(11.00 το βράδυ της 5ης Σεπτεμβρίου 1922. Βρετανός πρέσβης Τσαρλς Χένρι Μπέντινκ από την Αθήνα με απόρρητο τηλεγράφημά του προς το War Office)
«Ας καούν κι ας γκρεμιστούν τα πάντα».
(Τα λόγια αυτά αποδίδονται στον Μουσταφά Κεμάλ, μόλις πληροφορήθηκε τη φωτιά στη Σμύρνη. Βλ. Ιπέκ Τσαλιλάρ, Η κυρία Ατατούρκ, ελληνική μετάφραση Γιώργος Σαγκριώτης, Αθήνα 2014, σ. 38.)
Η κατάρρευση του μετώπου υπήρξε ολοκληρωτική και ταχεία πέραν πάσης προσδοκίας. Από τη στιγμή της επίθεσης των κεμαλικών δυνάμεων στον νότιο τομέα, στην περιοχή του Αφιόν Καραχισάρ, έως και την εισβολή των Τούρκων στη Σμύρνη μεσολάβησαν μόλις δεκατέσσερις ημέρες. Το μεσοδιάστημα αποτέλεσε κατά τα φαινόμενα την πιο ατιμωτική στιγμή στην ιστορία του ελληνικού στρατεύματος και την πιο μαύρη σελίδα στην ιστορία του μικρασιατικού ελληνισμού. Ανθρώπινα λείψανα με ξεσκισμένες στρατιωτικές στολές προσπαθούσαν να διαφύγουν με κάθε τρόπο από την ενδοχώρα, αναζητώντας ένα ασφαλές λιμάνι και ένα μέσο για να διαπεραιωθούν στα ελληνικά νησιά. Ακολουθούνταν από δεκάδες χιλιάδες χριστιανούς πρόσφυγες, ένα ανθρωπομάνι δυστυχισμένων πλασμάτων σε μια μαρτυρική πορεία προς τα παράλια προκειμένου να γλυτώσουν από την εκδίκηση του Κεμάλ. Προορισμός για τους περισσότερους ήταν το διαμάντι της Ανατολής, η πόλη της Σμύρνης, εκεί όπου ήλπιζαν πως οι ελληνικές πολιτικές και στρατιωτικές αρχές αλλά και οι συμμαχικές δυνάμεις θα τους παρείχαν προστασία. Πόσο γελασμένοι, αλήθεια, στάθηκαν. «Χριστιανικοί πληθυσμοί εσωτερικού, βλέποντες στρατιωτικούς φυγάδας κατερχομένους εκ του μετώπου και ενσπείροντας τον πανικόν, εγκαταλείπουσι εστίας των και περίτρομοι και πεινώντες κατευθύνονται Σμύρνην» ενημέρωνε γεμάτος ανησυχία ο ύπατος αρμοστής Αριστείδης Στεργιάδης. Στη Σμύρνη οι εξελίξεις από το μέτωπο γίνονταν γνωστές με καθημερινές αναφορές από το πυκνό δίκτυο των διπλωματών αλλά και των κατασκόπων που οι Μεγάλες Δυνάμεις είχαν σπείρει στην ιωνική γη. Τις τελευταίες ημέρες του Αυγούστου του 1922 όλες οι πληροφορίες συνέκλιναν πως η ελληνική γραμμή άμυνας είχε σπάσει και πως οι τουρκικές δυνάμεις κατευθύνονταν προς τα δυτικά.
![]() |
| Πρόσφυγες πάνω σε πλοιο (Φ.Α. ΕΛΙΑ.) Η φωτογραφία είναι επιχρωματισμένη |
Λίγο αργότερα σε νέο του εμπιστευτικό τηλεγράφημα ο ύπατος αρμοστής ενημέρωνε για την πλήρη κατάρρευση του μετώπου. Θεωρούσε πως έπρεπε να αποκλειστεί κάθε σκέψη για αντίσταση έστω και έξω από τη Σμύρνη ή τα Μουδανιά. Εξέφραζε, τέλος, τη βεβαιότητά του ότι η Σμύρνη θα καταστρεφόταν εκτός και αν οι Σύμμαχοι λάμβαναν τα αναγκαία μέτρα. Εις μάτην. Όλες οι εκκλήσεις του ύπατου αρμοστή έπεσαν στο κενό. Οι χειρότεροι φόβοι του για τη Σμύρνη επρόκειτο πολύ σύντομα να επαληθευτούν.
ΛΙΓΟ ΠΡΙΝ ΤΟ ΤΕΛΟΣ
Στις 6 Σεπτεμβρίου τα απομεινάρια της άλλοτε κραταιάς ελληνικής Στρατιάς Μικράς Ασίας έφτασαν στα προάστια της Σμύρνης ακολουθούμενα από χιλιάδες χριστιανούς πρόσφυγες, περισσότερους από διακόσιες χιλιάδες, που διέφευγαν για να αποφύγουν την τουρκική οργή. Καθισμένη στο σπίτι της στο αρχοντικό προάστιο του Μπουρνόβα, όπου δέσποζαν πολλά αρχοντικά που ανήκαν σε οικογένειες Λεβαντίνων, η μαντάμ Ορτάνς Γουντ αντιλήφθηκε την κοσμοσυρροή. «Ήταν ένας αξιολύπητος όχλος από ρακένδυτους, αποκαμωμένους και χλωμούς στρατιώτες και μαζί τους υπήρχαν εκατοντάδες πρόσφυγες, τόσο Έλληνες όσο και Τούρκοι, που έσερναν τα βήματά τους κάτω από τον ανελέητο ήλιο, μέσα σε σύννεφα καυτής σκόνης που περιδινούνταν στην ατμόσφαιρα» σημείωνε ατενίζοντας με μελαγχολία το θλιβερό θέαμα. Πλέον κανείς στην πόλη της Σμύρνης δεν διατηρούσε επιφυλάξεις για το τι είχε συμβεί στο μέτωπο. Τις δύο επόμενες μέρες τα υπολείμματα του ελληνικού στρατού επιβιβάστηκαν σε πλοία είτε στο λιμάνι της Σμύρνης είτε στη χερσόνησο της Ερυθραίας και αναχώρησαν για την Ελλάδα. Το απόγευμα της Παρασκευής 8 Σεπτεμβρίου εγκατέλειψαν τη Σμύρνη και όλες οι ελληνικές στρατιωτικές και πολιτικές αρχές. Τελευταίος αναχώρησε υπό τις αποδοκιμασίες του πλήθους ο ύπατος αρμοστής Αριστείδης Στεργιάδης, ο οποίος επιβιβάστηκε στη βρετανική ναυαρχίδα Άιρον Ντιούκ. Ο χριστιανικός πληθυσμός ήταν εξολοκλήρου έκθετος. Μόνο ο μητροπολίτης Χρυσόστομος είχε αρνηθεί να εγκαταλείψει την πόλη, παραμένοντας κοντά στο ποίμνιό του. Λίγα χρόνια αργότερα, εκφράζοντας την πίκρα του για την εγκατάλειψη των ελληνικών πληθυσμών της Μικράς Ασίας, ο Κοσμάς Πολίτης θα γράψει: «Αυτοί δεν τον πονέσανε τον τόπο. Δεν πονέσανε τις ανθρώποι του τόπου». Οι πρώτες τουρκικές δυνάμεις εισήλθαν στη Σμύρνη το Σάββατο 9 Σεπτεμβρίου. Οι περιγραφές που έχουν δώσει για την άφιξή τους τα μέλη των ξένων διπλωματικών και στρατιωτικών αποστολών συγκλίνουν σε πολλά μεταξύ τους. Επρόκειτο για άντρες του τουρκικού ιππικού, ντυμένους στα μαύρα. Στο πέρασμά τους οι χριστιανοί της πόλης πανικοβλήθηκαν. Αντίθετα, στην τουρκική συνοικία σήμανε γενικός ξεσηκωμός.
Στις 5.00 το απόγευμα της Κυριακής 10 Σεπτεμβρίου 1922 ο Μουσταφά Κεμάλ μπήκε
στην πόλη της Σμύρνης επιβαίνοντας σε μια ανοιχτή Μερσεντές του 1911. Τον συνόδευε τιμητικά ένα απόσπασμα ιππικού, ενώ πλήθος κόσμου είχε ξεχυθεί στους δρόμους για να τον υποδεχτεί. Ο Κεμάλ κατευθύνθηκε πρώτα στο Διοικητήριο, το Κονάκι, όπου είχε συνεργασία με τον Νουρεντίν πασά, φρούραρχο της πόλης. Την επομένη μετέβη στην προκυμαία και σταμάτησε στο περίφημο ξενοδοχείο Σπλέντιτ (Κράιμερ Παλάς). Αρκετοί Σμυρνιοί, ανάμεσά τους και Έλληνες, έπιναν το ποτό τους, επιχειρώντας έτσι να αποδράσουν από τη ζοφερή καθημερινότητα στην οποία είχε περιέλθει η πόλη. Μόλις τον αναγνώρισαν, απλώθηκε σιωπή. Ο Κεμάλ ατάραχος, πίνοντας το ποτό του, αδιαφορώντας για τις συστάσεις των γιατρών να απέχει από το αλκοόλ λόγω των επίμονων αρυθμιών που τον ταλαιπωρούσαν, στράφηκε στους Έλληνες και τους ρώτησε: «Αλήθεια, ο βασιλιάς Κωνσταντίνος πέρασε ποτέ από εδώ να πιει μια ρακή;». Εκείνοι απάντησαν αρνητικά. «Τότε γιατί μπήκε στον κόπο να καταλάβει τη Σμύρνη;» ανταπάντησε με περιπαικτικό ύφος. Η πόλη είχε αποκτήσει
νέο αφέντη και εκείνος έδειχνε να το απολαμβάνει. Ξημέρωσε η Τετάρτη 13 Σεπτεμβρίου 1922. Η Σμύρνη στέναζε από το βάρος των προσφύγων που συνεχώς κατέφταναν από την ενδοχώρα. Στις γειτονιές της, παρά τις αρχικές διαβεβαιώσεις των κεμαλικών πως δεν επρόκειτο να συμβεί το παραμικρό,
είχαν αρχίσει οι σφαγές και οι λεηλασίες πρώτα στην αρμενική συνοικία και ακολούθως στην ελληνική. Η ζέστη ήταν ανυπόφορη και το βοριαδάκι, που έως τότε πρόσφερε κάποιες ανάσες δροσιάς, είχε παραχωρήσει τη θέση του σε έναν καυτό νότιο άνεμο. Ξαφνικά ξέσπασαν πυρκαγιές στην αρμενική γειτονιά. Τα πρώτα λεπτά κανείς δεν ανησύχησε. Επρόκειτο για συνηθισμένο φαινόμενο, ιδιαίτερα τους ζεστούς καλοκαιρινούς μήνες. Όμως μέχρι το απόγευμα η φωτιά είχε δυναμώσει, το μήκος της ξεπερνούσε ήδη το ενάμισι χιλιόμετρο, ενώ νέες εστίες άναψαν και στις ελληνικές συνοικίες. Όσο περνούσε η ώρα γινόταν αντιληπτό ότι εκείνη η φωτιά δεν είχε καμία σχέση με τις προηγούμενες, καθώς έτεινε να γίνει ανεξέλεγκτη. Πλήθος άνθρωποι έβγαιναν έντρομοι από τα σπίτια τους, απειλούμενοι από τις φλόγες που διαρκώς πλησίαζαν, και μαζί με τους πρόσφυγες κατευθύνονταν προς τη θάλασσα. Εκεί οι ναύτες από τα πολεμικά πλοία των Μεγάλων Δυνάμεων είχαν ήδη ξεκινήσει την επιχείρηση απομάκρυνσης των υπηκόων τους. Ο ήλιος πάνω από τη Σμύρνη είχε χαθεί μέσα σε ένα πέπλο μαύρου καπνού που διαρκώς μεγάλωνε. Η επέκταση της φωτιάς βρήκε τον Μουσταφά Κεμάλ σε διαρκείς συσκέψεις με τους συνεργάτες του προκειμένου να εμπεδωθεί η τουρκική κυριαρχία στην πόλη. Τον βρήκε όμως
απασχολημένο και με μια γλυκιά Τουρκάλα Σμυρνιά, κόρη μιας από τις ευπορότερες οικογένειες, τη Λατιφέ χανούμ. Η Λατιφέ εισέβαλε δυναμικά στη ζωή του Κεμάλ και πολύ σύντομα το μεταξύ τους ειδύλλιο κατέληξε σε γάμο. Στο σπίτι της Λατιφέ άλλωστε, στο Κορδελιό (Καρσίγιακας), ένα από τα πλέον αριστοκρατικά προάστια της πόλης, μακριά από τη δυσοσμία των εκατοντάδων πτωμάτων και την αποπνικτική ατμόσφαιρα από τους καπνούς, είχε καταφύγει ο Τούρκος ηγέτης, εγκαθιστώντας μάλιστα το στρατηγείο του. Απολαμβάνοντας το ποτό τους στη βεράντα της λευκής έπαυλης με φόντο την καιγόμενη πόλη, ο Μουσταφά ρώτησε τη Λατιφέ αν υπήρχαν και σπίτια που ανήκαν στην οικογένειά της στις περιοχές όπου μαινόταν η φωτιά. Η Λατιφέ αποκρίθηκε θετικά, εκφράζοντας όμως ταυτόχρονα τη λατρεία της για τον ίδιο με τα εξής λόγια: «Πασά μου, ας καούν όλα, αρκεί που είστε εσείς καλά στην υγεία σας. Τι αξία έχει η ιδιοκτησία για τους ανθρώπους αυτές τις μέρες της ευτυχίας; Η χώρα μας είναι ελεύθερη. Αργότερα θα ξαναχτίσουμε όλα αυτά τα κτίρια και θα είναι ομορφότερα». Η απάντησή της ικανοποίησε τον Κεμάλ. «Ναι! Ας καούν κι ας γκρεμιστούν τα πάντα» είπε «όλα αυτά μπορούν να αντικατασταθούν».
ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑ ΚΑΙ ΕΚΔΙΚΗΣΗ
Η σκληρότητα του Τούρκου ηγέτη για το ολοκαύτωμα της Σμύρνης πιθανότατα δεν οφειλόταν μόνο στην αγριότητα των πρόσφατων πολεμικών συγκρούσεων. Φαίνεται πως είχε την αφετηρία της αρκετά χρόνια πίσω, όταν την πρωτοεπισκέφτηκε το 1905 βρίσκοντάς την κατάμεστη από χριστιανούς κατοίκους. «Είδα αυτή την πανέμορφη προκυμαία γεμάτη από μέλη μιας φυλής που ήταν ορκισμένοι εχθροί μας και κατέληξα στο συμπέρασμα ότι η Σμύρνη είχε ξεγλιστρήσει μέσα απ' τα χέρια των αληθινών και ευγενικών Τούρκων κατοίκων της» παρατήρησε με απαξία. Έχω την εντύπωση πως η πυρπόληση της ελληνικής, της αρμενικής και της ευρωπαϊκής συνοικίας της Σμύρνης υπήρξε η επιδιωκόμενη ενέργεια από πλευράς των Τούρκων επαναστατών προκειμένου να διακηρύξουν με τον πιο εύγλωττο τρόπο όχι τόσο τη δική τους νίκη, όσο τον ενταφιασμό οποιασδήποτε χριστιανικής παρουσίας στην Ανατολία και το οριστικό τέλος του κοσμοπολιτισμού στον εθνικό τους χώρο. Ουσιαστικά, στα ερείπια της μητρόπολης του μικρασίατικού ελληνισμού οικοδομήθηκε η νέα τουρκική εθνικιστική ταυτότητα. Επιπλέον, η συνειδητή διαγραφή της μεγάλης φωτιάς -από την πρώτη κιόλας στιγμής από την τουρκική συλλογική μνήμη φιλοτέχνησε με εντυπωσιακά αλαζονικό τρόπο πολλά από τα χαρακτηριστικά αυτής της ταυτότητας.
Εκτός από τις οικίες και τα σοκάκια της Σμύρνης, που γέμισαν από πτώματα δολοφονημένων χριστιανών και σώματα βιασμένων κοριτσιών, το δράμα κορυφώθηκε στην προκυμαία της, επί αιώνες σύμβολο της ευμάρειας, της αρχοντιάς και του κοσμοπολιτισμού της βασίλισσας της Ιωνίας. Εκεί, σύμφωνα με αξιόπιστα στοιχεία, κατέφυγαν χιλιάδες πρόσφυγες -ίσως να άγγιξαν το ένα εκατομμύριο- αναζητώντας σωτηρία στη θάλασσα. Με μία από τις μεγαλύτερες ανθρωπιστικές επιχειρήσεις στην ιστορία, και παρά την αρχική αβελτηρία, οι περισσότεροι από αυτούς μεταφέρθηκαν από πλοία διάφορων χωρών στην Ελλάδα μέχρι την 1η Οκτωβρίου 1922. Ποτέ δεν θα μάθουμε πόσοι ακριβώς έχασαν τη ζωή τους στην προκυμαία της Σμύρνης. Πόσοι αποσπάστηκαν από τις οικογένειές τους, αφού, σύμφωνα με τις εντολές του Κεμάλ, όλοι οι άντρες ηλικίας 18 έως 50 χρονών διαχωρίστηκαν και στάλθηκαν σε πορείες θανάτου στο εσωτερικό. Στην προκυμαία της Σμύρνης ξεδιπλώθηκαν αναρίθμητα ανθρώπινα δράματα που κατατάσσονται στις πιο μελανές σελίδες της ιστορίας του 20ου αιώνα. Διαπράχτηκαν αναρίθμητα εγκλήματα, χιλιάδες ιστορίες βίαιου αποχωρισμού. Σημειώθηκαν όμως και σπουδαίες πράξεις ηθικού μεγαλείου από άντρες και γυναίκες ξένων φιλανθρωπικών οργανώσεων, όπως τον Αμερικανό μεθοδιστή πάστορα Έισα Τζένιγκς και την Έστερ Πολ Λάβτζοϊ, 15 επικεφαλής της Αμερικανικής Ένωσης Νοσοκομειακών Γιατρών. Αλλά και οι ένστολοι δεν συμπεριφέρθηκαν όλοι το ίδιο, σε όποια εθνικότητα και αν ανήκαν. Σε αντιδιαστολή με τον ναύαρχο Μαρκ Μπρίστολ, ο οποίος στις 13 Σεπτεμβρίου, ημέρα που ξέσπασε η πυρκαγιά στη Σμύρνη, κατέγραφε με ευχαρίστηση το «διασκεδαστικό» ματς τένις στο οποίο συμμετείχε, οι ΗΠΑ μπορούσαν να καυχώνται για τον πλωτάρχη Χάλσεϊ Πάουελ, κυβερνήτη του πλοίου Έντσαλ, που αγνοώντας τις εντολές των προϊσταμένων του ανέλαβε πρωτοβουλία για τη σωτηρία των προσφύγων στη Σμύρνη, διατάζοντας επίσης τους ναύτες του να είναι έτοιμοι να βάλλουν εναντίον των Τούρκων σε περίπτωση που επιχειρούσαν να εμποδίσουν την απομάκρυνση των αμάχων.
Περιγράφοντας τη δραματική εικόνα της προκυμαίας, ο Έρνεστ Χέμινγουεϊ στο διήγημά του «Στην προκυμαία της Σμύρνης», στηριζόμενος σε αφηγήσεις αυτοπτών μαρτύρων, έγραψε: «Το πιο παράξενο ήταν πώς ούρλιαζαν κάθε βράδυ τα μεσάνυχτα. Δεν γνωρίζω γιατί ούρλιαζαν πάντα εκείνη την ώρα. Ήμασταν στο λιμάνι και ήταν όλοι στην προβλήτα και τα μεσάνυχτα άρχιζαν να ουρλιάζουν. Συνηθίζαμε να στρέφουμε τον προβολέα καταπάνω τους για να τους ησυχάσουμε... το χειρότερο πράγμα ήταν οι γυναίκες με νεκρά παιδιά. Δεν θα μπορούσατε με κανέναν τρόπο να τις πείσετε να τα αφήσουν. Ορισμένες κρατούσαν τα νεκρά μωρά τους για έξι ημέρες». Επρόκειτο για μια κατάσταση πανικού, συχνά τρέλας. Παρά τη σύγχυση που επικράτησε τις δεκαετίες μετά την καταστροφή, κυρίως λόγω της κλιμάκωσης μιας προπαγανδιστικής εκστρατείας για τη συσκότιση των όσων είχαν συμβεί στη Σμύρνη, δεν υπάρχουν άξιες λόγου επιφυλάξεις σχετικά με τους υπεύθυνους του εμπρησμού της πόλης. Ούτε είναι κολακευτική για την κοινότητα των ιστορικών η παρατήρηση πως για την προκληθείσα σύγχυση ευθύνονται κυρίως μέλη της, όχι δυστυχώς στο πλαίσιο μιας ενδελεχούς αναζήτησης της πραγματικότητας με τη χρήση αρχειακών πηγών, αλλά εξαιτίας μιας αντιεπιστημονικής μεταμοντέρνας αντίληψης που φαντασιώνεται μια Ιστορία α λα καρτ. Ευτυχώς, τα διαθέσιμα αρχειακά δεδομένα δεν άφησαν εξαρχής ερωτηματικά για το τι είχε συμβεί. Η Μίνι Μιλς, διευθύντρια του Αμερικανικού Διακολεγιακού Ινστιτούτου της Σμύρνης το οποίο βρισκόταν στην αρμενική συνοικία της πόλης, έδωσε μία από τις πρώτες και ξεκάθαρες καταθέσεις δηλώνοντας ότι: «Είδα με τα ίδια μου τα μάτια έναν Τούρκο αξιωματικό να μπαίνει σε ένα σπίτι κρατώντας μικρούς τενεκέδες πετρελαίου ή βενζίνης και μέσα σε λίγα λεπτά το σπίτι να γίνεται παρανάλωμα». Όμως η μαρτυρία της δεν ήταν η μόνη. Πολλά στελέχη ξένων φιλανθρωπικών οργανώσεων, διπλωματικών και στρατιωτικών αποστολών που δραστηριοποιούνταν στην πόλη έχουν αφήσει δεκάδες μαρτυρίες, υποστηρίζοντας ότι Τούρκοι στρατιώτες είχαν προχωρήσει στον εμπρησμό της πόλης. Λίγα χρόνια αργότερα, το 1942, σε δίκη που έγινε στο Λονδίνο μέσω της οποίας η American Tobacco διεκδίκησε αποζημίωση από την ασφαλιστική εταιρεία Guardian Assurannce για τις ζημιές που είχαν υποστεί οι αποθήκες καπνού που είχε στη Σμύρνη από την ασφαλιστική εταιρεία Guardian Assurance, δεκάδες μάρτυρες κατέθεσαν πως είχαν δει Τούρκους στρατιώτες και ατάκτους να βάζουν φωτιές. Αλλά και οι πρόσφυγες που έφταναν κατά κύματα πανικόβλητοι στην Ελλάδα έδωσαν τη δική τους κατάθεση στις ελληνικές στρατιωτικές αρχές για όσα είχαν δει και βιώσει. Το Ιστορικό και Διπλωματικό Αρχείο του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών βρίθει από τις μαρτυρίες
τους, οι οποίες προκαλούν ανατριχίλα για τις βιαιότητες και τα εγκλήματα των Τούρκων ατάκτων αλλά και του τακτικού στρατού. Σε όλα τα μικρασιατικά παράλια από την Προποντίδα μέχρι την Κιλικία οι ελληνικοί πληθυσμοί σφαγιάζονταν, οι νεαρές παρθένες βιάζονταν, οι άντρες στρατεύσιμης ηλικίας εκτοπίζονταν στο εσωτερικό σε πορείες θανάτου δίχως αύριο. Ταυτόχρονα, τα χριστιανικά χωριά παραδίδονταν στην πυρά σε μια προσπάθεια να διαγραφεί κάθε ίχνος της ελληνικής και χριστιανικής παρουσίας στην Ανατολία. Ο εξηνταπεντάχρονος Παναγιώτης Σαρώνης από τη Σμύρνη είδε Τούρκους να ρίχνουν βενζίνη προκειμένου να επεκταθεί η φωτιά, ενώ ευρισκόμενος στην προκυμαία αντίκρυσε πολλά κάρα που κουβαλούσαν πτώματα. Τον εμπρησμό από Τούρκους κατήγγειλε και η Άννα Νομικού αλλά και ο Αθανάσιος Δοξανάκης, που είδε Τούρκους ατάκτους να πυρπολούν σπίτια απέναντι από την εκκλησία της Παναγίας της Μερσιδιώτισσας. Η Χαρίκλεια Ξανθαίου έμεινε τέσσερα ολόκληρα μερόνυχτα στην
προκυμαία της Σμύρνης. Είδε τους Τούρκους να δολοφονούν αδιακρίτως, να συλλαμβάνουν ομήρους και να ατιμάζουν τα
νεαρά κορίτσια. Ο Ιωάννης Σαμιώτης από το Σαλιχλί περιέγραψε επίσης τη δραματική περιπέτειά του. Τούρκοι άτακτοι μπήκαν στο χωριό του και έστησαν πολυβόλα πάνω σε έναν μιναρέ και από εκεί πυροβολούσαν αδιακρίτως. Ο ίδιος κατέφυγε στη Σμύρνη. Ο Χαράλαμπος Γιανναράκης από το Νυμφαίο είδε Τούρκους ατάκτους να μπαίνουν στο χωριό του και να βάζουν φωτιά σε όλα τα χριστιανικά σπίτια. Οι κάτοικοι έντρομοι πήραν τον δρόμο για τη Σμύρνη. Στον δρόμο όμως τους επετίθετο ο τουρκικός όχλος σκοτώνοντας, κλέβοντας και βιάζοντας. Ο ίδιος έχασε τη σύζυγο και την κόρη του. Ο Βασίλης Ορφανίδης από την Καστοριά στη δική του κατάθεση περιέγραψε με συγκλονιστικό τρόπο τις τελευταίες ημέρες
στη Σμύρνη: «Την Δευτέραν 29 του Αυγούστου εισήρχοντο εις τας οικίας Ελλήνων και Αρμενίων και ελάμβανον τους άνδρας από 18 μέχρι 60 και τους περιέφερον εις πόλιν κτυπούντας αυτούς υπό του υποκοπάνου των όπλων και προτρέποντας τους δυστυχείς να υψώνωσι τας χείρας των υψηλά και να χειροκροτούν και να φωνάζουν “Ζήτω ο Μουσταφά Κεμάλ”. Εἰς γέρων εξηκοντούτης περίπου κατά την ηλικίαν δεν ηδυνήθη να υψώση τας χείρας του. Κεμαλικός τις τού επέφερε ένα δυνατό χτύπημα με τον υποκόπανον εις την κεφαλήν όπου εξέπνευσε. Ο δυστυχής ούτος ήτο Αρμένιος ωνομάζετο Κιρκόρ Καραπετιάν. [...] Μια γυνή εκυνηγάτο υπό Τούρκων οπλιτών, εκράτη εις τας χείρας της μικρόν παιδίον, το έρριψεν εις την θάλασσα και ότε ετοιμάζετο να ριφθή και να συμπνιγή μετά του τέκνου της την προέλαβε εις Γάλλος οπλίτης και ούτως εσώθη αλλά το δυστυχές τέκνο της επνίγη». Ο κλητήρας του ελληνικού γενικού προξενείου στη Σμύρνη Ηλίας Βομβίλης ή Πασχαλίδης στη δική του κατάθεση περιέγραψε αναλυτικά τις τελευταίες ημέρες της ιωνικής πρωτεύουσας. Οι σφαγές των Ελλήνων, υποστηρίζει, υπήρξαν γενικευμένες ιδίως στις συνοικίες του Αγίου Βουκόλου, της Αγίας Κυριακής και του Αγίου Κωνσταντίνου. Το μένος των κεμαλικών το πλήρωσαν όχι μόνο οι Έλληνες και οι Αρμένιοι αλλά ακόμη και οι μουσουλμάνες εκδιδόμενες γυναίκες στα Χιώτικα. Απέναντι, στα ελληνικά νησιά, οι πιο τυχεροί πρόσφυγες βρήκαν ιατρική περίθαλψη. Η Ειρήνη Γεωργιάδου, μαία και διευθύντρια του δημοτικού νοσοκομείου στο Λιμένι Βαθεάς Σάμου, στην κατάθεση που έδωσε τον Νοέμβριο του 1922 διέσωσε ανατριχιαστικές πληροφορίες για την κατάσταση των προσφύγων. «Δεν θυμάμαι να σας περιγράψω την αθλίαν κατάστασιν των γερόντων και γυναικοπαίδων των αποβιβαζομένων εκ των ατμοπλοίων. Εκ της πείνης, της γύμνιας και των ξυλοκοπημάτων άτινα υπέστησαν υπό των Τούρκων στρατιωτών κατά την εισβολήν των εις τα χωρία των μετά την αναχώρησιν του ελληνικού στρατού. Δεν ηδύναντο να βαδίσουν, ενόμιζε κανείς ότι βλέπει σκελετούς περιπατούντας. Αι αφηγήσεις των νοσηλευθέντων διά τα παθήματά των είναι τραγικαί. Ενοσηλεύσαμεν κορασίδας κάτω των δέκα ετών πασχάσας από αιμορραγίαν προελθούσαν επί βιασμών κατά φύσιν και παρά φύσιν. Επίσης γραίας και γέροντας φέροντας πλείστα τραύματα διά μαχαιρών, υποστάντας ταύτα υπό στρατιωτών, διότι δεν άφινον να βιάζωσιν υπό τας όψεις των ή ν' απάγωσι τας θυγατέρας των ή διότι δεν ταις έδιδον χρήματα. Μας έφερον εις το νοσοκομείον δεκαεπτά παιδάκια ανευρεθέντα μόνα εν τοις ατμοπλοίοις, άνευ γονέων ή άλλων συγγενών και τα οποία δεν ηδύναντο να μας είπωσι την ταυτότητά των. Τινά τούτων ήσαν τραυματισμένα διά μαχαιρών εις τους λαιμούς των και τα σώματα. Εξ αυτών τα εννέα απεβίωσαν. Τα άλλα ιαθέντα παρέλαβον διάφοροι φιλάνθρωποι κάτοικοι ενταύθα». Παρόμοιες μαρτυρίες κατακλύζουν τα ελληνικά και ξένα αρχεία, επιβεβαιώνοντας την άποψη πως στην προκυμαία της Σμύρνης, καθώς και στις προκυμαίες των άλλων πόλεων της Δυτικής Μικράς Ασίας, του Πόντου και της Ανατολικής Θράκης διαπράχτηκε από τους κεμαλικούς ένα ειδεχθές έγκλημα σε βάρος της ανθρωπότητας.
ΙΑΚΩΒΟΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ - ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ, σελ. 69-81
Σχετικοί σύνδεσμοι:
