Ὁ καπετάν Ὀρέστης φαίνεται ὅτι διέταξε ὁ ἴδιος τό ἀπόγευμα ἐκεῖνο τη σύλληψη της Παπαδάκη. Δέν εἶναι ἐξακριβωμένο ἂν τοῦ εἶχε ὑποδειχτεί από κάποιον ἄλλο παράγοντα, ἀλλά μέ βεβαιότητα ὑπῆρχε καί στο ΕΑΜ και στην πολιτοφυλακή μια λίστα μέ τά ὀνόματα τῶν «ἀντιδραστικῶν» τῆς περιοχῆς πού ἐπρόκειτο να συλληφθοῦν, με σκοπό τήν ὁμηρία ἤ τήν ἐκτέλεσή τους. Τό ὄνομα τῆς Ἑλένης ὑπῆρχε ὡς «φιλενάδα τοῦ Ράλλη» καί ὡς κατηγορούμενη μετά τη «δίκη» τοῦ Σωματείου Ἑλλήνων Ηθοποιών. Εκπρόσωπος τοῦ ΕΑΜ γιά τή σύλληψη τῆς Ἑλένης ὁρίστηκε ὁ τότε φοιτητής τῆς Ἰατρικῆς Κώστας Μπιλιράκης, γιά νά μή συμβεῖ κανένα επεισόδιο. Ο Μπιλιράκης έμενε στη γειτονιά τῆς Ἑλένης, στην οδό Χρυσοστόμου Σμύρνης 18. Πέρασε από την πολιτοφυλακή τῆς βίλας Παπαλεονάρδου, ὅπου ζήτησε τήν ἐνίσχυση δύο ἀνδρῶν, ἕνας ἀπό τούς ὁποίους ἦταν ὁ ἐαμίτης ἀστυφύλακας Θεόδωρος Μιχαλακόπουλος. Μή γνωρίζοντας ἀκριβῶς ποὺ ἔμενε ἡ Ἑλένη, κατευθύνθηκε πρῶτα στην οδό Ηλία Ζερβού 88, ὅπου κατοικοῦσε ὁ κομμουνιστής δικηγόρος Μακρῆς, τοῦ ὁποίου ή υπηρέτρια Γεωργία ἦταν ὀργανωμένη στο ΚΚ. Καθ' ὑπόδειξη της Γεωργίας ἀναζήτησαν τήν Ἑλένη πρῶτα στο σπίτι τῆς Καραβία, ὅπου ἐκείνη τήν ὥρα βρισκόταν η Αργυρώ, πού ὑπηρετοῦσε τήν οἰκογένεια Παπαδάκη ἀπό χρόνια. Εκείνη τούς εἶπε ὅτι ἡ Ἑλένη έμενε στο διπλανό σπίτι, ὅπου καί κατευθύνθηκαν καί ὅπου ἡ μητέρα Παπαδάκη ἦταν μόνη, καθιστή κοντά στο παράθυρο και διάβαζε.
Στά χτυπήματα τῆς πόρτας ἄνοιξε το παράθυρο καί εἶδε τόν Μπιλιράκη με πολιτικά, καμπαρντίνα καί ρεπούμπλικα νά τή ρωτάει ἄγρια:
- Ποῦ εἶναι ἡ Ἑλένη Παπαδάκη;
- Δέν εἶναι σπίτι αὐτή τή στιγμή.
- Ποῦ εἶναι καί τί ὥρα θα γυρίσει;
- Δέν ξέρω ποῦ εἶναι. Μά θα γυρίσει γύρω στις εφτά. Να πάω να ρωτήσω μια στιγμή.
— Ὄχι, κάτσε ἐκεῖ πού εἶσαι, γιατί σ' τήν ἄναψα.
Καί ἐπαναλαμβάνοντας ἄγρια καί ἀπειλητικά «μήν τό κουνήσεις, γιατί σ' τήν ἄναψα» δρασκέλισε το πεζούλι τῆς μικρῆς βεράντας καί όρμησε κοντά της με το περίστροφο στο χέρι:
- Ἐδῶ πολιτοφυλακή του ΕΑΜ. Ποῦ εἶναι ἡ Ἑλένη Παπαδάκη;
- Δέν ξεύρω, σᾶς εἶπα. Βγῆκε ἀπό τό σπίτι. Τί συμβαίνει;
Ἐκεῖνος σήκωσε το πόδι του γιά νά μπεῖ ἀπό τό παράθυρο, δέν τό κατόρθωσε καί σέ μιά στιγμή πού γύρισε νά δεῖ κάτι πίσω του, ἡ κυρία Παπαδάκη κατέβασε απότομα το ρολό τοῦ παραθύρου. Αφήνοντάς τον ἔξω, ἔτρεξε βγαίνοντας ἀπό τήν πόρτα τῆς κουζίνας στο διπλανό σπίτι τῆς Καραβία για να ζητήσει βοήθεια. Στην αυλή μεταξύ τῶν δύο σπιτιῶν βρήκε τον Μιχαλακόπουλο, καί αὐτόν ντυμένο μέ πολιτικά.
- Βοηθήστε με, κύριε, κάποιος με κυνηγά μέ τό πιστόλι να με σκοτώσει.
- Μήν κάνετε έτσι, κυρία, κάποιον θά καταζητεῖ, ἀποκρίθηκε αὐτός μέ ἀπάθεια, ἀλλά φερόμενος μέ περισσότερη ἀνθρωπιά ἀπό τόν Μπιλιράκη. Ἐκείνη προχώρησε από το στενό μεταξύ τῶν δύο σπιτιῶν καί βγῆκε στο δρόμο, οπότε κατέφτασε ὁ Μπιλιράκης μέ το πιστόλι στο χέρι, τήν ἅρπαξε από το μπράτσο καί φώναξε κοντά του τον Μιχαλακόπουλο.
Ἐκείνη τή στιγμή ή Τέο Παπαδάκη, πού βρισκόταν στο αντικρινό σπίτι καί εἶδε τή σκηνή μέ τήν πεθερά της, βγήκε βιαστικά και πλησιάζοντας ρώτησε τι συμβαίνει. Στην ερώτηση του Μπιλιράκη ποῦ εἶναι ἡ Ἑλένη, ἡ Τέο, δίχως να υπολογίσει τις μοιραίες συνέπειες, τούς ἔστειλε στο σπίτι τῶν Μυράτ, μέ τήν ἐλπίδα ὅτι ἐκεῖ θα δινόταν βοήθεια, μιά καί ὁ Δημήτρης ἦταν τότε στο ΕΑΜ καί κυκλοφοροῦσε συχνά με στολή ἐλασίτη, ὅπως τό εἶχε διηγηθεῖ ἡ κυρία Παπαληγούρα. Ο Μπιλιράκης ξεκίνησε ἀμέσως γιά τό σπίτι τῶν Μυράτ, ἐνῶ ὁ Μιχαλακόπουλος παρέμεινε αρχικά στο σπίτι τῆς Καραβία, φώναξε ἔπειτα τή Γεωργία, που στεκόταν στο απέναντι πεζοδρόμιο σά νά περίμενε οδηγίες καί τῆς ἀνέθεσε να φυλάει τήν κυρία Παπαδάκη. Ὁ ἴδιος κατευθύνθηκε μετά στο σπίτι τῶν Μυράτ.
Θά κόντευε πέντε τό ἀπόγευμα, ὅταν ὁ Μιλιράκης, μπαίνοντας στο σπίτι τῶν Μυράτ μέ προτεταμένο το περίστροφο, διέταξε τους κυρίους, πού ἔπαιζαν χαρτιά, να σηκώσουν τα χέρια ψηλά:
- Τήν Ἑλένη Παπαδάκη! Ποῦ εἶναι ἡ Ἑλένη Παπαδάκη; Σᾶς συλλαμβάνω ὅλους, μπρός, πᾶμε στήν πολιτοφυλακή.
Ἡ φασαρία καί οἱ φωνές μέ τό ὄνομα τῆς Ἑλένης ἀκούστηκαν ὥς τόν πρῶτο ὄροφο, ὅπου ἦταν συγκεντρωμένες οἱ κυρίες καί ἑτοιμάζονταν να κατεβοῦν νά δοῦν τί συμβαίνει. Τότε ἡ Χρυσούλα Μυράτ ὑπέδειξε στην Ελένη να προσπαθήσει να πηδήξει από το πίσω παράθυρο στον κῆπο καί νά ἐπιχειρήσει να διαφύγει. Ἡ Ἑλένη, διατηρώντας τή γαλήνη της, αρνήθηκε την πρόταση τῆς Χρυσούλας:
- Γιατί να πηδήσω; Θέλω να πάω νά δῶ τί μέ θέλουν...
Κάτω ὁ Μπιλιράκης ἦταν ἀπασχολημένος μέ τούς ἄνδρες πού ἄρχισαν τρομαγμένοι ἕνας ένας να βγαίνουν στο δρόμο, ἀκολουθώντας τις διαταγές τοῦ εἰσβολέα πού θά τούς ὁδηγοῦσε στην πολιτοφυλακή. Μέσα στη γενική αναστάτωση έμοιαζε νά εἶχε ξεχάσει σχεδόν τό σκοπό γιά τόν ὁποῖο εἶχε ἔλθει, τήν Ἑλένη δηλαδή. «Καί νά ἡ μοιραία στιγμή. Ανοιξε ἡ πόρτα κι ἐμφανίστηκε ή Ελένη.
»-Ἐδῶ εἶμαι, κύριε, τί θέλετε;
»Το καντήλι εἶχε ἀρχίσει να σβήνει».
- Εγώ εἶμαι ἡ Ἑλένη Παπαδάκη.
- Ακολούθησέ μας στην πολιτοφυλακή για μιάν ανάκριση!
Ο Δημήτρης Μυράτ, βλέποντας την τρομάρα πού ἐνέσπειρε στούς ἐπισκέπτες ή διαταγή τοῦ Μπιλιράκη, τοῦ εἶπε:
- Μήν κάνεις ἔτσι! Εγώ ανήκω στο ΕΑΜ. Θά σέ ἀκολουθήσουν ὅλοι.
Καθώς ἄρχισαν νά ἀνηφορίζουν τήν οδό Ιακωβίδου, ὁ Μπιλιράκης εἶπε στούς ἄλλους ὅτι μποροῦσαν νά φύγουν. Τελικά, στον μικρό όμιλο παρέμειναν μόνο ἡ Ἑλένη, ὁ Σάμ, ἡ Αἰμιλία καί ὁ Δημήτρης.
Μέσα από το σπίτι της ἡ μητέρα Παπαδάκη εἶδε τή μικρή ομάδα να περνᾶ ἔξω. Δέν φανταζόταν, βέβαια, ὅτι ἀντίκριζε το παιδί της ζωντανό για τελευταία φορά... Ο όμιλος σταμάτησε πρώτα στα γραφεία του ΕΑΜ, στην οδό Πατησίων 314. Αφήνοντας τούς ἄλλους να περιμένουν στον προθάλαμο, ὁ Μπιλιράκης μίλησε με διάφορους ελασίτες, πού πηγαινοέρχονταν καί γέμιζαν το οἴκημα. Ασφαλῶς θά ἔδωσε ἀναφορά γιά τά ὅσα ἔγιναν καί ὅτι ἡ σύλληψη τῆς Παπαδάκη επιτεύχθηκε δίχως κανένα πρόβλημα. Ὁ Μυράι πλησίασε ἕναν ἐλασίτη, τόν ἀπεκάλεσε μάλιστα με το μικρό του ὄνομα καί συνομίλησε μαζί του με οικειότητα. Όταν τέλειωσε τήν ἰδιαίτερη συνομιλία μαζί του, πλησίασε την Αιμιλία καί τῆς εἶπε:
- Ερώτησα αὐτόν τόν γνωστό μου τί θα γίνει μέ τήν Ελένη καί μέ πληροφόρησε ὅτι θά τήν οδηγήσουν στην πολιτοφυλακή για μια εξονυχιστική ανάκριση καί τίποτε ἄλλο. Σ' ένα τέταρτο περίπου ἦρθε ὁ Μπιλιράκης καί τούς διέταξε νά τόν ἀκολουθήσουν γρήγορα.
Ὅταν βγῆκαν στο δρόμο, είπε στην Ελένη ὅτι τήν εἶχε δεῖ στό θέατρο, στη Ζακυνθινή σερενάτα. Στη γωνία Ροστάν καί Πατησίων ὁ Μυράτ τους σταμάτησε λέγοντας:
- Εγώ δέν χρειάζομαι πλέον, οὔτε μέ χρειάζεσθε καί σᾶς ἀφήνω.
Ὁ Μπιλιράκης δέν ἔφερε καμιά αντίρρηση καί τόν άφησε να φύγει. Πρίν νά ἀπομακρυνθεῖ ὁ Μυράτ, εἶπε ἰδιαιτέρως στην Αιμιλία:
- Καλό εἶναι νά μήν πᾶς ἐσύ στην πολιτοφυλακή. Τί τά θές, τί τά γυρεύεις...
- Απορῶ πῶς μπορεῖς νά διανοηθεῖς ὅτι εἶναι δυνατόν νά ἀφήσω μόνη της τήν Ἑλένη, ἀπάντησε μέ κατάπληξη ή πιστή της φίλη.
᾿Ανηφορίζοντας τήν ὁδό Ροστάν, ἔφτασαν μετά από τρία-τέσσερα τετράγωνα στή βίλα Παπαλεονάρδου, ένα διώροφο οἴκημα, περιτριγυρισμένο ἀπό ἕναν κῆπο μέ ψηλά δέντρα κι ένα μικρό γκαράζ στη μία γωνία του. Τόν Σάμ δέν τόν ἄφησαν νά μπεῖ, ἐνῶ οἱ δύο γυναῖκες πέρασαν μέσα μέ τον Μπιλιράκη καί τόν Μιχαλακόπουλο. Ήταν ἤδη περασμένες πέντε καί τό πρῶτο σκοτάδι άρχιζε να πέφτει. Αφού παρέδωσε τήν Ελένη ὁ Μπιλιράκης ἔφυγε μέ τόν Μιχαλακόπουλο καί μερικούς ἄλλους «συντρόφους» καί κατευθύνθηκαν πάλι στο σπίτι τῆς Ἑλένης. Μπήκαν πρῶτα στο σπίτι τῆς Καραβία καί ἀφοῦ ἀπομάκρυναν τή Γεωργία, που φύλαγε την κυρία Παπαδάκη, ἦρθαν ὅλοι μαζί στο δικό της σπίτι.
Στο αναμεταξύ στην πολιτοφυλακή ή Ελένη εἶχε καθίσει σε μία πολυθρόνα, πάντοτε ήσυχη καί γαλήνια καί χάιδευε το σκυλάκι της, τον Μπόντζο, πού τούς εἶχε ἀκολουθήσει, πράγμα πού ἐξερέθισε κάποιον ἐλασίτη, ὁ ὁποῖος ἔβαλε τίς φωνές, ἐνῶ ἡ Ἑλένη εἶχε ἀκόμη τήν ψυχραιμία νά τοῦ παραπονεθεῖ για το φέρσιμό του. Η Αιμιλία παρέμεινε κοντά της περίπου είκοσι λεπτά, ὅταν κάποιος τῆς ὑπέδειξε ὅτι ἦταν ὥρα να φύγει. Μποροῦσε νά ἐπανέλθει το βράδυ καί να φέρει φαγητό στην κρατουμένη.
Ἔτσι γύρισε στο σπίτι τῶν Παπαδάκη με τον Σάμ, που περίμενε ἔξω ἀπό τήν πολιτοφυλακή. Στή γωνία τοῦ σπιτιοῦ τῆς Ἑλένης, ὁ Σάμ εἶδε τόν Δημήτρη Μυράτ, πού τοῦ εἶπε:
- Μήν πᾶς μέσα, φύγετε από το σπίτι, γιατί θά σᾶς πιάσουν ὅλους σας, ὅλη τήν οἰκογένεια.
Φαίνεται ὅτι εἶχε δεῖ ἤ πληροφορηθεῖ στα γραφεῖα τοῦ ΕΑΜ τῆς ὁδοῦ Πατησίων 314 για έναν κατάλογο μέ ὀνόματα ατόμων πού ἐπρόκειτο να συλληφθούν, μεταξύ τῶν ὁποίων ἦταν τά ὀνόματα τοῦ Μιχάλη καί τῆς Τέο, τοῦ Σάμ, τῆς Μπούμπας Κοριζῆ, τῆς μητέρας της κ.ά.
Στο σπίτι τῆς Ἑλένης ὁ Σάμ καί ἡ Αἰμιλία συνάντησαν τούς ἐλασίτες να ψάχνουν για ... όπλα, γιατί εἶχε δῆθεν ἐπιχειρηθεῖ ἔνοπλη ἀντίσταση! Ὅταν δέν βρέθηκε τίποτα, ἤθελαν νά μάθουν ποῦ εἶναι τά μυθώδη κοσμήματα καί οἱ θησαυροί πού τῆς χάρισε ὁ Ράλλης! Αλλά καί πάλι δεν βρέθηκε κάτι τό ὕποπτο.
Στίς ἐπίμονες ερωτήσεις τῆς μητέρας Παπαδάκη καί τῆς Καραβία, γιατί πιάσανε την Ελένη, πού δέν ἦταν μόνο μεγάλη ηθοποιός ἀλλά καί θαυμάσιος άνθρωπος, ὅπως μποροῦσαν νά τό διαβεβαιώσουν οἱ συνάδελφοί της, ὁ Μιλιράκης απάντησε:
- Μα οι συνάδελφοί της, οι ηθοποιοί, τήν κατέδωσαν! Καί στήν παρατήρηση τῆς Καραβία ὅτι μπορεῖ μεταξύ αὐτῶν νά ὑπῆρχαν καί μερικοί πού τή συκοφαντοῦσαν, ἐκεῖνος ἐπέμενε: - Μιά φορά αὐτοί τῆς τή σκάσανε! εἶπε κατά λέξη. Καί ὁ Σάμ, πού παρεβρισκόταν στήν ὅλη σκηνή, άκουσε τον Μιχαλακόπουλο να λέει: - Τήν ἔφαγαν οἱ συνάδελφοί της!
Στο αναμεταξύ ἡ Ἑλένη εἶχε μεταφερθεί στον πάνω όροφο όπου, σ' ἕνα δωμάτιο, ἐκρατοῦντο διάφορες κυρίες, ὡς ἐπί τό πλεῖστον γυναῖκες ἀξιωματικῶν τῆς ἀστυνομίας ἤ τῆς χωροφυλακῆς, προπάντων τοῦ 16ου τμήματος τῆς περιοχῆς. Ὁ συνοδός τῆς Ἑλένης ἄνοιξε τήν πόρτα καί μέ δόση ειρωνείας, πού ἀποσκοπούσε ἴσως να κρύψει τήν ἐντύπωση πού τοῦ ἐπέβαλε ἡ ὀντότητα τῆς Ἑλένης καί ὁ φόβος τοῦ προετοιμαζομένου ἐγκλήματος, εἶπε: - Ἔχετε τήν τιμή νά δεχτείτε μεταξύ σας μια μεγάλη κυρία, την Ελένη Παπαδάκη.
Τήν παρέλαβε ἀμέσως μιά κρατουμένη, ἡ σύζυγος τοῦ διοικητή του 16ου παραρτήματος Ασφαλείας, κυρία Χριστοδουλοπούλου, πού είχε διοριστεί θαλαμάρχης. Με την κυρία αυτή καί μέ ἄλλες συγκρατούμενες, γιά τίς ὁποῖες μπόρεσε να πληροφορηθεῖ, ἡ οἰκογένεια τῆς Ἑλένης ἦρθε σε ἐπικοινωνία μετά τα Δεκεμβριανά καί ἔμαθε ἔτσι ὅλες τίς λεπτομέρειες καί τί διαδραματίστηκε τις λίγες ώρες πού ἡ Ἑλένη πέρασε κοντά τους στην πολιτοφυλακή. Οἱ κυρίες αὐτές αντιλήφθηκαν ὅτι δέν ὑπῆρχε λόγος να τονωθεῖ τό ηθικό τῆς Ἑλένης γιατί το διατηροῦσε ἀκμαῖο. Καί ἀντί νά τῆς δώσουν ἐκεῖνες κουράγιο, άρχισε ἐκείνη νά τίς ἐμψυχώνει με τη γοητεία τῆς ὁμιλίας της. Τούς διηγήθηκε πῶς τή συνέλαβαν στο σπίτι τῶν Μυράτ καί δέν φανταζόταν ὅτι βρισκόταν για κακό ἐδῶ. Ἡ ἀνάκριση θα ξεκαθάριζε μερικούς λογαριασμούς πού τῆς εἶχαν δημιουργήσει κάποιοι συνάδελφοί της, γιατί ἦταν πεπεισμένη ὅτι ἡ σύλληψή της ἦταν ἀποτέλεσμα καταγγελίας μερικῶν ἠθοποιῶν. Τούς μίλησε πολύ για το θέατρο, γιά τήν περιοδεία πού εἶχε κάμει μέ τό Εθνικό στό ἐξωτερικό, γιά τά ἔργα πού ἔπαιξε, τήν Αντιγόνη, τήν Ιφιγένεια, τήν Εκάβη καί γιά τή Μήδεια, πού προετοίμαζε. Ὅμως, κάθε τόσο ἀδημονοῦσε γιατί δέ τήν καλοῦσαν για ανάκριση. Θά ἦταν πιά γύρω στις εφτάμισι με οχτώ το βράδυ, ὅταν ὁ Μπιλιράκης φαίνεται ότι ξαναγύρισε στην πολιτοφυλακή, χωρίς να φέρει κάποιο στοιχεῖο ἐπιβαρυντικό γιά τό κατηγορητήριο ἐναντίον της, ἔπειτα ἀπό τίς ἔρευνες πού ἔκαμε στο σπίτι της. Φαίνεται ὅμως ὅτι στη «δικογραφία Παπαδάκη», πού ὑπῆρχε στην πολιτοφυλακή, θά εἶχε κατατεθεῖ καί κάποιο παράνομο έντυπο, πού ἀνέφερε τήν κακοηθέστατη «είδηση» για γάμους τοῦ Ράλλη μέ τήν Ἑλένη!
Εἶχε νυχτώσει για καλά, ὅταν ἡ Αἰμιλία ξαναβρέθηκε στην πολιτοφυλακή. Προσπάθησε να ἐξευμενίσει ἕναν πενηντάρη, πού φαινόταν να παίζει ηγετικό ρόλο. Όταν τον ρώτησε ποιός εἶναι, ἐκεῖνος τῆς ἀπάντησε:
- Ὁ Μαρά τῆς Γαλλικῆς Ἐπανάστασης! Στό ἀχνό φῶς μιᾶς μικρῆς λάμπας τῆς ἔδειξε τότε ἕναν ὀγκώδη φάκελο, δῆθεν τή «δικογραφία» τῆς Ἑλένης, καί τῆς ἐπανέλαβε ὅτι αὐτή ἦταν θύμα καταγγελίας συναδέλφων της. Στίς ἐπίμονες παρακλήσεις τῆς Καραβία, ὁ «Μαρά» ἔδωσε ἐντολή να κατεβεῖ ἡ Ἑλένη ἀπό τό πάνω πάτωμα.
Ἡ συνάντηση αὐτή ἦταν ἡ τελευταία με κάποιον δικό της καί στάθηκε πολύ σύντομη: Η Καραβί τῆς ἔδωσε μια κουβέρτα, λίγο γάλα, δύο αυγά, τίς βιταμίνες της καί ἕνα ἀστυνομικό μυθιστόρημα μέ τίτλο Villa Marguerite, που διάβαζε καί τό εἶχε ἀφήσει πάνω στο κρεβάτι της, φεύγοντας για τους Μυράτ, τό ἀπόγευμα ἐκεῖνο. Εκείνη τήν ὥρα μπῆκε ὁ Πάνος Καραβουσάνος, ὁ ὁποῖος μάλιστα φίλησε τό χέρι τῆς Ἑλένης! Εἶχε έρθει να σώσει δυο φίλους του, τούς ὁποίους εἶχαν συλλάβει. Ή Ἑλένη εἶχε φροντίσει να μπεῖ τό παιδί του στα κατοχικά συσσίτια. Φαίνεται ότι μαζί μέ τόν Μανώλη Δουμάνη τῆς Λυρικής Σκηνῆς καί τόν ὑποβολέα Δημήτρη Σούλη, ὁ Καραβουσάνος εἶχε ἀρκετή δράση ὡς ἐλασίτης κατά τη διάρκεια του Κινήματος. - Καλά πού σέ εἶδα, ἦταν ἀπό τά τελευταία λόγια τῆς Ἑλένης στην Αιμιλία. Εἶχα ἀγωνία να βρῶ τρόπο νά σᾶς εἰδοποιήσω νά μήν ἀνησυχείτε για μένα. Εἶμαι πολύ καλά ἐδῶ. Μήν ἔχετε και μίαν ἔγνοια.
Καί ἐνῶ η Ελένη μεταφερόταν πάλι στον πάνω ὄροφο, ἡ Αἰμιλία ζήτησε από τον «Μαρά» να μείνει καί ἐκείνη τό βράδυ στην πολιτοφυλακή. Ο «Μαρά» στράφηκε καί κοίταξε κάποιον πού καθόταν δίπλα του στο μισοσκόταδο και πού εἶχε ἕνα διαπεραστικό βλοσυρό βλέμμα, με δύο μπλέ μάτια πού ἐντυπωσίασαν μέ τή σκληρότητά τους τήν Καραβία. Τα μάτια ἐκεῖνα ἔκαναν νόημα «ὄχι». Ο «Μαρά» συμμορφώθηκε καί τῆς εἶπε ὅτι κάτι τέτοιο ἦταν ἀδύνατο, ἀλλά τήν παρότρυνε να πάει τήν ἑπομένη. Ἡ Ἑλένη ἴσως νά εἶχε ἀπελευθερωθεῖ ὡς τό μεσημέρι. Ἔτσι η Καραβία ἔφυγε ἀπό τήν πολιτοφυλακή.
Εἶχε περάσει ἀρκετή ώρα ὅταν ἄνοιξε ἡ πόρτα του δωματίου ὅπου ἐκρατεῖτο ἡ Ἑλένη καί δύο ἄτομα, ἀπό τά ὁποῖα ὁ ἕνας λεγόταν Τάκης καί ἦταν καρβουνιάρης, τῆς ζήτησαν νά τούς άκολουθήσει στο χόλ, πού χρησίμευε ως πρόχειρο ανακριτικό γραφείο. Η κυρία Χριστοδουλοπούλου μπόρεσε ν' ἀφουγκραστεῖ ὁρισμένα από τα διαδραματισθέντα.
– Ποῦ εἶναι ἡ κυρία Ράλλη, ἀκούστηκε στο ερωτηματολόγιο.
- Πότε ἔκαμες τούς γάμους σου;
Ἔκπληκτη ἡ Ἑλένη άργησε κάπως νά ἀπαντήσει:
– Δεν καταλαβαίνω τί θέλετε νά πεῖτε. Ὁ πατέρας μου ήταν φίλος μέ τόν Ράλλη.
- Ασ' τα αὐτά! Να τί λέει το φυλλάδιο!
- 'Αν ἦταν ἔτσι, θα φοβόμουνα, δέν θά εἶχα μείνει ἐδῶ, θα πήγαινα στο κέντρο να κρυφτώ. Μά ἄλλωστε έχει νέα καί ἔμοφη γυναίκα! ἀπάντησε ἡ Ἑλένη, προσπαθώντας να διατηρήσει τήν ψυχραιμία της. Τότε ὁ Τάκης, ὁ καρβουνιάρης, θέλοντας να δείξει ὅτι δέν παίρνει από ψευτιές, πλησίασε καί τή χαστούκισε!
– Πιστέψτε με, δέν σᾶς λέω ψέματα, ἐπέμενε ἡ δύσμοιρη Ελένη, ἀφῆστε με νά σᾶς φέρω αὔριο μαρτυρίες ανθρώπων πού ἔσωσα. Δέν ἤξερα ὅτι θά μέ πιάνατε, ἀλλιῶς θά ἔφερνα τίς ἀποδείξεις.
- Δέν τ' ἀφήνεις αὐτά, δέν μᾶς λές καμιά αλήθεια καλύτερα;
- Φέρτε φῶς νά δεῖτε το πρόσωπό μου, νά δεῖτε ὅτι λέω τήν ἀλήθεια, φέρτε φῶς καί θά καταλάβετε μόνοι σας.
- Εἶναι περιττό τό φῶς, ὑπάρχουν ἀποδείξεις ὅτι εἶσαι ἡ κυρία Ράλλη! Καί τώρα πήγαινε!
Ἡ Ἑλένη γύρισε στο θάλαμο τῶν γυναικῶν καί παρ' ὅλο πού τήν εἶδαν να κλαίει σιγανά ὥς τήν ὥρα πού πλάγιασαν στο πάτωμα για να κοιμηθοῦν δέν εἶχε χάσει το ηθικό της. Θά 'ταν κοντά μεσάνυχτα ὅταν ξαναμπήκε ὁ Τάκης στο δωμάτιο καί φώναξε δύο ὀνόματα, τῆς Ἑλένης Παπαδάκη καί τῆς Νιόβης Χαριτάκη, ψάχνοντάς τες μέ ἕνα καντήλι:
- Εμπρός σηκωθεῖτε!
- Τί μέ θέλετε; Ποῦ θά μέ πᾶτε; Μιά στιγμή να βάλω τό παλτό μου.
Καί καθώς ἡ Ἑλένη φοροῦσε τή γούνα καί τό σκουφάκι της, ὁ Τάκης εἶπε:
- Θά σέ ἀνακρίνουμε σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης.
Ἡ ἄλλη γυναίκα, ή Νιόβη Χαριτάκη, ἦταν μιά κοπέλα γύρω στα εἴκοσι, καί ἑφτά μηνῶν ἔγκυος. Μαζί μέ τήν ἀδελφή της Μαρίκα βρίσκονταν κιόλας τρεῖς μέρες κρατούμενες στην πολιτοφυλακή. Τίς εἶχαν πιάσει στις 18 Δεκεμβρίου στο σπίτι τους στην οδό Αετορράχης, κοντά στην πολιτοφυλακή, μέ μόνη δικαιολογία ὅτι ἦταν κόρες τοῦ διευθυντῆ τῆς Οὖλεν, πού τόν εἶχαν ἀπό καιρό στούς καταλόγους τῶν μελλοθανάτων, γιατί δεν δεχόταν να συνεργαστεί με το ΕΑΜ καί εἶχε κατορθώσει να διαφύγει στην ελεύθερη ζώνη.
Ἡ νεαρή γυναίκα, στο άκουσμα τοῦ ὀνόματός της, αναλύθηκε σε γόους καί κλαίγοντας ἀγκάλιασε ν' ἀποχαιρετήσει την αδελφή της καί τίς ἄλλες συγκρατούμενες. Φαίνεται πώς ή Ελένη, μέ τά λίγα ὑπολείμματα ψυχραιμίας πού τῆς ἀπέμειναν καί ἔχοντας κάποιο κακό προαίσθημα, τήν ἀγκάλιασε γιά νά τή βοηθήσει να κατεβοῦν ἀπό τόν πάνω όροφο, λέγοντάς της:
- Μή φοβάσαι, Νιόβη... Ο θάνατος ἀπό τή ζωή είναι μόνο ένα σκαλί...
Ήταν τά τελευταία λόγια πού ἀκούστηκαν το βράδυ ἐκεῖνο ἀπό τήν Ἑλένη. Ἡ κυρία Χριστοδουλοπούλου συνόδευσε τις δύο κρατούμενες ὥς κάτω καί ἡ Ἑλένη τήν παρακάλεσε νά πεῖ στούς δικούς της, ὅταν θά ἔρχονταν τό ἄλλο πρωί νά τή δοῦν, ὅτι τήν εἶχαν μεταφέρει σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης. Η κυρία Χριστοδουλοπούλου ρώτησε ἕναν ἐλασίτη, πού τίς συνόδευε, ποῦ βρισκόταν αὐτό τό στρατόπεδο, καί ἡ ἀπάντηση ήταν: «Αύριο θα το μάθεις».
Ἔξω ἀπό τό γκαράζ τῆς πολιτοφυλακῆς ἦταν σταματημένη μιά μαύρη Φόρντ. Ἡ Ἑλένη ἔκλεισε καλά το γούνινο παλτό της, γιατί το κρύο ήταν διαπεραστικό, καί ἐπιβιβάστηκε μέ τή Χαριτάκη στο αὐτοκίνητο, ἐνῶ ἡ κυρία Χριστοδουλοπούλου ανέβηκε βιαστικά πάλι στο πάνω πάτωμα, μετά τίς φωνές τοῦ ἐπικεφαλῆς τῆς κουστωδίας, πού τήν ἀντιλήφθηκε κοντά στήν ἐξώπορτα. Ο Τάκης, ὁ καρβουνιάρης, κάθισε δίπλα στον οδηγό καί ἄλλοι τρεῖς συνόδευσαν τις δύο γυναίκες στα «μαρσιέ» τοῦ αὐτοκινήτου.
Τό ἀκριβές δρομολόγιο ὥς τά Διυλιστήρια τῆς Οὖλεν δέν εἶναι προσδιορισμένο, οὔτε τί εἰπώθηκε καί τί διαδραματίστηκε ἀπό τούς ἐπιβαίνοντες στη διάρκεια τῆς σύντομης διαδρομῆς ὥς τόν μοιραῖο περίβολο, κοντά στήν Ωμορφοκκλησιά στο Γαλάτσι.
«Να φοβάσαι το σίδερο καί τό νερό...». Πάνε χρόνια πολλά από τότε πού τό εἶπαν κάποτε στήν Ελένη, «λέγοντάς» της τή μοίρα της, ἴσως νά εἶχε τότε σκεφτεί κάποιο ατύχημα στη θάλασσα καί ἀσφαλῶς τό εἶχε ξεχάσει. «Το σίδερο καί τό νερό»... «Μιά σφαίρα καί ἡ Ούλεν... πόσο κοντά ἦταν κιόλας. Τά ἴχνη τῆς Χαριτάκη χάθηκαν καί, μετά τήν καταστολή του Κινήματος, ἡ οἰκογένεια Χαριτάκη δέν μπόρεσε ποτέ νά βρεῖ τή Νιόβη, οὔτε τήν ἀδελφή της Μαρίκα Βασιλειάδου, ἡ ὁποία δύο μέρες αργότερα οδηγήθηκε καί αὐτή στήν Ούλεν για εκτέλεση.
Στο χῶρο τῶν Διυλιστηρίων γενικός δερβέναγας ἦταν ὁ καπετάν Ὀρέστης. Ἐκεῖ βρίσκονταν καί οἱ φοβεροί δήμιοι, ὁ Ἰωάννης Κουκούτσης, πού ἦταν ὁ φρούραρχος τῆς περιοχῆς, ὁ Πέτρος Τζογανάκης, ὁ Στέφανος Λιόλιος, ὁ Βλάσης Μακαρώνας, μπακάλης ἀπό τούς Ποδαράδες, πού ἐκτελοῦσε καθήκοντα ἐπιλοχία, καί μερικοί ἄλλοι. Τα υποψήφια θύματα τά ὁδηγοῦσαν σ' ἕνα ἀπό τὰ οἰκήματα τῶν Διυλιστηρίων, ὅπου κρατοῦνταν πολλοί ἀπό τούς συλληφθέντες. Τούς ἀφαιροῦσαν ὅ,τι πολύτιμο εἶχαν καί ὁ Ὀρέστης έπαιρνε τά δαχτυλίδια, τα κοσμήματα, τα ρολόγια, τα χρήματα, τις λίρες πού εἶχαν μερικοί μαζί τους. Γιά τήν απληστία του αὐτή ἐκτελέστηκε λίγες μέρες ἀργότερα, γιατί δέν παρέδιδε τα περιουσιακά αυτά στοιχεῖα στο κόμμα, αλλά τά κρατοῦσε γι' αὐτόν καί τίς ἐρωμένες του. Μετά ὁδηγοῦνταν ἕνα ἕνα τα θύματα στο χῶρο τῶν ἐκτελέσεων, καμιά ἑκατοστή μέτρα μακριά ἀπό τά οἰκήματα τῆς Ούλεν.
«Μοῦ τήν φέραν μέ ἕνα ταξί» διηγήθηκε ὁ Μακαρώνας, «τήν εἶχαν στριμωγμένη ἄνθρωποι τῆς πολιτοφυλακής. Ήταν τυλιγμένη στο γούνινο παλτό της γιατί έκανε διαβολόκρυο». ᾿Από τις καταθέσεις τῶν ἄλλων ἐκτελεστῶν, πού ἔγιναν μετά τη σύλληψή τους, φαίνεται ὅτι τό ἴδιο βράδυ ἐκτός ἀπό τήν Ελένη μετέφεραν γιά ἐκτέλεση καί ἑφτά χωροφύλακες. Ὅλοι ὁδηγήθηκαν πρῶτα στα κρατητήρια. Γράφει ὁ Δημήρης Μυράτ στο τελευταίο του βιβλίο: «... Σάν ἦρθε ὁ καπετάν Ὀρέστης, (...) άρχισαν να παρελαύνουν μπροστά του οἱ κρατούμενοι. Ὅπως μάθαμε στη δίκη (σημ. Ἐννοεῖ τῶν ἐκτελεστῶν πού συνελήφθησαν λίγους μήνες αργότερα) πέρασε ἡ Ἑλένη, ὁ καπετάνιος τῆς πῆρε τα δαχτυλίδια, καί τήν ξαπόστειλε γιά τήν ὁμηρία. Ὅταν πέρασαν καμιά δεκαριά ἄλλοι, τή θυμήθηκε. “Πῶς εἶπε αὐτή πῶς τή λένε; Παπαδάκη; Δέν εἶναι αὐτή πού καταδικάσανε στο Σωματείο Ηθοποιῶν;”. Κι ἔδωσε τή διαταγή τοῦ θανάτου. Ὁ ἀπόηχος τῆς περίφημης δίκης!». στη,
Το τέλος τῆς άτυχης Ἑλένης ἦταν φοβερό: Ὁ Μακαρώνας τήν παρέλαβε μπροστά στον Ορέστη , ὁ ὁποῖος εἶχε διατάξει τήν ἐκτέλεση με τσεκούρι, όπως γινόταν μέ τά ἄλλα πολυάριθμα θύματα. Τή διέταξαν να γδυθεῖ, ἐνῶ ἐκείνη εἶχε ἀντιληφθεῖ ὅτι πλησιάζει το τέλος της καί εἶχε τρομάξει πολύ. Ἔτρεμε ἀπό τό κρύο καί τό φόβο καί κλαίγοντας τούς παρακαλοῦσε. Ἔβγαλε τή γούνα της, τήν ὁποία παρέλαβε ὁ Ὀρέστης καί ὅταν τη διέταξε να βγάλει καί τά ὑπόλοιπά της ροῦχα, ἀναλύθηκε σε δυνατές κραυγές ἀπελπισίας καί σέ γόους. Ὅρμησαν τότε σάν ἀφιονισμένοι πάνω της και μέσα σέ ἕναν καταιγισμό από προπηλακισμούς τήν ἔσυραν κοντά σέ ἀνοιγμένο λάκκο κι ἐκεῖ τήν ἔγδυσαν μέ τή βία. Ὁ Μακαρώνας ξαφνικά δείλιασε, τον πείραξαν καί οἱ κραυγές της και τελικά καθίζοντάς την χάμω, τράβηξε το περίστροφό του καί τῆς φύτεψε μιά-δυό σφαίρες στον αὐχένα.
«Σαν αναλογίζομαι το τραγικό της τέλος» θα γράψει ἀργότερα ὁ Διονύσης Ρώμας, «βλέπω σάν ἐφιαλτικό όραμα τήν ἴδια πάντα τυραννική εικόνα: Όρθιες μικρός στο υγρό όρυγμα, ντυμένες μέ τα φανταχτερά τους κοστούμια, άπειρες αιθέριες μορφές περιμένουνε τη θανατηφόρα ριπή. Σάν θερισμένα στάχυα γλιστράνε μιά μετά τήν ἄλλη, στό λασπωμένο χῶμα, ἡ ᾿Αντιγόνη, ἡ Κλυταιμνήστρα, ἡ Ιφιγένεια, ἡ Δυσδαιμόνα, ή Σελιμένη... καί ὅλες, όλες έχουνε το ίδιο, τό ἐξαϋλωμένο, τό αγαπημένο της πρόσωπο. Ἐκεῖνο το βράδυ τοῦ Δεκέμβρη γκρεμίστηκε για μιά στιγμή ὁ ρυθμός τοῦ Κόσμου: Ὁ Κάλιμπαν ἔσφαξε τόν Πρόσπερο. Το Κτήνος σκότωσε την Ψυχή».
Καί ὁ Αντωνάκης Φωκᾶς εἶπε κάποτε: «... Τόση ὅμως ευαισθησία καί τόσο θέλγητρο ἀπέραντο, πῶς δέ μπόρεσαν να σταματήσουν τά βάναυσα ἐκεῖνα χέρια πού όρμησαν ἐπάνω της;...».
Λίγο αργότερα στη δίκη του, ὁ Μακαρώνας δήλωσε ὅτι ὁ Ὀρέστης τον κατηγόρησε πώς ἔκανε σαμποτάζ, πού δέν τή σκότωσε μέ τό τσεκούρι ἀλλά μέ τό περίστροφο. Το φέρσιμο αὐτό τοῦ Μακαρώνα ἔκαμε τόν Παῦλο Παλαιολόγο να γράψει ἕνα ἄρθρο στο Βήμα, ἀπ' ὅπου τό ἀπόσπασμα:
«“Αὐτήν δέν βάσταξα να την σκοτώσω με τσεκούρι (...) Μια ακτίνα φωτός μέσα στην κόλαση. (...) Πιστόλι ἔβγαλε για να δώσει στην καλλιτέχνιδα γλυκύτερο θάνατο. (...) Γιατί ἄραγε; Ήταν ἡ δύναμις τῆς ἀδύνατης ποῦ τοῦ ἐξύπνησε το φιλότιμο; Ήταν ἡ γοητεία τῆς γυναίκας πού ἐπέδρασε πάνω του; Ήταν ἡ ἀκτινοβολία τῆς τέχνης; (...) Ήταν ἡ ἁβρότητα τῆς Ἑλένης; (...) Μιά πνοή θωπείας σέ μιά ἀτμόσφαιρα κολάσεως. Κάποιο χάδι στο κεφάλι μιᾶς καταδίκης. (...) Ο δήμιος πού εὐλαβήθηκε την τέχνη κι έκανε λιγότερο φρικτές τίς τελευταῖες στιγμές ἐκείνης πού τήν ἐνσάρκωνε. (...) Γιά τό Δεκεμβριανό σφαγεῖο τῆς Ούλεν, ὅπου κηλιδώθηκε ἡ ἱστορία μιας χώρας, καί τοῦ Μακαρώνα ή πράξις ἔχει τό ἄρωμα μιᾶς κάποιας ἀρετῆς!...».
Ἡ μαύρη Φόρντ ξαναγύρισε, νύχτα ἀκόμη, στην πολιτοφυλακή, μέ τόν καρβουνιάρη Τάκη καί μέ τόν Ὀρέστη, πού κρατοῦσε σαν τρόπαιο τή γούνα τῆς Ἑλένης. Λέγεται ότι τσακώθηκε μέ ἄλλους συναγωνιστές για το ποιός θά τήν ἔπαιρνε. Καί ὁ Μακαρώνας στη δίκη του εἶπε: «Δε λυπήθηκα τίποτ' ἄλλο, παρά τό παλτό πού φοροῦσε καί τό πῆρε ὁ Ὀρέστης».
ΠΟΛΥΒΙΟΣ ΜΑΡΣΑΝ - Ελένη Παπαδάκη: Μια φωτεινή θεατρική πορεία με απροσδόκητο τέλος, εκδ.ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ
Δείτε επίσης:
