεία σάστισε μην ξέροντας τι συμβαίνει, ο Φουλίδης μάλιστα θέλησε γι' αυτό να σκοτώσει επιτόπου τον ανθυπολοχαγό, όπως κατέθεσαν εκ των υστέρων οι υπόλοιποι στρατιώτες. Το περιστατικό αυτό πάντως ήταν αρκετό, για να γίνει αντιληπτή η παρουσία της γερμανικής περιπόλου, μέσα σχεδόν στις ρωσικές γραμμές, από ένα Ρώσο σκοπό που αγρυπνούσε και που άρχισε να πυροβολεί προς την κατεύθυνση που φάνηκε το φως με τροχιοδεικτικά βλήματα, με σφαίρες δηλαδή που αφήνουν πίσω τους μια φωτεινή γραμμή για να δείχνουν πού κατευθύνονται.
Σε λίγο άναψε όλο το τμήμα αυτό του ρωσικού μετώπου. οι σφαίρες έπεφταν βροχή από τα ρωσικά αυτόματα. Μια σφαίρα βρήκε τον Γερμανό ανθυπολοχαγό στο στήθος και τον άφησε νεκρό. Πλήρωσε με τη ζωή του την απροσεξία του.
Δύο Γερμανοί στρατιώτες τον έσυραν νεκρό πλέον μέχρις ενός σημείου, προσπαθώντας κατά την υποχώρησή τους προς τις γερμανικές γραμμές να τον μεταφέρουν πίσω. Τον εγκατέλειψαν όμως διότι οι Ρώσοι άρχισαν πλέον, καθώς υποπτεύονταν για γερμανική επίθεση, να βάλλουν με πυκνά πυρά φραγμού των όλμων τους, εναντίον της ανάμεσα στις δύο εχθρικέςγραμμές ζώνης και οι άνδρες της μικρής περιπόλου άρχισαν όλοι μαζί να υποχωρούν με βιασύνη.
Σε απόσταση 200 μέτρων από τις γερμανικές γραμμές, ένα βλήμα βαρέος ρωσικού όλμου έπεσε σε απόσταση 6 μέτρων περίπου δεξιά του Φουλίδη και ένα θραύσμα του τον βρήκε στον κρόταφο, σφηνώθηκε στον εγκέφαλό του και τον άφησε νεκρό. Άλλα θραύσματα σκότωσαν τον ασυρματιστή του και έναν ακόμη Γερμανό στρατιώτη.
Το επεισόδιο έλαβε χώρα στις 10 το βράδυ της 11ης Δεκεμβρίου 1943. Όταν μετά από πολλή ώρα το μέτωπο ησύχασε και πάλι, στις 2 ακριβώς το πρωί της 12ης Δεκεμβρίου, εξήλθε άλλη γερμανική περίπολος για να περισυλλέξει τα πτώματα του φονευθέντος ανθυπολοχαγού, του Γερμανού στρατιώτη, του Φουλίδη και του ασυρματιστή του.
Στις 3 το πρωί, η περίπολος επέστρεψε με τα πτώματα. O Φουλίδης ήταν πλέον νεκρός. Μαζί του, επειδή επρόκειτο να διασχίσει τις ρωσικές γραμμές, δεν είχε τίποτε άλλο εκτός από 5000 ρούβλια και μια ψεύτικη ρωσική ταυτότητα. Στο δωμάτιό του, όμως, κατά την έρευνα που επακολούθησε για τη συγκέντρωση των ατομικών του πραγμάτων, εκτός των άλλων βρέθηκε και μια επιστολή του που απευθυνόταν στον εδώ εγκατεστημένο Γερμανό Ερρίκο Χάινε, που μαζί με τον Διονύσιο ή Νιόνιο Φιλιππόπουλο, για τη δράση των οποίων θα μιλήσουμε προσεχώς, διεύθυναν το Ναυπηγείο του Γερμανικού Ναυτικού «Αμπελάκι» του Σκαραμαγκά.
Με την επιστολή, που προφανώς δεν είχε προλάβει να ταχυδρομήσει o Φουλίδης, παρακαλούσε τον Χάινε, επειδή δεν γνώριζε αν θα ζούσε λόγω των δυσχερών αποστολών που αναλάμβανε, να ενδιαφερθεί για την Ελληνίδα μνηστή του, τη «Φούλη», για την οποία μιλήσαμε στην αρχή, «σαν πατέρας». Πράγμα βέβαια που δεν έκανε o Χάινε, γιατί μετά τον θάνατο του Φουλίδη, είδα τυχαία μια ημέρα τη «Φούλη» στον δρόμο και μου είπε που φρόντιζε να προσληφθεί σε μια εμπορική επιχείρηση ως αλληλογράφος για να μπορέσει να αντιμετωπίσει τις ανάγκες της ζωής».
Οι περιγραφές αυτές ίσως δεν είναι και τόσο ακριβείς. Ακόμη και η αναφορά πε χρήσης γερμανικών αεροπλάνων θα πρέπει να εκτιμηθεί ανάλογα. Οπωσδήποτε όμως η εγκαταλειφθείσα μνηστή του Φουλίδη, ονόματι Φούλη κατά σύμπτωση, ίσως δεν πληροφορήθηκε ποτέ τι πραγματικά απέγινε με τον δαιμόνιο Έλληνα από τον Πόντο...
Πηγή κειμένου: Δημοσθένης Κούκουνας, ΚΑΤΑΣΚΟΠΕΙΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΕΧΟΜΕΝΗ ΕΛΛΑΔΑ, Εκδόσεις HISTORIA

