Μέχρι την τελευταία στιγμή αγωνιζόταν να σώσει τους άλλους
Η Λέλα είχε νοσηλευθεί στον Ερυθρό Σταυρό από τις 23 Μαρτίου μέχρι τις 4 Ιουνίου του '44. Για δεύτερη φορά θα εισαχθεί στις 8 Ιουλίου του '44. Σε όλο αυτό το διάστημα μάθαινε με αγωνία για τις απανωτές συλλήψεις συνεργατών της και στελεχών του «Απόλλωνα». Παρ' όλο που είχε πάθει υπερκόπωση και οι γιατροί φοβούνταν για την καρδιά της, η Λέλα ησχολείτο συνεχώς με την ασφάλεια των δικών της ανθρώπων. Σε μια περίπτωση πήρε άδεια εξόδου από το Νοσοκομείο, μεταμφιέσθηκε σε ζητιάνα κι έτρεχε από σπίτι σε σπίτι να ειδοποιήσει αυτούς που κινδύνευαν! Προσπάθησε επίσης να εξαφανίσει όσα χαρτιά ήσαν ενοχοποιητικά. Φαίνεται δε ότι μόνο μία από τις στενές συνεργάτιδές της, η Μάρτζορυ Δημοπούλου, δεν υπάκουσε στις υποδείξεις της να κρυφτεί και την έπιασαν οι Γερμανοί.
Τον Ιούνιο συνελήφθη και ο ηλικιωμένος συνεργάτης της, ο θαρραλέος ξεναγός της Ακροπόλεως, ο Σκηνίτης. Από τις 8 Ιουλίου του '44, όταν η Λέλα μπήκε για δεύτερη φορά στον Ερυθρό Σταυρό, προσπαθεί με το προσωπικό τηλέφωνο του γιατρού της Σαρακηνού να ειδοποιήσει όσους δεν είχε προλάβει ακόμη. Σε λίγο από το ακουστικό του τηλεφώνου άρχισαν ν' ακούγονται παράξενοι ήχοι... Έμπειρη η Καραγιάννη κατάλαβε πως το τηλέφωνο του Σαρακηνού έχει παγιδευθεί και παρακολουθείται. Αυτό σημαίνει ότι ο κλοιός των Γερμανών έχει αρχίσει να κλείνει. Είναι προφανές πως οι μυστικές υπηρεσίες τους γνωρίζουν από την ανάκριση του Ριζόπουλου το όνομά της, αλλά προχωρούν σιγά σιγά για να είναι βέβαιοι ότι δεν θα τους ξεφύγει το θήραμα.
Στις 11 Ιουλίου του '44 μια μαύρη κούρσα με συμβατικές πινακίδες σταματάει μπροστά στο όμορφο περιστύλιο της κεντρικής εισόδου του Νοσοκομείου. Από το αυτοκίνητο βγαίνουν δύο άνδρες ντυμένοι με πολιτικά. Όσοι τους βλέπουν δεν έχουν αμφιβολίες. Το αγέρωχο ύφος, το βλέμμα κρύο και ατσάλινο, το μαλλί ξυρισμένο πάνω από τους κροτάφους...
Μαζί τους ένας Έλληνας με ύφος κακομοίρικο, σαν να ντρέπεται για την αποστολή του. Είναι ο διερμηνέας. Λίγη ώρα νωρίτερα είχε χτυπήσει το τηλέφωνο του Σαρακηνού, στο δωμάτιό του, αριθμός 301. Στο τηλέφωνο είναι και ο Νίκος Καραγιάννης, ο σύζυγος της Λέλας. Ο γιατρός φωνάζει τη Λέλα που βρίσκεται στο δωμάτιό της, το 306. Αυτή τρέχει κι αρπάζει το ακουστικό. Ο άνδρας της με σβησμένη φωνή της λέει: «Λέλα, φύγε, φύγε, ήρθαν οι Γερμανοί και πιάσαν τα παιδιά μας...» Η Λέλα του απαντάει αποφασιστικά: «Νίκο μου, δεν φεύγω... Ας έρθουν να με πιάσουν και μένα. Είναι προτιμότερο αυτό, διότι έτσι μπορεί ν' απαλλαγούν τα παιδιά...» Η απάντηση δείχνει τον χαρακτήρα της Καραγιάννη.
Δεν τη νοιάζει πια για τον εαυτό της. Έχει προετοιμασθεί ψυχικά για να πιει το πικρό ποτήρι. Από την άλλη πλευρά, ξυπνάει η αγάπη της μάνας – καλύτερα να παραδοθώ εγώ μήπως γλιτώσουν τα παιδιά μου... Αλλά τι είχε συμβεί με τα παιδιά; Οι τρεις κόρες, η Ιωάννα, η Ηλέκτρα και η Νεφέλη, βρίσκονταν στο οικογενειακό σπίτι, στην οδό Λήμνου. Η Ηλέκτρα ήταν νιόπαντρη μ' έναν πλούσιο λεβεντάνθρωπο, τον Σπύρο Κρασσά, που είχε σπίτι στη Γλυφάδα. Από τους τρεις γιους, ο Γιώργος, ο καταζητούμενος από το 1941, πηγαινοερχόταν μυστικά από τα βουνά στην Αθήνα, ο Νέλσων βρισκόταν στο σπίτι του γαμπρού του, στη Γλυφάδα, και ο τρίτος γιος, ο Βύρων, είχε πάει στην οδό Λήμνου ξαφνικά το βράδυ της 10ης Ιουλίου για να δει τις αδελφές του. Ο πατέρας του του είχε συστήσει να μη διανυκτερεύει στην οικογενειακή κατοικία, αλλά ο «Βυρωνάκος» είχε επιθυμήσει να δει τις αδελφούλες του. Τα τέσσερα αδέλφια έφαγαν μαζί, διασκέδασαν και μετα σύμφωνα με τα καλοκαιρινά έθιμα άπλωσαν στρώματα στη δροσερή ταράτσα και κοιμήθηκαν ευχαριστημένα.
Κατά τη μιάμιση ξημερώματα της 11ης Ιουλίου, ξύπνησαν από τα γαβγίσματα του σκύλου τους, του Ρεξ, που φύλαγε μπροστά στον μικρό κήπο. Ακούνε το απαίσιο φρενάρισμα αυτοκινήτων και διαισθάνονται αμέσως ποιοι θα είναι οι νυχτερινοί επισκέπτες. Ο Βύρων προτείνει στις αδελφές του να πηδήξουν από την πίσω μάντρα του περίβολου και να το σκάσουν. Μες στο σκοτάδι όμως ακούνε τα τρεξίματα των εισβολέων γύρω γύρω από το σπίτι. Έχουν κυκλωθεί.
Πρώτα παραβιάζεται η εξώπορτα του μικρού κήπου και ακούνε ένα κλαψούρισμα του δύστυχου του Ρεξ. Οι Γερμανοί τον έχουν κλωτσήσει. Τώρα οι επιδρομείς χτυπάνε άγρια την εξώπορτα της κατοικίας. Τα τέσσερα παιδιά είναι πλέον παγιδευμένα. Οι τρεις αδελφές, πρόχειρα ντυμένες, κατεβαίνουν στο χωλ και περιμένουν σε μια γωνιά αγκαλιασμένες. Ο Βύρων, ο μόνος άνδρας του σπιτιού, πηγαίνει στην πόρτα, την ξεκλειδώνει και ανοίγει στους βαρβάρους. Είναι τέσσερις, φορούν πολιτικά και κρατούν αυτόματα στα χέρια, εκτός από έναν που φαίνεται πως είναι ο διερμηνέας. Από τους εισβολείς ο ένας μοιάζει να είναι ο επικεφαλής, μέτριος στο ανάστημα, σχετικά παχύς, με καιστανά μαλλιά, δεν έχει τα χαρακτηριστικά της αρείας φυλής. Τα μάτια του είναι κατακόκκινα και καθώς πλησιάζει τις αδελφές μια μυρωδιά κρασιού αναδύεται από το στόμα του, αλλά δεν είναι μεθυσμένος. Από την πρώτη στιγμή απευθύνει απανωτές ερωτήσεις στις κόρες. Ο στρατηγός Ντερτιλής έχει έρθει στο σπίτι τους; Τον Ριζόπουλο τον ξέρουν; Ποιος άλλος έρχεται στο σπίτι τους τακτικά; Και οι τρεις αδελφές απαντούν αρνητικά.
Αυτός που κάνει την πρόχειρη προανάκριση είναι ο Μπέκε (Fritz Backe), ο οποίος έχει ήδη αποκτήσει τη φήμη ενός από τους πιο απάνθρωπους ανακριτές. Όλο αυτό το διάστημα, ένας Γερμανός με το αυτόματό του κρατάει τον Βύρωνα ακινητοποιημένο κοντά στην εξώπορτα. Ο Μπέκε μοιάζει απογοητευμένος. Η πρόχειρη ανάκριση δεν απέδωσε. Με μια διαταγή του και τα τέσσερα παιδιά επιβιβάζονται στα αυτοκίνητα. Μέσα στην άγρια νύχτα τα αυτοκίνητα διασχίζουν την πόλη. Τα παιδιά δεν μπορούν να καταλάβουν πού τους πάνε. Κάποια στιγμή τους φάνηκε ότι είδαν ένα κομμάτι του Βασιλικού Κήπου κι αμέσως τ' αυτοκίνητα στρίβουν σ' έναν μικρό δρόμο. Προλαβαίνουν να δουν μερικές όμορφες μονοκατοικίες και τ' αυτοκίνητα σταματούν. Είναι η οδός Μέρλιν, αριθμός 61.
Αργότερα, στη Γλυφάδα, θα συλληφθεί και ο Νέλσων κι έτσι συνολικά πιάστηκαν πέντε μέλη της οικογενείας Καραγιάννη. Ο πατέρας, ο Νίκος, τουλάχιστον είχε μείνει ελεύθερος. Ο Γιώργος Καραγιάννης, ο «διαγγελέας» μεταξύ των ορέων και της «Μπουμπουλίνας», βρισκόταν κατά σύμπτωση στην πρωτεύουσα και κρυβόταν στο εργοστάσιο ποτοποιίας του γαμπρού του, του Κρασσά. Θα δούμε σε λίγο πώς γλίτωσε ως εκ θαύματος τη σύλληψη.
Πίσω στο Νοσοκομείο του Ερυθρού Σταυρού.
Οι δύο Γερμανοί με τον διερμηνέα τους ρωτούν στο θυρωρείο σε ποιο δωμάτιο νοσηλεύεται η κυρία Καραγιάννη. Στο 306... Προχωρούν γρήγορα, όμως δεν κρατούν όπλα φανερά. Προφανώς σέβονται στοιχειωδώς το Νοσοκομείο και τη σκέπη του Ερυθρού Σταυρού. Στο δωμάτιό της η Λέλα συνομιλεί με την Παπαδοπούλου, την πιστή της υπάλληλο των Φυλακών Αβέρωφ. Γνωρίζει ότι από στιγμή σε στιγμή θα φθάσουν οι Γερμανοί, αλλά με παροιμιώδη ψυχραιμία δίνει στη συνεργάτιδά της κάποιες τελευταίες οδηγίες για αγωνιστές που κρατούνται στου Αβέρωφ. Οι δύο Γερμανοί είναι έξω από το δωμάτιό της κι ο διερμηνέας χτυπάει την πόρτα. Ρωτάει: «Η κυρία Καραγιάννη;» Η Λέλα σκέπτεται πως δεν πρέπει να βρουν την Παπαδοπούλου κοντά της –ίσως την πιάσουν κι αυτήν και μ' εκπληκτική ετοιμότητα απαντάει: «Όχι, η κυρία Καραγιάννη είναι στο διπλανό δωμάτιο», κι αμέσως διώχνει την Παπαδοπούλου. Οι Γερμανοί ξαναγυρίζουν... Έχουν αντιληφθεί ότι η Λέλα τους εξαπάτησε κι αρχίζουν να χάνουν την ψυχραιμία τους. Μέσω του διερμηνέα λένε στην Καραγιάννη να μαζέψει γρήγορα τα πράγματά της. Αυτή το κάνει αργά αργά, σχεδόν επιδεικτικά. Ο ένας Γερμανός οργίζεται και λέει στον διερμηνέα: «Schneller, schneller», πιο γρήγορα... Η Λέλα έχει βαλθεί να τους πάρει τον αέρα. « Ο κύριος», απευθύνεται στον διερμηνέα, «μπορεί να είναι νευρικός, αλλά εγώ δεν βιάζομαι».
Ο διερμηνέας θέλοντας να δείξει στ' αφεντικά του τον υπερβάλλοντα ζήλο των υποτελών, γυρίζει στη Λέλα και της λέει επιτακτικά: «Μάζεψε τα κουρέλια σου, να φύγουμε...»
Αυτό ήταν. Η γυναίκα αυτή δεν σηκώνει αυθάδειες από συνεργάτες του εχθρού. Του αστράφτει ακαριαίως ένα γερό χαστούκι λέγοντάς του: «Παλιόπαιδο, προδότη...» Νεκρική σιγή ακολουθεί. Ο νεαρός στρέφεται προς τους Γερμανούς, περιμένοντας κάποια αντίδραση. Παραδόξως αυτοί παρακολουθούν και δεν επεμβαίνουν. Καθώς εξέρχεται υπό συνοδείαν, η Καραγιάννη σφίγγει πρώτα το χέρι του γιατρού Σαρακηνού που τόσο της συνμπαραστάθηκε, κι έπειτα ευχαριστεί όλες τις αδελφές και το προσωπικό που έχουν συγκεντρωθεί στον διάδρομο. Σημειώνει στη μεταπολεμική του έκθεση ο Μιχαήλ Σαρακηνός σε ωραία καθαρεύουσα: «... Εκ των παραθύρων του Νοσοκομείου πολλοί δακρύοντες οφθαλμοί παρηκολούθουν μέχρις ότου εξηφανίσθη το απάγον την Εθνομάρτυρα αυτοκίνητον μετά των δημίων της ...»
Πηγή κειμένου: ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΖΑΟΥΣΗΣ - Λέλα Καραγιάννη: Η Μπουμπουλίνα της Κατοχής, σελ.200-205