Όμως, η επικράτεια των Υβλαίων Μεγάρων ήταν τόσο μικρή, ώστε σε διάστημα μικρότερο του ενός αιώνα αναγκάστηκαν να προχωρήσουν στην ίδρυση μιας άλλης αποικίας, του Σελινούντα, που έμελλε να έχει λαμπρό μέλλον. H περιοχή της αρχαίας πόλης, κοντά στη σημερινή Αουγκούστα, εκτεινόταν σε ένα οροπέδιο με θέα στη θάλασσα —το οποίο οριζόταν στον βορρά από τον ποταμό Κάντερα και στη δύση και στον νότο από τον ποταμό Σαν Κουσμάνο— και χωριζόταν από ένα βαθύπεδο που φτάνει έως τα παράλια του Ιονίου. Οι έρευνες επιβεβαίωσαν ότι η ίδρυση της αποικίας πραγματοποιήθηκε σε ακατοίκητο έδαφος, ενώ οι παρακείμενοι λόφοι κατοικούνταν από Σικελούς. Η πόλη στηριζόταν ουσιαστικά στην αγροτική οικονομία, χαρακτηριστικό που αντανακλάται στο πρωτότυπο αρχαϊκό πολεοδομικό σχέδιο, το οποίο καθορίστηκε από τον διαμοιρασμό της χώρας. Στη βόρεια ζώνη του οροπεδίου αναδύονται τα ερείπια δύο συνοικιών τοποθετημένων στα ανατολικά και στα δυτικά της Αγοράς, ενταγμένων σε ένα αστικό δίκτυο οργανωμένο πάνω σε δύο δέσμες συγκλινουσών πλατειών (λεωφόρων) πλάτους 3 μ., με προσανατολισμό από βορρά προς νότο. Τα οικοδομικά τετράγωνα που καθορίζονταν με αυτό τον τρόπο είχαν πλάτος 25 μ., σταθερό δεδομένο που επιβεβαιώνεται από την αστική διαίρεση της δυτικότερης περιοχής και της νότιας ζώνης του οροπεδίου. Δύο μεγάλες αρτηρίες, με κατεύθυνση από ανατολικά προς δυτικά και με πλάτος 5 μ., έτεμναν πλαγίως τους άξονες βορρά-νότου.
Η καινούργια πόλη αντανακλούσε, στις πέντε συνοικίες του πολεοδομικού ιστού της, την προέλευση των ομάδων των αποίκων, οι οποίοι κατάγονταν από τους πέντε συνοικισμούς που αποτελούσαν τα Μέγαρα της Αττικής, κατά την περίοδο της αναχώρησής τους. O αστικός χώρος, όπως και η ύπαιθρος, καθορίστηκε με ακρίβεια από την αρχή της εγκατάστασης. H μελέτη των ερειπίων των κατοικιών, οι οποίες παρατάσσονταν στους άξονες που όριζαν τα σύνορα, μας επιτρέπει να παρατηρήσουμε την τυπολογική εξέλιξή τους. Από το απλούστατο μονόχωρο της πρώτης εγκατάστασης (8ος αι. π.Χ.), η δομή της κατοικίας εμπλουτίζεται σταδιακά με χώρους, μέχρι να φτάσει στον οριστικό τύπο της αρχαϊκής πέτρινης οικίας, η οποία απαρτιζόταν από τρεις τετράγωνους χώρους, με πάτωμα από πατημένο χώμα, παρατεταγμένους και χωρίς επικοινωνία μεταξύ τους, και με τη νότια πλευρά να βλέπει σε μια αυλή, Οι συνοικισμοί στα αρχαϊκά Υβλαία Μέγαρα δεν ήταν πυκνοκατοικημένοι, καθώς ανάμεσά τους υπήρχαν καλλιεργήσιμες εκτάσεις γης' το ίδιο ίσχυε και στην πόλη, στις περιοχές που προορίζονταν για τα δημόσια, ιερά πολιτικά κτίρια.
Στο δεύτερο μισό του 7ου αι. π.Χ καθορίστηκε η όψη της Αγοράς η οποία καταλάμβανε ένα χώρο σε σχήμα τραπεζίου στο κέντρο των συνοικιών που έχουν εως τώρα ανασκαφεί. Μια μακριά στοά στη βόρεια πλευρά οδηγούσε στην πλατεία μεσω μιας κιονοστοιχίας, ενώ μια άλλη μακριά στοά την καθιστούσε επιβλητικότερη στην ανατολική πλευρά. Στον νότιο τομέα της πλατείας, το έδαφος της οποίας ήταν από πατημένο χώμα, υπήρχαν δύο ναοί με προσανατολισμό από ανατολικά προς δυτικά, οι οποίοι ήταν εμφανώς τοποθετημένοι στη συμβολή δύο οδών στη νότια πλευρά. Ο μεγαλύτερος ναός, με επίμηκες σχήμα, διέθετε μεσαία εσωτερική κιονοστοιχία, ενώ ο μικρότερος, ο οποίος δεν διατηρείται σε καλή κατάσταση, ήταν ένας ναΐσκος εν παραστάσι. Το συγκρότημα αυτό, το οποίο χρονολογείται στα μέσα του 6ου αι. π.Χ., δεν τροποποιήθηκε σε όλη τη διάρκεια αρχαϊκής περιόδου. Στο δυτικό άκρο της Αγοράς βρίσκονταν τα σημαντικά ιερά και κοσμικά κτίρια της πόλης. Στο βορειοδυτικό άκρο ένας ναός, ο σηκός του οποίου ήταν χωρισμένος στη μέση, του δεύτερου μισού του 6ου αι. π.Χ., που έβλεπε προς την πλατεία ταυτοποιήθηκε με το ηρώο του οικιστή. Προχωρώντας από βορρά προς νότο, ένας ναός που βρίσκεται λίγο πίσω από τα όρια της Αγοράς χρονολογείται στα
τέλη του 7ου αι. πΧ. Στη συνέχεια βρισκόταν το πρυτανείο, το καλύτερα διατηρημένο κτίριο της περιοχής, που απαρτιζόταν απο τρεις χώρους με στοά στη βόρεια πλευρά, είχε πρόσοψη σε μια αυλή και χρονολογείται στο δεύτερο μισό του 6ου αι. π.Χ. Το σχέδιο του κέντρου της πόλης συμπληρώνεται από ένα μεγάλο σύνολο χώρων σε σχήμα τραπεζίου, του δεύτερου μισού του 7ου αι. π.Χ., η χρήση των οποίων παραμένει ακόμη άγνωστη. H καταστροφή της πόλης από τον τύραννο Γέλωνα το 483 π.Χ. είχε ως αποτέλεσμα την ολοκληρωτική εγκατάλειψη του αστικού κέντρου για περίπου ενάμιση αιώνα. Η αναγέννησή του κατά την ελληνιστική περίοδο εντάσσεται στο πλαίσιο της πολιτικής της ίδρυσης πόλεων από τον Τιμολέοντα. H καινούργια πόλη, που περιβαλλόταν από οχυρώσεις με πύργους και πύλες, χρησιμοποίησε ουσιαστικά την υποδομή της προϋπάρχουσας πόλης, αποκαθιστώντας το οδικό δίκτυο στον βορρά και στις περιοχές γύρω από την Αγορά, η οποία ανέκτησε τον ρόλο της, αν και σε περιορισμένο βαθμό. H βόρεια πλευρά παρέμεινε σχεδόν αμετάβλητη' πίσω από την καινούργια στοά, που ήταν τοποθετημένη στη βόρεια πλευρά, ανήγειραν έναν δωρικό ναό με ιωνικό αρχιτεκτονικό διάκοσμο, κτίριο που χρονολογείται στα πρώτα χρόνια της επανίδρυσης της πόλης από τον Τιμολέοντα. Τη νότια πλευρά της Αγοράς καταλάμβανε ένα συγκρότημα δημόσιων λουτρών, που χρονολογείται στο πρώτο του 3ου αι. πΧ., ενώ στα ανατολικά βρισκόταν ένα ιερό αποτελούμενο από έναν τετράγωνο χώρο που νότια έβλεπε σε μια αυλή, η οποία περιβαλλόταν από μικρά δωμάτια. Το συγκρότημα ήταν προσιτό απο τα βόρεια μέσω μιας εισόδου ανοιχτής στην Αγορά, περιστοιχισμένης από βωμους. Τέλος, η διάταξη συνοικιών με κατοικίες πήρε τη γεωμετρική και αυστηρή φυσιογνωμία της αρχαϊκής περιόδου. Οι ανασκαφές από τα ελληνιστικά Υβλαία Μέγαρα έφεραν στο φως, εκτός των άλλων, τα ερείπια ενός μεγάλου αριθμού κατοικιών, οι πιο αξιόλογες από τις οποίες χαρακτηρίζονται από την περίτεχνη τοποθέτησή τους γύρω από κιονοστοιχίες. Από μερικές κατοικίες διασώζονται τα πατώματα και άλλα λειτουργικά τμήματα, όπως δεξαμενές νερού και πήλινα δοχεία θαμμένα μέσα στο χώμα. H ιστορία της μεγαρικης αποικίας έλαβε οριστικά τέλος με την κατάκτησή της από τους Ρωμαίους και την καταστροφή της, Tο 214 π.Χ.
Πηγή: Εκδ. ΔΟΜΗ, τ. 21