Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 22, 2021

Περιγραφή χώρων μεγαρίτικης οικίας

Κάθε μεγαρίτικο σπίτι ήταν μονοκατοικία που περιλάμβανε την κυρίως οικία (ορθογώνια ισόγεια δωμάτια με τζάκι και σε κάποιες περιπτώσεις και ανώγι με τζάκι), την αυλή και τους βοηθητικούς χώρους:

το «παράσπιτο» (δωμάτιο πού ήταν τοποθετημένα: τό «κιβώτιο» ή το «πιθάρι» με το λάδι, το βαρέλι με το κρασί, το «βουτσί» με τις ελιές, τα σακιά με το στάρι και τα άλλα δημητριακά).

Τον «αχυρώνα» (χώρος όπου αποθηκεύονταν τα σανά και τα άχυρα που αποτελούσαν τροφή για τα ζώα).

Το «αχούρι» (ο στάβλος όπου παχνίζονταν τα ζώα: άλογο, μουλάρι, γάιδαρος, κατσίκες, προβατίνες).

Ο «κάτικας» (το κοτέτσι όπου ζούσαν οι κότες της αυλής) με την  «κοτόγουρνα»: λαξευμένη σε πέτρα από πουρί, όπου οι κότες έπιναν το νερό τους.

Το «χαγιάτι» που στέγαζε το φούρνο και τις «γούρνες» (λαξευμένες κοιλότητες σε συμπαγείς πουρένιες μάζες, όπου οί Μεγαρίτισσες έπλεναν τα ρούχα τους).

Ο χώρος της αυλής που στοιβάζονταν τα ξύλα και τα κλαριά που αποτελούσαν την ενέργεια για τις καθημερινές ανάγκες.

Το πηγάδι ως πηγή άντλησης νερού.

Τα παλιά μεγαρίτικα σπίτια που είχαν κτισθεί με στρομπολίθαρα και πουριά, αποτελούνταν από δωμάτια σε σχήμα Π τοποθετημένα. Οι τοίχοι των δωματίων (τα ντουβάρια όπως τα έλεγαν) ειχαν πλάτος 50-60 εκατοστών και ασβεστώνονταν κάθε μεγάλη Σαρακοστή.

Τη στέγη την συνέθεταν τα «πατερά» (κορμοί πεύκων, που ένωναν τους δύο τοίχους τού δωματίου), που τα σκέπαζαν καλάμια και βρύα, για να καλυφθούν με μια παχιά στρώση χώματος, που την συμπλήρωναν κάθε καλοκαίρι.

Το πάτωμα καλυπτόταν με χώμα αναμεμειγμένο με κοπριά αγελάδας και άχυρα (το λεγόμενο «μπουχό»). Το πάτωμα το αποκαλούσαν «πάτωση».

Η αυλή της Μεγαρίτισσας. Άλλες ασχολίες της

Η μεγαρίτισσα νοικοκυρά, ως μάνα, ως γιαγιά, ως κόρη με τις πολλές και ποικίλες ασχολίες της, αποκαλύπτει μια ηρωίδα. Φροντίζει τα παιδιά της, βοηθεί στις αγροτικές δουλειές, διδάσκεται καθημερινά, αλλά και διδάσκει. Είναι υφάντρα, νοικοκυρά, αγρότισσα και προπάντων ως μάνα είναι το «πάπλωμα» που όλα τα σκεπάζει.

Στη ρούγα της, στην αυλή της, εκτρέφει τις κότες της, τις κατσίκες της, τις προβατίνες της, τα «ζωντανά» της. Ο φούρνος συμπληρώνει το νοικοκυριό της.

Τα αυγά από τις κότες της εξασφαλίζουν χρήματα για την αγορά των χρειωδών της οικογένειάς. Δίνουν αυγά στους πλανόδιους πραγματευτές, για να αγοράσουν μπαχαρικά, κουβαρίστρες και διάφορα άλλα.

Η μεγαρίτισσα νοικοκυρά χρησιμοποιεί τις κότες της και ως εκκολαπτικές μηχανές.Όταν η κότα «κλωσσεί» ή νοικοκυρά φροντίζει να της ετοιμάσει πανέρι με άχυρα, όπου τοποθετεί μια δεκαπεντάδα αυγά. Και η κλωσούσα κότα «κάθεται στα αυγά της» δημιουργώντας τις κατάλληλες συνθήκες για την εκκόλαψή τους. Έτσι μετά από 22 ημέρες
έχει τη χαρά να μαζέψει 15 κλωσόπουλα, όπου μεγαλώνοντας θα ανανεώσουν τον πληθυσμό του κοτετσιού οι θηλυκές, τα δε κοκκορόπουλα θα αποτελέσουν υγιεινή τροφή τής οικογένειας. Κριθάρι, βρώμη, πίτουρα, καθώς και τα υπολείμματα των τροφών του σπιτιού ειναι οι τροφές με τις οποίες τρέφονται οι σπιτίσιες κότες.

Τα κοτόπουλα, οι γριές κότες, τα αρνάκια, τα κατσικάκια, το γάλα, οι μυτζήθρες, ο τραχανάς, οι χυλοπίτες είναι τα προϊόντα της αυλής της μεγαρίτισσας νοικοκυράς.

Το ψωμί το μεγαρίτικο, νοστιμότατο ψωμί, το παρασκευάζει η Μεγαρίτισσα με πόθο και μεράκι. Αρχίζει η διαδικασία με το κοσκίνισμα του σταριού, για να φύγουν οι σπόροι των ζιζανίων.
Ακολουθεί το πλύσιμό του. Το άπλωμά του στην αυλή, για να στεγνώσει.
Το άλεσμά του στον αλευρόμυλο.
Το κοσκίνισμά του, για να διαχωρισθεί το αλεύρι από τα πίτουρα. Τα πίτουρα τα χρησιμοποιεί η νοικοκυρά για την διατροφή των ζώων της αυλής της. Το αλεύρι με τα στιβαρά της χέρια το μετατρέπει η νοικοκυρά σε ζύμη, μέσα στη «σκάφη», που αποτελεί απαραίτητο εξάρτημα της μεγαρικής οικίας.

Το ψωμί που προκύπτει από τη ζύμη της «σκάφης» (λαξευμένη κοιλότητα σε ξύλο) είναι ένζυμο, με προζύμι που η νοικοκυρά έχει λάβει από την ενορία της τη Μεγάλη Πέμπτη και το διατηρεί έως την επόμενη Μεγάλη Πέμπτη σε πήλινο δοχείο.

Η μεγαρίτισσα νοικοκυρά παρασκευάζει και κεραμιδόπιτες, που είναι άζυμες, και τις ψήνει στο «κεραμίδι» που θέτει πάνω σε πυρά.. Τη ζύμη της «σκάφης» μετατρέπει σε κουλούρες, σε σιμίτες, σε καρβέλια και μικρά κουλουράκια.

Τα παρασκευάσματα αυτά τοποθετούνται στην «πανακωτή» (ειδική ορθογώνια θήκη με χωρίσματα) που την σκέπαζαν με τα κλινοσκεπάσματά τους, για να φουσκώσει η ζύμη και «ανεβασμένη», όπως έλεγαν, να την ψήσουν στο φούρνο της αυλής τους. Το φούρνο τον πύρωναν με κλαριά που είχε φροντίσει ο σύζυγος να εφοδιάσει την νοικοκυρά. Και ο χώρος της οικίας την ημέρα του ζυμώματος (που γινόταν κάθε 8-10 ημέρες) μοσχοβολούσε από τα φρέσκα ψωμιά που ξεφούρνιζε η Μεγαρίτισσα. Τα ψωμιά τα τοποθετούσαν σε σανίδες που είχαν κρεμάσει από τα πατερά ενός δωματίου.

Το γάλα, που έδιδαν οι κατσίκες, η Μεγαρίτισσα το μετέτρεπε σε νοστιμότατες μυτζήθρες που τις αποξέραινε, για να τις χρησιμοποιεί το χειμώνα. Το γάλα του καλοκαιριού αποτελεί τη βασική ύλη για την παρασκευή τραχανά καί φύλλου (χυλοπίτες).

Τον νοστιμότατο μεγαρίτικο τραχανά, η Μεγαρίτισσα παρασκεύαζε με γάλα και πληγούρι (τριμμένο στάρι στο χειρόμυλο). Τον τραχανά άπλωναν σε πεντακάθαρα σεντόνια, για να ξεραθεί και να τοποθετηθεί σε σακούλες πάνινες για να αποτελέσει θρεπτικό έδεσμα το χειμώνα.

Το μεγαρίτικο «φύλλο» (χυλοπίτες), παρασκεύαζε η νοικοκυρά Μεγαρίτισσα με γάλα, αυγά και αλεύρι, και ήταν άλλο ένα οικολογικό νόστιμο έδεσμα.

Η αυλή του μεγαρίτικου σπιτιού (με τις κότες, τις κατσίκες, τα άλογα, το φούρνο, τις γούρνες, το πηγάδι) είναι ο ένας δημιουργικός πόλος της μεγαρικής δραστηριότητας, που συμπληρώνεται από τον άλλο πόλο που είναι τα χωράφια με τις ελιές και τα αμπέλια.

Οί «κατσούμπλες» (οι λουκουμάδες) ήταν το επίσημο γλύκισμα που παρασκεύαζαν την πρωτοχρονιά και στην επέτειο χαρμόσυνων γεγονότων.
Η προετοιμασία της ζύμης γινόταν το βράδυ της παραμονής της 1ης του έτους, όπου η νοικοκυρά ανάδευε το αλεύρι με το προζύμι και το σκέπαζε με κλινοσκεπάσματα για να φουσκώσει. Τα χαράματα της πρωτοχρονιάς ξαναανάδευε τη ζύμη με τα επιδέξια χέρια της και την άφηνε να «ανεβεί». Μετά την έριχνε σε λάδι που έβραζε μέσα στο δοχείο (τον «ταβά») που ήταν πάνω στη φωτιά, είτε με τα χέρια της, είτε με κουτάλι της σούπας.

Την Πρωτοχρονιά όλα τα Μέγαρα μοσχομύριζαν από τίς ευωδιές που έβγαιναν από όλες τις μεγαρίτικες καπνοδόχους. Οί «κατσούμπλες» τοποθετούνταν σε μεγάλες πύλινες λεκάνες και επί δύο ήμέρες ήταν τά ζηλευτά εκλεκτά εδέσματα της οικογένειας που τα κατανάλωνε με «πετιμέζι» ή μέλι.
Την ημέρα της Πρωτοχρονιάς οι «κατσούμπλες» ήταν το κύριο φαγητό του πρωϊνού γεύματος.

Επικρατούσε μάλιστα η συνήθεια να αποστέλλονται και ως δώρο στούς επιφανείς της πόλεως (στο γιατρό, στο συμβολαιογράφο, κ.λπ.) ως πρωτοχρονιάτικο δώρο. "Έβαζαν μιά ποσότητα κατσούμπλες μέσα σ' ένα βαθύ πιατο, το τύλιγαν με μιά καθαρή πετσέτα και όρθρου βαθέος ένα παιδί της οικογένειας μετέβαινε στο σπίτι του επιλεγόμενου, για να του δώσει το πεσκέσι και να λάβει (αν λάβαινε) το φιλοδώρημα.

Οί «δίπλες» ήταν μιά άλλη λιχουδιά που παρασκεύαζε η Μεγαρίτισσα νοικοκυρά την παραμονή των Θεοφανείων. Οικολογικά ήταν όλα τα παρασκευασμένα της μεγαρίτικης νοικοκυράς.

Οικολογικά όλα όσα χρησιμοποιούσε για την καθαριότητα του σπιτιού της, του νοικοκυριού της.

Οικολογικό ήταν το υλικό που χρησιμοποιούσε για να λούσει τα μαλλιά της και των παιδιών. Ο «πηλός», όπως τον αποκαλούσαν, ήταν μιά συμπαγής όρυκτή στερεά μάζα που η εξόρυξή της γινόταν απο ειδικές τοποθεσίες, κυρίως από την τοποθεσία «Πηλός» πάντα την ημέρα της εορτής της Αναλήψεως. Εκείνη την ημέρα, όλες οι μεγαρίτισσες ξανοίγονταν στον κάμπο για να προμηθευτούν τον «πηλό» που θα τους χρησίμευε για το λούσιμο της κεφαλής όλων των μελών της οικογένειας (κυρίως τών θηλυκών).

Η μάζα αυτή που την εμπλούτιζαν με νερό αρκετές ώρες προτού να την χρησιμοποιήσουν, απλωνόταν πάνω στο τριχωτό της κεφαλής και ήταν υλικό με δύο ιδιότητες: 1ον) Καθάριζε τα μαλλιά, 2ον) τα καθιστούσε μαλακά. Η μαλακτική ιδιότητα ήταν πολύ σημαντική, αφού διευκόλυνε το χτένισμα των πλούσιων μακριών μαλλιών που κάθε μεγαρίτισσα διατηρούσε και τα έπλεκε σε κοτσίδες που έφθαναν ως τη μέση της.

Το γλυκό του κουταλιού το παρασκεύαζε η Μεγαρίτισσα με τα «περγουλάτα» σταφύλια που μάζευε από το αμπέλι της.Έτσι είχε βάζα με γλυκό, για να το σερβίρει στους επισκέπτες της.

Η Μεγαρίτισσα παρασκεύαζε και νοστιμότατη μαρμελάδα από τα σταφύλια του αμπελιού της, που μαζί με το πετιμέζι και το ψωμί αποτελούσαν το χορταστικό πρωϊνό των παιδιών.

Η Μεγαρίτισσα νοικοκυρά φρόντιζε και για την προμήθεια της πρώτης ύλης για την παρασκευή του «ζεστού» (προϊόν του εντός του ύδατος βρασμού φυτικών ουσιών) της οίκογένειας.

Από το μεγαρικό κάμπο και τα βουνά μάζευαν διάφορα βότανα, με κορυφαίο το χαμομήλι, για την παρασκευή του «ζεστού» τους. Ειδικά το χαμομήλι το μάζευαν το μήνα Απρίλιο έκαστου έτους, ώστε την παραμονή της εορτής της μνήμης του Αγίου Γεωργίου να βρεθεί απλωμένο, για να το βλογήσει ο Άγιος.

Τόν καφέ η μεγαρίτισσα νοικοκυρά τον προμηθευόταν σέ κόκκους τους οποίους έθετε στο «καβουρντιστήρι» (κυλινδρικό δοχείο, το οποίο διαπερνούσε σιδερένιος λεπτός άξονας), για να τους καβουρδίσει υπό την επίδραση πυράς, επί της οποίας τοποθετούσαν το «καβουρντιστήρι» στριφογυρίζοντάς το, γύρω από τον άξονά του. Με το «καβουρντιστήρι» καβούρδιζαν και σπόρους σιταριού, ρεβυθιού και κριθαριού. Τους καβουρδισμένους κόκκους του καφέ και των σπόρων του σιταριού και του ρεβυθιού που τους άλεθαν οι μεγαρίτισσες στο χειρόμυλο, τον οποίο είχε προμηθευτεί κάθε μεγαρίτικο σπίτι. Έτσι παρασκευαζόταν ρόφημα με αναμεμειγμένη σκόνη από καφέ, κριθάρι και ρεβύθι. Σε περιόδους λιτότητας το ρόφημα παρασκευαζόταν μόνο από σπόρους σιταριού και ρεβυθιού.

Μέσα σε όλα αυτά, η μεγαρίτισσα νοικοκυρά βρίσκει χρόνο να ασχοληθεί και με τα ραψίματα του σπιτιού της. Κάθε μεγαρίτικο σπίτι έχει τη δική του ραπτομηχανή, για να ράψει η νοικοκυρά τα χρειώδη και να μπαλώσει τα παντελόνια και τα υποκάμισα των ανδρών.

Πηγή κειμένου: Χρυσόστομος Σύρκος "Ο Μεγαρίτης, η Μεγαρίτισσα" Μέγαρα 2011