Παλιές, ξεχασμένες αναμνήσεις που έχουν «οξειδωθεί» από τον χρόνο – σαν σκουριασμένα αντικείμενα που ήταν κάποτε λαμπερά, αλλά τώρα είναι θαμπά και εύθραυστα. Παλιές φωτογραφίες που κιτρινίζουν σε συρτάρια. Μελαγχολική εικόνα νοσταλγίας, αλλά και λίγο πικρή: μνήμες που δεν τις φροντίζουμε, σκουριάζουν και χάνονται σιγά-σιγά, όμως παράλληλα αποκτούν μια δική τους, τραχιά ομορφιά. Ιστορικές αναμνήσεις, παλιές πολεμικές ιστορίες που ξεθωριάζουν αν δεν τις συντηρούμε.
Τετάρτη, Μαρτίου 31, 2021
Η υπόθεση Κωσταλέξι
Ήταν φθινόπωρο του 1978, και συγκεκριμένα 5 Νοεμβρίου. Μαθαίνω από την Ασφάλεια Προαστίων της τότε Χωροφυλακής ότι ετοιμάζονται να κάνουν μια επιχείρηση εκτός Αθηνών που έχει ιδιαίτερο δημοσιογραφικό ενδιαφέρον.
Προσπαθώ να μάθω τηλεφωνικά περί τίνος πρόκειται αλλά δεν τα καταφέρνω. Παίρνω το αυτοκίνητό μου και κατευθύνομαι προς τον Περισσό, κοντά στον σταθμό Ηλεκτρικού. Εκεί στεγάζονταν οι υπηρεσίες ασφαλείας της Χωροφυλακής και η Άμεση Επέμβαση, το 109 όπως το ξέραμε τότε. Βρίσκω έναν ταγματάρχη ο οποίος μου είπε ότι ένας συνάδελφός του που κατάγεται από την περιοχή Φθιώτιδας είχε την πληροφορία, την οποία και διασταύρωσε, ότι σε σπίτι-αχυρώνα του χωριού Κωσταλέξι ζει αλυσοδεμένη για πολλά χρόνια μια γυναίκα και βασανίζεται. Αυτά έλεγε η πληροφορία που του δόθηκε. Για την επιχείρηση αυτή ενημερώθηκε και o αρμόδιος εισαγγελέας ο οποίος θα βρίσκεται αύριο το πρωί στην περιοχή.
Συνεννοούμαι με τον διευθυντή ειδήσεων, τον αείμνηστο Κώστα Σισμάνη, της ΕΡΤ2 όπου δούλευα τότε, και ετοιμάζουμε συνεργείο. Νωρίς το πρωί και ταυτόχρονα με τα αυτοκίνητα της Χωροφυλακής φτάνουμε στο χωριό. Από κοντά με τους αστυνομικούς, με τον οπερατέρ Κώστα Παπαδάτο και τον ηχολήπτη Γιάννη Λυκάκη, πλησιάζουμε στο σπίτι της οικογένειας Καρυώτη.
«Εδώ είμαστε», είπε ο ταγματάρχης. Γρήγορα o οπερατέρ ετοιμάζεται και μαζί με τον ηχολήπτη αρχίζουν να τραβάνε πλάνα. Πλησιάζω με τους αστυνομικούς και τον εισαγγελέα προς το ισόγειο και βλέπω μια γυναίκα πεσμένη στο χώμα νοι μας κοιτάζει μ' ένα βλέμμα απλανές. Δεν έδινε καμιά σημασία σ' αυτά που διαδραματίζονταν εκείνη την ώρα στον χώρο που ζούσε! 'Ηταν γυμνή. Στην πλάτη της είχε ριγμένο ένα άδειο τσουβάλι. Μετά την είδα να κάνει μια κίνηση. Πήρε το τσουβάλι, στο οποίο είχε ανοίξει τον πάτο, και πέρασε μέσα το κεφάλι της. Δεν είναι υπερβολή να σας πω ότι βρισκόταν σε ζωώδη κατάσταση. Εκεί που ζούσε κλεισμένη 29 χρόνια, δεν υπήρχε πάτωμα, ήταν πεσμένη στο χώμα. Νομίζω ότι αυτή η γυναίκα ούτε έβλεπε ούτε άκουγε τίποτα. Δεν καταλάβαινε τίποτα. Κάποια στιγμή την είδα να καταλαμβάνεται από μια τρεμούλα και να σκεπάζει το πρόσωπό της με τα χέρια. Απ' ό,τι κατάλαβα, δεν ήθελε να βλέπει κόσμο ή φώτα. Την είδα επίσης σε κάποια φάση να μασάει τοι ρούχα της. Θυμάμαι ότι ο εισαγγελέας τη φώναξε δυο-τρεις φορες. «Ελένη... Ελένη, μ' ακούς;»
Η Ελένη όμως ούτε μιλούσε ούτε απαντούσε. Σαν να μην έβλεπε τίποτα. Κάτι τη ρωτούσε ο επικεφαλής αξιωματικός, αλλά εκείνη και πάλι δεν απαντούσε. Κάποια στιγμή την είδα να κάνει μια γκριμάτσα και να ανασηκώνεται από το σημείο που ήταν ξαπλωμένη. Είναι πολύ πιθανό να άρχισε εκείνη τη στιγμή να συνειδητοποιεί κάποια πράγματα. Μετά από λίγο έδειχνε τρομαγμένη. Ήταν η Ελένη Καρυώτη, ηλικίας 47 ετών τότε, που σύμφωνοι με τις πληροφορίες της Χωροφυλακής ήταν κλεισμένη εκεί για 29 ολόκληρα χρόνια. Δευτερόλεπτα μετά, κάτι ψιθύρισε ή μάλλον μουρμούρισε, χωρίς ωστόσο να καταλάβει κανείς τι έλεγε.
Νομίζω ότι έχει ενδιαφέρον να σας κάνω μια αναλυτικότερη περιγραφή για την ισόγεια αποθήκη όπου διέμενε η άτυχη γυναίκα. Επρόκειτο για χώρο που έβαζαν όλα τα αγροτικά εργαλεία. Υπήρχαν τσουβάλια, αν θυμάμαι καλά με σιτάρι, ενώ δίπλα στην Ελένη υπήρχε μια παλιά κουβέρτα με την οποία σκεπαζόταν. Πιο πέρα υπήρχε μια ξύλινη κασέλα, για την οποία αργότερα η Ελένη, όταν συνήλθε κάπως, είπε ότι κάποιες φορές που έκανε πολύ κρύο τον χειμώνα, έμπαινε μέσα σ' αυτή για να ζεσταθεί και να κοιμηθεί.
Εκείνο που μου έκανε εντύπωση είναι το γεγονός ότι δεν υπήρχε πουθενά τουαλέτα και τις σωματικές της ανάγκες, σύμφωνα με κάποιους γείτονες, τις έκανε στον ίδιο χώρο που ζούσε η Ελένη. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να υπάρχει στον χώρο έντονη δυσοσμία.
Ας συνεχίσω όμως την αφήγηση των γεγονότων για την πληρέστερη και αντικειμενικότερη ενημέρωσή σας. Με εντολή του εισαγγελέα και αφού έντυσαν την Ελένη την παρέλαβε ασθενοφόρο και τη διακόμισε στο Νοσοκομ 342 Λαμίας όπου και την περιποιήθηκοιν σε πρώτη φάση. νοσηλεύτηκε για κάποιο χρονικό διάστημα.
Επισκέφθηκα την Ελένη στο Νοσοκομείο Λαμίας και έκανα ρεπορτάζ αφού υπήρχε τεράστιο ενδιαφέρον για την υπόθεση. Τότε δούλευα εκτός από την ΕΡΤ2 και στην εφημερίδα Μακεδονία της Θεσσαλονίκης (στα γραφεία της Αθήνας). Θυμάμαι ότι o μακαρίτης Κώστας Δημάδης, τότε διευθυντής της εφημερίδας, μου έλεγε: «Μάθε και γράψε όσο περισσότερα μπορείς. Είναι τρομακτικό το ενδιαφέρον του κόσμου γι' αυτό το θέμα».
Η συνάντησή μας με την Ελένη στο νοσοκομείο
Η Ελένη, αν δεν με απατά η μνήμη μου, νοσηλευόταν στο υπ' αριθμόν 128 δωμάτιο του νοσοκομείου. Από την επόμενη μέρα άρχισε να παρουσιάζει κάποια βελτίωση η κατάστασή της. Το διαπίστωσα αυτό και από τη συνέντευξη που της πήρα στο κρεβάτι της. Την είδα εντελώς διαφορετική απ' ό,τι την είχα δει την πρώτη στιγμή στο σπίτι της. Ωστόσο ο φόβος παρέμενε ζωγραφισμένος στο πρόσωπό της. Με κοίταζε φοβισμένα και με έναν τρόπο διερευνητικό! Το βλέμμα της συνέχιζε να είναι απλανές.
Κάθισα στο δωμάτιό της περίπου μία ώρα. Απέφευγε να μιλάει όποτε τη ρωτούσα. Με δυσκολία έπαιρνα απαντήσεις στις ερωτήσεις μου. Όποτε ήθελε μιλούσε και απαντούσε, και μάλιστα πολύ γρήγορα, σχεδόν ακαταλαβίστικα κάποιες φορές.
Παραθέτω τη συνέντευξη την οποία μαγνητοφώνησα και τη δημοσίευσα στη Μακεδονία.
ΠΑΝΟΣ ΣΟΜΠΟΛΟΣ: Πώς αισθάνεσαι τώρα, Ελένη; Είσαι καλύτερα;
ΕΛΕΝΗ ΚΑΡΥΩΤΗ: Ναι, είμαι καλά. Νιώθω καλά.
Π.Σ.: Πόσων χρόνων είσαι τώρα;
Ε.Κ.: 18.
Π.Σ.: Αγαπάς τον αδελφό σου Θύμιο και τις αδελφές σου Ολυμπία και Μαρία;
Η Ελένη κουνάει αρνητικά το κεφάλι της χωρίς να λέει λέξη.
Π.Σ.: Ποιον αγαπούσες όταν ήσουν μικρότερη, θυμάσαι; Θυμάσαι τον Τόλη; Ε.Κ.: τον Τόλη.
Π.Σ.: Πώς λέγεται στο επώνυμό του o Τόλης, Θυμάσαι; Ε.Κ.: ...
Π.Σ.: Ήταν απ' το χωριό σου το Κωσταλέξι ο Τόλης ή από άλλο χωριό; Ε.Κ: Δεν ξέρω.
Π.Σ.: τι δουλειά κάνει o Τόλης, είναι δάσκαλος;
Ε.Κ: Ναι, ναι.
Π.Σ.: Όταν εσύ βρισκόσουν κλεισμένη στο ισόγειο του σπιτιού σου ήρθε καμιά φορά ο Τόλης να σε δει;
Ε.Κ.: Όχι.
Π.Σ.: Από πότε έχεις να τον δεις;
E.K.: Μια φορά ξέφυγα από το παράθυρο του σπιτιού και πήγα από το πίσω μέρος, ανέβηκα στο βράχο και τον είδα.
Π.Σ.: Τον αγαπάς ακόμα τον Τόλη;
E.K.: Ναι, τον αγαπώ.
Θέλω να διευκρινίσω εδώ ότι τη μέρα εκείνη γινόταν μεγάλος σάλος για τον δάσκαλο Τόλη και γι' αυτό τη ρωτούσα. Οι εφημερίδες είχαν μεγάλους τίτλους γι' αυτόν τον δάσκαλο, που τελικά, όπως θα δούμε πιο κάτω, ο άνθρωπος δεν είχε καμιά σχέση με την Ελένη. Είμαι βέβαιος ότι η άτυχη γυναίκα δεν είχε συναίσθηση αυτών που μου έλεγε. Στις ίδιες ερωτήσεις άλλοτε απαντούσε «ναι» κι άλλοτε «όχι». Κι όταν μου απάντησε για τον Τόλη «Ναι, τον αγαπώ », δεν πρέπει να το εννοούσε. Ίσως απάντησε έτσι λόγω της ερώτησης που της έκανα. Στη συνέχεια τη ρώτησα για το νοσοκομείο.
Π.Σ.: Σου αρέσουν τοι φαγητά εδώ στο νοσοκομείο;
Ε.Κ.: Ναι.
Π.Σ.: τι τρως;
E.K: Τρώω μήλα, αχλάδια, πίνω καφέ και γάλα. Εδώ είναι καλά.
Επισημαίνω εδώ και πάλι ότι αυτές τις απαντήσεις μου τις έδινε με δυσκολία η Ελένη. Μη φανταστείτε ότι μιλούσε σαν φυσιολογικός άνθρωπος. Μου έλεγε και πάρα πολλές ασυναρτησίες. Μερικές φορές άλλα τη ρωτούσα κι άλλα απαντούσε. Μία από τις νοσοκόμες που μίλησα και που περιποιείτο την Ελένη ήταν η Σπυριδούλα Πάνου. Να τι μου είπε τότε:
«Είμαι από τις πρώτες αδελφές νοσοκόμες που είδα την Ελένη στα χάλια που βρισκόταν. Τα νύχια της ήταν τόσο μεγάλα που φοβόσουν να τα βλέπεις. Τα μακριά μαλλιά της ήταν κολλημένα από τις ακαθαρσίες. Το τσουβάλι στο οποίο ήταν τυλιγμένη, βρομούσε ολόκληρο από εκατό μέτρα μακριά. Η Ελένη δεν μιλούσε καθόλου κι ούτε ήθελε να βλέπει άνθρωπο. Προσπαθήσαμε όλοι μας με κάθε τρόπο να την πλησιάσουμε και να την κάνουμε να ξεθαρρέψει. Καταφέραμε με την υπομονή μας να την κάνουμε να μιλάει και να αντιδρά σε ορισμένα πειράγματα των νοσοκόμων και των γιατρών. Αυτό που έχω να λέω είναι για το φαγητό της. Ό,τι και να της δώσουμε δεν λέει όχι και σχεδόν κατεβάζει τις τροφές πολύ γρήγορα. Χτες το βράδυ της δώσαμε μπιφτέκια. Μόλις της φέραμε το πιάτο, τα έφαγε σε πέντε λεπτά. Της φέραμε και δεύτερο πιάτο και τα μπιφτέκια τα έφαγε όλα, πάλι σε πέντε λεπτά. Έτρωγε και τρώει λαίμαργα ό,τι της δώσουμε. Αν δεν με πιστεύετε, περιμένετε μια στιγμή...»
Η κυρία Πάνου πήγε στο μαγειρείο κι έφερε ένα μη ένα αχλάδι, τρεις φρυγανιές, ένα ποτηράκι καφέ κι ένα ποτηράκι γάλα. Πρόσφερε στην Ελένη πρώτα το αχλάδι, το οποίο άρπαξε κυριολεκτικά από τα χέρια της και το έφαγε χωρίς να το καθαρίσει. Αμέσως μετά έφαγε δύο φρυγανιές, μετά το μήλο, ήπιε λίγο καφέ και στη συνέχεια έφαγε την τρίτη φρυγανιά και ήπιε και το γάλα.
Μια άλλη νοσοκόμα η Λαμπρινή Δημοπούλου μας είπε για την Ελένη:
«Χτες το βράδυ την κουρέψαμε και της κάναμε ένα γερό μπάνιο. Μπορεί να είχε να πλυθεί πολλά χρόνια. Της βγάλαμε όλες τις ακαθαρσίες που ήταν κολλημένες πάνω της και που είχαν γίνει ένα με το σώμα της και τη βάλαμε να ξαπλώσει στο κρεβάτι. Γύρισε μπρούμυτα. κι όταν εμείς βγήκαμε από το δωμάτιό της, εκείνη σηκώθηκε και μπουσουλώντας —δεν μπορούσε να σταθεί όρθια— πήγε στη γωνία, κουλουριάστηκε και περίμενε. Όταν μπήκα μέσα και τη ρώτησα γιατί έφυγε από το κρεβάτι, εκείνη δεν μου μιλούσε. Την πήραμε με έναν συνάδελφό μου νοσοκόμο και την ξαναβάλαμε στο κρεβάτι. Εκείνη πάλι τα ίδια. Σηκώθηκε και πήγε και κάθισε στην άλλη γωνία, πίσω από την πόρτα. Δεν ήθελε επ' ουδενί λόγω να ξαπλώσει στο κρεβάτι. Ίσως ένιωθε καλύτερα κάτω στο δάπεδο και ξεσκέπαστη. Από την πρώτη στιγμή της είπαμε ότι όταν θέλει να πάει για σωματική της ανάγκη να μας το πει για να την πάμε στην τουαλέτα. Εκείνη δεν θυμήθηκε και πήγε στη γωνία του δωματίου. Ευτυχώς την προλάβαμε. Σήμερα τη βλέπω καλύτερα, και μάλιστα πριν από περίπου μια ώρα μου ζήτησε και την πήγα στην τουαλέτα. Άρχισε να συνηθίζει. Μίλησα και με τους γιατρούς του νοσοκομείου Κωνσταντίνο Τσιαχρή, Αναστάσιο Μπελεγράπη και Διονύσιο Μαντζουράτο, οι οποίοι μου είπαν ότι παρουσιάζει σημεία ψυχικής νόσου. Επίσης μου είπαν ότι παρουσιάζει έντονη ωχρότητα το δέρμα της, που φυσικά προέρχεται από εγκλεισμό. Δεν μπορεί να βαδίσει μόνη της, πράγμα που οφείλεται σε ατροφία των μυών και σε εκδηλώσεις από τις αρθρώσεις της. Είναι φοβισμένη αλλά σιγά σιγά αρχίζει να εκδηλώνει την αγάπη της σ' αυτούς που της δείχνουν αγάπη. Πάντως εμφανίζει πτώση των νοητικών λειτουργιών και διαταραχή προσανατολισμού και χρόνου.
Η συνέντευξη με τα αδέλφια της Ελένης
Έπειτα από το νοσοκομείο πήγα στην Αστυνομία της Λαμίας όπου μετά από προσπάθειες κατάφερα να μιλήσω και με τα τρία αδέλφια της Ελένης μέσα στο κρατητήριο. Ήθελα να έχω και την άποψή τους για λόγους δημοσιογραφικής δεοντολογίας. Μαζί μου ήταν κι άλλοι συνάδελφοι. Ακολούθησε ο εξής διάλογος με τα τρία αδέλφια και τους απεσταλμένους των μέσων.
— Ποιος έκλεισε την Ελένη μέσα στο ισόγειο;
ΕΥΘΥΜΙΟΣ: Ο πατέρας.
— Γιατί την έκλεισε στο ισόγειο;
ΕΥΘΥΜΙΟΣ: Αρρώστησε, κι έτσι πίστευε ότι θα γίνει καλά.
ΜΑΡΙΑ: Έτσι μας έλεγε ο πατέρας μας, ότι θα γινόταν καλά στο ισόγειο.
— κι εσείς ακούγατε τον πατέρα σας και την κρατούσατε στο υπόγειο;
ΕΥΘΥΜΙΟΣ: Και βέβαια ακούγαμε τον πατέρα μας. Τον σεβόμασταν. Δεν μπορούσαμε να κάνουμε διαφορετικά. — Αν σας έλεγε ο πατέρας σας να την κρεμάσετε στο δέντρο, εσείς τι θα κάνατε;
ΕΥΘΥΜΙΟΣ: Αυτό είναι άλλο θέμα.
— Είχε αγαπήσει η Ελένη όταν ήταν 18 χρόνων κάποια δάσκαλο στο χωριό σας;
ΟΛΥΜΠΙΑ: Όχι. Αυτό δεν είν' αλήθεια. Δεν είχε σχέση με κανέναν δάσκαλο, λέτε ψέματα.
— Έτσι διαδίδεται. Σας ρωτάμε για να μας το διευκρινίσετε.
ΕΥΘΥΜΙΟΣ: Λένε όλοι ψέματα. Ποτέ δεν ήταν ερωτευμένη η Ελένη με δάσκαλο.
— Λένε ότι αυτόν τον δάσκαλο τον λέγανε Τόλη και υπηρετούσε στο διπλανό χωριό.
ΕΥΘΥΜΙΟΣ: Σας επαναλαμβάνω και πάλι ότι δεν υπάρχει κανένας Τόλης δάσκαλος. Αν βρεθεί δάσκαλος Τόλης, θα δεχτώ να με σκοτώσουν.
— Πότε την κλείσατε την Ελένη στο ισόγειο;
ΟΛΥΜΠΙΑ: Όταν αυτή αρρώστησε, σε μικρή ηλικία.
— Πώς αρρώστησε και τι είδους αρρώστια είχε;
ΜΑΡΙΑ: Όταν η Ελένή ήταν 11 χρόνων περίπου και πήγαινε στην E' ή ΣΤ' τάξη του Δημοτικού και ενώ βρισκόμασταν στην πλατεία του χωριού, είδε κάτι φαντάρους μαυροσκούφηδες, οι οποίοι βάραγαν αλύπητα άντρες, γυναίκες και μικρά παιδιά. Η Ελένη τρόμαξε κι έπαθε σοκ. Από τότε αρρώστησε και δεν μπορεί να βρει την υγεία της.
— Και γι' αυτό την κλείσατε στο ισόγειο;
ΕΥΘΥΜΙΟΣ: Την κλείσαμε για να γίνει καλά. Ο πατέρας μας πεθαίνοντας μας άφησε ευχή και κατάρα να μη βγάλουμε ποτέ την Ελένη από το ισόγειο.
— Γιατί;
ΕΥΘΥΜΙΟΣ: Γιατί αν την πηγαίναμε στο νοσοκομείο, μέσα σ' ένα μήνα θα πέθαινε. — Το πιστεύετε αυτό που λέτε;
ΕΥΘΥΜΙΟΣ: Έτσι μας έλεγε ο πατέρας μας, έτσι κάναμε.
— Καλά, κι όταν πέθανε o πατέρας σας εδώ και τέσσερα χρόνια, γιατί εσείς εξακολουθούσατε να την κρατάτε στο ισόγειο;
ΟΛΥΜΠΙΑ: Έτσι μας είχε πει ο πατέρας μας.
— Την πήγατε σε γιατρό να τη γιατρέψετε; Εσείς λένε ότι έχετε χρήματα.
ΕΥΘΥΜΙΟΣ: Δεν έχουμε χρήματα. Εσείς λέτε ότι έχουμε κι o κόσμος έξω. Δουλεύουμε και ζούμε. Πάντως σας πληροφορώ ότι την πήγαμε σε γιατρούς, αλλά δεν γινόταν καλά και γι' αυτό την κλείσαμε στο ισόγειο, για να μην πεθάνει στα νοσοκομεία.
ΜΑΡΙΑ: Πάντως την πήγαμε στο νοσοκομείο Ψυχικών παθήσεων του Βλαστού στο Μαρούσι.
Τα τρία αδέλφια υποστήριξαν ότι δεν είχαν εγκαταλείψει την Ελένη και ότι τη φρόντιζαν. Η Ολυμπία υποστήριξε ότι της πήγαιναν φαγητό δύο και τρεις φορές τη μέρα και ότι την περιποιούνταν και ότι εκείνη ήταν ευχαριστημένη.
Πάντως από το ρεπορτάζ που έκανα τότε στο χωριό διαπίστωσα ότι ο πατέρας της Ελένης την είχε πάει πολλές φορές στο νοσοκομείο, και στη Λαμία και στην Αθήνα. Την είχε πάει σε Ψυχιατρικές κλινικές, αλλά η αρρώστια της ήταν ανίατη, δεν γιατρευόταν. Έλεγαν οι δικοί της ότι γεννήθηκε μ' αυτή την πάθηση και γι' αυτό δεν γιατρευόταν.
Θυμάμαι ότι κάποιος από τους συγγενείς της μου είχε πει πως τελευταία φορά ο πατέρας την είχε πάει στο Δαφνί στο Δημόσιο Ψυχιατρείο για νοσηλεία. Όταν αργότερα την επισκέφθηκε για να δει πώς πάει, τη βρήκε σε κακό χάλι. Τα ρούχα της ήταν κουρελιασμένα, το πρόσωπό της αγριεμένο και η συμπεριφορά της ήταν αλλοπρόσαλλη.
Βλέποντάς τη σ' αυτή την κατάσταση, την πήρε άρον άρον από το Ψυχιατρείο και την πήγε πίσω στο χωριό. Την έβαλε στο ισόγειο (κατώι) του σπιτιού που χρησιμοποιείτο ως αποθήκη και είπε στον Θύμιο και στις δύο αδελφές του ότι εκεί θα πρέπει να μείνει σ' όλη της τη ζωή η Ελένη. Τους είπε επίσης ότι αν την άφηνε στο Ψυχιατρείο θα πέθαινε. Και τα τρία αδέλφια τήρησαν την εντολή του πατέρα τους.
Από την ημέρα που αποκαλύφθηκε η υπόθεση, το χωριό Κωσταλέξι και η Ελένη Καρυώτη βρίσκονταν στην πρώτη γραμμή της επικαιρότητας για πολλές εβδομάδες. Με την «υπόθεση Κωσταλέξι» ασχολήθηκαν και πολλές εφημερίδες στην Ευρώπη και την Αμερική, ενώ έγινε πρώτο θέμα και σε ξένα ραδιοτηλεοπτικά μέσα ενημέρωσης.
Στην Ελλάδα, εμείς οι δημοσιογράφοι το είχαμε κάνει σίριαλ και προσπαθούσαμε τότε να βγάλουμε στη δημοσιότητα ό,τι μπορούσε να φανταστεί κάποιος κάτοικος του συγκεκριμένου χωριού και των γύρω περιοχών. Θυμάμαι ότι αρκετά πράγματα είδαν τότε το φως της δημοσιότητας σε κάποιες εφημερίδες. Πολλά απ' αυτά δεν είχαν καμιά σχέση με την πραγματικότητα. Δυστυχώς ήταν αποκυήματα της φαντασίας. Είχε γραφτεί τότε με πηχυαίους τίτλους ότι η Ελένη ήταν ερωτευμένη με τον δάσκαλο, o οποίος επισκεπτόταν συγγενείς του στο Κωσταλέξι. Ο δάσκαλος αυτός ήταν ενταγμένος στις τάξεις των κομμουνιστών ανταρτών και οι οικείοι της δεν τον ήθελαν. Από τότε δήθεν τρελάθηκε η Ελένη και οδηγήθηκε στην κατάσταση που τη βρήκαν οι αστυνομικοί και ο εισαγγελέας. Άλλα δημοσιεύματα της εποχής ανέφεραν ότι είχε ερωτευτεί έναν αντάρτη και επειδή οι γονείς της ήταν εθνικόφρονες, αντιτάχθηκαν και αντέδρασαν. Περισσότερο φέρεται ότι αντέδρασε ένας θείος της, αδελφός της μάνας της Ελένης, o οποίος έβαλε βέτο. Η Ελένη —όπως έγραφαν— τον αγαπούσε παράφορα, οπότε οι γονείς της την έκλεισαν στο σπίτι και απαγόρευσαν στο εξής να βγαίνει έξω. Εκεί από την κλεισούρα αρρώστησε και κατέληξε στη σχιζοφρένεια.
Γράφτηκε, τέλος ότι η Ελένη έζησε ένα τραγικό περιστατικό κατά τον Εμφύλιο, κι από τότε αρρώστησε. Δηλαδή ήταν ερωτευμένη με έναν αντάρτη ο οποίος σκοτώθηκε από έκρηξη που σημειώθηκε κοντά στο σπίτι της κι από τότε σάλεψε το μυαλό της.
Το τι δημοσιεύματα βλέπαμε καθημερινά σε ορισμένες εφημερίδες, δεν μπορώ να σας περιγράψω. Δεν μπόρεσα να διασταυρώσω ποια απ' όλα αυτά είχαν ίχνος αλήθειας και ποιοι όχι. Η υπόθεση είχε μετατραπεί σε σίριαλ! Ο καθένας έλεγε το μακρύ του και το κοντό του... Εκείνο που έμαθα και μπορώ να το γράψω με βεβαιότητα, είναι για τον δάσκαλο με τον οποίο υποτίθεται ότι ήταν ερωτευμένη η Ελένη. Ο συγκεκριμένος δάσκαλος υποστήριζε από τότε ότι δεν είχε καμιά σχέση με τη συγκεκριμένη γυναίκα. Στις 14 Νοεμβρίου 1978 έστειλε μια επιστολή στην εφημερίδα του χωριού Κωσταλεξιώτικα Νέα με την οποία διαψεύδει τα δημοσιεύματα.
«Ύστερα από τα δημοσιεύματα στον αθηναϊκό τύπο, το πρώτο δεκαήμερο του τρέχοντος μηνός Νοεμβρίου, σχετικά με τον υποτιθέμενο δεσμό μου με την άμοιρη Ελένη, επιθυμώ να ενημερώσω την κοινή γνώμη και να διευκρινίσω τα εξής: Ουδεμία σχέση έχω με τα αναγραφέντα κοιι διαψεύδω κατηγορηματικά, σαν αναληθή και τελείως φανταστικά, τα όσα γράφτηκαν γύρω από το άτομό μου απ' οποιαδήποτε πηγή κι αν προέρχονται. Κακίζω τη δημοσιογραφική σπουδή, με την οποία ήρθαν στο φως της δημοσιότητας πρόσωπα και πράγματα τελείως άσχετα προς τα γεγονότα, με επακόλουθο τη μη σωστή και αντικειμενική ενημέρωση του ελληνικού κοινού».
Αυτά υποστήριξε ο δάσκαλος και οφείλω να τα περιλάβω στο βιβλίο για την αποκατάσταση της αλήθειας και οπωσδήποτε για λόγους δημοσιογραφικής δεοντολογίας.
Η δίκη και η αθώωση
Μετά την αποκάλυψη της υπόθεσης, τα αδέλφια της Ελένης Καρυώτη συνελήφθησαν από τη Χωροφυλακή και φυλακίστηκαν. Αξίζει να αναφέρω εδώ ένα απόσπασμα από το κατηγορητήριο που συντάχθηκε μετά την προανάκριση της Ασφάλειας καθώς και την τακτική ανάκριση που διενήργησαν οι δικαστικές αρχές αργότερα.
«Eκ προθέσεως αφήκαν αβοήθητον την αδελφήν των Ελένην, θυγατέρα Αθανασίου Καρυώτη, ετών 47, ην ενέκλεισαν εντός του ισογείου της οικίας των, όντως παντελώς ανθυγιεινού και ανηλίου, και απαγόρευσαν την εξ αυτού έξοδόν της και την οποίαν εγκατέλειψαν εντελώς γυμνήν, άνευ κλίνης και κλινοσκεπασμάτων, άνευ στοιχειώδους καθαριότητος του δαπέδου, ευρεθέντος την 6.11.1978 Πλήρους προσφάτων και παλαιών περιττωμάτων εκ των φυσικών αναγκών της και άνευ παροχής ιατροφαρμακευτικής περιθάλψεως, των οποίων ήσαν υπόχρεοι και κατά νόμον να παράσχουν εις την αδελφήν των και των οποίων ήσαν εις θέσιν, άνευ διακινδυνεύσεως της ιδίας των διατροφής, να παράσχουν εις αυτήν, ήτις, λόγω Ψυχοπαθείας και δη ημιφρενικής μορφής σχιζοφρενείας και μακροχρονίου εγκλεισμού της εις το ισόγειον, δεν ηδύνατο να προσφέρει εις εαυτήν βοήθειαν. Συνεπεία δε της τοιαύτης εγκαταλείψεώς της υπό τούτων περιέστη, αύτη, εις κίνδυνον της ζωής και υπέπεσεν εις βαρείας και μακράν νόσον, υποστάσα, εκτός των άλλων, αγκυλώσεις εις τας αρθρώσεις (κατ' ισχίον — κατά γόνυ — ποδοκνημικάς), θωρακικής μοίρας, σπονδυλικής στήλης (κύφωσις), υποκινητικότητα, ελαφρόν αρνητισμόν και κακήν επαφήν μετά του περιβάλλοντος, πτώσιν των διανοητικών λειτουργιών και ελαφράς καθολικάς ατροφίας κατά τα άνω, κυρίως, άκρα, αι δε βλάβαι αύται του σώματος και της διανοίας και ο κίνδυνος της ζωής ταύτης οφείλονται εις αμέλειαν τούτων, συνισταμένην ότι δεν προείδον καίτοι ηδύναντο».
Τα τρία αδέλφια της Ελένης που είχαν συλληφθεί την ίδια μέρα, o Ευθύμιος, η Μαρία και η Ολυμπία, παραπέμφθηκαν σε δίκη με βαρύτατες κατηγορίες. Δικάστηκαν στο Κακουργιοδικείο στις 10 Ιανουαρίου 1980, το οποίο και τους κήρυξε παμψηφεί αθώους. Κάτοικοι του χωριού Κωσταλέξι που παρακολουθούσαν τη δίκη, μόλις άκουσαν την αθωωτική απόφαση για τα τρία αδέλφια, ξέσπασαν σε ζητωκραυγές και σε χειροκροτήματα.
Η περίεργη εξαφάνιση της Ελένης
Μετά την αθώωσή τους, τα αδέλφια πήραν και πάλι στο σπίτι την Ελένη από την Ψυχιατρική κλινική της Αθήνας όπου νοσηλευόταν. Σύμφωνα με τους συγγενείς τους, τη βοηθούσαν και την περιποιούνταν όσο μπορούσαν καλύτερα.
Δυστυχώς, το 1998 η Ελένη εξαφανίστηκε από το σπίτι της κι από το χωριό, κάτω από μυστηριώδεις συνθήκες, και μέχρι τώρα που γράφω γι' αυτή την υπόθεση δεν είχε βρεθεί πουθενά.
Σύμφωνα με τους οικείους της, όταν της πήγαν το φαγητό στον χώρο που διέμενε, διαπίστωσαν ότι απουσίαζε. Την έψαξαν στο σπίτι, στην αποθήκη και σε άλλους χώρους, την έψαξαν σε γειτονικά σπίτια και σε αποθήκες του χωριού αλλά δεν τη βρήκαν πουθενά. Τότε επιστρατεύτηκαν πολλοί κάτοικοι του χωριού κι άρχισαν να ψάχνουν στα βουνά, στους κάμπους και στα λαγκάδια για να τη βρουν. Έψαχναν μέρες, βδομάδες παντού, αλλά χωρίς κανένα αποτέλεσμα.
Είχαν κυκλοφορήσει τότε και διάφορες φήμες. Κάποιοι υπέθεσαν ότι είχε καταφύγει σε μοναστήρι για να μονάσει. Κάποιοι άλλοι ότι την απήγαγαν έμποροι οργάνων, για να πουλήσουν την καρδιά της και άλλα όργανά της. Κάποιοι πιο ψύχραιμοι έλεγαν ότι η πιθανότερη εκδοχή είναι να έφυγε προς τα γύρω βουνά και κάπου εκεί να άφησε την τελευταία της πνοή, χωρίς να καταστεί δυνατό να εντοπιστεί. Ίσως αυτή να είναι και η επικρατέστερη εκδοχή.
Την ημέρα που ολοκλήρωσα το γράψιμο του κεφαλαίου για την άτυχη Ελένη, ήρθα σε επαφή με τον αστυνομικό διευθυντή Φθιώτιδας στη Λαμία Στέφανο Λουλακούδη και τον ρώτησα αν υπάρχει Κάποια εξέλιξη σχετικά με την εξαφάνιση της άτυχης Ελένης για να την περιλάβω στο βιβλίο. Μου απάντησε ότι μέχρι σήμερα δεν έχει βρεθεί ούτε ζωντανή ούτε νεκρή. Θεωρείται αγνοούμενη.
Πηγή: Πάνος Σόμπολος, ΤΑ ΤΡΑΓΙΚΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΤΗΣ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑΣ ΤΡΙΑΝΤΑΚΟΝΤΑΠΕΝΤΑΕΤΙΑΣ ΟΠΩΣ ΤΑ ΕΖΗΣΑ, Εκδ. ΠΑΤΑΚΗ
