Οι προσπάθειες ειδικών όπως οι Τζ. Καβάλο, X. Χούνγκερ, Z. Ιριγκουέν, Π. Μορώ, Α. Βαρτέλ και πολλών άλλων, επιτρέπουν την κατάρτιση ενός καταλόγου - που εδώ δεν είναι εξαντλητικός - των χειρογράφων αρχαίων έργων που αντιγράφηκαν στο Βυζάντιο από τον 9ο ως τις αρχές του 13ου. Οι πληροφορίες που ακολουθούν θα παράσχουν κάποιες ενδείξεις στον αναγνώστη που ενδιαφέρεται να μάθει περισσότερα.
Σαν κεντρικό στοιχείο της διδασκαλίας στα σχολεία, ο Όμηρος ήταν πολύ διαδεδομένος ακόμη και αν δεν διαθέτουμε πολλούς μάρτυρες. Ένα χειρόγραφο του 10ου αιώνα που σώζεται στην Βενετία, θεωρείται το καλύτερο κείμενο της Ιλιάδας. Πάλι στον 10ο αιώνα μπορούμε να αναφέρουμε το Laur. 31, 15 (D). Το 1059 (;) αντιγράφηκε ένα άλλο χειρόγραφο, το οποίο σώζεται στο Βρετανικό Μουσείο (Cod. Burn.86 (Τ). Από τον 11ο αιώνα σώζονται πολυάριθμα αντίγραφα. Τέλος, στο Βατικανό φυλάσσεται ένα χειρόγραφο που αποδίδεται στον Ιωαννίκιο, το οποίο περιέχει το κείμενο της Ιλιάδας (Vat. Gr. 1319). Η Οδύσσεια περιέχεται σε χειρόγραφα του 10ου και του 11ου αιώνα. Ο μικρός αριθμός τους οφείλεται ίσως στο γεγονός ότι είχαν προχωρήσει, όπως και με την Αινειάδα στη Δύση, σε μία επιλογή χωρίων κατάλληλων για την διδασκαλία, και ότι είχαν παραλείψει την μελέτη του υπόλοιπου κειμένου. Το Έργα και Ημέραι του Ησιόδου αντιγράφηκε για πρώτη φορά στα τέλη του 10ου ή στον 11ο αιώνα.Τον 12ο αιώνα ακολούθησαν και άλλα αντίγραφα καθώς και μεταγραφές της Θεογονίας.
![]() |
| Χριστός εν δόξει (Κωνσταντινούπολη, τέλη 11ου αιώνα) νωπογραφία Αψίδα της βασιλικής του Σαντ' Άντζελο στο Φόρμις, Κάπουα, Ιταλία. |
Η παράδοση των κειμένων του Αριστοτέλη αποτέλεσε αντικείμενο αντιγραφής από τα μέσα του 9ου αιώνα και συγκεκριμένα με τον «Αριστοτέλη της Βιέννης» ( Vind. Phil. Gr. 100 J), που περιλαμβάνει πολλές μελέτες φυσικής και το Μετά τα Φυσικα. Το 954, ο μοναχός Εφραίμ αντέγραψε το Όργανον μαζί με την εισαγωγή του Πορφύριου, ενώ το εργαστήριό του παρήγαγε και ένα δεύτερο αντίγραφο. Άλλα χειρόγραφα προέρχονται από τον 9ο ως τον 10ο αιώνα, ή από τα μέσα του 10ου αιώνα.Το Μετά τα Φυσικά περιέχεται στο Paris.gr. 1853 (E) των αρχών του 10ου αιώνα.
Ανάμεσα στα αντίγραφα του 11ου αιώνα μπορούμε να αναφέρουμε το Όργανον που συνοδεύεται από την Εισαγωγή του Πορφύριου και από σημειώσεις στο περιθώριο που αποδίδονται στον Φιλόπονο. Στους αιώνες που ακολούθησαν, η αντιγραφή και ο σχολιασμός των έργων του Αριστοτέλη συνεχίσθηκαν. Για παράδειγμα, στον 12ο αιώνα χρονολογούνται ένα αντίγραφο του 4ου Βιβλίου του έργου Φυσικά και ένα του Μετά τα Φυσικά.
Αντίθετα, όλα τα αντίγραφα του έργου Πολιτικά χρονολογούνται στον 15ο και 16ο αιώνα, με την σημαντική εξαίρεση του Vat.gr. 1298 που έχει αντιγραφεί στον 10ο αιώνα. Ωστόσο, τον ενδιαφέρον των Βυζαντινών για τις ιδέες του Αριστοτέλη για την πολιτική ήταν πραγματικό και διαφαίνεται εξ ίσου στα αντίγραφα και στις μελέτες του έργου Ηθικά Νικομάχεια, ενώ τα δύο έργα Πολιτικά και Ηθικά εθεωρούντο σαν η θεωρητική και η πρακτική εκδοχή του ίδιου θέματος. Ο αριθμός των αντιγράφων του Πολιτικά τοποθετεί αυτό το κείμενο στο ίδιο επίπεδο με το Ποιητική (40 αντίγραφα) και με την μελέτη Περί Ουρανού (60 αντίγραφα).
Επίσης τα κείμενα του Πλάτωνα αντιγράφηκαν πολύ νωρίς. Τα αρχαιότερα αντίγραφα ανήκουν στα τέλη του 9ου αιώνα. Πρόκειται για το Bodl. Clarkianus 39 (Β) που χρονολογείται στα 895 και αντιγράφηκε από τον Ιωάννη Καλλιγράφο για τον επίσκοπο Αρέθα. Αυτό το χειρόγραφο είναι ο πρώτος τόμος των απάντων του Πλάτωνα. Στο δεύτερο τέταρτο ή στο πρώτο τρίτο του 10ου αιώνα αντιγράφηκε το Vat. Gr. 1 (Ο). Αυτό πρέπει να ήταν, σύμφωνα με την ανάλυση του Z. Ιριγκουέν, ο δεύτερος τόμος της έκδοσης που είχε παραγγείλει ο Αρέθας. Πριν από αυτό, στα τέλη του 9ου αιώνα πρέπει να αντιγράφηκε το Paris. Gr. 1807 [Α], το οποίο περιέχει μεταξύ άλλων την Πολιτεία, τον Τίμαιο και τους Νόμους. Αυτό το πολυτελές χειρόγραφο είναι ο δεύτερος τόμος μίας πλήρους έκδοσης του έργου του Πλάτωνα που πραγματοποιήθηκε στην Κωνσταντινούπολη στο δεύτερο ήμισυ του 9ου αιώνα. Ανήκει στην «φιλοσοφική συλλογή» μία ονομασία που δόθηκε σε δέκα πέντε περίπου χειρόγραφα που μάλλον ανήκαν στην βιβλιοθήκη ενός άγνωστου σοφού, για τον οποίο ο Z. Ιριγκουέν υποθέτει ότι ήταν ο ίδιος ο Φώτιος. Τα χειρόγραφα αυτής της «φιλοσοφικής συλλογής» περιλαμβάνουν τα Σχόλια επί της Πολιτείας του Πρόκλου, τα σχόλια του Σιμπλίκιου στα τέσσερα τελευταία βιβλία του έργου Φυσικά του Αριστοτέλη, τα σχόλια του Ιωάννη Φιλόπονου για την αιωνιότητα του κόσμου, αυτά του Ολυμπιόδωρου σε πολλούς πλατωνικούς διαλόγους, τους Γοργία, Αλκιβιάδη και Φαίδωνα, και αυτά του Δαμάσκιου για τον Φαίδωνα και τον Φίληβο, ένα παλίμψηστο των Σχολίων του Αμμώνιου στο Περί Ερμηνείας του Αριστοτέλη και αυτά του Σιμπλίκιου για το Κατηγορίαι, καθώς και τις εργασίες του Αλεξάνδρου Αφροδισιέως Περί Ειμαρμένης και Περί Ψυχής. Επίσης, οι νεοπλατωνικοί φιλόσοφοι της σχολής των Αθηνών και της σχολής της Αλεξανδρείας εκπροσωπούνται στο πλευρό των σχολιαστών του Αριστοτέλη. Σ' αυτήν την συλλογή εντάσσεται επίσης ένα αντίγραφο του Μαθηματική Σύνταξις (Αλμαγέστη) του Πτολεμαίου. Δύο χειρόγραφα του 11ου αιώνα περιέχουν το κείμενο της Πολιτείας.
Η ιστορία ήταν μέρος της βυζαντινής κουλτούρας και μετά τον 9ο αιώνα αντιγράφηκαν εκ νέου τα κείμενα των κλασικών συγγραφέων. Ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Z' Πορφυρογέννητος (944-959), που ήταν αφοσιωμένος στην προώθηση της επιστήμης και της φιλολογίας, φρόντισε να συνταχθεί μία ανθολογία ιστορικών κειμένων σε πενήντα τρεις τόμους, διαιρεμένους σε θέματα, με αποσπάσματα δανεισμένα από μεγάλο αριθμό συγγραφέων (το ένα από αυτά είναι αφιερωμένο στα «πολεμικά τεχνάσματα». Διαθέτουμε έτσι αποσπάσματα έργων που έχουν χαθεί και συμπληρωματικά στοιχεία για ιστορικούς, των οποίων διαθέτουμε μικρό μέρος του έργου τους, όπως ο Πολύβιος, ο Δίων Κάσιος και ο Διόδωρος Σικελιώτης. Το Ιστορίαι του Ηροδότου αντιγράφηκε από το πρώτο ήμισυ του αιώνα (Laur. 70,3 [Α]). Τον 11ο αιώνα ακολούθησαν και άλλα αντίγραφα. Η παράδοση του Θουκυδίδη είναι πιο πολύπλοκη. Η Ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου μεταβιβάσθηκε μέσα από έξι χειρόγραφα. Τρία από αυτά αποδίδονται σε ένα αντιγραφικό εργαστήριο της Κωνσταντινουπόλεως. Το παλαιότερο, το Palatinus Heidelbergensis gr. 252 [Ε] προέρχεται από τα τέλη του 9ου αιώνα, ενώ το Laur. 69,2 [C] μάλλον ανήκει στον 10ο αιώνα. Επίσης η Κύρου Παιδεία και η Κύρου Ανάβασις του Ξενοφώντα αντιγράφηκαν τον 10ο και 11ο αιώνα. Παρών επίσης είναι και ο Πλούταρχος: οι Βίοι Παράλληλοι περιέχονται σε ένα χειρόγραφο του 10ου αιώνα που σώζεται στο Seitenstetten ([S], 11ος αιώνας), και τα Ηθικά σε αντίγραφα του 10ου-11ου αιώνα. Αν ο Στράβων δεν περιλαμβάνεται στην Βιβλιοθήκη του Φωτίου, είναι πιθανό ότι ο Φώτιος φρόντισε να γραφούν, ή έγραψε ο ίδιος σχόλια στο έργο του.
Τρία χειρόγραφα του Διοδώρου Σικελιώτη χρονολογούνται στο δεύτερο ήμισυ του 10ου αιώνα (Neapolitanus suppl. gr. 4 — ex Vind. Suppl. gr. 74, το Vat. gr. 130 και το Paris. gr. 668). Ο Διόδωρος έχαιρε μεγάλης εκτίμησης από τους χριστιανούς, διότι η Βιβλιοθήκη του τους φαινόταν ότι προσέγγιζε τις δικές τους ηθικές ευαισθησίες και προωθούσε την Ιδέα του πολιτισμικού δανείου των Αιγυπτίων από τους Έλληνες, ενώ επέκρινε τον ευημεριστικό χαρακτήρα του πολυθεϊσμού.
Από τους ιατρούς, αντιγράφηκε ο Ιπποκράτης, αν και τον χρησιμοποιούσαν λιγότερο συχνά από τον Γαληνό. Τα πέντε αρχαιότερα χειρόγραφα αντιγράφηκαν μεταξύ του 10ου και του 12ου αιώνα: δύο αληθινά άπαντα, το Marc. gr. 269 [Μ] των μέσων του 10ου αιώνα, με 60 θεραπείες, και το Vat. gr. 276 [V] (του 12ου αιώνα, που ίσως αντιγράφηκε στην Ιταλία; Σε κάθε περίπτωση, βρίσκεται εκεί από τον 13ο αιώνα) και τρία χειρόγραφα που περιέχουν μικρά σύνολα έξι ως δέκα τριών θεραπειών. Από τα πολυάριθμα έργα του Γαληνού έχουν διασωθεί κάποια αποσπάσματα σε αντίγραφα των 9ου ως 11ου αιώνα, αλλά μόνο μετά την αρχή του 12ου αιώνα αρχίζει να εκπροσωπείται αρκετά (εννέα αντίγραφα ταυτοποιημένα με βεβαιότητα) μεταξύ άλλων χάρη στην εργασία του μοναχού Ιωαννίκιου. Είναι δυνατόν η πληθώρα αντιγράφων ιατρικών κειμένων τον 13ο αιώνα να σχετίζεται με την ίδρυση νοσοκομείων. Δεν πρέπει επίσης να αγνοήσουμε τα αντίγραφα έργων του Διοσκουρίδη, του Αετίου Αμιδηνού και του Παύλου της Αιγίνης, που έχαιραν μεγάλης εκτίμησης στον κόσμο του Βυζαντίου. Το 948 ο Κωνσταντίνος Ζ'είναι σε θέση να προσφέρει στον χαλίφη της Κόρδοβας Αμπντ αλ-Ραχμάν Γ' έναν εικονογραφημένο χειρόγραφο του Διοσκουρίδη (επειδή κανένας στην αυλή του χαλίφη δεν γνώριζε ελληνικά, τρία χρόνια αργότερα ο αυτοκράτορας έστειλε έναν μοναχό ονόματι Νικόλαο για να βοηθήσει τους μουσουλμάνους ιατρούς να ταυτοποιήσουν και να γρησιμοποιήσουν τα φαρμακευτικά φυτά).
Η ιστορία της μεταβίβασης των κειμένων του Ευκλείδη έχει γραφεί από τον Μπ. Βιτράκ, o οποίος εκθέτει όλες τις αβεβαιότητες της εκδόσεως που αφορούν ιδιαίτερα τις διάφορες εκδοχές των Στοιχείων, οι οποίες ήταν άμεσες ή έμμεσες (σαν αποτέλεσμα των βυζαντινών μεταγραφών, των διαφόρων μεταφράσεων και σχολιασμών). Τα βυζαντινά χειρόγραφα δεν είναι πιστά αντίγραφα των αρχαίων προτύπων. Ο Μπ. Βιτράκ, κατόρθωσε, μετά από μία εντυπωσιακή έρευνα, να επισημάνει προσθήκες και παραλείψεις, αλλαγές στην σειρά του κειμένου και αλλοιώσεις στις αποδείξεις (διπλές αποδείξεις, παράλειψη ή προσθήκη του σχήματος). Αυτές οι επεμβάσεις δεν επηρεάζουν - με λίγες εξαιρέσεις - την μαθηματική αυστηρότητα των αποδείξεων του Ευκλείδη, που προϋπάρχει, ακόμη και αν o Ευκλείδης δεν διέθετε στην εποχή του την σύγχρονη τυποποιημένη γλώσσα για να τις αποδώσει. Από αυτήν την άποψη, η γνώμη της ομάδας «Νικολά Μπουρμπακί» όσον αφορά την ανακάλυψη της αποδεικτικής αυστηρότητας από «τους Έλληνες» φαίνεται ότι παραμένει σε ισχύ. Κάτι που επιβεβαιώνει o Μπ. Βιτράκ, γράφοντας:
[...] αν σ' αυτήν την μακρά διαδικασία μεταβίβασης, το κείμενο των Στοιχείων έχει υποστεί πολυάριθμες αλλαγές, αυτές [...] είχαν μικρό αποτέλεσμα, το λιγότερο στο μαθηματικό επίπεδο, επειδή δεν εισήγαγαν κανένα μαθηματικό αντικείμενο, καμμία θεωρία ή μέθοδο που δεν υπήρχε ήδη οι βυζαντινοί αντιγραφείς προσπάθησαν να μη χάσουν τίποτε από την αρχαία παράδοση. Συνέθεσαν λοιπόν, διάφορες εκδοχές, κάτι που τους οδήγησε να αυξήσουν τον αριθμό των διπλών αποδείξεων.
Το αρχαιότερο πλήρες αντίγραφο των Στοιχείων παρήχθη μεταξύ του 830 και του 850 ( Vat. gr. 150). Πολλά άλλα που ομοιάζουν μεταξύ τους ανάγονται χωρίς αμφιβολία στο κείμενο του Θέωνος της Αλεξανδρείας (του πατέρα της διάσημης Υπατίας) γύρω στο 370. Πρόκειται για ένα χειρόγραφο του 888, που παρήγγειλε ο Αρέθας της Καισαρείας , ένα αντίγραφο του 10ου αιώνα που σώζεται στην Φλωρεντία, ένα άλλο του 11ου ή 12ου αιώνα που βρίσκεται σήμερα στην Βιέννη, και δύο χειρόγραφα του 12ου αιώνα που σώζονται στο Παρίσι. Μία διαφορετική εκδοχή παρέχεται από ένα χειρόγραφο του 11ου αιώνα που βρίσκεται σήμερα στη Μπολόνια. Τέλος, ένα αντίγραφο του 9ου αιώνα ( Vat. gr. 204) περιλαμβάνει μία ομάδα μαθηματικών, ανάμεσα στους οποίους και τον Ευκλείδη (Δεδομένα)".
Τα πρώτα αντίγραφα τραγωδιών κάνουν την εμφάνισή τους λίγο μετά το 950, με ορισμένες παραλείψεις. Έτσι, οι βυζαντινοί αντιγραφείς έσωζαν κατά κανόνα μόνο τρία έργα του Αισχύλου (Προμηθεύς Δεσμώτης Επτά επί Θήβαις, Πέρσαι). Το παλαιότερο όλων χειρόγραφο, το Laur. 32,9 [L] είναι το μόνο που περιέχει τις επτά τραγωδίες του καθώς και έργα του Σοφοκλή και του Απολλώνιου του Ρόδιου (2ο ήμισυ του 10ου αιώνα). Στην ίδια περίοδο χρονολογείται ένα παλίμψηστο των έργων του Σοφοκλή που φυλάσσεται στην Πανεπιστημιακή Βιβλιοθήκη του Λέϋντε (Leidensis B.P.G., 60Α). Τα σωζόμενα έργα του Ευριπίδη έχουν μεταβιβασθεί κυρίως με το Marc. gr. 471 (11ος αιώνας) και το Paris.gr. 2713 που αντιγράφηκε στο πρώτο ήμισυ του 11ου αιώνα ή στα τέλη του 10ου. Στην περίοδο 1150-1160 χρονολογείται χωρίς αμφιβολία το παλίμψηστο της βιβλιοθήκης του πατριαρχείου Ιεροσολύμων (Hierosolymitanus 36, Η), παρά το ότι ορισμένοι συγγραφείς το τοποθετούν νωρίτερα από τον 11ο αιώνα, δηλαδή στα τέλη του 10ου. Έχουμε επίσης στην διάθεσή μας το Laur. 31, 10 που περιέχει τις τραγωδίες του Ευριπίδη και το σύνολο των έργων του Σοφοκλή, το οποίο θα μπορούσε να προέρχεται από την Κωνσταντινούπολη, εκτός αν αντιγράφηκε στη Νότιο Ιταλία στο δεύτερο ήμισυ του 12ου αιώνα. Πρέπει πάντως να σημειώσουμε ότι χωρίς τα αντίγραφα που έγιναν κατόπιν παραγγελίας του Δημητρίου Τρικλίνιου (περίπου 1280-1340), πολλά από τα έργα του Ευριπίδη δεν θα είχαν διασωθεί. Τέλος, o Αριστοφάνης της Ραβένας (Ravenne, gr., 429, γύρω στο 1000) είναι το μοναδικό μεσαιωνικό χειρόγραφο που περιέχει τα ένδεκα έργα αυτού του συγγραφέα.
Ανάμεσα στους ρήτορες, η τέχνη των οποίων χρησίμευε για την διδασκαλία της ρητορικής, ο Δημοσθένης είλκυσε την προσοχή πολλών αντιγραφέων του 10ου αιώνα. Ο Ισοκράτης είναι παρών σε ένα αντίγραφο του 1063 που έγινε στην Κωνσταντινούπολη. Όσο για τον Λυσία, έχουμε αντίγραφα μεταγενέστερα: για το μεγαλύτερο μέρος των λόγων του, η μοναδική διαθέσιμη πηγή χρονολογείται στον 120 αιώνα (Palatinus 88 [Χ] που σώζεται στην Χαϊδελβέργη). Κάποια στοιχεία περιλαμβάνονται σε άλλα χειρόγραφα, το παλαιότερο των οποίων τοποθετείται στα τέλη του 10ου ή στον 11ο αιώνα. Θα κλείσουμε αυτό το κεφάλαιο με τον Λουκιανό από τα Σαμόσατα, συγγραφέα σατιρικών διαλόγων, που σώζονται σε πολλά χειρόγραφα του 9ου ( Vat, gr. 90), του 10ου (Harleianus, 56, 94: Laur. C. S. 77: Mutinensis, 193) και του 11ου αιώνα (Marc. gr. 434: Vind. 123).
Κάτω από τις δυναστείες των Λασκάρεων (αυτοκρατορία της Νικαίας) και των Παλαιολόγων το ενδιαφέρον για την αρχαία κουλτούρα γνώρισε μία ανανέωση. Κάτω από τον Ανδρόνικο Β' (1282 -1328), αντιγράφηκαν έργα του Αριστοτέλη, του Αριστοφάνη, του Ησιόδου καθώς και πολυάριθμες επιστημονικές πραγματείες. Στην διάρκεια του 14ου αιώνα αντιγράφηκαν εκ νέου η Οδύσσεια (1335/1336), οι τραγωδίες του Σοφοκλή (1340), οι κωμωδίες του Αριστοφάνη (1361) και η Ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου του Θουκυδίδη (1372).
Ο ΠΟΛΥ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΟΣ ΡΟΛΟΣ ΤΩΝ ΜΟΝΩΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ
Τα κοσμικά έργα αντιπροσώπευαν περίπου το 10% του συνόλου των χειρογράφων του Αγίου Όρους, σύμφωνα με την εκτίμηση του Χ. Χούνγκερ (2006, σελ. 194) που μας υπενθυμίζουν εξ άλλου ότι από τα 12.000 διασωθέντα έγγραφα μόνο εξήντα ήταν κείμενα κλασικών συγγραφέων! Δεν φαίνεται να έχουν διασωθεί μεσαιωνικοί κατάλογοι του περιεχομένου των βιβλιοθηκών του Άθω. Ο κατάλογος Coislin της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Γαλλίας περιλαμβάνει χειρόγραφα που προέρχονται από την Μεγίστη Λαύρα: μεταξύ άλλων το Coislin 173 (Γεωγραφία του Πτολεμαίου) και το Coislin 161, που συγκεντρώνει τα Ηθικά Νικομάχεια, τα Πολιτικά, Οικονομικά, και τα Μετά τα Φυσικά του Αριστοτέλη, με σχόλια του Ευστρατίου της Νικαίας και του Μιχαήλ της Εφέσου (δες φύλλο 1. 448 : «Βιβλίον των κατηχουμένων της αγίας λαύρας του αγίου Αθανασίου »). Από την Λαύρα προέρχεται επίσης το αντίγραφο του Κύρου παιδεία του Ξενοφώντα που χρονολογείται στον 11ο αιώνα και σώζεται στο Εσκοριάλ (Scolariensis, t. ΙΙΙ. 14; «Βιβλίον [...] τοις κατηχουμένοις της ιεράς λαύρας του Αγίου Αθανασίου»).
Πηγή κειμένου: Συλβαίν Γκουγκενέμ: Η ΔΟΞΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ, Εκδ. ΕΝΑΛΙΟΣ
