| Παύλος Μελάς. Στις 13 Οκτωβρίου τον κύκλωσαν οι Τούρκοι στο χωριό Στάτιστα. Με τον ηρωικό θάνατό του έγινε αμέσως θρύλος που ενέπνευσε αμέτρητους μαχητές του Αγώνα |
Ο Μακεδονικός Αγώνας, που αποτελεί ουσιαστικά την ιστορική «μήτρα» των μεγάλων νικηφόρων Βαλκανικών Πολέμων, δεν βρίσκεται μόνο στην καρδιά της προσπάθειας της Ελλάδας να πετύχει την εθνική της ολοκλήρωση, αλλά και στο επίκεντρο του διεθνούς Ανατολικού ζητήματος, στο οποίο με τον ένα ή τον άλλο τρόπο είχαν άμεση ή έμμεση εμπλοκή όλες οι μεγάλες δυνάμεις της εποχής. Η μακεδονική γη ήταν πολύτιμη για τη γεωπολιτική και ειδικότερα τη γεωστρατηγική της σημασία και η κυριαρχία επ' αυτής, άμεση ή έμμεση, αποτελούσε, ευθέως ή μη, πεδίο ισχυρών εθνικών ανταγωνισμών και βλέψεων επιρροής. Λίγο πριν από την έναρξη αλλά και καθ' όλη τη διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα, η Ελλάδα ζούσε τη μακρά περίοδο επούλωσης των μεγάλων πληγών με τις οποίες έκλεισε για τη χώρα ο 19ος αιώνας: ο Ατυχής Πόλεμος του 1897 και η κατ' ουσίαν παράλληλη υπαγωγή της χώρας στον διεθνή οικονομικό έλεγχο έφεραν από πολλές απόψεις την Ελλάδα σε εξαιρετικά δυσμενή θέση. Ωστόσο, αν και ο Ατυχής Πόλεμος ήταν μια από κάθε άποψη απροετοίμαστη και επιπόλαιη για τη χώρα ενέργεια, που την πλήρωσε ακριβά και που οφειλόταν αφενός σε καθαρά εσωτερικούς μικροπολιτικούς λόγους και αφετέρου σε αδυναμία στάθμισης της διεθνούς διπλωματικής και στρατιωτικής πραγματικότητας, πίσω από όλα αυτά υπήρχε ένα αληθινό, και ισχυρό, τίμιο εθνικό αλυτρωτικό αίτημα. Αίτημα που με τον Μακεδονικό Αγώνα και τα γεγονότα στη Θράκη καλλιεργήθηκε, έβγαλε γερές ρίζες και προετοίμασε το έδαφος για τους πολέμους του Ελευθέριου Βενιζέλου οι οποίοι διπλασίασαν τελικά την Ελλάδα.
Η Ελλάδα από το 1830 και έπειτα μεγάλωνε σταδιακά μέσα στον 19ο αιώνα και ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1860 είχε πια ενσωματώσει και τα Ιόνια νησιά στον εθνικό κορμό, ως δώρο της Μεγάλης Βρετανίας για την ανάδειξη του βασιλέως Γεωργίου στον ελληνικό θρόνο μετά την αποχώρηση του Όθωνα. Είχε όμως πολλές ανοιχτές εθνικές πληγές. Μεγάλοι ελληνικοί πληθυσμοί που είχαν διακαή πόθο να ενωθούν με την πατρίδα ζούσαν ακόμη υπό τον οθωμανικό ζυγό, στην κρήτη, στη Μακεδονία, στη Βόρεια Ήπειρο, στην Κύπρο κ.α. Συνεπώς οι εθνικοί αγώνες δεν ήταν μια υπόθεση κάποιων πολιτικών ή στρατιωτικών παραγόντων οι οποίοι τους σχεδίαζαν εν κενώ σε κλειστά επιτελικά δωμάτια για τους όποιους δικούς τους λόγους, αλλά η αδήριτη ανάγκη πληθυσμών ολόκληρων που πάλλονταν με το αίτημα απαλλαγής τους από τον ξένο ζυγό τόσων και εκείνο της ένωσής τους με την Ελλάδα. Με αυτές τις ανοιχτές πληγές η Ελλάδα εισήλθε στον 20ο αιώνα.
Όλες αυτές οι φωτιές σιγοκαίνε στο γύρισμα της νέας εποχής, αλλού με μεγαλύτερη και αλλού με μικρότερη ένταση. Από την αρχή της πρώτης δεκαετίας του 20ού αιώνα, δυναμικές ενέργειες υπέρ των αλύτρωτων Ελλήνων εκδηλώνονται σε διάφορα γεωγραφικά σημεία όμορα με την τότε επίσημη ελληνική επικράτεια. Τα χρονικά όρια αυτών των εξελίξεων σε ορισμένες περιπτώσεις βαδίζουν, κατά κάποιο τρόπο και ώς ένα βαθμό, παράλληλα: όπως είναι φυσικό, τα νέα για τους εθνικούς αγώνες σε ένα μέτωπο τροφοδοτούν τις εξελίξεις σε άλλο, ενώ πυκνά είναι και τα περιστατικά στα οποία μαχητές από άλλα μέρη της Ελλάδας πηγαίνουν για να παλέψουν εκεί όπου υπάρχει η πιο μεγάλη ανάγκη• όχι αναγκαστικά οργανωμένοι από το ελληνικό κράτος, αλλά ενίοτε και με υψηλό βαθμό δικής τους πρωτοβουλίας - χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα των κρητών μαχητών στον Μακεδονικό Αγώνα, καθώς κρήτες εθελοντές απαρτίζουν το πρώτο σώμα που πέρασε από τα ελληνοτουρκικά σύνορα για να συνδράμει τον εθνικό αγώνα στη Μακεδονία. Αντίθετα, η ίδια η Ελλάδα και πολλοί από τους θεσμούς της πολλές φορές, ιδίως στα πρώιμα στάδια, απογοητεύουν τα εθνικά αιτήματα ενσωμάτωσης: είναι επίσης ιδιαίτερα χαρακτηριστική η πολύ μεγάλη προσπάθεια που είχε καταβάλει η ελληνική κυβέρνηση στο γύρισμα του αιώνα να πείσει το διοικητικό συμβούλιο της Εθνικής Τράπεζας να χρηματοδοτήσει κρυφά τον αγώνα στην Κρήτη, προσπάθεια που εν πολλοίς κατέληξε άκαρπη καθώς το διοικητικό συμβούλιο της τράπεζας προέβαλε σθεναρές αντιστάσεις...
Ο Ατυχής Πόλεμος του 1897, λοιπόν, διέγραψε έναν πολύ μεγάλο, δωδεκαετή κύκλο ώσπου να καταλήξει, με όλες του τις επιπτώσεις, στο 1909, όταν η Επανάσταση στο Γουδί έφερε στην Αθήνα τον Ελευθέριο Βενιζέλο και του ανέθεσε την εξουσία, για να οδηγήσει σε εκλογές το 1910. Από αυτές τις εκλογές ξεκίνησαν η ριζική μεταπολίτευση, η αλλαγή πλεύσης και η περίοδος «εκτίναξης» της Ελλάδας. Σε αυτό τον κύκλο της Ιστορίας, ο αγώνας των Κρητών για ένωση με την Ελλάδα, στον οποίο ο Βενιζέλος υπήρξε πρωταγωνιστής, δεν ήταν ο μόνος• ο άλλος μεγάλος αγώνας, ο Μακεδονικός, έλαβε χώρα από τον Ιούνιο - Ιούλιο του 1903 έως και τον Αύγουστο του 1909 και τον ερχομό του Βενιζέλου στην Αθήνα, όταν η νέα πραγματικότητα που διαμορφώθηκε ήταν πλέον σαφής και έφερε ένα κύριο χαρακτηριστικό: όλοι αυτοί οι αγώνες θα γίνονταν πλέον επί της ουσίας η κεντρική πολιτική του ελληνικού κράτους, το οποίο, από την πρώτη κιόλας ημέρα ανάληψης της εξουσίας από τον Ελευθέριο Βενιζέλο, προετοιμάζεται με όλες του τις δυνάμεις ακριβώς για να φέρει εις πέρας την εθνική ολοκλήρωση σε όλα της σχεδόν τα μέτωπα. Η στρατιωτική και διπλωματική κατεύθυνση της Ελλάδας αλλάζει ριζικά και ευθυγραμμίζεται δυναμικά και συστηματικά με εκείνη της Δύσης, της Γαλλίας και της Αγγλίας, μέσα σε συνθήκες πυρετώδους πολεμικής προετοιμασίας της χώρας με τη βοήθεια των μεγάλων δυτικών δυνάμεων και με τελική κατάληξη τους νικηφόρους Βαλκανικούς Πολέμους του 1912-1913. Έτσι, στην ουσία, ο Μακεδονικός Αγώνας, έστω και εκ του αποτελέσματος, δεν ήταν τίποτε άλλο παρά η επίμονη προετοιμασία αυτών των πολέμων, η περίοδος κατά την οποία η Ελλάδα θέτει για πρώτη φορά σε έμπρακτη εφαρμογή το μεγάλο αίτημα εθνικής ολοκλήρωσης με διαφορετικό τρόπο από εκείνο του 1897, που οδήγησε στην καταστροφή και προτού ακόμη η χώρα ανασυνταχθεί με την αποτελεσματικότητα που πέτυχε ο Βενιζέλος λίγα χρόνια αργότερα, φέρνοντας την τελική νίκη.
Το ξεκίνημα του Μακεδονικού Αγώνα στις 13 Ιουνίου 1903 είχε όμως μία ακόμη ιδιαιτερότητα: αφού είχε γίνει πια φανερό ότι η Οθωμανική Αυτοκρατορία θα βρισκόταν κάποια στιγμή αντιμέτωπη με τους τριγμούς της διάλυσης κατά τη διαδικασία επίλυσης του Ανατολικού ζητήματος, ένας άλλος κίνδυνος είχε αναδυθεί ως ο πλέον σοβαρός για την τύχη της Μακεδονίας και των ελληνικών πληθυσμών της, και αυτός ήταν η επίμονη και βίαιη προσπάθεια των Βουλγάρων να την καταλάβουν και να βγουν μέσα από τη Μακεδονία στο Αιγαίο, έχοντας στήριξη από διάφορες χώρες με κοινά συμφέροντα. Ως εκ τούτου o Μακεδονικός Αγώνας υπήρξε κατά κάποιο τρόπο διμέτωπος: τόσο κατά των κυρίαρχων Οθωμανών όσο, κυρίως, κατά των Βουλγάρων, που ήθελαν να καταλάβουν τη θέση τους όταν εκείνοι θα έχαναν την κυριαρχία. Άλλωστε σε πολλές περιοχές η αδύναμη αλυσίδα διοίκησης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας είχε de facto δώσει από καιρό τη θέση της σε μορφώματα άτυπης τοπικής βουλγαρικής διοίκησης, ενώ η εγγύτητα της Βουλγαρίας στην περιοχή ήταν ένας παράγοντας που ευνοούσε αποφασιστικά τις δράσεις των βουλγάρων κομιτατζήδων, κάτι που συχνά υποστηριζόταν και από την πολυεθνική σύνθεση των κατοίκων πολλών περιοχών. Παράλληλα, ένας άλλος παράγοντας στήριξης για τον Μακεδονικό Αγώνα ήταν, ιδίως κατά την προετοιμασία του, το Οικουμενικό Πατριαρχείο - συνέβαλε αποφασιστικά στην ενίσχυση της ελληνικότητας της περιοχής με τη συστηματική αποστολή ιερωμένων και δασκάλων, και γι' αυτό ακριβώς οι Βούλγαροι στράφηκαν εναντίον τους αμέσως και με φοβερή αγριότητα. Άλλωστε, αν και οι εχθροπραξίες άρχισαν στις αρχές του 20ού αιώνα, η μάχη των συνειδήσεων είχε ξεκινήσει πολύ νωρίτερα, ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1870.
Οι ήρωες του Μακεδονικού Αγώνα είναι αμέτρητοι. Από τον Καπετάν Στρεμπενιώτη, τον Καπετάν Κώττα, την Περιστέρα Κράκα ώς την εμβληματική μορφή του Αγώνα, τον Παύλο Μελά, τα παραδείγματα ηρωισμού είναι αξεπέραστα. Το Σώμα του Ανθυπολοχαγού Πυροβολικού Γεώργιου Τσόντου (Βάρδα) είχε συγκροτηθεί από τις αρχές του 1903 προκειμένου να συνδράμει στρατιωτικά τον ήρωα Μητροπολίτη Καστοριάς Γερμανό Καραβαγγέλη, ο οποίος υπήρξε κορυφαία μορφή έμπνευσης, οργάνωσης και ανάφλεξης του Αγώνα. Επίσης, ο μεγάλος Έλληνας και πνευματικός άνθρωπος Ίων Δραγούμης, ως πρόξενος στο Μοναστήρι, στις Σέρρες και αλλού στη Μακεδονία και στη Θράκη, συνέβαλε τα μέγιστα στον Αγώνα, όπως αντίστοιχα και ο άλλος μεγάλος Έλληνας Λάμπρος Κορομηλάς ως πρόξενος στη Θεσσαλονίκη, που διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στη συνένωση και ενεργοποίηση των δυνάμεων του Αγώνα. Μορφές κυριολεκτικά μυθικού πνευματικού διαμετρήματος και αγωνιστικού εθνικού φρονήματος, που η προσφορά τους στην πατρίδα δεν είναι δυνατόν να μετρηθεί. Ένας από αυτούς ήταν φυσικά και ο Παύλος Μελάς, ο οποίος με το επιχειρησιακό όνομα Μίκης Ζέζας πέρασε τα σύνορα επικεφαλής Κρητών, Μακεδόνων και Σπαρτιατών πολεμιστών στις 28 Αυγούστου 1904 για να πολεμήσει κατά των Βουλγάρων, ορισμένος από την «καρδιά» του Αγώνα, το Μακεδονικό Κομιτάτο της Αθήνας, ως αρχηγός όλων των ελληνικών ανταρτικών σωμάτων της Δυτικής Μακεδονίας στην περιοχή Μοναστηρίου - Καστοριάς. Στις 13 Οκτωβρίου τον κύκλωσαν οι Τούρκοι στο χωριό Στάτιστα. Με τον ηρωικό θάνατό του έγινε αμέσως θρύλος που ενέπνευσε αμέτρητους μαχητές του Αγώνα, όπως και εκείνος του άλλου ήρωα, του Τέλλου Άγρα, o οποίος πέθανε με φρικτά βασανιστήρια. Αγνοί αγωνιστές, πέθαιναν νέοι και υπερήφανοι για τα ιδανικά.
Ο Μακεδονικός Αγώνας εξελίσσεται με σημαντικές ελληνικές νίκες από το 1906 και μετά. Αλλά τον Νοέμβριο του 1908 η Οθωμανική Αυτοκρατορία συνταράσσεται πια από τα δικά της ανοιχτά εσωτερικά ζητήματα νομής της εξουσίας: η επανάσταση των Νεοτούρκων, που επαγγέλλεται ισονομία και ισοπολιτεία, αναγκάζει τον σουλτάνο Αβδούλ Χαμίτ να χορηγήσει γενική αμνηστία. Οι εξελίξεις αυτές οδηγούν στην απόφαση τερματισμού του Μακεδονικού Αγώνα, καθώς η αναμονή για ένα νέο καθεστώς στην κυρίαρχη δύναμη είχε δημιουργήσει στις αντιμαχόμενες πλευρές την ψευδαίσθηση ότι το ζήτημα θα λυθεί πλέον με διαφορετικό τρόπο από τους Νεοτούρκους. Οι ελπίδες γρήγορα διαψεύδονται και έτσι η Ελλάδα εισήλθε από το 1910 στην τελική ευθεία της διπλωματικής και στρατιωτικής προπαρασκευής για τους μεγάλους νικηφόρους Βαλκανικούς Πολέμους, με τον Βενιζέλο να έχει φθάσει πια στην Αθήνα την επαύριον της αναστολής του Μακεδονικού Αγώνα, έχοντας πίσω του τους άλλους του αγώνες, εκείνους στο Θέρισο της Κρήτης. Ο Μακεδονικός Αγώνας είχε ήδη προετοιμάσει πολλαπλά και με επιτυχία το έδαφος για όλα όσα ακολούθησαν στη μεγάλη προσπάθεια της Ελλάδας να απελευθερώσει αρχέγονους ελληνικούς πληθυσμούς και περιοχές με κρίσιμη, ευρύτερη γεωστρατηγική σημασία, όπου η ελληνική γλώσσα ακουγόταν αδιάλειπτα επί χιλιάδες χρόνια. Ταυτόχρονα, οι μεγάλες δυτικές δυνάμεις, η Γαλλία και η Αγγλία, έβλεπαν στον Βενιζέλο και στην Ελλάδα σημαντικό μέρος της λύσης του Ανατολικού ζητήματος, γεγονός που επέδρασε ως καταλύτης αλλά και ως ικανή και αναγκαία συνθήκη για όσα ακολούθησαν τα επόμενα χρόνια.
Πηγή κειμένου: ΤΟ ΒΗΜΑ: ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ, Α' ΜΕΡΟΣ, ΓΕΝΙΚΟ ΕΠΙΤΕΛΕΙΟ ΣΤΡΑΤΟΥ