Σάββατο, Νοεμβρίου 11, 2023

ΣΕΒΑΣΤΙΑΝΟΣ ΦΟΥΛΙΔΗΣ (α' μέρος)

H περίπτωση του Πόντιου Έλληνα Σεβαστιανού Φουλίδη έχει γίνει θέμα για πολλά δημοσιεύματα στο παρελθόν, που στηρίζονται περισσότερο σε μυθικά στοιχεία παρά σε πραγματικά. Η δραστηριότητά του είναι εντοπισμένη από τα χρόνια της δεκαετίας 1910 όταν o ίδιος εργαζόταν στη ρωσική πρεσβεία της Κωνσταντινούπολης. Είναι το πρόσωπο εκείνο που έσωσε τότε από βέβαιο θάνατο τον μετέπειτα γνωστό δημοσιογράφο Ανδρέα Καβαφάκη, όταν ο τελευταίος για εθνικούς λόγους είχε γίνει στόχος των τουρκικών διωκτικών αρχών, κρύβοντάς τον στο κτίριο της ρωσικής πρεσβείας.

Μετά την Οκτωβριανή επανάσταση o Φουλίδης έγινε ορκισμένος εχθρός των Μπολσεβίκων και εξόριστος πλέον εκινείτο ανάμεσα στους κύκλους των Λευκορώσων προσφύγων. Όπως φαίνεται γρήγορα διασυνδέθηκε με τις διεθνείς αντικομμουνιστικές οργανώσεις, στις οποίες μετά το 1933 ήταν αρκετά σαφής η γερμανική επιρροή. Την εποχή εκείνη εμφανιζόταν ως καπνέμπορος με διασυνδέσεις στη Γερμανία και διάφορες ευρωπαϊκές χώρες, κυρίως την Ολλανδία και το Βέλγιο. Σύμφωνα με τον Ζάιτς, ο Φουλίδης «φοίτησε σ' ένα μυστικό σχολείο κατασκόπων στο Αμβούργο, στο οποίο δίδασκε προσωπικά ο ίδιος o Κανάρις». Στη συνέχεια, εφοδιασμένος με όλα τα απαραίτητα έγγραφα και γνωρίζοντας απταίστως τα ρωσικά, εγκαταστάθηκε στις Βαλτικές χώρες, όπου παρουσιαζόταν πολλές φορές ως Ρώσος. Επί χρόνια διηύθυνε από τις πρωτεύουσες των χωρών αυτών την εργασία κατά της Ρωσίας και κατόρθωσε επανειλημμένα να ταξιδέψει και στο εσωτερικό της κομμουνιστικής Ρωσίας προς συλλογή διαφόρων πληροφοριών στρατιωτικής φύσεως, που προορίζονταν για το Γερμανικό Γενικό Επιτελείο.

Ο Ζάιτς προσθέτει ότι ο Φουλίδης, «ως ειδικός για τα ζητήματα που αφορούσαν τη Νότιο Ρωσία, διατάχθηκε το 1939 να εγκαταστήσει το στρατηγείο του στα Βαλκάνια». Η πρώτη επιλογή ήταν η Κωνσταντινούπολη, όπου ευχερέστερα θα διεξαγόταν η κατασκοπεία κατά της Ρωσίας. Εκεί όμως τον καταζητούσαν για τη δράση του, όταν υπό άλλη οπτική γωνία και υπέρ της Ρωσίας είχε δράσει κατά της Τουρκίας και της Γερμανίας. Αφού διαπιστώθηκε ότι ήταν αδύνατο να εγκατασταθεί εκεί, προτιμήθηκε ως βάση του η Ελλάδα.

Σύμφωνα με τον Γερμανό αρχικατάσκοπο, ο Φουλίδης επισκέφθηκε τον τότε αρχηγό της ελληνικής αντικατασκοπίας αστυνόμο Σπύρο Παξινό και «του ανακοίνωσε ειλικρινέστατα την εντολή που είχε και η οποία συνίστατο στην οργάνωση δικτύου πρακτόρων, το οποίο θα στρεφόταν κατά της Ρωσίας με αντικειμενικό σκοπό τη συλλογή στρατιωτικών και πολιτικών πληροφοριών πάσης φύσεως και τη μεταβίβασή τους στο ανώτατο αρχηγείο του γερμανικού στρατού».

Ο Φουλίδης έθεσε αμέσως σε ενέργεια την αποστολή του και κατόρθωσε να στρατολογήσει κατ' αρχήν Έλληνες ναυτικούς, οι οποίοι υπηρετούσαν ως πληρώματα τουρκικών ατμοπλοίων, ώστε μέσω αυτών να αποκατασταθεί επαφή με την Κωνσταντινούπολη. Ένας από τους βασικούς συνεργάτες του ήταν ο εγκαταστημένος από το 1930 στην Ελλάδα Νικόλαος Δούλγερ ή Σέικιν, η εν προκειμένω δράση του οποίου αναφέρεται αναλυτικότερα σε επόμενες σελίδες.

Οι πληροφορίες που συγκέντρωναν οι πράκτορες του Φουλίδη στη Ρωσία έφθαναν με διάφορους τρόπους κρυφά μέχρι την Κωνσταντινούπολη, από όπου παραλαμβάνονταν από τους εκεί πράκτορές του που τις διοχέτευαν στην Αθήνα. Η δραστηριότητα αυτή, που ήταν πολύ επωφελής για τα κράτη που λάμβαναν γνώση των πληροφοριών από τη Σοβιετική Ένωση, συνεχίστηκε μέχρι τις παραμονές της Κατοχής. Σύμφωνα με τον Ζάιτς, o Φουλίδης είχε και περαιτέρω δράση όταν άρχισε η γερμανική επίθεση κατά της Ρωσίας τον Ιούνιο 1941 : «Οργάνωσε σώμα από Λευκορώσους που βρίσκονταν στην Ελλάδα φανατικούς αντικομμουνιστές, το οποίο έθεσε στη διάθεση της υπηρεσίας αντικατασκοπίας του ανωτάτου γερμανικού στρατηγείου. Λίγο αργότερα ο Φουλίδης με τους πράκτορές του αυτούς, μεταξύ των οποίων ήταν ο Θεόδωρος Βλασώφ, υιός Κοσένκο, Νικόλαος Μπεντανάκωφ, Παύλος Σιχμάνωφ και άλλοι, πήγε στο ρωσικό μέτωπο όπου εκπαίδευσε κατάλληλα τους καλύτερους απ' αυτούς και τους έριξε με αλεξίπτωτα πίσω από τις ρωσικές γραμμές προς συλλογή πάσης φύσεως στρατιωτικών πληροφοριών, διάδοση ηττοπαθών ειδήσεων, διανομή παντοειδούς προπαγανδιστικού υλικού και διενέργεια σαμποτάζ».

Ο Άρθουρ Ζάιτς αναφέρει με λεπτομέρειες συγκεκριμένα για τον Σεβαστιανό Φουλίδη, ο οποίος τον Αύγουστο του 1941 είχε σχηματίσει στην Αθήνα μια εθελοντική ομάδα Ρώσων προσφύγων για να δράσει στο Ρωσικό Μέτωπο. Ο Φουλίδης και οι άνδρες του εκτέλεσαν πολλές επιτυχείς αποστολές πίσω από τις εχθρικές γραμμές, που φυσικά όμως δεν ανέτρεψαν την πορεία του πολέμου. Γράφει ο Ζάιτς για τον Φουλίδη και τη δράση του:

«Ο Φουλίδης υπήρξε άνθρωπος ευπροσήγορος και απλοϊκός. Όταν για πρώτη φορά έφθασε στην Αθήνα, εμφανίσθηκε ως καπνέμπορος από τη Γερμανία που ήλθε δήθεν στην Ελλάδα για να προβεί σε αγορά μεγάλων ποσοτήτων καπνών από το Αγρίνιο κ τη Μακεδονία. Έτσι,ήταν γνωστός στα κέντρα που σύχναζε και όπου ξόδευε ηγεμονικά τα χρήματά του. Ως καπνέμπορος ήταν ο γνωστός ο Φουλίδης και στο ζαχαροπλαστείο «Αστόρια» στα Χαυτεία, όπου σύχναζε ιδίως τις απογευματινές ώρες και όπου συνδέθηκε με τον υπάλληλο του Δήμου Αθηναίων Βουδούρη, ο οποίος εν συνεχεία τον συνέστησε στον διευθυντή του ζαχαροπλαστείου φίλο του Φωτόπουλο και τους φίλους του Σταμάτη Σταματίου, μηχανικό, και Σταύρο Σταματίου, μηχανικό του εμπορικού ναυτικού.

Στην «Αστόρια» σύχναζε σχεδόν καθημερινά ο Φουλίδης με μια νέα, την οποία υπεραγαπούσε και την οποία επρόκειτο να παντρευτεί μόλις τελείωνε ο πόλεμος. Η νέα αυτή, που ήταν ένα σεμνότατο κορίτσι της αθηναϊκής κοινωνίας - το όνομά της ήταν Φούλη - δεν ήξερε φυσικά τίποτε για την ιδιαίτερη δραστηριότητα του Φουλίδη, όπως δεν ήξεραν επίσης και τα πρόσωπα που προαναφέραμε και με τα οποία συχνά ο Φουλίδης συναναστρεφόταν στη «Αστόρια». Για όλους αυτούς ο Φουλίδης ήταν ο πλούσιος καπνέμπορος από τη Γερμανία που διέθετε τόσο πολλά χρήματα, ώστε να μπορεί αγόγγυστα να πληρώνει εξογκωμένου λογαριασμούς και να βοηθά πολλές φορές και τους αναξιοπαθούντες.

Με αυτό το προσωπείο εμφανιζόταν o Φουλίδης στους γνωστούς που είχε στην Αθήνα. Στις αρμόδιες όμως ελληνικές αρχές, όπως είπαμε, δεν έκρυψε τίποτε από τον σκοπό τη αποστολής του. Υπ' αυτόν τον όρο άλλωστε ανέλαβε να εργασθεί κατασκοπευτικά στη Ελλάδα, εναντίον της Ρωσίας.

Για την κατασκοπευτική του δράση και τις πληροφορίες του, ενημέρωνε καθημερινά τις αρμόδιες ελληνικές υπηρεσίες, ώστε να μην μένει σ' αυτές ούτε η παραμικρή αμφιβολία ότι ήταν ποτέ δυνατόν να μπλοφάρει μαζί τους. Προ παντός άλλου, ο Φουλίδης, σαν Έλληνας που είχε ζήσει από μικρό παιδί μακριά από την πατρίδα του, δεν ήθελε να αφήσει εδώ εντυπώσεις ενός κακού Έλληνα, γι' αυτό και όταν ανέλαβε τη δουλειά της Ελλάδος είχε πει καθαρά στον φον Κανάρη:

-Θα πάω στην Ελλάδα και θα φτιάξω το ρωσικό δίκτυο. Αλλά εγώ είμαι Έλληνας. Πάω για πρώτη φορά στην πατρίδα μου και δεν θέλω να αφήσω εκεί κακές αναμνήσεις. Θα παίξω το παιχνίδι μου με ανοιχτά χαρτιά.

Ο Κανάρης δεν έφερε αντίρρηση και πράγματι έτσι έγινε. Ο Φουλίδης έπαιξε με ανοιχτά χαρτιά. Για τον λόγο αυτόν δε ακριβώς και όταν κηρύχθηκε ο ελληνοϊταλικός πόλεμος και όταν αργότερα εισέβαλαν οι Γερμανοί στην Ελλάδα, ο Φουλίδης ποτέ δεν ενοχλήθηκε από τις ελληνικές αρχές. Ενώ Ιταλοί, Γερμανοί και πολλοί Έλληνες ύποπτοι περιορίσθηκαν σε στρατόπεδα συγκεντρώσεως, ο Φουλίδης περιφερόταν ελεύθερος.

Δεν είχαν άδικο οι ελληνικές αρχές να φερθούν έτσι στον Φουλίδη. Όταν αργότε κατελήφθη η Αθήνα από τα γερμανικά στρατεύματα και έγινε λόγος για είσοδο και των ιταλικών στρατευμάτων, είδαν τον Φουλίδη να κλαίει σαν μικρό παιδί από την αγανάκτηση και να λέει:

-Είναι ντροπή! Αυτό δεν πρέπει να γίνει ποτέ. Είναι ύβρη για τον υπερήφανο ελληνικό λαό, ο οποίος νίκησε στην Αλβανία.

Έπειτα από δύο ημέρες έφυγε αεροπορικώς για το Βερολίνο για να συναντήσει το φον Κανάρη, με τον οποίο συνδεόταν προσωπικά, και να τον παρακαλέσει να μεσολαβήσει στον Χίτλερ, και να μην επιτρέψει την προσβολή αυτή κατά του ελληνικού λαού.

Γύρισε απογοητευμένος και μου ανακοίνωσε πως δεν κατάφερε να κάνει τίποτα και πως έλαβε μόνον αόριστες υποσχέσεις ότι δεν θα γινόταν προσάρτηση των Ιονίων Νήσων από την Ιταλία.

Είπαμε πως ο Φουλίδης δεν ενοχλήθηκε από τις ελληνικές αρχές, και όταν η Αθήνα κατελήφθη από τα γερμανικά στρατεύματα, πρώτη του δουλειά ήταν να πάει στο στρατόπεδο που κρατούνταν οι Γερμανοί της Αθήνας και να απελευθερώσει τον φίλο του διευθυντή τότε της εταιρίας «Ιντερκοντινεντάλ» και αργότερα του ναυπηγείου «Αμπελάκι» Ερρίκο Χάινε.

Για τη Ρωσία έφυγε ο Φουλίδης στις αρχές Αυγούστου του 1941, με ένα μικρό απόσπασμα που κατάρτισε εδώ από εθελοντές Ρώσους πρόσφυγες, διαπνεόμενους όλους, όπως και o ίδιος, από φανατικά αντικομμουνιστικά φρονήματα. Ήταν όλοι άνθρωποι που υπέστησαν πολλά κι έχασαν πολλούς δικούς τους, εκτός από την περιουσία τους, κατά τη θύελλα που επακολούθησε μετά την επανάσταση στη Ρωσία. Ανάμεσά τους ήταν, όπως είπαμε, ο Θεόδωρος Βλασώφ, ο υιός Κοσένκο, ο Νικόλαος Μπεντανάκωφ, o Παύλος Σιχμάνωφ και άλλοι, όλοι άνδρες με θάρρος και αδάμαστη αποφασιστικότητα.

Το αρχηγείο του Κανάρη διέταξε τον Φουλίδη να μεταβεί μαζί με τους άνδρες του και να παρουσιασθεί στην υπηρεσία πληροφοριών της γερμανικής Ομάδας Στρατιών του Νότου, η οποία διεξήγε την εποχή εκείνη επιχειρήσεις στην Ουκρανία, όπου, ιδίως στην περιοχή γύρω από το Κίεβο, διεξάγονταν λυσσώδεις και φονικότατες μάχες.

O αρχηγός της υπηρεσίας κατασκοπείας της Ομάδας Στρατιών του Νότου συνταγματάρχης φον Κλαούζεβιτς, που είχε εν τω μεταξύ πληροφορηθεί από το Βερολίνο για την επικείμενη άφιξη της ομάδας Φουλίδη, τον δέχθηκε με ανοικτές αγκάλες και του παραχώρησε όλα τα μέσα για την ταχύτερη εκπαίδευση των ανδρών του στα ζητήματα κατασκοπείας και σαμποτάζ.

Μέσα σε λίγες μέρες έμαθαν να κατασκευάζουν και να χρησιμοποιούν εκρηκτικές βόμβες, να διακρίνουν από τα διακριτικά των Ρώσων στρατιωτών τις μονάδες στις οποίες ανήκαν κλπ., και αφού εφοδιάσθηκαν με άφθονο προπαγανδιστικό υλικό, ένα βράδυ ένα γερμανικό μεταφορικό αεροπλάνο παρέλαβε με τον Φουλίδη επί κεφαλής και δύο Γερμανούς λοχίες ασυρματιστές και τους έριξε στα μετόπισθεν του ρωσικού μετώπου. Είχαν εντολή να συλλέξουν πληροφορίες για τη διάταξη των ρωσικών στρατευμάτων και να διανείμουν κατάλληλα το προπαγανδιστικό υλικό, που ήταν μια δήθεν παράνομα εκδιδόμενη ρωσική εφημερίδα, η οποία ήταν γεμάτη από ψεύτικες και υποβολιμαίες ηττοπαθείς ειδήσεις που απέβλεπαν στη διάβρωση του ηθικού και της δύναμης αντίστασης του ουκρανικού λαού.

Ο Φουλίδης με την ομάδα του τα κατάφερε μια χαρά. Δεν επέτυχε μόνο να δώσει στους δύο λοχίες ασυρματιστές του πολύτιμες πληροφορίες για τη ρωσική παράταξη μπροστά και μέσα από την πόλη του Κιέβου, και Ιδίως την ακριβή θέση των ρωσικών αρμάτων μάχης, τον αριθμό τους και τις θέσεις των αεροδρομίων που χρησιμοποιούσαν στην περιοχή εκείνη οι Ρώσοι, αλλά κατόρθωσε, σύμφωνα με την εντολή που πήρε, μόλις εκδηλώθηκε η γερμανική επίθεση, που εξελίχθηκε σύμφωνα με τις πληροφορίες του, να περάσει μαζί με τον Κοσένκο και τον Σιχμάνωφ τις ρωσικές γραμμές. Αφού και οι τρεις διακινδύνευσαν επανειλημμένα τη ζωή τους, μόλις βρέθηκαν σε ασφάλεια έσπευσαν να αναφέρουν στο στρατηγείο της Ομάδας Στρατιών Νότου τις εντυπώσεις και πληροφορίες τους από τον πανικό που υπέστησαν τα ρωσικά στρατεύματα, λόγω της αιφνιδιαστικής αλλά και κεραυνοβόλας επίθεσης των γερμανικών δυνάμεων κατά των ρωσικών θέσεων της περιοχής, Ιδίως των τεθωρακισμένων ρωσικών δυνάμεων, στην εξόντωση των οποίων απέβλεπαν οι Γερμανοί.

Μία ημέρα, μετά την εκδήλωση της επίθεσης, η πρωτεύουσα της Ουκρανίας, το Κίεβο, καταλαμβανόταν από τα γερμανικά στρατεύματα και δύο ημέρες αργότερα γινόταν για πρώτη φορά εύφημη μνεία της ηρωικής ομάδας Φουλίδη στο καθημερινό ανακοινωθέν των γερμανικών ενόπλων δυνάμεων. O Φουλίδης, που έφυγε από την Ελλάδα με τον βαθμό του ανθυπολοχαγού, προήχθη επ' ανδραγαθία στο πεδίο της μάχης στον βαθμό του υπολοχαγού. 

Στις αρχέςτου 1942, o Φουλίδης μαζί με τον Μπεντανάκωφ, τον Κοσένκο και τρεις άλλους Ουκρανούς, τους οποίους είχε στρατολογήσει στο μεταξύ o Φουλίδης, και έναν Γερμανό υπαξιωματικό ως ασυρματιστή, έπεσαν με αλεξίπτωτα στην περιοχή της Σεβαστούπολη την οποία λόγω των εξαιρετικών της οχυρώσεων παρέκαμψαν τα προελαύνοντα προς τον ποταμό Ντον γερμανικά στρατεύματα. Οι Γερμανοί ήθελαν τώρα να ξέρουν ακριβώς για τις οχυρώσεις της περιοχής, τη διάταξή τους και γενικά τον οπλισμό τους, ώστε να στραφούν στην κατάλληλη ώρα εναντίον τους και με μια επιθετική ενέργεια να καταλάβουν Σεβαστούπολη.

O Φουλίδης και οι λίγοι άνδρες του κατόρθωσαν πράγματι να ανταποκριθούν πλήρως στις εντολές που πήραν και να διαβιβάσουν τις πιο εμπεριστατωμένες και ακριβείς εκθέσεις που έλαβε ποτέ στρατιωτική ηγεσία από τους πράκτορές της. O Φουλίδης δεν αρκέσθη όμως στον άθλο του αυτόν, θέλησε δε επιστρέφοντας και πάλι στις γερμανικές γραμμές να φέρει στον προϊστάμενό του συνταγματάρχη φον Κλαούζεβιτς και ένα δώρο, και ως τέτοιο επέλεξε τον επιτελάρχη της 138ης φρουριακής ρωσικής μεραρχίας της Σεβαστούπολη συνταγματάρχη Τσέρκωφ.

Το επιτελείο της εν λόγω μεραρχίας βρισκόταν σε μία εξοχική έπαυλη στις ακτές τη Κριμαίας. Σε απόσταση έξι χιλιομέτρων περίπου από την έπαυλη αυτή, βρισκόταν μία αγροικία, σ' ένα δωμάτιο της οποίας έμενε ο Τσέρκωφ. Την απόσταση ανάμεσα στα δύο σπίτια o Τσέρκωφ την έκανε με αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Ρώσος σωφέρ του Βλαδίμηρο Βασίλιεβιτς, που ήταν και μοναδικός του σύντροφος. Ο Φουλίδης αποφάσισε να απαγάγει τον Τσέρκωφ. Από την παρακολούθησή του ο Φουλίδης γνώριζε πλέον πως αυτός κάθε βράδυ, στις εννιάμιση, αφού γευμάτιζε στη λέσχη των αξιωματικών του επιτελείου, επέστρεφε από τον εξοχικό ερημικό δρόμο στο σπίτι του.

Ειδοποίησε μια ημέρα με τον ασύρματό του τον Κλαούζεβιτς για την πρόθεσή το και τον παρακάλεσε στις 12 ακριβώς τα μεσάνυχτα της ίδιας ημέρας, να αποσταλούν δύο ελικόπτερα του γερμανικού στρατού σε ένα χώρο κοντά σε ρωσικό χωριό, μακριά από τη οχυρωμένη ρωσική ζώνη περί τα 30 χιλιόμετρα, για να τους παραλάβουν.

Τα ελικόπτερα θα κατευθύνονταν, σύμφωνα με τις οδηγίες του Φουλίδη, στο σημείο όπου κόκκινα ηλεκτρικά φαναράκια θα σχημάτιζαν ένα σταυρό. Το κόλπο ήταν βέβαια εξαιρετικά τολμηρό, αλλά η τύχη ευνόησε τον Φουλίδη και τους άνδρες του. Από τις εννέα το βράδυ, o Φουλίδης με τους αφοσιωμένους συντρόφους του, μεταμφιεσμένοι σε Ρώσους χωρικούς της Κριμαίας, ενέδρευαν σε μια στροφή του δρόμου, από τον οποίον έπρεπε απαραιτήτως να περάσει ο συνταγματάρχης Τσέρκωφ για να πάει στο σπίτι του.

Κατά τις δέκα παρά τέταρτο, άκουσαν τον θόρυβο ενός αυτοκινήτου που πλησίαζε σβησμένα τα φανάρια του. Δεν υπήρχε αμφιβολία πως ήταν το αυτοκίνητο του Τσέρκωφ. Ο Φουλίδης με τους άνδρες του πετάχτηκαν από την κρύπτη τους στον δρόμο και με τα πιστόλια στα χέρια υποχρέωσαν τον σωφέρ Βασίλιεβιτς να σταματήσει. Σε λίγο ο Τσέρκωφ ήταν αιχμάλωτός τους. Επιβιβάσθηκαν όλοι μαζί στο αυτοκίνητο, το οποίο οδηγούσε πλέον o Φουλίδης, και στις 11 ακριβώς έφθασαν στο μέρος όπου ο Φουλίδης είχε δώσει ραντεβού στα δύο ελικόπτερα που θα έστελνε ο συνταγματάρχης φον Κλαούζεβιτς.

Στις 11.20' ακριβώς είδαν τις φωτεινές δέσμες των αντιαεροπορικών προβολέων του φρουρίου της Σεβαστούπολης να ερευνούν τον ορίζοντα. Ήταν προφανές πως τα δύο ελικόπτερα είχαν επισημανθεί από τους αντιαεροπορικούς σταθμούς του μετώπου και είχε καθορισθεί η κατεύθυνσή τους προς Σεβαστούπολη. Ευτυχώς που στο μέρος που είχε ορισθεί το ραντεβού δεν υπήρχε αντιαεροπορική βάση, ούτε και έφθαναν οι προβολείς των οχυρών της Σεβαστούπολης. Έτσι τα δύο γερμανικά ελικόπτερα κατόρθωσαν να προσεγγίσουν το σημείο προσγείωσής τους, το οποίο είχε επισημανθεί με τον κόκκινο σταυρό των ηλεκτρικών φαναριών, απαρατήρητα και να παραλάβουν τον Φουλίδη με τους συντρόφους του και τους αιχμαλώτους, τον συνταγματάρχη Ιβάν Τσέρκωφ και τον στρατιώτη Βλαδίμηρο Βασίλιεβιτς.

Την επομένη ημέρα το πρωί, ο Φουλίδης μαζί με τους αιχμαλώτους του, παρουσιάσθηκε στον προϊστάμενό του φον Κλαούζεβιτς. Είναι περιττό να τονίσω τη χαρά του τελευταίου. Ο ηρωικός άθλος του Φουλίδη γιορτάσθηκε μεγαλοπρεπώς στο στρατηγείο. Το ίδιο βράδυ, με τηλεγραφική διαταγή του ίδιου του Χίτλερ, ο Φουλίδης προήχθη στον βαθμό του λοχαγού, ενώ οι άνδρες του έτυχαν της διακρίσεως του Σταυρού των Ιπποτών, που είναι από τα μεγαλύτερα γερμανικά παράσημα του πολέμου.

Ο συνταγματάρχης Ιβάν Τσέρκωφ και ο Ρώσος στρατιώτης Βλαδίμηρος Βασίλιεβιτς υποβλήθηκαν στη συνέχεια σε εξαντλητική ανάκριση από ειδικούς Γερμανούς αξιωματικούς. Ο Τσέρκωφ υπήρξε κατά την ανάκριση αρκετά ομιλητικός, έτσι ώστε να συμπληρωθεί με περισσότερες λεπτομέρειες η έκθεση του Φουλίδη για τις οχυρώσεις και τις στρατιωτικές δυνάμεις της άμυνας της Σεβαστούπολης. 


Η συνέχεια ΕΔΩ