![]() |
| Ο χάρτης της τριπλής κατοχής της Ελλάδας |
Η Μάχη της Κρήτης συνεχίζόταν με ιδιαίτερη σφοδρότητα και με βαριές απώλειες για τις δύο αντίπαλες παρατάξεις. Κύριο χαρακτηριστικό της ατμόσφαιρας είναι οι συνεχείς γερμανικοί βομβαρδισμοί από τον αέρα και η αδιάκοπη αποστολή γερμανικών ενισχύσεων.
Όλο το βάρος τους οι Γερμανοί το έχουν ρίξει στο Μάλεμε, στην προσπάθειά τους να εξουδετερώσουν κάθε εστία αντίστασης στην περιοχή.Το Μάλεμε το θέλουν για ορμητήριο και είναι το μόνο αεροδρόμιο που ελέγχουν. Ο στρατηγός Φράυμπεργκ το αντιλαμβάνεται και διατάζει αντεπίθεση, που εκτελείται τη νύχτα 21 προς 22 Μαΐου. Μόλις ξημερώνει, τα τελευταία συμμαχικά τμήματα αποσύρονται, αφού χάνουν διακόσιους άνδρες. Νέα προσπάθεια που διατάζει ο Φράυμπεργκ το απόγευμα της 22ας Μαΐου αποτυγχάνει και αυτή, ιδιαιτέρως εξ αιτίας του σφοδρού αεροπορικού βομβαρδισμού. Οι αποτυχημένες αντεπιθέσεις έχουν αποτέλεσμα τη δημιουργία ρήγματος μεταξύ της 4ης και της 5ης Αγγλικής Ταξιαρχίας, ενώ παραχωρούν οριστικά στους Γερμανούς το Μάλεμε.
Στις 22 Μαΐου οι Γερμανοί επιχειρούν εισβολή στην πόλη του Ηρακλείου και κατορθώνουν να φθάσουν μέχρι την κεντρική πλατεία της πόλης. Όλες οι διαθέσιμες δυνάμεις του Φρουραρχείου, μαζί και εθελοντές πολίτες, διενεργούν αντεπίθεση και αναγκάζουν τους Γερμανούς να υποχωρήσουν στην Πύλη Χανίων, από όπου και είχαν εισβάλει. Ως το απόγευμα, οι ελληνοσυμμαχικές δυνάμεις του Ηρακλείου κατορθώνουν να εκκαθαρίσουν την πόλη από τον εχθρό, συλλαμβάνοντας και αρκετούς αιχμαλώτους.
Την επόμενη μέρα και ενώ οι γερμανικές δυνάμεις έχουν περικλείσει το Ηράκλειο, αρχίζει επικοινωνία μεταξύ του Έλληνα φρουράρχου και του διοικητή των γερμανικών δυνάμεων. Στο ελληνικό μήνυμα, που μεταβιβάζει αιχμάλωτος Γερμανός αξιωματικός (ανθυπίατρος) και o γερμανομαθής διευθυντής της Παιδαγωγικής Ακαδημίας Ηρακλείου Σπ. Μπουρλώτος, ζητείται η παράδοση των Γερμανών για να αποφευχθεί η εξόντωσή τους, αφού η όλη στρατιωτική κατάσταση εκτυλίσσεται δυσμενώς για τους επιτιθέμενους - όπως υποστήριξε ο φρούραρχος. Επί πλέον, ζητεί από τους Γερμανούς «vα μη χρησιμοποιήσει τα γυναικόπαιδα ως προκάλυμμα της προελάσεώς του, όπως έγινε μέχρι τότε, πράγμα που αποτελούσε κατάφωρη παραβίαση των διεθνών κανόνων, γιατί στην αντίθετη περίπτωση οι ελληνικές δυνάμεις θα εφάρμοζαν αντίποινα επί των αιχμαλώτων...».
Η συνέχεια της επικοινωνίας αυτής περιγράφεται στο βιβλίο του στρατηγού Αλεξ. Εδιπίδη:
«..,Αμέσως μετά την κατάπαυσι του πυρός ενεφανίσθη επιστρέφοντας από το γερμανικό στρατόπεδο ο ανθυπίατρος με τον οδηγό του, που έφερνε μαζί του επιστολή του αρχηγού των γερμανικών δυνάμεων, o οποίος δεχόταν v' αφήση ελεύθερα τα γυναικόπαιδα, αρκεί να του υπεδείκνυαν μια ουδέτερη ζώνη, από την οποία να περάσουν για να φθάσουν στις ελληνικές γραμμές. Όσο για τους πολίτες, που είχε συλλάβει, αυτούς, καθώς και τους στρατιώτες, θα τους κρατούσε ως αιχμαλώτους πολέμου, γιατί ήσαν οπλισμένοι. Ηρνείτο την κατηγορία ότι παρεβίαζε τους διεθνείς κανόνες πολέμου, ισχυριζόμενος ότι οι Έλληνες τους είχαν παραβιάσει, γιατί ενώ την προηγούμενη ημέρα τα τμήματά του είχαν φθάσει στο κέντρο της πόλεως και πολλοί κάτοικοι είχαν υψώσει λευκές σημαίες, επετέθησαν δολίως εναντίον των Γερμανών, με αποτέλεσμα τον φόνον πολλών αλεξιπτωτιστών».
Το απόγευμα της ίδιας μέρας (23 Μαΐου) οι νεοζηλανδικές δυνάμεις στην περιοχή Μάλεμε, Χανίων και Σούδας υφίστανται πρωτοφανή βομβαρδισμό, τον σφοδρότερο από την έναρξη της γενικής επίθεσης. Τότε γίνεται πρώτη φορά εμφάνιση συμμαχικών αεροπλάνων, όταν δώδεκα αγγλικά καταδιωκτικά Χαρικέιν φεύγουν από την Αίγυπτο, με σκοπό να προσγειωθούν στο Ηράκλειο. Μόνο το ένα όμως κατορθώνει να φθάσει στο Ηράκλειο, ενώ τα υπόλοιπα καταρρίφθηκαν ή γύρισαν άπρακτα στη βάση τους.
Ο Φράυμπεργκ, εν τω μεταξύ, διαπιστώνοντας την αδυναμία των ελληνοσυμμαχικών στρατευμάτων να κρατήσουν την Κρήτη, έχει τώρα ζητήσει ενισχύσεις από τον Ουέιβελ, χωρίς τις οποίες δηλώνει ότι δεν μπορεί να συνεχίσει τον αγώνα. Η απάντηση είναι ότι δεν μπορούν να σταλούν ενισχύσεις από τη θάλασσα, αλλά ωστόσο θα σταλούν τμήματα κομάντος στα νότια παράλια της νήσου, καθώς και αεροπλάνα. Ούτε κομάντος ούτε αεροπλάνα έφθασαν τελικά.
Ο Ουίνστον Τσώρτσιλ δεν έχει πιστέψει ακόμα ότι η Κρήτη χάνεται. Τηλεγραφεί στον Ουέιβελ (23 Μαΐου):
«Η Μάχη της Κρήτης πρέπει να κερδηθή. Και αν ακόμη ο εχθρός εξασφαλίση καλά προγεφυρώματα, η μάχη πρέπει να συνεχισθή επ' αόριστον εις την νήσον διά να κρατήσωμεν ούτω καθηλωμένην εις το έργον αυτό την κυρίαν γερμανικήν δύναμιν κρούσεως. Τούτο θα σας δώση τουλάχιστον τον αναγκαίον χρόνον διά να κινητοποιήσετε τας "Τίγρεις" και να κυριαρχήσετε της καταστάσεως εις την Δυτικήν Έρημον. Εν όσω εξακολουθεί η αντίστασίς μας εις Κρήτην, προστατεύομεν συγχρόνως και την Κύπρον. Ελπίζω ότι θα δυνηθήτε να ενισχύετε την Κρήτην καθ' εκάστην νύκτα, μέχρι του ανωτάτου δυνατού ορίου. Δεν είναι δυνατόν να σταλούν περισσότερα άρματα μάχης και να επανακτήσωμεν ούτω οιαδήποτε καταληφθέντα υπό του εχθρού αεροδρόμια; Αι πιέσεις και αι απώλειαι εις στρατεύματα ανωτέρας κλάσεως, τας οποίας υφίσταται o εχθρός θα είναι αναμφιβόλως πολύ σοβαραί. Δεν είναι δυνατόν να κρατήση επ' άπειρον. Διαβιβάσατε τα ακόλουθα εις τον στρατηγόν Φράυμπεργκ εκ μέρους μου: "Ολόκληρος ο κόσμος σάς παρακολουθεί εις την λαμπράν μάχην την οποίαν διεξάγετε, επί της οποίας βασίζονται σπουδαία γεγονότα.
Την επόμενη ημέρα (24 Μαΐου), πέμπτη από την επίθεση, νέοι ισχυροί γερμανικοί βομβαρδισμοί στα Χανιά, το Ηράκλειο και άλλες πόλεις της Κρήτης δυσχεραίνουν περισσότερο τη θέση των ελληνοσυμμαχικών δυνάμεων, που εξακολουθούν να αμύνονται. Ο στρατηγός Φράυμπεργκ αναφέρει στον Ουέιβελ ότι οι Άγγλοι έχουν ήδη 1.000 νεκρούς και το 220 Νεοζηλανδικό Τάγμα έχει αποδεκατισθεί και αναγκάζεται πλέον να εγκαταλείψει τις θέσεις του στο Μάλεμε.
Για την έκταση των βομβαρδισμών και των μεγάλων καταστροφών, που έχουν προκληθεί στα Χανιά, την άλλη μέρα (25 Μαΐου) ο παραμένων στην πόλη, ενώ ήδη έχει αποχωρήσει o πρωθυπουργός του από την Κρήτη, υπουργός Εργασίας Αριστείδης Δημητράτος προβαίνει στις ακόλουθες δηλώσεις:
«H γερμανική αεροπορία, στη μέχρι τούδε δράση της προσέθεσε νέα σειρά εγκλημάτων με την καταστροφή της προσωρινής πρωτευούσης της Ελλάδος, των Χανίων, που ήταν πόλις τελείως ανοχύρωτος. Κάτω από τα ερείπια της πόλεως αυτής έχουν ταφή άμαχοι πληθυσμοί, γέροι, γυναίκες και παιδιά.
»Εκατοντάδες βομβαρδιστικών αεροπλάνων καθέτου εφορμήσεως ρίχνοντας δέσμες βομβών αυλάκωναν την πόλη σε παράλληλες ευθείες και κατόπιν αντιστρόφως σε κάθετες, ώστε, επί των ερειπίων της πόλεως να σχηματίζωνται τετραγωνίδια αγκυλωτών σταυρών, ενώ τεράστιες γλώσσες πυρκαϊών που είχαν προκληθή από εμπρηστικές βόμβες ξεπηδούσαν από το κέντρο της πόλεως και τα δυό της άκρα και κατέκαιαν τους ευρισκομένους στα νοσοκομεία αρρώστους. Το απαίσιο αυτό έργο της καταστροφής συνεπλήρωσε ακολούθως ο μυδραλλιοβολισμός από πολύ χαμηλό ύψος, κατά σύστημα γαζώματος ραπτομηχανής, που αποτελείωνε όσους από τους γέρους, τις γυναίκες και τα παιδιά ζητούσαν την σωτηρίαν διά της φυγής, μέσω των ερειπίων της καιομένης πόλεως. Το θέαμα ήτο αφαντάστως τραγικό και προσέδιδε σ' αυτό ακόμη πιο απαισιώτερη μορφή η μάχη που εφαίνετο 20 χιλιόμετρα μακρυά, στη βάση του αεροδρομίου του Μάλεμε.
»Αυτό το φρικτό και απαίσιο θέαμα μέσα στο οποίο εζήσαμε στα Χανιά, πιστεύω να ζήσουν και o Χίτλερ με τους επιτελείς του, για να ιδούν με τα ίδια τους τα μάτια να χαράσσωνται επί των γερμανικών πόλεων ομοίας φύσεως αγκυλωτοί σταυροί».
Η ΜΑΧΗ ΤΕΛΕΙΩΝΕΙ
![]() |
| Ουίνστον Τσώρτσιλ. Βρετανός Πρωθυπουργός στο Β' Παγκόσμιο Πόλεμο και ηγετική φυσιογνωμία των Συμμάχων. |
Παρά την ηρωική άμυνα που προβάλλουν οι Νεοζηλανδοί στην περιοχή Γαλατά, οι Γερμανοί ενεργούν στις 25 Μαΐου σφοδρή επίθεση, αφού προηγήθηκε σκληρός βομβαρδισμός το μεσημέρι. Έτσι, διασπούν τις γραμμές των νεοζηλανδικών δυνάμεων και καταλαμβάνουν τον Γαλατά. Την ίδια νύχτα όμως πραγματοποιείται συμμαχική αντεπίθεση από δύο νεοζηλανδικούς λόχους, που είχαν και την υποστήριξη δύο αρμάτων μάχης. H νυχτερινή αντεπίθεση υποχρεώνει τους Γερμανούς σε υποχώρηση, αλλά και οι Νεοζηλανδοί δεν μπορούν να κρατήσουν τον Γαλατά και αναγκάζονται να φύγουν και αυτοί.
Ο στρατηγός Φράυμπεργκ είχε ήδη από τις 23 Μαΐου καταλήξει στην εκτίμηση ότι η Κρήτη δεν μπορεί να κρατηθεί. Ενώ o Στούντεντ έπαιρνε συνεχώς ενισχύσεις, ο ίδιος ελάχιστες είχε πάρει από την Αίγυπτο. Στις 26 Μαΐου, ύστερα από σύσκεψη με το επιτελείο του, τηλεγραφεί στον Ουέιβελ ότι οι δυνάμεις του έφθασαν στο έσχατο όριο αντοχής:
«Μετά λύπης μου αναφέρω, ότι κατά την γνώμην μου, τα υπό την διοίκησή μου εις τον λιμένα της Σούδας στρατεύματά μας έχουν φθάσει εις το ανώτατον όριον αντοχής. Ασχέτως της τελικής αποφάσεως υπό των αρχιστρατήγων, η θέσις μας ενταύθα είναι απελπιστική. Μία μικρά, κακώς εφωδιασμένη και καθηλωμένη δύναμις, όπως είναι η Ιδική μας, δεν δύναται να αντεπεξέλθη επιτυχώς εις τον συγκεντρωμένον βομβαρδισμόν τον οποίον αντιμετωπίζομεν από επτά ολοκλήρων ημερών. Νομίζω καθήκον μου να σας είπω, ότι από διοικητικής απόψεως αι δυσκολίαι της απαγκιστρώσεως της δυνάμεως αυτής είναι ανυπέρβλητοι. Υπό την προϋπόθεσιν ότι θα ληφθή αμέσως σχετική απόφασις ένα ποσοστόν της δυνάμεως αυτής θα ηδύνατο να επιβιβασθή πλοίων. Εφ' όσον o τομεύς αυτός εκκαθαρίζεται, η κατάληψις του Ρεθύμνου και του Ηρακλείου διά των αυτών μεθόδων θα είναι απλώς ζήτημα χρόνου. Τα στρατεύματα τα οποία διαθέτομεν, εξαιρουμένου του συντάγματος Ουαλλών και των κομμάντος, δεν δύνανται πλέον v' αποδυθούν εις επιθετικήν δράσιν. Εάν αποφασίσετε εν όψει της όλης καταστάσεως εις Μέσην Ανατολήν, ότι η παρέλευσις ολίγων ωρών θα βοηθήση την κατάστασιν, ημείς θα συνεχίσωμεν. Θα πρέπει να ίδω κατά ποίον τρόπον δύναται να επιτευχθή τούτο καλύτερον. Ο κόλπος της Σούδας θα ευρίσκεται πιθανώς υπό το πυρ του εχθρού εντός 24 ωρών. Αι τελευταίαι απώλειαι ήσαν βαρείαι και απωλέσαμεν το πλείστον των μονίμων πυροβόλων μας».
Και πραγματικά, οι απώλειες ήταν φοβερές, τα δε μέσα ανύπαρκτα. Το μέτωπο δυτικά από τα Χανιά είχε διασπασθεί και οι ελληνοσυμμαχικές δυνάμεις υποχωρούσαν ατάκτως. Από 1.200 άνδρες, μόνο 350 είχαν απομείνει. Το Ρέθυμνο είχε αποκοπεί εντελώς και για τους εκεί Άγγλους ετίθετο το ερώτημα αν θα αιχμαλωτισθούν ή θα έρθουν τα πλοία για να τους πάρουν από την Κρήτη. Υπό Ιδιαιτέρως δύσκολες συνθήκες, η Νεοζηλανδική Μεραρχία συνέχιζε την υποχώρησή της. οι ελληνικές δυνάμεις υπό τον στρατηγό Σκουλά στερούνταν τροφίμων και υλικού και βάλλονταν από τα γερμανικά βομβαρδιστικά.
Αγνοώντας την κατάσταση και εξακολουθώντας να τρέφει αυταπάτες, ο Τσώρτσιλ τηλεγραφεί στον Φράυμπεργκ το πρωί της επομένης: «H ένδοξος άμυνά σας προσελκύει τον διεθνή θαυμασμόν. Γνωρίζομεν ότι ο εχθρός επιέσθη σκληρώς. Κάθε δυνατή βοήθεια αποστέλλεται».
Ταυτόχρονα o Τσώρτσιλ τηλεγραφούσε στον Ουέιβελ: «Η νίκη εις την Κρήτην είναι ζωτικής σημασίας κατά την κρίσιμον αυτήν στιγμήν του πολέμου. Εξακολουθήσατε να ρίπτετε όσας δυνάμεις δύνασθε εις την μάχην».
Λίγο αργότερα όμως, ο Βρετανός πρωθυπουργός μάθαινε ότι κάθε ελπίδα είχε χαθεί. Ο Ουέιβελ του ανέφερε:
«Φοβούμαι ότι η κατάστασις εις Κρήτην είναι λίαν σοβαρά. Το μέτωπον Χανίων έχει καταρρεύσει και o κόλπος της Σούδας είναι δυνατόν να προστατευθή μόνον επί άλλας είκοσι τέσσαρας ώρας, το πολύ. Δεν υπάρχει δυνατότης να ρίψωμεν ενισχύσεις εις τον αγώνα...
»3. Τηλεγράφημα μόλις ληφθέν από τον Φράυμπεργκ αναφέρει ότι η μόνη πιθανότης διασώσεως της εις περιοχήν Σούδας δυνάμεως είναι να αποσυρθή αύτη εις τας ακτάς νοτίως της νήσου, όπου και να κρύπτεται κατά την διάρκει της ημέρας και να κινήται κατά την διάρκειαν της νυκτός. Ανεφέρθη ότι η δύναμις εις το Ρέθυμνον απεκόπη και στερείται εφοδίων. Η εις Ηράκλειον δύναμις φαίνεται ότι είναι περικυκλωμένη.
»4. Φοβούμαι ότι πρέπει να αναγνωρίσωμιεν ότι η Κρήτη δεν δύναται πλέον να κρατηθή και ότι τα στρατεύματά μας πρέπει να αποσυρθούν το ταχύτερον δυνατόν. Κατέστη αδύνατον να ανθίστανται το βάρος των εχθρικών από αέρος επιθέσεων, αι οποίαι αυξάνονται άνευ προηγουμένου και αι οποίαι υπό τας παρούσας συνθήκας δεν είναι πρακτικώς δυνατόν να αντιμετωπισθούν».
Η ανάγνωση του τηλεγραφήματος αυτού του Ουέιβελ στα μέλη του Πολεμικού Συμβουλίου, που συνήλθε στο Λονδίνο στις 10.30 π.μ. της 27ης Μαΐου, αφαιρεί κάθε πιθανότητα να κρατηθεί η Κρήτη. Τότε ο Τσώρτσιλ παίρνει τη μεγάλη απόφαση, όπως αναφέρουν τα επίσημα πρακτικά του Πολεμικού Συμβουλίου:
«Ο Πρωθυπουργός είπεν ότι κάθε ευκαιρία να κερδίσωμεν την μάχην εις την Κρήτην εφαίνετο τώρα απωλεσθείσα και θα έπρεπε να αντιμετωπίσωμεν την προοπτικήν της απωλείας του μεγαλυτέρου μέρους των εκεί δυνάμεών μας. Εις ουδεμίαν ενέργειαν ήτο δυνατόν να προβώμεν επί του ζητήματος τούτου ημείς εδώ».
Ο στρατηγός Φράυμπεργκ αρχίζει πλέον την οργάνωση της αποχώρησης των συμμαχικών στρατευμάτων. H Κρήτη έχει χαθεί. Τη νύχτα 26 προς 27 Μαΐου φθάνουν στο λιμάνι της Σούδας τρία βρετανικά πλοία με εφόδια και ένα τάγμα κομάντος, που είχε αποστολή να καλύψει την υποχώρηση.
Στο Ρέθυμνο οι αποκομμένες ελληνοαυστραλιανές δυνάμεις, που δεν μπόρεσε ο Φράυμπεργκ να τις ειδοποιήσει για την εκκένωση, ύστερα από μια αποτυχημένη απόπειρα να αντιμετωπίσουν τη γερμανική πολιορκία με έξοδο, αναγκάσθηκαν να παραδοθούν.
Αντίθετα, οι δυνάμεις που βρίσκονται στο Ηράκλειο στις 28 Μαΐου κατορθώνουν να επιβιβασθούν στα βρετανικά πλοία, που έχει στείλει ο ναύαρχος Κάνιγκαμ. Το Ηράκλειο, μετά από την κατάληψη της Σούδας από τους Γερμανούς την προηγούμενη μέρα, είναι το μόνο κρητικό λιμάνι όπου μπορούν να πλησιάσουν τα συμμαχικά πλοία. Τα Χανιά είχαν ήδη καταληφθεί από τις 27 Μαΐου.
Πηγή κειμένου: ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΚΟΥΚΟΥΝΑΣ, Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ, εκδ. HISTORIA

