Σάββατο, Σεπτεμβρίου 17, 2022

Η γερμανική επίθεση στη Δυτική Θράκη

Πορτρέτο του διοικητή
του Εχίνου, ταγματάρχη
Δρακούση

Εξαιτίας του πεδινού περιβάλλοντος της Δυτικής Θράκης, το ελληνικό Γενικό Επιτελείο γνώριζε ότι θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο ο στρατός να την υπερασπιστεί στην περίπτωση που μεγάλες δυνάμεις εισέβαλλαν στην Ελλάδα από τη Βουλγαρία. Για το λόγο αυτό η περιοχή είχε επανδρωθεί μόνο με δύο ταξιαρχίες πεζικού, την Ταξιαρχία Νέστου με έδρα διοίκησης την Ξάνθη και την Ταξιαρχία Έβρου με έδρα το Σουφλί. Καθώς δεν υπήρχε καν η ψευδαίσθηση ότι οι μικρές αυτές δυνάμεις θα μπορούσαν να νικήσουν μεγάλους εχθρικούς σχηματισμούς, ως αποστολή τους ορίστηκε η επιβράδυνση των εχθρικών τμημάτων που θα προωθούνταν στο κυρίως μέτωπο της Ανατολικής Μακεδονίας. Οταν οι δύο ταξιαρχίες δεν θα μπορούσαν πλέον να συγκρατήσουν τον εχθρό, η Ταξιαρχία Νέστου θα διερχόταν τον ποταμό Νέστο από τα δυτικά προκειμένου να ενωθεί με της δυνάμεις του ΤΣΑΜ. Από την άλλη πλευρά της Θράκης, οι άνδρες της Ταξιαρχίας Εβρου θα περνούσαν μέσω του ποταμού Εβρου στην Ανατολική Θράκη, όπου θα παραδίδονταν στους Τούρκους.

Στη Θράκη είχαν ανεγερθεί δύο οχυρά, ο Εχίνος στον τομέα της Ταξιαρχίας Νέστου και η Νυμφαία στον τομέα της Ταξιαρχίας Εβρου. Η άμυνα των δύο αυτών οχυρών ήταν κατώτερη σε σχέση με τα υπόλοιπα οχυρά της «Γραμμής Μεταξά». Επιπλέον, η θέση των οχυρών ήταν τέτοια που παρείχε τη δυνατότητα στον εχθρό να τα περικυκλώσει αμέσως και να τα αποκόψει από τα μετόπισθεν. Η αποστολή των φρουρών τους ήταν να καθυστερήσουν την εχθρική προέλαση στο βαθμό που αυτό ήταν δυνατόν και στη συνέχεια, όταν πλέον κάθε αντίσταση θα ήταν αδύνατη, να προσπαθήσουν να υποχωρήσουν. Ομως, n σύμπτυξη των φρουρών του Εχίνου και της Νυμφαίας δεν θα ήταν εύκολη υπόθεση, αφού θα βρίσκονταν περικυκλωμένες από εχθρικές ισχυρές δυνάμεις.

Το οχυρό Εχίνος βρισκόταν στο βορειοανατολικό αντέρεισμα του ομώνυμου υψώματος με υψόμετρο 780 μ. Αποτελείτο από το βασικό συγκρότημα που ήταν στο ψηλότερο σημείο της κορυφής και κάποια άλλα συγκροτήματα έργων. Η φρουρά αποτελείτο συνολικά από 26 αξιωματικούς και 806 στρατιώτες. Η αποστολή τους ήταν να παρεμποδίσουν τη διέλευση εχθρικών δυνάμεων στην οδό Πασμάκη-Εχίνος-Ξάνθη. Το οχυρό Νυμφαία είχε κατασκευαστεί στο ύψωμα 510 σε απόσταση μερικών εκατοντάδων μέτρων από το ομώνυμο χωριό και 15 χλμ. από την Κομοτηνή. Το οχυρό αποτελούνταν από τρία στεγανά συγκροτήματα και επτά μεμονωμένα πολυβολεία. Τη φρουρά αποτελούσαν 14 αξιωματικοί και 464 στρατιώτες, αποστολή των οποίων ήταν να παρεμποδίσουν τον εχθρό να χρησιμοποιήσει την οδό Κίρτσαλη - Νυμφαία-Κομοτηνή.

Η άμυνα της Θράκης ήταν λοιπόν εξαιρετικά ευάλωτη, ενώ n γερμανική δύναμη που εισέβαλε στη Δυτική Θράκη ήταν τεράστια και δυσανάλογα ισχυρή σε σχέση με την ελληνική. Απέναντι στις δύο ταξιαρχίες και τις φρουρές των δύο οχυρών, οι Γερμανοί παρέταξαν το 30ό Σώμα Στρατού που αποτελείτο από δύο μεραρχίες πεζικού, την 50ή και την 164η. Το γερμανικό Γενικό Επιτελείο είχε σχεδιάσει με τέτοιο τρόπο τις επιχειρήσεις στη Θράκη, ώστε η δύναμη αυτή να μπορούσε στη συνέχεια να εισβάλει στην Ανατολική Μακεδονία από ανατολικά. Πρώτα όμως θα έπρεπε να εξουδετερωθούν οι δυνάμεις στη Δυτική Θράκη και να εξασφαλιστεί ο έλεγχος της περιοχής. Οι Γερμανοί ασφαλώς και γνώριζαν ότι η Δυτική Θράκη δεν είχε οχυρωθεί και διέθετε μόνο μερικές αδύναμες μονάδες. Από την άποψη αυτή, ο αριθμός των στρατευμάτων που έστειλαν οι Γερμανοί στη Θράκη φαντάζει υπερβολικά μεγάλος και ίσως ερμηνεύεται και με πολιτικά κριτήρια. Οι Γερμανοί μάλλον ήθελαν να κλείσουν το μέτωπο στη Θράκη ταχύτατα διότι τυχόν συνεχιζόμενη εμπλοκή τους εκεί θα μπορούσε να τους δημιουργήσει προβλήματα με τους Τούρκους.


Επίθεση στη Δυτική Θράκη

Στις 05:20 της 6ης Απριλίου 1941 ξεκίνησε η εισβολή στη Θράκη. Το 30ό Σώμα Στρατού με τις δύο μεραρχίες πεζικού, την 164η και την 50ή, επιτέθηκε στη Δυτική Θράκη μέσω δύο παράλληλων συγκοινωνιακών αξόνων με αφετηρία το έδαφος της Βουλγαρίας. Ο δυτικός άξονας, όπου έδρασε η 164η Μεραρχία, ακολουθούσε το δρόμο Φιλιππούπολης-Ξάνθης και στόχος της ήταν η κατάληψη της τελευταίας. Τομέας δράσης της 50ης Μεραρχίας ήταν ο δρόμος από τη Βουλγαρία στην Κομοτηνή με βασικούς στόχους την Κομοτηνή και την Αλεξανδρούπολη. Μετά την κατάληψη των δύο αυτών πόλεων, η 50ή Μεραρχία θα κινούνταν δυτικά με στόχο την Καβάλα. Στον ανατολικό αυτό άξονα της γερμανικής εισβολής στη Θράκη, το μόνο σημαντικό εμπόδιο αποτελούσε το οχυρό Νυμφαία. Η Ταξιαρχία Εβρου, που βρισκόταν στον τομέα δράσης της 50ης Μεραρχίας, είχε μειωμένο αριθμό στρατιωτών και ελάχιστα μέσα ώστε να θεωρείται σοβαρή απειλή γι' αυτήν.

Η 50ή Μεραρχία επιτέθηκε στον ανατολικότερο τομέα της Δυτικής Θράκης σε τρεις φάλαγγες. Οι άνδρες στην αριστερή φάλαγγα απώθησαν γρήγορα την Ταξιαρχία Εβρου και έφθασαν μέσα σε λίγες ώρες στην Κομοτηνή, την οποία και κατέλαβαν. Παρά τη μειονεκτική θέση της, η ελληνική ταξιαρχία προσπάθησε να παρεμποδίσει την περαιτέρω προώθηση των Γερμανών μετά την Κομοτηνή αλλά δέχτηκε ισχυρή πίεση. Κινδυνεύοντας να περικυκλωθεί από τους αριθμητικά υπέρτερους Γερμανούς, πέρασε αναγκαστικά τον Έβρο και μπήκε στην Ανατολική Θράκη. Οι Τούρκοι συνέλαβαν και αφόπλισαν τους 100 αξιωματικούς και τους 2.000 στρατιώτες της. Ο διοικητής της ταξιαρχίας έφεδρος υποστράτηγος Ζήσης, μη αντέχοντας την ντροπή εξαιτίας της παράδοσης των όπλων στους Τούρκους, στις 9 Απριλίου 1941 αυτοκτόνησε στο χωριό Ύψαλα της Ανατολικής Θράκης.

Από την 50ή Μεραρχία, τη δυσκολότερη αποστολή ανέλαβαν οι άντρες στην κεντρική φάλαγγα που αντιμετώπισαν τη φρουρά του οχυρού Νυμφαία. Μόλις οι Γερμανοί πλησίασαν το οχυρό, οι Ελληνες υπερασπιστές τούς καθήλωσαν με τα πυρά τους. Οι Γερμανοί δεν είχαν μαζί τους πυροβόλα καθώς οι δρόμοι και οι γέφυρες στην ευρύτερη περιοχή είχαν καταστραφεί από το ελληνικό Μηχανικό. Μέχρι να αφιχθεί το πυροβολικό τους μπροστά στο οχυρό Νυμφαία, πραγματοποιούσαν εφόδους με πεζοπόρα τμήματα υπό την κάλυψη εναέριων βομβαρδισμών από στούκας. Μέχρι και το πρωί της 7ης Απριλίου η φρουρά του Νυμφαία είχε αποκρούσει 4 γερμανικές εφόδους, προκαλώντας μεγάλες απώλειες στους επιτιθεμένους. Ομως, εκείνη την ημέρα οι γερμανικές δυνάμεις που πολιορκούσαν το οχυρό Νυμφαία ενισχύθηκαν με πυροβολαρχίες και έτσι ξεκίνησε μαζικός βομβαρδισμός του οχυρού με αντιαρματικά και αντιαεροπορικά πυροβόλα. Στις 18:00 τμήματα σκαπανέων εφόδου μπόρεσαν να καταλάβουν την κορυφή του οχυρού. Αφού κατέστρεψαν με εκρηκτικά τα πολυβολεία του οχυρού, έριξαν καπνογόνα στο εσωτερικό του. Ο διοικητής του οχυρού, ταγματάρχης Αναγνώστου, αναγκάστηκε να το παραδώσει στους Γερμανούς στις 23:50 της 7ης Απριλίου.

Εναντίον του Εχίνου επιτέθηκε το ενισχυμένο 2ο Τάγμα του 382ου Συντάγματος. Οπως και με τη Νυμφαία έτσι και στον Εχίνο οι Γερμανοί δεν είχαν αρχικά μαζί τους πυροβολικό, λόγω της καταστροφής των δρόμων από το ελληνικό Μηχανικό. Αλλες γερμανικές δυνάμεις της 164ης Μεραρχίας παρέκαμψαν τον Εχίνο και κατέλαβαν την Ξάνθη στις 7 Απριλίου δίχως να συναντήσουν αντίσταση. Στο μεταξύ, οι υπόλοιποι στρατιώτες του 382ου Συντάγματος βρίσκονταν γύρω από τον Εχίνο. οι υπερασπιστές του οχυρού, αν και περικυκλωμένοι από τους Γερμανούς, δεν έχασαν το θάρρος τους και άνοιγαν πυρ στον εχθρό από οποιαδήποτε κατεύθυνση και αν εμφανιζόταν. Στις 7 Απριλίου, το 30 Τάγμα του 382ου Συντάγματος έφτασε και αυτό στον Εχίνο προκειμένου να ενισχύσει τις γερμανικές δυνάμεις που βρίσκονταν ήδη εκεί. Ο διοικητής του συγκεκριμένου τάγματος, ταγματάρχης Fett, ανέλαβε επικεφαλής των επιχειρήσεων εναντίον του Εχίνου. Το απόγευμα της ίδιας ημέρας κατέφθασαν και οι γερμανικές πυροβολαρχίες. Οι ισχυρές αυτές δυνάμεις πήραν θέσεις εξόρμησης στους βόρειους πρόποδες του υψώματος του οχυρού Εχίνος. Κατόπιν σκληρής μάχης, στις 8 Απριλίου 1941, οι Γερμανοί κατάφεραν να καταλάβουν το συγκρότημα «Μ» του Εχίνου και να συλλάβουν 60 Ελληνες στρατιώτες. Στη συνέχεια, οι Γερμανοί ξεκίνησαν από εκεί στο συγκρότημα «Αναρρωτηρίου». Σκαπανείς εφόδου έφτασαν δίπλα στα φατνώματα αυτού του συγκροτήματος και άρχισαν να πετάνε καπνογόνα. Ομως, οι υπερασπιστές του συγκεκριμένου συγκροτήματος κατάφεραν να διαφύγουν χρησιμοποιώντας τις εξωτερικές τάφρους επικοινωνίας και να φτάσουν στο κεντρικό συγκρότημα του Εχίνου. Ετσι, τη νύχτα της 8ης προς 9η Απριλίου τα συγκροτήματα «Μ» και «Αναρρωτηρίου» είχαν καταληφθεί από τους Γερμανούς, οι οποίοι είχαν επίσης καταστρέψει όλα τα πολυβολεία του κεντρικού συγκροτήματος του οχυρού. Ο διοικητής του Εχίνου, ταγματάρχης Δρακούσης, κατόπιν σύσκεψης με τους άλλους αξιωματικούς του οχυρού, αποφάσισε να προχωρήσει στην εκκένωση της φρουράς του σύμφωνα με το σχέδιο άμυνας. Στις 03:00 της 9ης Απριλίου, οι 18 αξιωματικοί και οι 550 στρατιώτες διέφυγαν από το οχυρό δίχως οι Γερμανοί να αντιληφθούν το παραμικρό. Η φρουρά προωθήθηκε προς το χωριό Κένταυρος με σκοπό να φτάσει μέχρι την Ξάνθη, όμως στον Κένταυρο ο Δρακούσης πληροφορήθηκε ότι n Ξάνθη και n Κομοτηνή είχαν ήδη καταληφθεί από τους Γερμανούς. Οι άντρες του Εχίνου βρίσκονταν περικυκλωμένοι από τους Γερμανούς και δεν είχαν οδό διαφυγής. Ετσι, το μεσημέρι της 9ης Απριλίου, παραδόθηκαν στους Γερμανούς, οι οποίοι τους μετέφεραν στο χωριό του Εχίνου και στη συνέχεια στην Ξάνθη.

Ενώ ο Εχίνος αντιστεκόταν ακόμη μεταξύ 6ης και 7ης Απριλίου, n Ταξιαρχία Νέστου δεν μπόρεσε να υπερασπιστεί την Ξάνθη γιατί είχε εμπλακεί σε σκληρό αγώνα με το 440ό Σύνταγμα της 164ης Μεραρχίας. Η αριθμητική υπεροχή των Γερμανών άρχισε να ασκεί μεγάλη πίεση στην ελληνική ταξιαρχία και έτσι ξεκίνησε n σύμπτυξή της προς τον Νέστο με βάση το σχέδιο άμυνας. Μόλις όλοι οι άντρες της ταξιαρχίας πέρασαν πάνω από τη γέφυρα της Σταυρούπολης, Έλληνες μηχανικοί την ανατίναξαν, ενώ n γερμανική εμπροσθοφυλακή βρισκόταν 200 μέτρα μακριά της. Η ανατίναξη της γέφυρας έγινε κυριολεκτικά μπροστά στους Γερμανούς στρατιώτες του 440ου Συντάγματος που έτρεχαν να την καταλάβουν ανέπαφη. Αμέσως μετά οι Ελληνες επάνδρωσαν τις θέσεις μάχης στη δυτική όχθη του Νέστου και άνοιξαν πυρ εναντίον των Γερμανών στην ανατολική όχθη του ποταμού. οι Γερμανοί καθηλώθηκαν από τα ελληνικά πυρά και καθώς τα νερά του Νέστου σε εκείνο το σημείο ήταν ορμητικά, δεν κατόρθωσαν να χρησιμοποιήσουν τα πλωτά τους μέσα για να περάσουν απέναντι. Μετά την κατάληψη του οχυρού Νυμφαίας, στις 7 Απριλίου, και οι δυνάμεις της 50ής Μεραρχίας προωθήθηκαν στην ανατολική όχθη του Νέστου. Οι συγκεκριμένες δυνάμεις έφτασαν στους Τοξότες, απ' όπου βομβάρδισαν με το πυροβολικό τους την περιοχή Παραδείσου στη δυτική όχθη του Νέστου. Οι Γερμανοί θεώρησαν ότι ο βομβαρδισμός αυτός εξουδετέρωσε τους άντρες της Ταξιαρχίας Νέστου σ' εκείνο το σημείο της όχθης και έτσι προσπάθησαν να φτάσουν ως εκεί με λέμβους. Ομως, η Ταξιαρχία Νέστου πήρε θέση ακριβώς απέναντι από το σημείο το οποίο προσέγγιζαν οι γερμανικές λέμβοι. Καθώς αυτές έφταναν στη δυτική όχθη του Νέστου, οι Ελληνες άνοιξαν πυρ με τα πολυβόλα τους. Το αποτέλεσμα ήταν να καταστραφούν οι πρώτες πέντε λέμβους των Γερμανών, οι οποίοι υπέστησαν μεγάλες απώλειες. Το πρωί της 10ης Απριλίου 1941 οι άντρες της Ταξιαρχίας Νέστου πληροφορήθηκαν τη συνθηκολόγηση. Πολλοί από αυτούς προσπάθησαν να διαφύγουν στα νησιά του Βορείου Αιγαίου μέσω της Κεραμωτής. Οι Γερμανοί συνέλαβαν πολλούς από αυτούς όταν κατέλαβαν τα νησιά και λίγοι κατάφεραν να διαφύγουν στην Τουρκία και από εκεί στη Μέση Ανατολή. Το απόγευμα της 10ης Απριλίου 1941 οι Γερμανοί διάβηκαν τον Νέστο και κατέλαβαν τη δυτική του όχθη δίχως να συναντήσουν αντίσταση.

Πηγή κειμένου: ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ, Η Γερμανική εισβολή στην Ελλάδα