Ο Βρασίδας, χάρη στο έντονο ενδιαφέρον που δείχνει γι' αυτόν ο Θουκυδίδης, είναι ένας από τους ελάχιστους Σπαρτιάτες ηγέτες ο οποίος δεν ήταν βασιλιάς και για τον οποίο διαθέτουμε αρκετά στοιχεία ώστε να παρουσιάσουμε μια σύντομη βιογραφία του. Είναι πιθανό το όνομά του να προέρχεται ετυμολογικά από τις Πρασιές, μια πόλη στις βορειοανατολικές ακτές της Λακωνίας η οποία, πριν μετατραπεί σε μια πόλη περιοίκων, ήταν τον 7ο π.Χ. αιώνα μέλος μιας αμφικτιονίας που είχε την έδρα της στο νησί Καλαυρεία (το σημερινό Πόρο). Γνωρίζουμε επίσης, κάτι που είναι ασυνήθιστο, τα ονόματα και των δύο γονιών του Βρασίδα. O πατέρας του, ο Τέλλης, ήταν ένας από τους επιφανείς Σπαρτιάτες που το 421 π.Χ. διαπραγματεύτηκαν τους όρους της συνθήκης ειρήνης με την Αθήνα. Η μητέρα του ήταν η Αρχιλεωνίδα, στην οποία αποδίδεται ένα από τα αποφθέγματα που έχει συλλέξει ο Πλούταρχος στο έργο του Λακαινών Αποφθέγματα.
Ανεξάρτητα από την αυθεντικότητα με την οποία ο Πλούταρχος μεταφέρει τα λόγια της Αρχιλεωνίδας, αυτά αποσκοπούσαν να επισημάνουν: πρώτον, ότι στη Σπάρτη υπήρχαν πολλοί πολίτες που ήταν ισάξιοι με έναν τόσο επιφανή άντρα όσο ο γιος της ο Βρασίδας. και, δεύτερον, ότι μια υποδειγματική Σπαρτιάτισσα μητέρα, όπως η Αρχιλεωνίδα, ενδιαφερόταν περισσότερο για το κοινό καλό παρά για τον εγκωμιασμό ενός μέλους της οικογένειάς της. Στην πραγματικότητα όμως, υπήρχαν ελάχιστοι Σπαρτιάτες που ήταν περισσότερο ικανοί και αποτελεσματικοί ή είχαν περισσότερο κύρος εκτός Σπάρτης από τον Βρασίδα, τόσο στη διάρκεια της ζωής του όσο και μετά από το θάνατό του. Αν είχε ζήσει περισσότερο, ίσως ο Πλούταρχος να είχε γράψει μια βιογραφία του — όπως έκανε για τον Λύσανδρο, το μοναδικό ηγέτη της Σπάρτης που δεν ήταν βασιλιάς αλλά τον τίμησε εξιστορώντας τη ζωή του.
O Βρασίδας ήταν ένας από τους πέντε εφόρους το 431 π.Χ., όταν ξέσπασε ο Αθηναϊκός Πόλεμος. Το γεγονός αυτό δεν ήταν τυχαίο ή συμπτωματικό. Παρόλο που απαγορευόταν στους υποψήφιους για το αξίωμα του εφόρου να ψηφοθηρούν, θα ήταν παράδοξο αν αυτοί που έθεσαν —ή τους επιτράπηκε να θέσουν— υποψηφιότητα σε αυτή την κρίσιμη περίοδο δεν ήταν «γεράκια», δηλαδή σκληροί αντίπαλοι των Αθηναίων και υποστηρικτές της άμεσης έναρξης των εχθροπραξιών εναντίον τους. Όλα όσα γνωρίζουμε για τη μετέπειτα σταδιοδρομία του Βρασίδα επιβεβαιώνουν ότι ήταν ένας από τους πιο σφοδρούς πολέμιους της Αθήνας. Το 430 π.Χ. ήταν επικεφαλής του στρατιωτικού αγήματος που έλυσε την πολιορκία της Μεθώνης, στις δυτικές ακτές της Μεσσηνίας. Το επόμενο έτος, το 429 π.Χ., προήχθη σε επίτροπο του στόλου που ναυλοχούσε στην Κυλλήνη, στη βορειοδυτική Πελοπόννησο, και παρέμεινε σε αυτή τη θέση μέχρι το 427 π.Χ. Στον πελοποννησιακό στόλο είχε ανατεθεί η εξαιρετικά σημαντική αποστολή να φυλάει Το «βορειοδυτικό πέρασμα », δηλαδή να αποτρέψει τους Αθηναίους να περιπλεύσουν την Πελοπόννησο και να ενωθούν με τους Ναυπάκτιους Μεσσήνιους και τους υπόλοιπους συμμάχους τους στα νησιά του Ιονίου. O Βρασίδας ήταν ο πιο στενός συνεργάτης του Σπαρτιάτη ναυάρχου που διοικούσε το στόλο και συμμετείχε σε μερικές ιδιαίτερα σκληρές συγκρούσεις, συμπεριλαμβανομένου και του εμφυλίου πολέμου στην Κέρκυρα, τον οποίο περιγράφει αναλυτικά ο Θουκυδίδης. Ωστόσο, παρά τα προληπτικά μέτρα που είχαν λάβει, οι Σπαρτιάτες δεν κατάφεραν να εμποδίσουν τον Αθηναίο στρατηγό Δημοσθένη να καταλάβει και να οχυρώσει την Πύλο το 425 π.Χ. O Βρασίδας στάλθηκε εσπευσμένα στην περιοχή ως διοικητής μιας τριήρους. Λέγεται ότι διακρίθηκε περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο στη μάχη που επακολούθησε, όμως η έκβαση της σύγκρουσης στην Πύλο ήταν καταστρεπτική για τους Σπαρτιάτες. Ήταν λοιπόν αναγκαίο να υπάρξει ένας αντιπερισπασμός για να ανακτήσουν οι Σπαρτιάτες το ηθικό τους, αλλά και για να αποκατασταθεί το κύρος της Σπάρτης. Το ζήτημα των Μεγάρων, όπου υπήρχε μια ισχυρή φιλοαθηναϊκή και ενδεχομένως δημοκρατική μερίδα στις τάξεις του πληθυσμού, έδωσε στους Σπαρτιάτες την ευκαιρία να πετύχουν μια νίκη που τόνωσε το φρόνημά τους, καθώς το 424 π.Χ. ο Βρασίδας απέτρεψε να περάσουν τα Μέγαρα στο αθηνάϊκό στρατόπεδο. Ωστόσο η Σπάρτη αντιμετώπιζε σημαντικότερα προβλήματα πιο βόρεια και ο Βρασίδας κλήθηκε να τα επιλύσει.
Το 426 π.Χ. οι Σπαρτιάτες μαζί με άλλους Έλληνες εποίκισαν μια νέα πόλη, την Ηράκλεια Τραχινία στη Φθιώτιδα. Από την πρώτη στιγμή ήταν φανερές οι στρατηγικές επιδιώξεις που εξυπηρετούσε η ίδρυσή της: Οι Σπαρτιάτες θα μπορούσαν να ασκούν πιέσεις στην ελεγχόμενη από τους Αθηναίους Εύβοια, ενώ η νέα πόλη βρισκόταν στο δρόμο που οδηγούσε από τη Βοιωτία στη Θεσσαλία, στη Μακεδονία και στη Χαλκιδική. Την ίδια περίοδο επιτράπηκε στον Βρασίδα να συγκροτήσει ένα στρατό με εντελώς νέα σύνθεση. Το γεγονός αυτό αποκαλύπτει την ιδιοφυΐα του και διαψεύδει τον ισχυρισμό ότι οι Σπαρτιάτες, εξ ορισμού αλλά και εξαιτίας των κοινωνικών τους συνηθειών, σκέφτονταν με συντηρητικό τρόπο. Στο νέο στρατό που δημιούργησε ο Βρασίδας, εκτός από οπλίτες που προέρχονταν από πόλεις της Πελοποννησιακής Συμμαχίας, συμπεριλαμβάνονταν και μισθοφόροι — παρόλο που μισθοφορικές στρατιωτικές μονάδες είχαν συμμετάσχει και σε προηγούμενους πολέμους ανάμεσα στις ελληνικές πόλεις, ο ρόλος τους αναβαθμίστηκε στη διάρκεια του Πελοποννησιακού Πολέμου και στους μεταγενέστερους πολέμους. Τέλος, εκτός από τους Πελοποννήσιους οπλίτες και τους μισθοφόρους, ο Βρασίδας είχε στη διάθεσή του και μια δύναμη εφτακοσίων οπλισμένων ειλώτων. Όσοι από αυτούς επέζησαν, απελευθερώθηκαν όταν επέστρεψαν στη Σπάρτη. Ωστόσο, η ιδιαίτερη κοινωνική τους θέση υποδηλωνόταν με τη συλλογική ονομασία «Βρασίδειοι στρατιώτες», που καταδεικνύει ότι υπήρχε ένας ιδιαίτερος δεσμός ανάμεσα στους άντρες και το διοικητή τους. Το 418 π.Χ., τέσσερα χρόνια μετά το θάνατο του Βρασίδα, οι «Βρασίδειοι στρατιώτες» θα πολεμούσαν μαζί με τον τακτικό σπαρτιατικό στρατό στη μάχη της Μαντίνειας.
O Βρασίδας είχε φίλους σε αρκετές πόλεις της Θεσσαλίας. Το γεγονός αυτό του έδωσε τη δυνατότητα να διασχίσει με ασφάλεια τη Θεσσαλία και να φτάσει στη Μακεδονία. O τελικός του προορισμός ήταν η Χαλκιδική, όπου το 437 π.Χ, οι Αθηναίοι είχαν Ιδρύσει την Αμφίπολη. H στρατηγική θέση της επέτρεπε στους Αθηναίους να ελέγχουν τους χερσαίους δρόμους κατά μήκος των βόρειων ακτών του Αιγαίου, αλλά και να έχουν πρόσβαση σε πρώτες ύλες, ιδίως σε ξυλεία και σε μεταλλεύματα, που είχαν ζωτική σημασία για να συνεχίσουν να κυριαρχούν στις θάλασσες. Μπορούμε λοιπόν να φανταστούμε την αναστάτωση που επικράτησε στην Αθήνα, όταν έγινε γνωστό ότι ο Βρασίδας είχε καταφέρει να κερδίσει την υποστήριξη του Περδίκκα, του βασιλιά της Μακεδονίας, αλλά και πολλών ελληνικών πόλεων κατά μήκος των βόρειων ακτών του Αιγαίου, εν μέρει με τη χρήση απειλών, αλλά και, κάτι παράξενο για ένα Σπαρτιάτη, χάρη στην ευγλωττία του. Ο Θουκυδίδης εγκωμιάζει τη ρητορική του δεινότητα και παραθέτει δύο λακωνικές (όπως άρμοζε σε ένα Σπαρτιάτη) δημηγορίες του. Ωστόσο, ο Αθηναίος ιστορικός είχε προσωπικούς λόγους να επαινεί τον Βρασίδα. Το 424 π.Χ. ο Θουκυδίδης ήταν ένας από τους δέκα εκλεγμένους Αθηναίους στρατηγούς και του είχε ανατεθεί η αποστολή να εμποδίσει τον Βρασίδα να καταλάβει την Αμφίπολη. Δυστυχώς όμως απέτυχε.
Οι «απελευθερωμένοι» κάτοικοι της Αμφίπολης σέβονταν τόσο πολύ τον Βρασίδα, ώστε μετά το θάνατό του το 422 π.Χ. τον αναγόρευσαν οικιστή της πόλης τους και τον τιμούσαν με θρησκευτικές τελετές. Το γεγονός ότι οι κάτοικοι της Αμφίπολης αποκήρυξαν τον πραγματικό τους οικιστή, τον Αθηναίο Άγνωνα, καταδεικνύει τη συνάφεια που υπήρχε στην αρχαία Ελλάδα ανάμεσα στη θρησκεία και την πολιτική. Οι κάτοικοι της Αμφίπολης δεν ήταν οι μόνοι Έλληνες στην περιοχή της Χαλκιδικής που εκτιμούσαν τον Βρασίδα. Οι κάτοικοι της Σκιώνης (σύμφωνα με τον Θουκυδίδη):
...οργάνωσαν πολύ τιμητική υποδοχή στον Βρασίδα. Του χάρισαν χρυσό στεφάνι σε δημόσια τελετή, σαν απελευθερωτή των Ελλήνων και πολλοί τον στόλιζαν με ταινίες σαν αθλητή.
Μόνο η Ποτίδαια, την οποία οι Αθηναίοι είχαν εμποδίσει να αποστατήσει μετά από μια μακροχρόνια και σκληρή πολιορκία, που κράτησε από το 432 π.Χ. έως το 429 π.Χ., δεν επηρεάστηκε από τις δελεαστικές προτάσεις του Βρασίδα. Ωστόσο, αυτό ήταν αρκετό για να σταματήσει η νικηφόρα προέλαση του Βρασίδα στην περιοχή και αυτή η αποτυχία του, σε συνδυασμό με το φθόνο των αντιπάλων του στη Σπάρτη, είχαν ως αποτέλεσμα να εγκαταλείψει η Σπάρτη τη μέχρι τότε επιθετική πολιτική της και να υιοθετήσει μια ειρηνόφιλη πολιτική.
Ωστόσο, ο Βρασίδας δεν είχε καμία ανάμειξη στην ανακωχή που συνάφθηκε το 423 π.Χ., όπως εξάλλου δεν είχε και ο Αθηναίος Κλέωνας, ο πολιτικός που περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο είχε συμβάλει και είχε εκμεταλλευτεί την ταπεινωτική ήττα της Σπάρτης στην Πύλο το 425 π.Χ. Το 422 π.Χ. οι δύο άντρες έλυσαν τις διαφορές τους - σαν ομηρικοί ήρωες - σε μια μάχη που διεξήχθη μπροστά από τα τείχη της Αμφίπολης. Παρόλο που στην πραγματικότητα δε σκότωσε ο ένας τον άλλο, έπεσαν και οι δυο στο πεδίο της μάχης και o θάνατός τους άνοιξε το δρόμο για την επανέναρξη των ειρηνευτικών διαδικασιών. Ωστόσο, η Αμφίπολη δεν επανήλθε ποτέ οτο αθηναϊκό στρατόπεδο και αυτό ήταν ίσως το σημαντικότερο επίτευγμα του Βρασίδα.
Πηγή: Πολ Κάρτλεντζ, ΟΙ ΣΠΑΡΤΙΑΤΕΣ, εκδ. Λιβάνη, σελ. 252-257