Κυριακή, Μαΐου 10, 2026

Βελίκα Τράικου


Γεννήθηκε το 1883 στο Γραδεμπόρι (Πεντάλοφο Θεσσαλονίκης. Ἦταν πεντάρφανη ἀλλά εἶχε φοιτήσει στο ξακουστο Ανώτερο Παρθεναγωγείο Θεσσαλονίκης. Σ᾽ ἐκεῖνο τό πνευματικό φυτώριο πυροδοτήθηκε ή καρδιά της κι άναψαν οἱ μεγάλοι πόθοι νά ὑπηρετήσει μέ ὅλες της τίς δυνάμεις καί ὁποιονδήποτε τρόπο την αγαπημένη της Μακεδονία. Το 1900, διορίστηκεται στην Καρατζόβα, χωριό βόρεια τῆς Ἐδέσσης. Τό ἔργο πού ἔχει νά ἐπιτελέσει τεράστιο. Πρῶτα πρέπει να μάθει τήν ἑλληνική γλῶσσα στους σλαβόφωνους μαθητές της, τήν πλούσια ἱστορία τοῦ τόπου τους, να στηρίξει τήν πίστη τους. Ἡ περιοχή εἶναι φωλιά τῶν κομιτατζήδων, ὅμως ἡ νεαρή δασκάλα, ψύχραιμα, ἄφοβα καί μεθοδικά ἐπιδίδεται ὁλόψυχα στο ἔργο της.

Σε μυστική σύσκεψη Μακεδονομάχων, στη Μητρόπολη Θεσσαλονίκης τόν Αὔγουστο του 1901, παρακινεῖ τούς ὑπεύθυνους: «Οπλίστε τούς χωρικούς!.. Κι ὅταν ἐμεῖς προετοιμάσουμε το ἔδαφος, ἀπό παντοῦ θ᾽ ἀναψει ὁ ἀγώνας!...». Μια τέτοια προσωπικότητα εἶναι ἀδύνατον νά μήν ἔχει ἀποτελέσματα στό ἔργο της καί νά μήν τραβήξει τό ἐνδιαφέρον καί τήν προσοχή φίλων καί ἐχθρῶν. Τό ἴδιο φθινόπωρο ὁ Ἴων Δραγούμης ἀπό τό Προξενείο Μοναστηρίου, κάνει έκκληση στο «Κέντρο» τῆς Θεσσαλονίκης νά τοῦ στείλουν ἕνα ἐχέμυθο πρόσωπο γιά μιά πολύ σοβαρή καί ἐπικίνδυνη ἀποστολή. Σύνδεσμο τοῦ Ἑλληνικοῦ Κομιτάτου μεταξύ Μοναστηρίου-Καστοριᾶς Θεσσαλονίκης. Ἡ συνεργασία μέ τήν δεκαοκτάχρονη Βελίκα ἀποδεικνύεται άψογη καί ὑπεράνω πάσης προσδοκίας.

Ντυμένη μέ κουρέλια, ξυπόλητη, «ἀξιολύπητη», μιλώντας τουρκικά καί βουλγαρικά τρέχει μέσα από δάση, μονοπάτια, χαράδρες, ποτάμια, βουνά και ρεματιές, κάθε φορά καί σέ διαφορετικό προορισμό πού ὅμως ἐξυπηρετεῖ τίς ἀνάγκες τοῦ Ἀγώνα. Πανέξυπνη, ἐφευρετική, επινοητική, ὑπομονετική, επίμονη καταφέρνει ἀπίστευτα πράγματα. Περνά απαρατήρητη ἀφοῦ κανένας δέν δίνει σημασία στήν φτωχή τρελή. Τήν λυποῦνται καί τήν σιχαίνονται. Τί εἶναι τουρκάλα ή βουλγάρα δέν ξέρουν. Ἐκείνη περνάει πότε γιά τό ἕνα καί πότε γιά τό ἄλλο. Ἕνα δύστυχο πλάσμα πού παλεύει γιά ἕνα κομμάτι ψωμί... Γυρνάει ἔξω στήν ὕπαιθρο καί συνεχῶς σκυμμένη μαζεύει ραδίκια. Ὕστερα πήγαινε στα τούρκικα ἤ βουλγάρικα παζάρια να πουλήσει τά χόρτα ἤ τό γάλα, γιά νά βγάλει «τόν ἐπιούσιον».

Πόσο παράξενο θά ἦταν, ἄν παρακολουθοῦσε κάποιος τό δύστυχο αὐτό πλάσμα, τί δουλειά εἶχε ἔξω ἀπό Προξενεῖα, Μητροπόλεις, Διοικητήρια, στρατόπεδα, πλουσιόσπιτα... Ἡ Βελίκα ένημέρωνε γιά ὅσα ἄκουγε ἐκεῖ πού γύριζε καί μέ πλήρη επίγνωση τῆς δύσκολης καί ἐπικίνδυνης ἀποστολῆς ἔδινε ὅλη τήν ψυχή της γιά τόν Αγώνα. Μέσα στις πυκνές πλεξούδες της ἤ κάτω ἀπό τόν ξεφτισμένο ποδόγυρό της ἔκρυβε πολύτιμα ἔγγραφα τοῦ Ἀγώνα. Κι ὅταν ἔφθασε στην Μακεδονία ὁ Παῦλος Μελᾶς κι ἡ ὀργάνωση τοῦ Ἀγώνα δυνάμωσε καί φούντωσε, ἡ λεπτούλα δασκάλα συνέχισε, παρ᾿ ὅλους τούς κινδύνους, να μεταμφιέζεται καί νά ἀποτελεῖ «τό μάτι καί τό αὐτί τοῦ ᾿Αγώνα».

Ὅμως ἡ τεράστια επιτυχία τοῦ ἔργου της εἶχε θορυβήσει πολύ τούς Βούλγαρους, πού προσπαθοῦσαν λυσσασμένα νά ἀνακαλύψουν τό πρόσωπο πού τούς ἔκανε τόση ζημιά καί νά τό ἐξαφανίσουν. Τά πλοκάμια τῶν ἀνθρώπων τους εἶχαν ἁπλωθεῖ παντοῦ καί συνδιάζοντας κινήσεις, πληροφορίες καί πρόσωπο φαίνεται ὅτι μπῆκαν στά ἴχνη τῆς ἡρωικῆς δασκάλας.

Ἔτσι πολύ σύντομα, στις 28 Αὐγούστου του 1904, τό τεράστιο ἐθνικό ἔργο τῆς κοπέλας διεκόπη βίαια. Ἕνας βούλγαρος κομιτατζής τήν μαχαίρωσε κατάστηθα στα Γιαννιτσά, ὅταν παρά τά βασανιστήρια στά ὁποῖα τήν ὑπέβαλαν για να μαρτυρήσει τί γνώριζε, αὐτή ἐξακολουθοῦσε νά παριστάνει τήν τρελλή. Ἔτσι ἀπό τή μία στιγμή στήν ἄλλη ή μικρή ήρωίδα πέρασε στήν Ἀθανασία. Θρήνος συντάραξε τήν Θεσσαλονίκη στην μεγαλοπρεπή κηδεία της, τήν ὁποία ἀκολούθησε ὁλόκληρη λαοθάλασσα.


Ελίνα Μαστέλλου - Γιαννάκενα: Παύλος Μελάς και Μακεδονικός Αγώνας (1904-1908),εκδ. Πελασγός, σελ.79-81