Παλιές, ξεχασμένες αναμνήσεις που έχουν «οξειδωθεί» από τον χρόνο – σαν σκουριασμένα αντικείμενα που ήταν κάποτε λαμπερά, αλλά τώρα είναι θαμπά και εύθραυστα. Παλιές φωτογραφίες που κιτρινίζουν σε συρτάρια. Μελαγχολική εικόνα νοσταλγίας, αλλά και λίγο πικρή: μνήμες που δεν τις φροντίζουμε, σκουριάζουν και χάνονται σιγά-σιγά, όμως παράλληλα αποκτούν μια δική τους, τραχιά ομορφιά. Ιστορικές αναμνήσεις, παλιές πολεμικές ιστορίες που ξεθωριάζουν αν δεν τις συντηρούμε.
Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 27, 2021
Τα μοιρολόγια στα Μέγαρα
Στα Μέγαρα συνηθίζουν να παραστέκουν στο κεφάλι του νεκρού τα πιο στενά του πρόσωπα. Απ' αυτά οι γυναίκες έχουν τα μαλλιά τους ξέμπλεχτα και τα τραβούν με τα δυό τους χέρια σύμφωνα με τον ρυθμό του μοιρολογιού που του λένε και που το αρχίζει η μια και κατόπιν το επαναλαμβάνουν όλες μαζί.
Εκτός όμως από τα πολύ στενά πρόσωπα του νεκρού τον παραστέκουν και άλλες γυναίκες, λιγότερο συγγενείς ή γειτόνισσες που τις στιγμές αυτές θυμούνται τον θάνατο δικών τους προσώπων κι έτσι το κλάμα τους γίνεται πιο έντονο και γοερό, αφιερώνουν δέ και διάφορους στίχους που λένε στον νεκρό να τους διαβιβάσει στα αγαπητά τους πρόσωπα, όταν φτάσει στον κάτω κόσμο. Οι στιγμές αυτές είναι σπαραχτικές και κυρίως όταν πλησιάζουν τα μεσάνυχτα οπότε αλλάζουν μοιρολόγια και λένε πιό βαριά και πιό λυπητερά. Το ίδιο γίνεται και τα ξημερώματα ή στόν δρόμο, μεταφέροντας τον νεκρό από το σπίτι στην εκκλησία. Τότε όλοι μαζί με τα πιό συγκινητικά λόγια τον «ξεπροβοδίζουν» για την άλλη του κατοικία. Επίσης ο ρυθμός του μοιρολογιού θ' αλλάξει και στη διαδρομή από την εκκλησία για το νεκροταφείο.
Αν ο νεκρός χαθεί στην ξενιτιά ή πνιγεί σε θάλασσες ή σκοτωθεί σε πόλεμο, τότε βάζουν μιά φωτογραφία του στη μέση του δωματίου πάνω σ' ένα τραπέζι, μαζεύονται όλοι γύρω απ' αυτήν και θρηνούν τόσο λυπητερά και γοερά που ραγίζεται η καρδιά του ανθρώπου.
Τους ήχους των μεγαρίτικων μοιρολογιών τους έχω κατατάξει σε τέσσερις ομάδες. Οι ήχοι αυτοί λέγονται στα Μέγαρα Χαβάδες και είναι όλοι σχεδόν μακρόσυρτοι και εύρυθμοι. Οι ήχοι αυτοί διακρίνονται από τις περιπτώσεις που λέγονται δηλαδή α) όταν ο νεκρός ειναι ακόμα στο σπίτι β) όταν είναι χαράματα οπότε ο ήχος αυτός λέγεται «βαρύς χαβάς» γ) όταν πηγαίνουν τον νεκρό στην εκκλησία καί δ) ένας άλλος που μοιάζει με τον βαρύ χαβά, έχει το ίδιο μέτρο και τα ίδια διαστήματα, αλλά είναι σέ διαφορετική κλίμακα, (τσιγγάνικο).
Οι στίχοι που ταιριάζουν στην κάθε μελωδία δεν είναι ορισμένοι και απόλυτοι γιατί οι Μεγαρίτισσες που κλαίνε τον νεκρό φτιάχνουν στίχους ανάλογα με την κάθε περίπτωση. Δηλαδή αν ο νεκρός πέθανε στην ξενιτιά, αν ήταν νιόπαντρος, αν πέθανε μετά από σοβαρή αρρώστια, αν ήταν αδικοσκοτωμένος κλπ. Επίσης εξαρτάται και από το βαθμό της συγγένειας και την ηλικία του νεκρού.
για το παιδί:
Πω-πώ χάρε που παίρνεις τις ψυχές, πωπώ χάρε που να πεθάνεις πωπώ και χάρος να γενώ εγώ, πωπώ να ιδούμε τί θα κάνεις.
πωπώ για πές μου χάρε, τι θα πείς πωπώ σ' ορκίζω στην ψυχή σου πωπώ στον άλλο χάρο που θα ρθεί πωπώ να πάρει το παιδί σου.
Όταν ο νεκρός ήταν βαριά άρρωστος:
πωπώ άσπρα φορούσαν οι γιατροί, λελέ άσπρα κι οι νοσοκόμες πωπώ και μένα το κορμάκι μου, λελέ το φάγαν οι βελόνες.
Όταν σκοτώνεται από αστροπελέκι:
Σ' όλο τον κόσμο συννεφιά, λελέ σ' όλο τον κόσμο βρέχει μανούλα μου, σ' όλο τον κόσμο βρέχει και στη δική σου την αυλή, λελέ μανούλα μου, πέφτει τ' αστροπελέκι.
Στη διαδρομή από το σπίτι στην εκκλησία:
Ανοίχτε μας την Παναγιά πωπώ κουρντίστε το ρολόϊ γιατί περνάει ο γιόκας μας πωπώ με το μεγάλο σόι
(Λέγοντας Παναγιά εννοούν το Μητροπολιτικό Ναό των Μεγάρων που έχει και ρολόγια στα καμπαναριά).
Γιά νεκρό που σκοτώθηκε στον πόλεμο του '40:
Χιλιάδες εσκοτώσανε οι Γερμανοί στρατιώτες μά σένα σε σκοτώσανε Έλληνες πατριώτες. Μη με σκοτώνεις βρέ φονιά και μην τραβάς σκαντάλη μόν' έλα να παλαίψουμε αν είσαι παληκάρι.
Για νεκρό που πνίγηκε:
Θάλασσ' απ' όλα τα νερά πωπώ και τα ποτάμια πίνεις κι από τα παληκάρια μας πωπώ, κανένα δεν αφήνεις.
Για μικρό παιδί:
σάν ήλιος εβασίλεψες πωπώ και σαν φεγγάρι εχάθεις και σαν κλωνί βασιλικού πωπώ έπεσες και μαράθεις.
Για το νοικοκύρη:
Είχες μια βρύση σπίτι σου κι αυλή μαρμαρωμένη κι ένα ολόχρυσο δεντρί που ήταν ακουμπισμένη. Τώρα η βρύση στέρεψε κι η αυλή ξεμαρμαρώθει και το ολόχρυσο δεντρί 'πο ρίζα ξεριζώθει.