Ὁ Κωνσταντίνος (Κώττας) Χρήστου (1860-1905), ήταν γνωστός μέ τό προσωνύμιο «Αετός τῶν Κορεστείων» καί ἔμεινε στήν ἱστορία ὡς Καπετάν-Κώττας. Ὁ Κώττας Χρήστου γεννήθηκε το 1860 στή Ρούλια (Κώτας) τῶν Πρεσπῶν, τοῦ νομοῦ Φλωρίνης. Βαπτίστηκε μέ τό όνομα Κωνσταντῖνος. Τελικά ἐπικράτησε ὁ παρεφθαρμένος τύπος Κώστας ἢ Κώττας. Ὁ πατέρας του ονομάζονταν Χρῆστος καί ἡ μητέρα τοῦ Δέσποινα.
Ἡ θέση τοῦ χωριοῦ του, ἦταν κοντά σε κύρια οδική αρτηρία καί τό καταστοῦσε εὔκολο στόχο σε ὀθωμανικά στρατιωτικά ἀποσπάσματα ἀλλά καί σέ ἄτακτες ληστρικές ομάδες πού κατά καιρούς προκαλοῦσαν καταστροφές, λεηλασίες καί φόνους. Ἔτσι, οἱ κάτοικοι αναγκάστηκαν νά τό ἐγκαταλείψουν καί νά κατοικήσουν τη σημερινή τοποθεσία, πού τότε βρίσκονταν ἀνάμεσα σε δάση καί ἦταν προστατευμένη. Ὁ Κώττας ἦταν ἀπό παιδί ζωηρός, τολμηρός, ἐπαναστατικός καί ριψοκίνδυνος. Δέν ἀγαποῦσε ιδιαίτερα τά γράμματα, ἀλλά ἀναγκάστηκε για λόγους βιοποριστικούς να μάθει μέ μεγάλη ἐπιμονή, ἀνάγνωση και γραφή. Μετά το θάνατο τοῦ πατέρα του Χρήστου, κρατοῦσε μόνος του τά βιβλία τοῦ οἰκογενειακοῦ παντοπωλείου. Ἀργότερα εργάστηκε ὡς ἀγωγιάτης καί ἐξ αἰτίας αὐτοῦ ταξίδευε για αρκετά χρόνια στη Θράκη, τήν Κωνσταντινούπολη καί βόρεια ὡς τή Σερβία. Το 1886 επέστρεψε στη Ρούλια καί ἄσκησε ἐκεῖ τά επαγγέλματα τοῦ παντοπώλη, τοῦ ὑποδηματοποιοῦ, τοῦ κηροπλάστη καί τοῦ ξενοδόχου. Απέκτησε ἀρκετά χρήματα, μέρος τῶν ὁποίων διέθετε γιά τήν ἀρωγή τῶν φτωχῶν συμπατριωτῶν του.Ανέγειρε ξενώνα στη Ρούλια, ὅπου παρείχε δωρεάν τροφή καί στέγη στούς ἀπόρους καί μέ δική του δωρεά ανεγέρθηκε οἴκημα στη μονή τῆς Ἁγίας Τριάδας Πισοδερίου. Νυμφεύτηκε την Ζωή Σφέτκου, καί ἀπέκτησαν 8 παιδιά: τή Σοφία, τον Δημήτριο, τόν Σωτήριο, τή Βασιλική, τόν Χρῆστο, τόν Λάζαρο, την Πασχαλινή καί τόν Εὐάγγελο. Η Βασιλική, ή Πασχαλινή καί ὁ Λάζαρος πέθαναν σε νεαρή ηλικία. Ὁ Εὐάγγελος πέθανε το 1958 στην Αθήνα.
Στήν ἰδιωτική του ζωή ἐπιδίδονταν μέ ζῆλο στο κυνήγι πού ἦταν ἄφθονο στην περιοχή των Κορεστείων. Στα τέλη τῆς δεκαετίας τοῦ 1880 κατετάγη σέ σῶμα φαχρήδων, πού ἦταν ἕνα εἶδος πολιτοφυλακῆς πού συγκροτεῖτο ἀπό χριστιανούς μέ σκοπό τήν πάταξη τῆς ληστείας. Από το 1893 έως το 1896 ὁ Κώττας διατέλεσε πρόεδρος κοινότητος τῆς Ρούλιας. Τότε ἦρθε σε ρήξη μέ τόν Τουρκαλβανό Κασήμ
ἀγά, μπέη τῆς Καπεστίτσας. Ὁ Κασήμ αγάς ἦταν κύριος τοῦ ἑνός ἀπό τά δυό πανδοχεῖα τῆς Ρούλιας. Τό ἄλλο ἀνῆκε στήν κοινότητα. Ὁ Κασήμ ἀγάς ἐμπόδιζε ὅποιον ενδιαφερόταν νά ἐπινοικιάσει καί νά λειτουργήσει το κοινοτικό πανδοχεῖο γιά νά μή χάσει τά κέρδη του. Οἱ κάτοικοι τοῦ χωριοῦ διαμαρτύρονταν γιατί τό πανδοχεῖο ἀποτελοῦσε ἕνα ἔσοδο γι' αὐτούς. Ὁ Κώττας τότε ἐπινοικίασε ὁ ἴδιος τό κοινοτικό πανδοχεῖο, γεγονός πού προκάλεσε τόν Κασήμ ἀγά καί τόν ὁδήγησε στήν ἀπόπειρα δολοφονίας τοῦ Κώττα. Ὁ Κώττας σώθηκε, καθώς κρύβονταν σε οἰκίες συγχωριανῶν του. Ἐξ αἰτίας αὐτῶν τῶν γεγονότων, στίς ἀρχές τοῦ 1897 ὁ Κώττας ἐγκατέλειψε τή Ρούλια και βγῆκε στό βουνό ὡς ἀντάρτης. Ἡ κατάσταση ἦταν οὕτως ἢ ἄλλως ἔκρυθμη λόγῳ τῆς Μακεδονικῆς Ἐπανάστασης του 1896 πού ἦταν ἀκόμα σε εξέλιξη ἀλλά καί τοῦ ἐπικείμενου Ἑλληνοτουρκικοῦ πολέμου τοῦ 1897.
Ὁ Κώττας ἄρχισε νά καταδιώκει Οθωμανούς ἄρχοντες καί ἔδωσε ἀρκετές μάχες μέ ὀθωμανικά στρατεύματα. Τήν ἄνοιξη τοῦ 1897, ἡ φήμη τῆς δράσης τοῦ Κώττα ἦταν τέτοια, πού 28 νέοι τῶν καλύτερων οἰκογενειῶν τοῦ Μοναστηρίου, μεταξύ τῶν ὁποίων καί ὁ βιομήχανος Νικόλαος Καζάζης, εἶχαν προετοιμαστεῖ καί ἐξοπλιστεῖ, προκειμένου να τεθοῦν ὑπό τή ἡγεσία τοῦ Κώττα. Ἐπίσης, ἀνάλογες προθέσεις εἶχαν καί ἀρκετοί νεόι της Φλώρινας καί τῆς Καστοριᾶς. Τα σχέδια αὐτά τοῦ Ἑλληνισμοῦ τῆς περιοχῆς ματαίωσε ἡ ἀτυχής κατάληξη τοῦ Ἑλληνοτουρκικού πολέμου τοῦ 1897. Ὁ Κώττας μέ τό σῶμα του συνέχισε να περιφέρεται στις περιοχές Πρεσπῶν καί Φλώρινας καταδιώκοντας Τούρκους καί Τουρκαλβανούς μπέηδες πού καταδυνάστευαν τούς χριστιανικούς πληθυσμούς. Τήν ἐποχή ἐκείνη ἦρθε σε επαφή μέ τόν κομιτατζή τῆς ΕΜΕΟ Λάζαρ Ποπτράικωφ, ὁ ὁποῖος ἐπίσης δροῦσε τότε κατά ὀθωμανικῶν στόχων. Ἔτσι παρόλο πού διατήρησε τήν αὐτονομία τῶν κινήσεών του, εντάχθηκε στην ΕΜΕΟ και συνεργάστηκε σε πολλές επιχειρήσεις μέ ἀρκετά στελέχη της. Γιά τόν Κώττα, εἶχε μεγαλύτερη σημασία ή συσπείρωση ὅλων τῶν χριστιανῶν κατά τοῦ ὀθωμανικοῦ ζυγοῦ. Συνήθιζε να λέει: «Ἄς σκοτώσουμε πρῶτα τήν ἀρκούδα καί γιά το τομάρι, εἶναι εὔκολο νά τό μοιράσουμε».
Το 1898 ὁ Κώττας μέ τήν ὁμάδα του, κατόρθωσε να συλλάβει καί νά ἐξοντώσει τόν Τοῦρκο εἰσπράκτορα Ταχήρ, ὁ ὁποῖος καταδυνάστευε τα χωριά του καζά Φλωρίνης. Στις 29 Ιουλίου τοῦ ἴδιου ἔτους ἐξόντωσε στην Τύρσια (Τρίβουνο) τόν Νουρή μπέη, πού ἦταν ἰδιαίτερα σκληρός μέ τούς χριστιανούς τῆς ὑποδιοίκησης (καζά) Φλωρίνης. Το Πάσχα τοῦ 1899, ὁ Κώττας μέ τό σῶμα τοῦ κατάφερε νά ἐξοντώσει τους Τουρκαλβανούς μπέηδες Τσαούς Σιαμπάν καί Τζέλιο, σέ ἐνέδρα στο Μπούφι (Ακρίτας). Οἱ μπέηδες Τζέλιο και Τσαούς Σιαμπάν δροῦσαν στον καζά Φλωρίνης καί λυμαίνονταν τά χριστιανικά χωριά. Τό ἑπόμενο Πάσχα του 1900, ὁ Κώττας μέ τά παλικάρια του ἐξόντωσαν τόν Κασήμ αγά, ὁ ὁποῖος ἦταν ὁ ἰσχυρότερος μπέης τῆς περιοχῆς καί ἐξανάγκαζε σέ ἐξαθλίωση τούς κατοίκους τῶν χωριῶν Σμαρδέσι (Κρυσταλλοπηγής), Μπρέσνιτσας (Βατοχωρίου), Ρούλιας, Τύρσιας (Τρίβουνου), Ὄστιμας (Τριγώνου), Ζελόβου (Αντάρτικου), Ποζίβιστας (Χαλάρας), Κονομπλατίου (Μακροχωρίου) καί Στάτιστας (Μελᾶ), ἐπιβάλλοντας βαρεῖς φόρους καί χρησιμοποιώντας βίαια μέσα.
Κατά τά ἔτη 1900, 1901, 1902 και μέχρι τα μέσα τοῦ 1903 ὁ Κώττας ἀρχικά συνεργάστηκε μέ τήν ΕΜΕΟ κατά τῶν Ὀθωμανῶν. Διενεργήθηκαν πολλές ἐπιθέσεις καί ὁ Κώττας ενθάρρυνε καί ἐμψύχωνε τούς σκληρά δοκιμαζόμενους ἑλληνικούς πληθυσμούς τῆς ὑπαίθρου. Γρήγορα ὅμως ἀντελήφθη τούς ὑπόγειους ἀνθελληνικούς σκοπούς τῆς ΕΜΕΟ, καθώς μαθεύτηκαν διάφορες μεμονωμένες δολοφονίες μόνο κατά τῶν Ἑλλήνων. Μετά από πολλές παλινωδίες από καλοπιάσματα καί ἀπειλές, ἀπεχώρησε ὁριστικά ἀπό τήν ΕΜΕΟ. Ακολούθησαν προσπάθειες ἐκ μέρους τῶν Βούλγαρων καί στή συνέχεια ἐκβιασμοί καί πολλές απόπειρες δολοφονίας ἐναντίον του. Αναγκάστηκε να φυγαδεύσει δυό του ἀγόρια στην Αθήνα προκειμένου νά τά σώσει ἀπό τό βουλγάρικο μαχαίρι. Μέ τήν οικονομική ενίσχυση τῆς κόμησας Λουΐζης Ριανκούρ τά δυό ἀγόρια ἐνεγράφησαν ἀπό τόν Στέφανο Δραγούμη στο λύκειο τοῦ Ἰωάννου Δέλλιου.
Μεγάλη στιγμή γιά τή ζωή του ἦταν ἡ συνάντησή του μέ τόν Μητροπολίτη Καστοριάς Γερμανό Καραβαγγέλη. Μεταξύ τῶν δύο ἀνδρῶν, ἀνεπτύχθη ἐκτίμηση πού ὁδήγησε σε στενή συνεργασία. Στα τέλη Ἰουνίου τοῦ 1903, οἱ Ντάμιεν Γκροῦεφ καί Μπ. Σαράφωφ ἐπισκέφτηκαν τα Κορέστεια ὥστε νά προετοιμάσουν τήν ἐξέγερση τοῦ Ἰουλίου (Ίλιντεν). Τό ζήτημα τῆς ἐξόντωσης τοῦ Κώττα, ἦταν πλέον επιτακτικό καθώς ἐκεῖνος ἀσκοῦσε ἡγεμονική ἐπιρροή σε μεγάλο μέρος τῶν πληθυσμῶν τῆς Βορειοδυτικῆς Μακεδονίας καί ἀποτελοῦσε τό μεγαλύτερο εμπόδιο στην κάμψη τῶν ἑλληνικῶν πληθυσμῶν. Στίς ἀρχές Ιουλίου τοῦ 1903, ἀντιπροσωπεία τῆς ΕΜΕΟ ἐπεσκέφθη τόν Κώττα, προκειμένου νά τόν ἐνημερώσει γιά τήν ήμερομηνία τῆς ἐπικείμενης εξέγερσης καί νά τοῦ ζητήσει συμμετοχή. Ὁ Κώττας δέχτηκε να συμμετάσχει αλλά ζήτησε νά ἀναβληθεῖ χρονικά ἡ ἐξέγερση καθώς θεωροῦσε ὅτι θά ὁδηγοῦ σε σέ σφαγή τῶν χριστιανικῶν πληθυσμῶν. Ὅπως ἀπεδείχθη εἶχε δίκαιο.
Μετά τήν ἀποτυχία τῆς Ἐξέγερσης τοῦ Ἴλιντεν, οἱ Βούλγαροι κομιτατζήδες στράφηκαν κατά τῶν Ἑλλήνων καί ἄρχισαν νά ἐπιτίθενται σφάζοντας καί καταστρέφοντας αδιακρίτως καί στήνοντας συνεχῶς παγίδες γιά νά ἐξοντώσουν τόν Κώττα. Μά όσο το καντηλάκι τῆς ζωῆς του εἶχε λάδι, ὁ Καπετάνιος γλύτωνε κάθε φορά. Στίς ἀρχές τοῦ 1904, ὁ Καπετάν-Κώττας μέ τούς ὁπλαρχη γούς Νικόλαο Πύρζα, Παῦλο Κύρου, Γεώργιο Κολίτση, Σίμο Ἰωαννίδη, τούς συντρόφους του Βασίλειο Ράμμο ἀπό τήν Ὄστιμα καί Ἠλία Γκαδούτση ἀπό τό Ζέλοβο καί τόν μεγαλέμπορο τοῦ Μοναστηρίου καί ἱδρυτή τῆς Ἐσωτερικῆς Οργάνωσης Μοναστηρίου Σπυρίδωνα Δούμα, μετέβησαν στήν Αθήνα γιά νά καταστρώσουν ἀπό κοινοῦ μέ τούς ἀξιωματικούς, τήν ἐπίσημη έναρξη τοῦ Μακεδονικοῦ Ἀγώνα. Ἐκεῖ, ὁ Στέφανος Δραγούμης μεσολάβησε, ὥστε ὁ Καπετάν-Κώττας να συναντήσει τον διάδοχο Κωνσταντῖνο. Κι τότε, ὁ σλαβόφωνος, Γρεκομάνος χωρικός, μέ τά λίγα διαλεγμένα ἑλληνικά του, ἐξέθεσε στον διάδοχο Κωνσταντῖνο τήν κρίσιμη κατάσταση τοῦ Ἑλληνισμοῦ τῆς Βορειοδυτικῆς Μακεδονίας καί ζήτησε τήν ἀρωγή τοῦ ἑλληνικοῦ κράτους. Η συνάντηση αυτή, τόν Ἰανουάριο τοῦ 1904 ἔμελε νά ἀποτελέσει τήν ἐπίσημη ἐμπλοκή τοῦ ἑλληνικοῦ κράτους στήν ὑπόθεση τῆς Μακεδονίας.
Πράγματι, στα τέλη Φεβρουαρίου τοῦ 1904, πραγματοποιήθηκε ἡ πρώτη περιοδεία στη Μακεδονία, τοῦ Παύλου Μελά, μέ τούς Ἀλέξανδρο Κοντούλη, Αναστάσιο Παπούλα καί Γεώργιος Π. Κολοκοτρώνη. Τον Μάιο ὁ Κώττας εἶχε συμπεριλάβει στό σῶμα του, μαζί μέ τούς παλιούς συντρόφους του καί τούς πρώτους Κρητικούς μαχητές πού εἶχαν καταφτάσει μερικούς μήνες νωρίτερα καί ἀγωνίζονταν ἐπίσης, στο πλευρό τοῦ Στρεμπενιώτη ὁπλαρχηγοῦ. Μεταξύ αὐτῶν οἱ Εὐθύμιος Καούδης, Γεώργιος Δικώνυμος Μακρῆς καί Γεώργιος Περάκης. Ὁ Παῦλος Μελᾶς ἀναγνώρισε πάραυτα τήν ήγετική μορφή τοῦ Καπετάν-Κώττα στη Δυτική Μακεδονία. Αλλά καί ἡ βουλγαρική πλευρά αντελήφθη ἀμέσως ὅτι ὁ Κώττας εἶχε προκαλέσει τό ἐνδιαφέρον τῆς Ἑλληνικῆς κυβέρνησης πού ἕως τότε ἦταν ἀμέτοχη, καί οἱ ἀπειλές τους εντάθηκαν συνεχῶς μέ ἐπιστολές. Τόν παγίδευσαν μάλιστα με πλαστή επιστολή τοῦ ἑλληνικοῦ προξενείου Μοναστηρίου, ἡ ὁποία ἔγραφε του ὅτι πρόσωπο τοῦ προξενείου ἐπιθυμοῦσε νά τόν συναντήσει στήν Ὄστιμα. Ὅταν ὁ Κώττας μέ τόν Εὐθύμιο Καούδη καί τούς ἄνδρες τους ἔφτασαν ἐκεῖ, εἰδοποιήθηκε ὁ ὀθωμανικός στρατός, ἀλλά οἱ Ἕλληνες κατάφεραν να διαφύγουν.
Ἕως τό Μάιο τοῦ 1904 τά ἑνωμένα σώματα τῶν Μακεδόνων καί Κρητικῶν ὁπλαρχηγῶν, ὑπό τίς γενικές οδηγίες τοῦ Καπετάν- Κώττα ἔδρασαν στη Βορειοδυτική Μακεδονία, προσπαθώντας να ἐξοντώσουν τούς Βούλγαρους κομιτατζήδες. Στο διάστημα αὐτό ὁ Κώττας συνδέθηκε μέ ὅρκο φιλίας μέ τόν Εὐθύμιο Καούδη. Στα μέσα Μαΐου ὁ Κώττας μέ τούς ἄνδρες του στρατοπέδευσαν στήν Ὄστιμα καί μετέβη μέ ἀρκετούς ἄνδρες στο χωριό του Ρούλια γιά νά ἐπισκευθεῖ τήν οἰκογένειά του. Τό ἴδιο βράδυ, ἡ ὁμάδα τοῦ Μῆτρο Βλάχου εισέβαλε στήν Ὄστιμα καί ἐξανάγκασε τούς κατοίκους νά ὑπογράψουν ὅτι προσέρχονται στήν ἐξαρχία καί δέν ἐπιθυμοῦν πλέον Ἕλληνα δάσκαλο. Ἡ μικρή ομάδα πού εἶχε ἀφεθεῖ ἐκεῖ ἀπό τόν Κώττα δέν μπόρεσε νά ἀντισταθεῖ στήν πολυπληθῆ ὁμάδα τοῦ Μῆτρο Βλάχου. Ὁ Κώττας μόλις πληροφορήθηκε τά γεγονότα, ἐπέστρεψε στήν Ὄστιμα ἀλλά ἐκτιμώντας τήν κατάσταση προτίμησε νά μήν συγκρουστεῖ μέ τήν ὁμάδα τοῦ Μῆτρο Βλάχο καί τόν προσκάλεσε σε διαπραγμάτευση. Στη συνέχεια, κάποιες πρωτοβουλίες καί χειρισμοί τοῦ Κώττα παρεξηγήθηκαν καί κρίθηκαν λανθασμένες, γεγονός πού ὁδήσε ἀρκετά παλικάρια του, Μακεδόνες καί Κρητικούς νά ἀποχωρήσουν ἀπό τό σῶμα.
Στις 9 Ιουνίου τοῦ 1904, Οθωμανικό ἀπόσπασμα εντόπισε τό κρησφύγετο τοῦ καπετάν Κώττα Χρήστου στή Ρούλια ὅπου εἶχε ἀπομείνει μέ τρεῖς στενούς συνεργάτες του καί τόν συνέλαβε. Μετά τη σύλληψή του ὁ Καπετάν-Κώττας, μεταφέρθηκε ἀρχικά στις φυλακές Καστοριᾶς, στη συνέχεια στις φυλακές Κορυτσᾶς καί τελικά στις φυλακές Μοναστηρίου. Η σύζυγός του, Ζωή, για λόγους ασφαλείας ἐγκαταστάθηκε μέ τά παιδιά της στήν Καστοριά καί ἐπανῆλθε στή Ρούλια το φθινόπωρο του 1904. Τόν Αὔγουστο του 1905 ὁ Μῆτρο Βλάχος εἰσέβαλε μέ τό πολυπληθές σώμα του στή Ρούλια, πότισε με πετρέλαιο τήν οἰκία τοῦ Κώττα καί ἔβαλε φωτιά. Μέ τή συμπαράσταση τῶν κατοίκων τοῦ χωριοῦ, ἡ Ζωή μέ τά τέκνα τῆς κατάφεραν να σωθοῦν.
Κατά τήν κράτησή του στην φυλακή, ὁ Ἕλληνας πρόξενος τοῦ Μοναστηρίου Σταμάτιος Κιουζές Πεζᾶς καί ὁ Μητροπολίτης Καστοριάς Γερμανός Καραβαγγέλης, προσπάθησαν νά τόν ἀποφυλακίσουν ἀλλά οἱ ὀθωμανικές αρχές ἦταν ἀνένδοτες, καθώς ἐκκρεμοῦσαν σε βάρος του πολλές καταδίκες. Ὁ Μητροπολίτης μέ ὑπομονή καί ἐπιμονή κατάφερε να πετύχει συμφωνία μέ τούς Ὀθωμανούς, ὥστε νά ἀποφυλακιστεῖ ὁ Κώττας μέ ἀντάλλαγμα τήν ὑπηρεσία του στόν ὀθωμανικό στρατό, κάτι πού φυσικά ὁ ἴδιος ἀρνήθηκε.
Μεγάλη συμμετοχή στις ενέργειες γιά τή διάσωσή του εἶχε καί ἡ περίφημη εταίρα τοῦ Μοναστηρίου Κία (Βασιλική), ἡ ὁποία κατά τόν Μακεδονικό Αγώνα ἐπέδειξε μεγάλο πατριωτισμό και αὐτοθυσία, παρέχωντας σπουδαία βοήθεια τόσο στο Προξενεῖο, ὅσο καί στα ανταρτικά σώματα. Δυστυχῶς ὅμως, ἡ περίοδος χάριτος εἶχε τελειώσει γιά τόν Αητό τῶν Κορεστείων. Ὁ ἀπαγχονισμός του ἀποφασίστηκε γιά τό πρωινό τῆς 27ης Σεπτεμβρίου τοῦ 1905. Απαίτησε νά τοῦ φέρουν Ἕλληνα Ὀρθόδοξο ἱερέα νά ἐξομολογηθεῖ καί νά μεταλάβει καί στή συνέχεια ὁδηγήθηκε στην πλατεία Ἄτ Παζάρ τοῦ Μοναστηρίου. Κατά τή διαδρομή πρός τήν πλατεία ὁ Καπετάν-Κώττας, σε μία ἀπέλπιδα προσπάθεια διαφυγῆς ἀπό τούς φρουρούς του καί διέφυγε στα στενά σοκάκια τῆς πόλης. Ακολούθησε τεράστια κινητοποίηση τῶν Ὀθωμανικῶν δυνάμεων καί ἀνθρωποκυνηγητό στούς δρόμους τῆς πόλης καί τελικά συνελήφθη. Φθάνοντας τελικά στόν τόπο τῆς ἐκτελέσεως στην πλατεία Ἄτ Παζάρ, ὁ Κώττας ἀπαίτησε νά τοῦ λύσουν τα χέρια. Ανέβηκε μόνος του στό ικρίωμα καί ἀφοῦ φώναξε γιά τελευταῖα φορά:
«Ντά ζίβι Γκ(ά)ρτσια! (Ζήτω ἡ Ἑλλάς)», κλώτσησε μόνος του τό ὑποπόδιο.
Αὐτό ἦταν τό τέλος τοῦ ἀνήσυχου, τολμηροῦ καί γενναίου αὐτοῦ ἄνδρα ὁ ὁποῖος ἐνσάρκωσε γιά τήν περίοδο 1901 - 1904 τόν πρωτοπόρο Ἕλληνα μαχητή που κυριάρχησε στο προσκήνιο τῆς νεώτερης ἑλληνικῆς ἱστορίας στο μεταίχμιο δυό κρίσιμων αἰώνων.
Ἡ ἡγετική του παρουσία στην περιοχή καί ἡ μεγάλη ἐπιρροή πού ἀσκοῦσε σέ μεγάλους πληθυσμούς, τόν κατέστησαν τό βασικό έκφραστή τῆς ἑλληνικῆς ἰδέας στην περιοχή καί διατήρησε άσβεστη τήν ἐλπίδα τῶν Ἑλλήνων κατοίκων ἀνυψώνοντας τό ήθικό τους σε περιόδους πού ή βουλγαρική τρομοκρατία ἦταν ὁλοκληρωτική. Ἔτσι, ὅταν τό 1901 μπόρεσε νά ἑδραιωθεῖ ἐξασφαλίζοντας τήν ὑποστήριξη τῆς Μητρόπολης Καστοριᾶς, ἀλλά καί τοῦ ἑλληνικοῦ κράτους, μέσῳ τοῦ προξενείου τοῦ Μοναστηρίου, ἀντιμετώπισε το Βουλγαρικό κομιτάτο ἐπί ἴσοις ὄροις καί μπόρεσε νά ἀσκήσει τήν προσωπική του πολιτική ἐπιλογή πού ἦταν ἡ ἐξεύρεση κοινοῦ πλαισίου δράσης μεταξύ ὅλων τῶν χριστιανῶν.
Ὁ Μητροπολίτης Καστοριᾶς Γερμανός Καραβαγγέλης τόν χαρακτήριζε προστάτη τῶν χριστιανῶν καί φόβητρο τῶν Βούλγαρων. Κατά τη διάρκεια τῆς φυλάκισής του, ἔγινε ἀντιληπτό τό δυσαναπλήρωτο κενό πού ἄφηνε πίσω του, γι' αὐτό καί ὁ Μητροπολίτης Γερμανός Καραβαγγέλης έκανε ἐνέργειες μέχρι τέλους για τήν ἀποφυλάκιση καί τήν διάσωσή του. Ἡ θυσία του συγκίνησε τόσο τούς Μακεδόνες ὅσο καί τό Πανελλήνιο καί ἀποτέλεσε τήν ἔναρξη τῆς ἑλληνικῆς ἀντεπίθεσης στή Μακεδονία.
Γιά τή συνολική του δράση καί τό τέλος του, ὑμνήθηκε ἀπό τή λαϊκή μούσα:
«Το κάθε μας χωριό τόν Κώττα ὑμνεῖ,
τῆς Ρούλιας τά ἀντάρτικα τ᾽ ἀσκέρια,
πού τ᾿ ὄνομα τους πῆραν οἱ οὐρανοί,
χρυσό νά τό κεντήσουν με τ᾽ ἀστέρια
Αἰώνια τα ντουφέκια τους βροντοῦν,
στον κάμπο στα βουνά σε κάθε ράχη
καί μπρός ἀπό τά μάτια μας περνοῦν,
ἀγέρωχοι οἱ Μακεδονομάχοι.
Τον Κώττα μυστικά τα χείλη ὑμνοῦν
καί στήνουν στή θυσία του μνημεία,
οἱ Ἕλληνες πού μάθαν ν᾿ ἀγαποῦν,
τούς ἥρωες καί τήν Μακεδονία».
Ελίνα Μαστέλλου - Γιαννάκενα: Παύλος Μελάς και Μακεδονικός Αγώνας (1904-1908),εκδ. Πελασγός, σελ.180-189
Δείτε επίσης:
