Κυριακή, Μαΐου 17, 2026

Κωνσταντίνος (Κώττας) Χρήστου (Καπετάν-Κώττας)

 Ὁ Κωνσταντίνος (Κώττας) Χρήστου (1860-1905), ήταν γνωστός μέ τό προσωνύμιο «Αετός τῶν Κορεστείων» καί ἔμεινε στήν ἱστορία ὡς Καπετάν-Κώττας. Ὁ Κώττας Χρήστου γεννήθηκε το 1860 στή Ρούλια (Κώτας) τῶν Πρεσπῶν, τοῦ νομοῦ Φλωρίνης. Βαπτίστηκε μέ τό όνομα Κωνσταντῖνος. Τελικά ἐπικράτησε ὁ παρεφθαρμένος τύπος Κώστας ἢ Κώττας. Ὁ πατέρας του ονομάζονταν Χρῆστος καί ἡ μητέρα τοῦ Δέσποινα.

Ἡ θέση τοῦ χωριοῦ του, ἦταν κοντά σε κύρια οδική αρτηρία καί τό καταστοῦσε εὔκολο στόχο σε ὀθωμανικά στρατιωτικά ἀποσπάσματα ἀλλά καί σέ ἄτακτες ληστρικές ομάδες πού κατά καιρούς προκαλοῦσαν καταστροφές, λεηλασίες καί φόνους. Ἔτσι, οἱ κάτοικοι αναγκάστηκαν νά τό ἐγκαταλείψουν καί νά κατοικήσουν τη σημερινή τοποθεσία, πού τότε βρίσκονταν ἀνάμεσα σε δάση καί ἦταν προστατευμένη. Ὁ Κώττας ἦταν ἀπό παιδί ζωηρός, τολμηρός, ἐπαναστατικός καί ριψοκίνδυνος. Δέν ἀγαποῦσε ιδιαίτερα τά γράμματα, ἀλλά ἀναγκάστηκε για λόγους βιοποριστικούς να μάθει μέ μεγάλη ἐπιμονή, ἀνάγνωση και γραφή. Μετά το θάνατο τοῦ πατέρα του Χρήστου, κρατοῦσε μόνος του τά βιβλία τοῦ οἰκογενειακοῦ παντοπωλείου. Ἀργότερα εργάστηκε ὡς ἀγωγιάτης καί ἐξ αἰτίας αὐτοῦ ταξίδευε για αρκετά χρόνια στη Θράκη, τήν Κωνσταντινούπολη καί βόρεια ὡς τή Σερβία. Το 1886 επέστρεψε στη Ρούλια καί ἄσκησε ἐκεῖ τά επαγγέλματα τοῦ παντοπώλη, τοῦ ὑποδηματοποιοῦ, τοῦ κηροπλάστη καί τοῦ ξενοδόχου. Απέκτησε ἀρκετά χρήματα, μέρος τῶν ὁποίων διέθετε γιά τήν ἀρωγή τῶν φτωχῶν συμπατριωτῶν του.

Ανέγειρε ξενώνα στη Ρούλια, ὅπου παρείχε δωρεάν τροφή καί στέγη στούς ἀπόρους καί μέ δική του δωρεά ανεγέρθηκε οἴκημα στη μονή τῆς Ἁγίας Τριάδας Πισοδερίου. Νυμφεύτηκε την Ζωή Σφέτκου, καί ἀπέκτησαν 8 παιδιά: τή Σοφία, τον Δημήτριο, τόν Σωτήριο, τή Βασιλική, τόν Χρῆστο, τόν Λάζαρο, την Πασχαλινή καί τόν Εὐάγγελο. Η Βασιλική, ή Πασχαλινή καί ὁ Λάζαρος πέθαναν σε νεαρή ηλικία. Ὁ Εὐάγγελος πέθανε το 1958 στην Αθήνα.

Στήν ἰδιωτική του ζωή ἐπιδίδονταν μέ ζῆλο στο κυνήγι πού ἦταν ἄφθονο στην περιοχή των Κορεστείων. Στα τέλη τῆς δεκαετίας τοῦ 1880 κατετάγη σέ σῶμα φαχρήδων, πού ἦταν ἕνα εἶδος πολιτοφυλακῆς πού συγκροτεῖτο ἀπό χριστιανούς μέ σκοπό τήν πάταξη τῆς ληστείας. Από το 1893 έως το 1896 ὁ Κώττας διατέλεσε πρόεδρος κοινότητος τῆς Ρούλιας. Τότε ἦρθε σε ρήξη μέ τόν Τουρκαλβανό Κασήμ

ἀγά, μπέη τῆς Καπεστίτσας. Ὁ Κασήμ αγάς ἦταν κύριος τοῦ ἑνός ἀπό τά δυό πανδοχεῖα τῆς Ρούλιας. Τό ἄλλο ἀνῆκε στήν κοινότητα. Ὁ Κασήμ ἀγάς ἐμπόδιζε ὅποιον ενδιαφερόταν νά ἐπινοικιάσει καί νά λειτουργήσει το κοινοτικό πανδοχεῖο γιά νά μή χάσει τά κέρδη του. Οἱ κάτοικοι τοῦ χωριοῦ διαμαρτύρονταν γιατί τό πανδοχεῖο ἀποτελοῦσε ἕνα ἔσοδο γι' αὐτούς. Ὁ Κώττας τότε ἐπινοικίασε ὁ ἴδιος τό κοινοτικό πανδοχεῖο, γεγονός πού προκάλεσε τόν Κασήμ ἀγά καί τόν ὁδήγησε στήν ἀπόπειρα δολοφονίας τοῦ Κώττα. Ὁ Κώττας σώθηκε, καθώς κρύβονταν σε οἰκίες συγχωριανῶν του. Ἐξ αἰτίας αὐτῶν τῶν γεγονότων, στίς ἀρχές τοῦ 1897 ὁ Κώττας ἐγκατέλειψε τή Ρούλια και βγῆκε στό βουνό ὡς ἀντάρτης. Ἡ κατάσταση ἦταν οὕτως ἢ ἄλλως ἔκρυθμη λόγῳ τῆς Μακεδονικῆς Ἐπανάστασης του 1896 πού ἦταν ἀκόμα σε εξέλιξη ἀλλά καί τοῦ ἐπικείμενου Ἑλληνοτουρκικοῦ πολέμου τοῦ 1897.

Ὁ Κώττας ἄρχισε νά καταδιώκει Οθωμανούς ἄρχοντες καί ἔδωσε ἀρκετές μάχες μέ ὀθωμανικά στρατεύματα. Τήν ἄνοιξη τοῦ 1897, ἡ φήμη τῆς δράσης τοῦ Κώττα ἦταν τέτοια, πού 28 νέοι τῶν καλύτερων οἰκογενειῶν τοῦ Μοναστηρίου, μεταξύ τῶν ὁποίων καί ὁ βιομήχανος Νικόλαος Καζάζης, εἶχαν προετοιμαστεῖ καί ἐξοπλιστεῖ, προκειμένου να τεθοῦν ὑπό τή ἡγεσία τοῦ Κώττα. Ἐπίσης, ἀνάλογες προθέσεις εἶχαν καί ἀρκετοί νεόι της Φλώρινας καί τῆς Καστοριᾶς. Τα σχέδια αὐτά τοῦ Ἑλληνισμοῦ τῆς περιοχῆς ματαίωσε ἡ ἀτυχής κατάληξη τοῦ Ἑλληνοτουρκικού πολέμου τοῦ 1897. Ὁ Κώττας μέ τό σῶμα του συνέχισε να περιφέρεται στις περιοχές Πρεσπῶν καί Φλώρινας καταδιώκοντας Τούρκους καί Τουρκαλβανούς μπέηδες πού καταδυνάστευαν τούς χριστιανικούς πληθυσμούς. Τήν ἐποχή ἐκείνη ἦρθε σε επαφή μέ τόν κομιτατζή τῆς ΕΜΕΟ Λάζαρ Ποπτράικωφ, ὁ ὁποῖος ἐπίσης δροῦσε τότε κατά ὀθωμανικῶν στόχων. Ἔτσι παρόλο πού διατήρησε τήν αὐτονομία τῶν κινήσεών του, εντάχθηκε στην ΕΜΕΟ και συνεργάστηκε σε πολλές επιχειρήσεις μέ ἀρκετά στελέχη της. Γιά τόν Κώττα, εἶχε μεγαλύτερη σημασία ή συσπείρωση ὅλων τῶν χριστιανῶν κατά τοῦ ὀθωμανικοῦ ζυγοῦ. Συνήθιζε να λέει: «Ἄς σκοτώσουμε πρῶτα τήν ἀρκούδα καί γιά το τομάρι, εἶναι εὔκολο νά τό μοιράσουμε».

Το 1898 ὁ Κώττας μέ τήν ὁμάδα του, κατόρθωσε να συλλάβει καί νά ἐξοντώσει τόν Τοῦρκο εἰσπράκτορα Ταχήρ, ὁ ὁποῖος καταδυνάστευε τα χωριά του καζά Φλωρίνης. Στις 29 Ιουλίου τοῦ ἴδιου ἔτους ἐξόντωσε στην Τύρσια (Τρίβουνο) τόν Νουρή μπέη, πού ἦταν ἰδιαίτερα σκληρός μέ τούς χριστιανούς τῆς ὑποδιοίκησης (καζά) Φλωρίνης. Το Πάσχα τοῦ 1899, ὁ Κώττας μέ τό σῶμα τοῦ κατάφερε νά ἐξοντώσει τους Τουρκαλβανούς μπέηδες Τσαούς Σιαμπάν καί Τζέλιο, σέ ἐνέδρα στο Μπούφι (Ακρίτας). Οἱ μπέηδες Τζέλιο και Τσαούς Σιαμπάν δροῦσαν στον καζά Φλωρίνης καί λυμαίνονταν τά χριστιανικά χωριά. Τό ἑπόμενο Πάσχα του 1900, ὁ Κώττας μέ τά παλικάρια του ἐξόντωσαν τόν Κασήμ αγά, ὁ ὁποῖος ἦταν ὁ ἰσχυρότερος μπέης τῆς περιοχῆς καί ἐξανάγκαζε σέ ἐξαθλίωση τούς κατοίκους τῶν χωριῶν Σμαρδέσι (Κρυσταλλοπηγής), Μπρέσνιτσας (Βατοχωρίου), Ρούλιας, Τύρσιας (Τρίβουνου), Ὄστιμας (Τριγώνου), Ζελόβου (Αντάρτικου), Ποζίβιστας (Χαλάρας), Κονομπλατίου (Μακροχωρίου) καί Στάτιστας (Μελᾶ), ἐπιβάλλοντας βαρεῖς φόρους καί χρησιμοποιώντας βίαια μέσα.

Κατά τά ἔτη 1900, 1901, 1902 και μέχρι τα μέσα τοῦ 1903 ὁ Κώττας ἀρχικά συνεργάστηκε μέ τήν ΕΜΕΟ κατά τῶν Ὀθωμανῶν. Διενεργήθηκαν πολλές ἐπιθέσεις καί ὁ Κώττας ενθάρρυνε καί ἐμψύχωνε τούς σκληρά δοκιμαζόμενους ἑλληνικούς πληθυσμούς τῆς ὑπαίθρου. Γρήγορα ὅμως ἀντελήφθη τούς ὑπόγειους ἀνθελληνικούς σκοπούς τῆς ΕΜΕΟ, καθώς μαθεύτηκαν διάφορες μεμονωμένες δολοφονίες μόνο κατά τῶν Ἑλλήνων. Μετά από πολλές παλινωδίες από καλοπιάσματα καί ἀπειλές, ἀπεχώρησε ὁριστικά ἀπό τήν ΕΜΕΟ. Ακολούθησαν προσπάθειες ἐκ μέρους τῶν Βούλγαρων καί στή συνέχεια ἐκβιασμοί καί πολλές απόπειρες δολοφονίας ἐναντίον του. Αναγκάστηκε να φυγαδεύσει δυό του ἀγόρια στην Αθήνα προκειμένου νά τά σώσει ἀπό τό βουλγάρικο μαχαίρι. Μέ τήν οικονομική ενίσχυση τῆς κόμησας Λουΐζης Ριανκούρ τά δυό ἀγόρια ἐνεγράφησαν ἀπό τόν Στέφανο Δραγούμη στο λύκειο τοῦ Ἰωάννου Δέλλιου.

Μεγάλη στιγμή γιά τή ζωή του ἦταν ἡ συνάντησή του μέ τόν Μητροπολίτη Καστοριάς Γερμανό Καραβαγγέλη. Μεταξύ τῶν δύο ἀνδρῶν, ἀνεπτύχθη ἐκτίμηση πού ὁδήγησε σε στενή συνεργασία. Στα τέλη Ἰουνίου τοῦ 1903, οἱ Ντάμιεν Γκροῦεφ καί Μπ. Σαράφωφ ἐπισκέφτηκαν τα Κορέστεια ὥστε νά προετοιμάσουν τήν ἐξέγερση τοῦ Ἰουλίου (Ίλιντεν). Τό ζήτημα τῆς ἐξόντωσης τοῦ Κώττα, ἦταν πλέον επιτακτικό καθώς ἐκεῖνος ἀσκοῦσε ἡγεμονική ἐπιρροή σε μεγάλο μέρος τῶν πληθυσμῶν τῆς Βορειοδυτικῆς Μακεδονίας καί ἀποτελοῦσε τό μεγαλύτερο εμπόδιο στην κάμψη τῶν ἑλληνικῶν πληθυσμῶν. Στίς ἀρχές Ιουλίου τοῦ 1903, ἀντιπροσωπεία τῆς ΕΜΕΟ ἐπεσκέφθη τόν Κώττα, προκειμένου νά τόν ἐνημερώσει γιά τήν ήμερομηνία τῆς ἐπικείμενης εξέγερσης καί νά τοῦ ζητήσει συμμετοχή. Ὁ Κώττας δέχτηκε να συμμετάσχει αλλά ζήτησε νά ἀναβληθεῖ χρονικά ἡ ἐξέγερση καθώς θεωροῦσε ὅτι θά ὁδηγοῦ σε σέ σφαγή τῶν χριστιανικῶν πληθυσμῶν. Ὅπως ἀπεδείχθη εἶχε δίκαιο.

Μετά τήν ἀποτυχία τῆς Ἐξέγερσης τοῦ Ἴλιντεν, οἱ Βούλγαροι κομιτατζήδες στράφηκαν κατά τῶν Ἑλλήνων καί ἄρχισαν νά ἐπιτίθενται σφάζοντας καί καταστρέφοντας αδιακρίτως καί στήνοντας συνεχῶς παγίδες γιά νά ἐξοντώσουν τόν Κώττα. Μά όσο το καντηλάκι τῆς ζωῆς του εἶχε λάδι, ὁ Καπετάνιος γλύτωνε κάθε φορά. Στίς ἀρχές τοῦ 1904, ὁ Καπετάν-Κώττας μέ τούς ὁπλαρχη γούς Νικόλαο Πύρζα, Παῦλο Κύρου, Γεώργιο Κολίτση, Σίμο Ἰωαννίδη, τούς συντρόφους του Βασίλειο Ράμμο ἀπό τήν Ὄστιμα καί Ἠλία Γκαδούτση ἀπό τό Ζέλοβο καί τόν μεγαλέμπορο τοῦ Μοναστηρίου καί ἱδρυτή τῆς Ἐσωτερικῆς Οργάνωσης Μοναστηρίου Σπυρίδωνα Δούμα, μετέβησαν στήν Αθήνα γιά νά καταστρώσουν ἀπό κοινοῦ μέ τούς ἀξιωματικούς, τήν ἐπίσημη έναρξη τοῦ Μακεδονικοῦ Ἀγώνα. Ἐκεῖ, ὁ Στέφανος Δραγούμης μεσολάβησε, ὥστε ὁ Καπετάν-Κώττας να συναντήσει τον διάδοχο Κωνσταντῖνο. Κι τότε, ὁ σλαβόφωνος, Γρεκομάνος χωρικός, μέ τά λίγα διαλεγμένα ἑλληνικά του, ἐξέθεσε στον διάδοχο Κωνσταντῖνο τήν κρίσιμη κατάσταση τοῦ Ἑλληνισμοῦ τῆς Βορειοδυτικῆς Μακεδονίας καί ζήτησε τήν ἀρωγή τοῦ ἑλληνικοῦ κράτους. Η συνάντηση αυτή, τόν Ἰανουάριο τοῦ 1904 ἔμελε νά ἀποτελέσει τήν ἐπίσημη ἐμπλοκή τοῦ ἑλληνικοῦ κράτους στήν ὑπόθεση τῆς Μακεδονίας.

Πράγματι, στα τέλη Φεβρουαρίου τοῦ 1904, πραγματοποιήθηκε ἡ πρώτη περιοδεία στη Μακεδονία, τοῦ Παύλου Μελά, μέ τούς Ἀλέξανδρο Κοντούλη, Αναστάσιο Παπούλα καί Γεώργιος Π. Κολοκοτρώνη. Τον Μάιο ὁ Κώττας εἶχε συμπεριλάβει στό σῶμα του, μαζί μέ τούς παλιούς συντρόφους του καί τούς πρώτους Κρητικούς μαχητές πού εἶχαν καταφτάσει μερικούς μήνες νωρίτερα καί ἀγωνίζονταν ἐπίσης, στο πλευρό τοῦ Στρεμπενιώτη ὁπλαρχηγοῦ. Μεταξύ αὐτῶν οἱ Εὐθύμιος Καούδης, Γεώργιος Δικώνυμος Μακρῆς καί Γεώργιος Περάκης. Ὁ Παῦλος Μελᾶς ἀναγνώρισε πάραυτα τήν ήγετική μορφή τοῦ Καπετάν-Κώττα στη Δυτική Μακεδονία. Αλλά καί ἡ βουλγαρική πλευρά αντελήφθη ἀμέσως ὅτι ὁ Κώττας εἶχε προκαλέσει τό ἐνδιαφέρον τῆς Ἑλληνικῆς κυβέρνησης πού ἕως τότε ἦταν ἀμέτοχη, καί οἱ ἀπειλές τους εντάθηκαν συνεχῶς μέ ἐπιστολές. Τόν παγίδευσαν μάλιστα με πλαστή επιστολή τοῦ ἑλληνικοῦ προξενείου Μοναστηρίου, ἡ ὁποία ἔγραφε του ὅτι πρόσωπο τοῦ προξενείου ἐπιθυμοῦσε νά τόν συναντήσει στήν Ὄστιμα. Ὅταν ὁ Κώττας μέ τόν Εὐθύμιο Καούδη καί τούς ἄνδρες τους ἔφτασαν ἐκεῖ, εἰδοποιήθηκε ὁ ὀθωμανικός στρατός, ἀλλά οἱ Ἕλληνες κατάφεραν να διαφύγουν.

Ἕως τό Μάιο τοῦ 1904 τά ἑνωμένα σώματα τῶν Μακεδόνων καί Κρητικῶν ὁπλαρχηγῶν, ὑπό τίς γενικές οδηγίες τοῦ Καπετάν- Κώττα ἔδρασαν στη Βορειοδυτική Μακεδονία, προσπαθώντας να ἐξοντώσουν τούς Βούλγαρους κομιτατζήδες. Στο διάστημα αὐτό ὁ Κώττας συνδέθηκε μέ ὅρκο φιλίας μέ τόν Εὐθύμιο Καούδη. Στα μέσα Μαΐου ὁ Κώττας μέ τούς ἄνδρες του στρατοπέδευσαν στήν Ὄστιμα καί μετέβη μέ ἀρκετούς ἄνδρες στο χωριό του Ρούλια γιά νά ἐπισκευθεῖ τήν οἰκογένειά του. Τό ἴδιο βράδυ, ἡ ὁμάδα τοῦ Μῆτρο Βλάχου εισέβαλε στήν Ὄστιμα καί ἐξανάγκασε τούς κατοίκους νά ὑπογράψουν ὅτι προσέρχονται στήν ἐξαρχία καί δέν ἐπιθυμοῦν πλέον Ἕλληνα δάσκαλο. Ἡ μικρή ομάδα πού εἶχε ἀφεθεῖ ἐκεῖ ἀπό τόν Κώττα δέν μπόρεσε νά ἀντισταθεῖ στήν πολυπληθῆ ὁμάδα τοῦ Μῆτρο Βλάχου. Ὁ Κώττας μόλις πληροφορήθηκε τά γεγονότα, ἐπέστρεψε στήν Ὄστιμα ἀλλά ἐκτιμώντας τήν κατάσταση προτίμησε νά μήν συγκρουστεῖ μέ τήν ὁμάδα τοῦ Μῆτρο Βλάχο καί τόν προσκάλεσε σε διαπραγμάτευση. Στη συνέχεια, κάποιες πρωτοβουλίες καί χειρισμοί τοῦ Κώττα παρεξηγήθηκαν καί κρίθηκαν λανθασμένες, γεγονός πού ὁδήσε ἀρκετά παλικάρια του, Μακεδόνες καί Κρητικούς νά ἀποχωρήσουν ἀπό τό σῶμα.

Στις 9 Ιουνίου τοῦ 1904, Οθωμανικό ἀπόσπασμα εντόπισε τό κρησφύγετο τοῦ καπετάν Κώττα Χρήστου στή Ρούλια ὅπου εἶχε ἀπομείνει μέ τρεῖς στενούς συνεργάτες του καί τόν συνέλαβε. Μετά τη σύλληψή του ὁ Καπετάν-Κώττας, μεταφέρθηκε ἀρχικά στις φυλακές Καστοριᾶς, στη συνέχεια στις φυλακές Κορυτσᾶς καί τελικά στις φυλακές Μοναστηρίου. Η σύζυγός του, Ζωή, για λόγους ασφαλείας ἐγκαταστάθηκε μέ τά παιδιά της στήν Καστοριά καί ἐπανῆλθε στή Ρούλια το φθινόπωρο του 1904. Τόν Αὔγουστο του 1905 ὁ Μῆτρο Βλάχος εἰσέβαλε μέ τό πολυπληθές σώμα του στή Ρούλια, πότισε με πετρέλαιο τήν οἰκία τοῦ Κώττα καί ἔβαλε φωτιά. Μέ τή συμπαράσταση τῶν κατοίκων τοῦ χωριοῦ, ἡ Ζωή μέ τά τέκνα τῆς κατάφεραν να σωθοῦν.

Κατά τήν κράτησή του στην φυλακή, ὁ Ἕλληνας πρόξενος τοῦ Μοναστηρίου Σταμάτιος Κιουζές Πεζᾶς καί ὁ Μητροπολίτης Καστοριάς Γερμανός Καραβαγγέλης, προσπάθησαν νά τόν ἀποφυλακίσουν ἀλλά οἱ ὀθωμανικές αρχές ἦταν ἀνένδοτες, καθώς ἐκκρεμοῦσαν σε βάρος του πολλές καταδίκες. Ὁ Μητροπολίτης μέ ὑπομονή καί ἐπιμονή κατάφερε να πετύχει συμφωνία μέ τούς Ὀθωμανούς, ὥστε νά ἀποφυλακιστεῖ ὁ Κώττας μέ ἀντάλλαγμα τήν ὑπηρεσία του στόν ὀθωμανικό στρατό, κάτι πού φυσικά ὁ ἴδιος ἀρνήθηκε. 

Μεγάλη συμμετοχή στις ενέργειες γιά τή διάσωσή του εἶχε καί ἡ περίφημη εταίρα τοῦ Μοναστηρίου Κία (Βασιλική), ἡ ὁποία κατά τόν Μακεδονικό Αγώνα ἐπέδειξε μεγάλο πατριωτισμό και αὐτοθυσία, παρέχωντας σπουδαία βοήθεια τόσο στο Προξενεῖο, ὅσο καί στα ανταρτικά σώματα. Δυστυχῶς ὅμως, ἡ περίοδος χάριτος εἶχε τελειώσει γιά τόν Αητό τῶν Κορεστείων. Ὁ ἀπαγχονισμός του ἀποφασίστηκε γιά τό πρωινό τῆς 27ης Σεπτεμβρίου τοῦ 1905. Απαίτησε νά τοῦ φέρουν Ἕλληνα Ὀρθόδοξο ἱερέα νά ἐξομολογηθεῖ καί νά μεταλάβει καί στή συνέχεια ὁδηγήθηκε στην πλατεία Ἄτ Παζάρ τοῦ Μοναστηρίου. Κατά τή διαδρομή πρός τήν πλατεία ὁ Καπετάν-Κώττας, σε μία ἀπέλπιδα προσπάθεια διαφυγῆς ἀπό τούς φρουρούς του καί διέφυγε στα στενά σοκάκια τῆς πόλης. Ακολούθησε τεράστια κινητοποίηση τῶν Ὀθωμανικῶν δυνάμεων καί ἀνθρωποκυνηγητό στούς δρόμους τῆς πόλης καί τελικά συνελήφθη. Φθάνοντας τελικά στόν τόπο τῆς ἐκτελέσεως στην πλατεία Ἄτ Παζάρ, ὁ Κώττας ἀπαίτησε νά τοῦ λύσουν τα χέρια. Ανέβηκε μόνος του στό ικρίωμα καί ἀφοῦ φώναξε γιά τελευταῖα φορά:

«Ντά ζίβι Γκ(ά)ρτσια! (Ζήτω ἡ Ἑλλάς)», κλώτσησε μόνος του τό ὑποπόδιο. 

Αὐτό ἦταν τό τέλος τοῦ ἀνήσυχου, τολμηροῦ καί γενναίου αὐτοῦ ἄνδρα ὁ ὁποῖος ἐνσάρκωσε γιά τήν περίοδο 1901 - 1904 τόν πρωτοπόρο Ἕλληνα μαχητή που κυριάρχησε στο προσκήνιο τῆς νεώτερης ἑλληνικῆς ἱστορίας στο μεταίχμιο δυό κρίσιμων αἰώνων.

Ἡ ἡγετική του παρουσία στην περιοχή καί ἡ μεγάλη ἐπιρροή πού ἀσκοῦσε σέ μεγάλους πληθυσμούς, τόν κατέστησαν τό βασικό έκφραστή τῆς ἑλληνικῆς ἰδέας στην περιοχή καί διατήρησε άσβεστη τήν ἐλπίδα τῶν Ἑλλήνων κατοίκων ἀνυψώνοντας τό ήθικό τους σε περιόδους πού ή βουλγαρική τρομοκρατία ἦταν ὁλοκληρωτική. Ἔτσι, ὅταν τό 1901 μπόρεσε νά ἑδραιωθεῖ ἐξασφαλίζοντας τήν ὑποστήριξη τῆς Μητρόπολης Καστοριᾶς, ἀλλά καί τοῦ ἑλληνικοῦ κράτους, μέσῳ τοῦ προξενείου τοῦ Μοναστηρίου, ἀντιμετώπισε το Βουλγαρικό κομιτάτο ἐπί ἴσοις ὄροις καί μπόρεσε νά ἀσκήσει τήν προσωπική του πολιτική ἐπιλογή πού ἦταν ἡ ἐξεύρεση κοινοῦ πλαισίου δράσης μεταξύ ὅλων τῶν χριστιανῶν.

Ὁ Μητροπολίτης Καστοριᾶς Γερμανός Καραβαγγέλης τόν χαρακτήριζε προστάτη τῶν χριστιανῶν καί φόβητρο τῶν Βούλγαρων. Κατά τη διάρκεια τῆς φυλάκισής του, ἔγινε ἀντιληπτό τό δυσαναπλήρωτο κενό πού ἄφηνε πίσω του, γι' αὐτό καί ὁ Μητροπολίτης Γερμανός Καραβαγγέλης έκανε ἐνέργειες μέχρι τέλους για τήν ἀποφυλάκιση καί τήν διάσωσή του. Ἡ θυσία του συγκίνησε τόσο τούς Μακεδόνες ὅσο καί τό Πανελλήνιο καί ἀποτέλεσε τήν ἔναρξη τῆς ἑλληνικῆς ἀντεπίθεσης στή Μακεδονία.

Γιά τή συνολική του δράση καί τό τέλος του, ὑμνήθηκε ἀπό τή λαϊκή μούσα:

«Το κάθε μας χωριό τόν Κώττα ὑμνεῖ,

τῆς Ρούλιας τά ἀντάρτικα τ᾽ ἀσκέρια,

πού τ᾿ ὄνομα τους πῆραν οἱ οὐρανοί,

χρυσό νά τό κεντήσουν με τ᾽ ἀστέρια

Αἰώνια τα ντουφέκια τους βροντοῦν,

στον κάμπο στα βουνά σε κάθε ράχη

καί μπρός ἀπό τά μάτια μας περνοῦν,

ἀγέρωχοι οἱ Μακεδονομάχοι.

Τον Κώττα μυστικά τα χείλη ὑμνοῦν

καί στήνουν στή θυσία του μνημεία,

οἱ Ἕλληνες πού μάθαν ν᾿ ἀγαποῦν,

τούς ἥρωες καί τήν Μακεδονία».


Ελίνα Μαστέλλου - Γιαννάκενα: Παύλος Μελάς και Μακεδονικός Αγώνας (1904-1908),εκδ. Πελασγός, σελ.180-189

Δείτε επίσης:

Βελίκα Τράικου

Σαράντος Αγαπηνός Καπετάν-Τέλλος Ἄγρας

Σάββατο, Μαΐου 16, 2026

Σαράντος Αγαπηνός Καπετάν-Τέλλος Ἄγρας

Ὁ Τέλλος Ἄγρας ἦταν τό ψευδώνυμο μέ τό ὁποῖο ἔμεινε στήν ἱστορία ὁ Σαράντος Αγαπηνός ἦταν Ἕλληνας ἀξιωματικός, ὁ ὁποῖος ἔλαβε μέρος στον Μακεδονικό Αγώνα ὡς ἀντάρτης. Ἡ ἱστορία του ἔγινε θρύλος και τραγούδι καί ἡ Πηνελόπη Δέλτα ἔγραψε γιαἐκεῖνον τό γνωστό μυθιστόρημα «Στα μυστικά του Βάλτου».

Δεκέμβριος 1906. Ο Σαράντος Αγαπηνός (μέση)στον Βάλτο των Γιαννιτσών 

Το πραγματικό ὄνομα τοῦ Τέλλου Ἄγρα ἦταν Σαραντέλος ἤ Σαράντος Αγαπηνός. Ἄν καί τυπικά δηλώνονται ὡς τόπος γεννήσεώς του οἱ Γαργαλιάνοι Μεσσηνίας, ὁ πραγματικός τόπος γεννήσεώς του, ἦταν το 1880 τό Ναύπλιο, στό ὁποῖο ὑπηρετοῦσε ὡς Ἐφέτης ὁ ἐκ Γαργαλιάνων πατέρας του Ανδρέας Αντωνίου Αγαπηνός. Ὁ Σαράντος καταγόταν ἀπό ἱστορική οικογένεια τῶν Γαργαλιάνων, τήν οἰκογένεια τῶν ᾿Αγαπηνῶν, ἡ ὁποία εἶχε διαδραματίσει σημαντικό ρόλο κατά τήν Ἐπανάσταση τοῦ 1821. Ὁ προπάππος του Αντώνιος Αγαπηνός ἦταν ἔφορος τῆς ἐπιμελητείας τοῦ Ἀγώνα τοῦ '21. Ὁ ἀδελφός τοῦ παπποῦ του, Διονύσιος Αγαπηνός, ἦταν μέλος τῆς Φιλικῆς Ἑταιρείας καί ὁπλαρχηγός καί ἐπικεφαλῆς 100 περίπου Γαργαλιανιωτῶν, μέ τούς ὁποίους συμμετεῖχε σε διάφορες μάχες τοῦ Ἀπελευθερωτικοῦ Ἀγώνα, ὅπως στα Δερβενάκια, στήν ἐκστρατεία τῶν Ἀθηνῶν, στήν μάχη πού ἔγινε στην περιοχή τῶν Παλαιῶν Πατρῶν καί στήν πολιορκία τοῦ Νιόκαστρου στην Πύλο. Τόσο ὁ παππούς τοῦ καπετάν Ἄγρα, ὅσο καί ὁ ἀδελφός του παπποῦ του, ὑπογράφουν ὡς δημογέροντες τῶν Γαργαλιάνων σε διάφορα ἔγγραφα τῆς ἐποχῆς τους. Ὁ Σαράντος Αγαπηνός εἶχε ἐπίσης δυό ἀδέλφια, τόν Αντώνη (Τρίπολη 1877 - Σύρος 1923) καί τόν Νίκο (Ναύπλιο 1890 - Μπένι Σουέφ Αἰγύπτου 1947).

Το 1901, ὁ Σαράντος ἀποφοίτησε από τη Σχολή Εὐελπίδων καί τοποθετήθηκε στή φρουρά τῶν Ἀθηνῶν. Ἡ φλογερή ἐπιθυμία του να προσφέρει ουσιαστικότερες υπηρεσίες στήν πατρίδα, καθώς καί ἡ θυσία τοῦ Παύλου Μελᾶ τόν ἐνέπνευσαν, τόν ξεσήκωσαν καί λίγους μήνες αργότερα τόν ὤθησαν νά καταταγεῖ ἐθελοντικά στα στρατιωτικά σώματα πού ἀγωνίζονταν στη Μακεδονία ἐναντίον τῶν Βούλγαρων κομιτατζήδων. Σε πολύ νεαρή ηλικία - μόλις 25 ἐτῶν· ὁρίσθηκε ἀρχηγός ἀνταρτικοῦ σώματος, τό ὁποῖο προετοίμαζε στο Βόλο ὁ Κωνσταντῖνος Μαζαράκης (Καπετάν-Ακρίτας). Ἔφερε τόν βαθμό τοῦ ὑπολοχαγοῦ ὅταν πῆγε ὡς ἀντάρτης στο Βάλτο τῶν Γιαννιτσῶν τόν Σεπτέμβριο τοῦ 1906, μετά από ἀπόφαση τοῦ Γενικοῦ Προξενείου Θεσσαλονίκης.

Πρῶτο εἰσῆλθε στίς ἀρχές τοῦ μήνα τό σῶμα τοῦ Ἀνθυπολοχαγοῦ τοῦ Πεζικοῦ Τέλλου Αγαπηνοῦ μέ τό ὄνομα Καπετάν- Ἄγρας, μέ δύναμη εἴκοσι ἀνδρῶν, ἐνῶ μετά από λίγες μέρες κατέφτασαν τα σώματα τοῦ Ὑπολοχαγοῦ τοῦ Πεζικοῦ Κωνσταντίνου Σάρρου (Καπετάν-Κάλα) καί τοῦ Ἀνθυποπλοίαρχου Ἰωάννου Δεμέστιχα (Καπετάν-Νικηφόρου) μέ εἰκοσιπέντε ἄνδρες ὁ καθένας. Πρωταρχική αποστολή τῶν σωμάτων ἦταν ἡ ἀπομάκρυνση τῶν βουλγαρικῶν συμμοριῶν ἀπό τή λίμνη, οἱ ὁποῖες εἶχαν ἐγκατασταθεῖ μέ ἰσχυρές δυνάμεις στο νοτιοδυτικό τμῆμα της, ὥστε νά μπορέσει (ἡ λίμνη) νά ἀποτελέσει βάση εξόρμησης και κέντρο ἀνεφοδιασμοῦ τῶν ἑλληνικῶν σωμάτων γιά τίς περιοχές τῆς Κεντρικῆς Μακεδονίας.

Ὁ Καπετάν-Άγρας πρωτοστάτησε στις συμπλοκές ἐναντίον τῶν κομιτατζήδων στο στρατηγικό αὐτό σημεῖο, χωρίς νά τόν λυγίζουν οἱ τραυματισμοί καί οἱ πυρετοί ἀπό ἐλονοσία, συνήθης ἀσθένεια στον βάλτο. Τον Νοέμβριο ὁ Καπετάν-Ἄγρας ἐπεχείρησε ἐπίθεση κατά τῶν κομιτατζήδων, μέ σκοπό να καταλάβει τήν καλύβα Κούγκα. Ἡ ἐπιχείρηση δέν ἦταν ἐπιτυχής. Ὁ ἴδιος ὁ Ἄγρας τραυματίζεται καί μεταφέρεται στη Θεσσαλονίκη, μετά ἀπό μία βδομάδα, ώστόσο, ἐπανέρχεται. Κατά τα τέλη Φεβρουαρίου 1907 ἦρθε διαταγή να ἀποχωρήσει ἀπό τή λίμνη ἐπειδή ἡ ὑγεία του εἶχε κλονισθεῖ. Τοποθετήθηκε στην περιοχή της Ναούσης, ἀφ᾽ ἑνός γιά νά ἀποθεραπευτεῖ ἀπό τά τραύματα καί τούς πυρετούς ἀπό τούς ὁποίους έπασχε, ὑπό τήν αυστηρή επίβλεψη τοῦ ἰατροῦ τοῦ Ἀγώνα Περδικάρη καί τοῦ μηχανικοῦ Ἡρακλῆ Χατζηδημούλα, καί ἀφ᾽ ἑτέρου για να διευθύνει τόν ἀγώνα τῆς ἐκεῖ περιοχῆς. Παρά τα προβλήματά του ἐξακολουθοῦσε νά συμμετέχει ενεργά στον Αγώνα. Τόν Ἀπρίλιο τοῦ 1907, τό Προξενεῖο Θεσσαλονίκης ἀπεφάσισε νά ἀντικαταστήσει τούς ἀρχηγούς καί τούς ἀντάρτες, οἱ ὁποῖοι εἶχαν δοκιμαστεῖ καί ἐξαντληθεῖ γιά μεγάλο χρονικό διάστημα, ἀνάμεσά τους καί ὁ Ἄγρας. Ὡστόσο, ἐκεῖνος ἐπειδή ἐλάμβανε ἐπανειλημμένως πληροφορίες ὅτι τό ηθικό τῶν βουλγαρικῶν συμμοριῶν ἦταν σε πτώση καί πώς ή διάθεση πολλῶν στελεχῶν τῶν κομιτάτων να διακόψουν τους δεσμούς τους μέ αὐτά καί νά προσχωρήσουν στόν ἑλληνικό αγώνα, ἔμενε μέ τήν ἐλπίδα ὅτι θά μποροῦσε ὁ ἴδιος να συμβάλει σε τέτοιου εἴδους διαπραγματεύσεις καί συνομιλίες, παρά τίς ἀντίθετες συμβουλές καί παραινέσεις τῶν προεστῶν, τῶν ντόπιων ἐπικεφαλῆς τοῦ ἑλληνικοῦ κομιτάτου καί τῶν ἄλλων ὁπλαρχηγῶν.

Ἐπειδή ὁ βοεβόδας Ζλατάν ἐξεδήλωσε τέτοιου είδους διάθεση, ὁ Ἄγρας ἐνθουσιάστηκε. Ἐπιθυμώντας να σφραγίσει τήν πολυσχιδῆ δράση του μέ τή θεαματική προσχώρηση στήν ἑλληνική πλευρά μεγάλης ομάδας κομιτατζήδων, προχώρησε σε συνενοήσεις. Ακολούθησαν ἀρκετές συναντήσεις τῶν δυό ἀρχηγῶν πρίν τήν τελευταία συνάντηση τῆς 3ης Ἰουνίου. Ἐκείνη τή μέρα, οἱ κομιτατζήδες της ΕΜΕΟ, Κασάπτσε, Χαντούρη καί Ζλατάν μαζί μέ τόν ρουμάνο Βασιλείου, ἐκμεταλλευόμενοι τό ἦθος καί τήν τιμιότητα τοῦ Ἄγρα παραβαίνοντας τίς συμφωνίες, συνέλαβαν τόν Ἄγρα καί τόν πιστό ὁδηγό του Αντώνη Μίγγα, ἐνῶ οἱ ὑπόλοιποι ἀπό τή συνοδεία ἀφέθηκαν ἀργότερα ἐλεύθεροι. Τούς διαπόμπευσαν ὡς δῆθεν αἰχμαλώτους, δεμένους καί ξυπόλυτους, στα χωριά τῆς περιοχῆς, μέ σκοπό νά ἀναπτερώσουν τό ηθικό τῶν τρομοκρατημένων ὀπαδῶν τῶν κομιτατζήδων καί νά καταρακώσουν τό ἀντίστοιχο τῶν Ἑλλήνων.

Τη νύχτα τῆς 7ης Ιουνίου, τούς ἀπαγχόνισαν μεταξύ τῶν χωριῶν Τέχοβο (Καρυδιά) καί Βλάδοβο (Άγρας). Το γεγονός τάραξε τούς Ἕλληνες τῆς περιοχῆς καί ἡ προδοσία τῶν Βούλγαρων φανάτισε τούς Ἕλληνες ἀντάρτες, μέ ἀποτέλεσμα ὁ ἑλληνικός ἀγώνας να φουντώσει καί πάλι μέ μεγαλύτερη ένταση καί περισσότερες ἐπιτυχίες.

Ἡ λαϊκή παράδοση κατέγραψε τον θάνατο του Τέλλου Ἄγρα μέ πολλά τραγούδια. Σέ ἀνάμνηση τοῦ θανάτου τῶν δυό ἀγωνιστῶν, τό χωριό Τέχοβο μετονομάστηκε αργότερα Καρυδιά ἀπό τό δέντρο ὅπου ἀπαγχονίστηκαν, ἐνῶ τό χωριό Βλάδοβο, ὅπου ἐνταφιάστηκαν ἔξω ἀπό τήν ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου Δημητρίου, εἶναι ὁ σημερινός Ἄγρας. Ἡ δράση καί ὁ μαρτυρικός θάνατος τοῦ Καπετάν Ἄγρα ἐνέπνευσαν στήν Πηνελόπη Δέλτα το γνωστό μυθιστόρημά της «Στά μυστικά του Βάλτου». Οἱ Ἕλληνες τῆς Μακεδονίας τόν ἔκλαψαν σάν ἅγιο καί σάν ἀδελφό καί τόν τραγούδησαν μέ Δημοτικά τραγούδια, καθώς καί τόν πιστό του Αντώνη Μίγγα:

1.

« - Ἐσεῖς πουλιά πετούμενα κεῖ πού ψηλά πετᾶτε,

μήν εἴδατε τόν ἀρχηγό, τόν καπετάνιο Ἄγρα;

- Εψές, προψές τόν εἴδαμε στῆς Νιάουσας τά μέρη,

Γιώργης Χασάπ'ς τόν γέλασε

καί μπαμπεσιά τον κάναν.

Κι ἀπάνω εἰς τό Βλάντοβο στην καρυδιά τόν βάλαν,

Μιχάλες Χαντούρος τόν ρώταγε, κρυφά τόν κουβεντιάζει:

- Γιά πές μας, πές μας, βρ' ἀρχηγέ, βρέ Καπετάνιε-Ἄγρα,

σαν πόσους Βλάχους ἔσφαξες, Ρουμάνους και Βουλγάρους;

- Χίλιους Βουλγάρους ἔσφαξα, Ρουμάνους πεντακόσιους».

2.

«Τ᾽ ἦταν ἡμέρα Κυριακή, Δευτέρα ξημερώνει,

πού κίνησε ὁ Ἄγρας μαζί μέ τόν Ἀντώνη.

Δεν πήγαινε μακριά, δεν πήγαινε κοντά,

στό Γεμνίνοβο ἀπό κάτω.

Τόν Ἄγρα τόν ἐρέμασαν στοῦ Βλάντοβου τά μέρη,

μαζί μ᾽ αὐτόν ἐκρέμασαν κι ἕνα μοναχοπαίδι.

3.

Γιά τόν Ἀντώνη Μίγγα.

«Ἄχ, ἄχ, μῆλο τῆς μηλιᾶς,

ἄχ, ἄχ ἡρωική καρδιά.

- Αντώνη, δέ λυπήθηκες νί μάνα, νί πατέρα,

οὔτε γυναίκα κι ἀδερφές, οὔτε καί θυγατέρα.

Ἄχ, ἄχ, μῆλο τῆς μηλιᾶς,

ἄχ, ἄχ ἡρωική καρδιά.

-Ἔλα, γυναίκα μου χρυσή, πᾶρε καί τήν Ἑλένη

κι ἐλᾶτε εἰς τόν τάφο μου, νά ἰδῆτε τί θά γένη.

Ἐκεῖ πού τόν ἐκρέμασαν ὑπῆρχε μία βρύση,

πού ἔτρεχε κρύο νερό, χωρίς να σταματήση,

στόν τόπο πού τούς κρέμασαν,

χαροκαμένη νέα πού ἔκλαιγε τόν ἄντρα της

τα δυο παιδιά τά νέα».


Ελίνα Μαστέλλου - Γιαννάκενα: Παύλος Μελάς και Μακεδονικός Αγώνας (1904-1908),εκδ. Πελασγός, σελ.79-81

Τετάρτη, Μαΐου 13, 2026

Ελένη Παπαδάκη: Σύλληψη και εκτέλεση

Ὁ Ὀρέστης αὐτός, πού βρέθηκε ἐπικεφαλῆς τῆς πολιτοφυλακῆς Πατησίων ἦταν γύρω στα εἴκοσι τρία, φύση ἐγκληματική, διεφθαρμένος καί γυναικάς. Ένα πραγματικό απόβρασμα τῆς κοινωνίας, πού μπόρεσε καί ἔδρασε μέσα στην ταραγμένη ατμόσφαιρα τῶν Δεκεμβριανῶν καί πού ἐκμεταλλεύτηκε τήν ισχύ του μέ μιά σειρά λεηλασίες, πλιάτσικο καί φόνους. Καλοπερνοῦσε ὡς διοικητής με παρέα τον υποδιοικητή του καί ἕναν βοηθό του, καθώς καί τίς διάφορες ερωμένες τους. Ὅ,τι τιμαλφῆ ἔβρισκε πάνω στους μελλοθανάτους, τούς ὁποίους κατόπιν ἐκτελοῦσαν ὡς ἐπί τό πλεῖστον κοντά στα Διυλιστήρια τῆς Οὖλεν στο Γαλάτσι, τα μάζευε καί τά κρατοῦσε γιά τόν ἑαυτό του. Οἱ ἀσυδοσίες αὐτές καί ἡ ἀκατονόμαστη δράση του, που γίνονταν χωρίς να ξέρει κάτι ἡ ἡγεσία τοῦ ΚΚΕ, εἶχε δημιουργήσει πολλές προστριβές μέ τούς ἄλλους ἐκτελεστές τῶν θυμάτων, πού δέν ἔβλεπαν να γίνεται σωστή ή διανομή καί νά τά καρπώνεται προπάντων ὁ Ὀρέστης, Επειδή ἀκούγονταν πολλά παράπονα, ὅτι δηλαδή άτομα παρουσιάζονταν σαν ὄργανα τῆς πολιτοφυλακῆς καί ἔκαναν συλλήψεις, ἐκβιασμούς, λεηλασίες σπιτιών, πράξεις ἄδικες, ἀκόμη καί ἐκτελέσεις, το ΕΑΜ τῆς ὁδοῦ Πατησίων εἶχε ἀξιώσει ἀπό τήν πολιτοφυλακή να ειδοποιείται για τίς συλλήψεις καί νά παραβρίσκεται σ' αὐτές ἕνας ἀντιπρόσωπός του, για να αποτραπούν παρεκτροπές.

Ὁ καπετάν Ὀρέστης φαίνεται ὅτι διέταξε ὁ ἴδιος τό ἀπόγευμα ἐκεῖνο τη σύλληψη της Παπαδάκη. Δέν εἶναι ἐξακριβωμένο ἂν τοῦ εἶχε ὑποδειχτεί από κάποιον ἄλλο παράγοντα, ἀλλά μέ βεβαιότητα ὑπῆρχε καί στο ΕΑΜ και στην πολιτοφυλακή μια λίστα μέ τά ὀνόματα τῶν «ἀντιδραστικῶν» τῆς περιοχῆς πού ἐπρόκειτο να συλληφθοῦν, με σκοπό τήν ὁμηρία ἤ τήν ἐκτέλεσή τους. Τό ὄνομα τῆς Ἑλένης ὑπῆρχε ὡς «φιλενάδα τοῦ Ράλλη» καί ὡς κατηγορούμενη μετά τη «δίκη» τοῦ Σωματείου Ἑλλήνων Ηθοποιών. Εκπρόσωπος τοῦ ΕΑΜ γιά τή σύλληψη τῆς Ἑλένης ὁρίστηκε ὁ τότε φοιτητής τῆς Ἰατρικῆς Κώστας Μπιλιράκης, γιά νά μή συμβεῖ κανένα επεισόδιο. Ο Μπιλιράκης έμενε στη γειτονιά τῆς Ἑλένης, στην οδό Χρυσοστόμου Σμύρνης 18. Πέρασε από την πολιτοφυλακή τῆς βίλας Παπαλεονάρδου, ὅπου ζήτησε τήν ἐνίσχυση δύο ἀνδρῶν, ἕνας ἀπό τούς ὁποίους ἦταν ὁ ἐαμίτης ἀστυφύλακας Θεόδωρος Μιχαλακόπουλος. Μή γνωρίζοντας ἀκριβῶς ποὺ ἔμενε ἡ Ἑλένη, κατευθύνθηκε πρῶτα στην οδό Ηλία Ζερβού 88, ὅπου κατοικοῦσε ὁ κομμουνιστής δικηγόρος Μακρῆς, τοῦ ὁποίου ή υπηρέτρια Γεωργία ἦταν ὀργανωμένη στο ΚΚ. Καθ' ὑπόδειξη της Γεωργίας ἀναζήτησαν τήν Ἑλένη πρῶτα στο σπίτι τῆς Καραβία, ὅπου ἐκείνη τήν ὥρα βρισκόταν η Αργυρώ, πού ὑπηρετοῦσε τήν οἰκογένεια Παπαδάκη ἀπό χρόνια. Εκείνη τούς εἶπε ὅτι ἡ Ἑλένη έμενε στο διπλανό σπίτι, ὅπου καί κατευθύνθηκαν καί ὅπου ἡ μητέρα Παπαδάκη ἦταν μόνη, καθιστή κοντά στο παράθυρο και διάβαζε.

Στά χτυπήματα τῆς πόρτας ἄνοιξε το παράθυρο καί εἶδε τόν Μπιλιράκη με πολιτικά, καμπαρντίνα καί ρεπούμπλικα νά τή ρωτάει ἄγρια:

- Ποῦ εἶναι ἡ Ἑλένη Παπαδάκη;

- Δέν εἶναι σπίτι αὐτή τή στιγμή.

- Ποῦ εἶναι καί τί ὥρα θα γυρίσει;

- Δέν ξέρω ποῦ εἶναι. Μά θα γυρίσει γύρω στις εφτά. Να πάω να ρωτήσω μια στιγμή.

— Ὄχι, κάτσε ἐκεῖ πού εἶσαι, γιατί σ' τήν ἄναψα.

Καί ἐπαναλαμβάνοντας ἄγρια καί ἀπειλητικά «μήν τό κουνήσεις, γιατί σ' τήν ἄναψα» δρασκέλισε το πεζούλι τῆς μικρῆς βεράντας καί όρμησε κοντά της με το περίστροφο στο χέρι:

- Ἐδῶ πολιτοφυλακή του ΕΑΜ. Ποῦ εἶναι ἡ Ἑλένη Παπαδάκη;

-  Δέν ξεύρω, σᾶς εἶπα. Βγῆκε ἀπό τό σπίτι. Τί συμβαίνει;

Ἐκεῖνος σήκωσε το πόδι του γιά νά μπεῖ ἀπό τό παράθυρο, δέν τό κατόρθωσε καί σέ μιά στιγμή πού γύρισε νά δεῖ κάτι πίσω του, ἡ κυρία Παπαδάκη κατέβασε απότομα το ρολό τοῦ παραθύρου. Αφήνοντάς τον ἔξω, ἔτρεξε βγαίνοντας ἀπό τήν πόρτα τῆς κουζίνας στο διπλανό σπίτι τῆς Καραβία για να ζητήσει βοήθεια. Στην αυλή μεταξύ τῶν δύο σπιτιῶν βρήκε τον Μιχαλακόπουλο, καί αὐτόν ντυμένο μέ πολιτικά.

- Βοηθήστε με, κύριε, κάποιος με κυνηγά μέ τό πιστόλι να με σκοτώσει.

- Μήν κάνετε έτσι, κυρία, κάποιον θά καταζητεῖ, ἀποκρίθηκε αὐτός μέ ἀπάθεια, ἀλλά φερόμενος μέ περισσότερη ἀνθρωπιά ἀπό τόν Μπιλιράκη. Ἐκείνη προχώρησε από το στενό μεταξύ τῶν δύο σπιτιῶν καί βγῆκε στο δρόμο, οπότε κατέφτασε ὁ Μπιλιράκης μέ το πιστόλι στο χέρι, τήν ἅρπαξε από το μπράτσο καί φώναξε κοντά του τον Μιχαλακόπουλο.

Ἐκείνη τή στιγμή ή Τέο Παπαδάκη, πού βρισκόταν στο αντικρινό σπίτι καί εἶδε τή σκηνή μέ τήν πεθερά της, βγήκε βιαστικά και πλησιάζοντας ρώτησε τι συμβαίνει. Στην ερώτηση του Μπιλιράκη ποῦ εἶναι ἡ Ἑλένη, ἡ Τέο, δίχως να υπολογίσει τις μοιραίες συνέπειες, τούς ἔστειλε στο σπίτι τῶν Μυράτ, μέ τήν ἐλπίδα ὅτι ἐκεῖ θα δινόταν βοήθεια, μιά καί ὁ Δημήτρης ἦταν τότε στο ΕΑΜ καί κυκλοφοροῦσε συχνά με στολή ἐλασίτη, ὅπως τό εἶχε διηγηθεῖ ἡ κυρία Παπαληγούρα. Ο Μπιλιράκης ξεκίνησε ἀμέσως γιά τό σπίτι τῶν Μυράτ, ἐνῶ ὁ Μιχαλακόπουλος παρέμεινε αρχικά στο σπίτι τῆς Καραβία, φώναξε ἔπειτα τή Γεωργία, που στεκόταν στο απέναντι πεζοδρόμιο σά νά περίμενε οδηγίες καί τῆς ἀνέθεσε να φυλάει τήν κυρία Παπαδάκη. Ὁ ἴδιος κατευθύνθηκε μετά στο σπίτι τῶν Μυράτ. 

Θά κόντευε πέντε τό ἀπόγευμα, ὅταν ὁ Μιλιράκης, μπαίνοντας στο σπίτι τῶν Μυράτ μέ προτεταμένο το περίστροφο, διέταξε τους κυρίους, πού ἔπαιζαν χαρτιά, να σηκώσουν τα χέρια ψηλά:

- Τήν Ἑλένη Παπαδάκη! Ποῦ εἶναι ἡ Ἑλένη Παπαδάκη; Σᾶς συλλαμβάνω ὅλους, μπρός, πᾶμε στήν πολιτοφυλακή. 

Ἡ φασαρία καί οἱ φωνές μέ τό ὄνομα τῆς Ἑλένης ἀκούστηκαν ὥς τόν πρῶτο ὄροφο, ὅπου ἦταν συγκεντρωμένες οἱ κυρίες καί ἑτοιμάζονταν να κατεβοῦν νά δοῦν τί συμβαίνει. Τότε ἡ Χρυσούλα Μυράτ ὑπέδειξε στην Ελένη να προσπαθήσει να πηδήξει από το πίσω παράθυρο στον κῆπο καί νά ἐπιχειρήσει να διαφύγει. Ἡ Ἑλένη, διατηρώντας τή γαλήνη της, αρνήθηκε την πρόταση τῆς Χρυσούλας:

- Γιατί να πηδήσω; Θέλω να πάω νά δῶ τί μέ θέλουν...

Κάτω ὁ Μπιλιράκης ἦταν ἀπασχολημένος μέ τούς ἄνδρες πού ἄρχισαν τρομαγμένοι ἕνας ένας να βγαίνουν στο δρόμο, ἀκολουθώντας τις διαταγές τοῦ εἰσβολέα πού θά τούς ὁδηγοῦσε στην πολιτοφυλακή. Μέσα στη γενική αναστάτωση έμοιαζε νά εἶχε ξεχάσει σχεδόν τό σκοπό γιά τόν ὁποῖο εἶχε ἔλθει, τήν Ἑλένη δηλαδή. «Καί νά ἡ μοιραία στιγμή. Ανοιξε ἡ πόρτα κι ἐμφανίστηκε ή Ελένη.

»-Ἐδῶ εἶμαι, κύριε, τί θέλετε;

»Το καντήλι εἶχε ἀρχίσει να σβήνει». 

- Εγώ εἶμαι ἡ Ἑλένη Παπαδάκη.

- Ακολούθησέ μας στην πολιτοφυλακή για μιάν ανάκριση!

Ο Δημήτρης Μυράτ, βλέποντας την τρομάρα πού ἐνέσπειρε στούς ἐπισκέπτες ή διαταγή τοῦ Μπιλιράκη, τοῦ εἶπε:

- Μήν κάνεις ἔτσι! Εγώ ανήκω στο ΕΑΜ. Θά σέ ἀκολουθήσουν ὅλοι. 

Καθώς ἄρχισαν νά ἀνηφορίζουν τήν οδό Ιακωβίδου, ὁ Μπιλιράκης εἶπε στούς ἄλλους ὅτι μποροῦσαν νά φύγουν. Τελικά, στον μικρό όμιλο παρέμειναν μόνο ἡ Ἑλένη, ὁ Σάμ, ἡ Αἰμιλία καί ὁ Δημήτρης.

Μέσα από το σπίτι της ἡ μητέρα Παπαδάκη εἶδε τή μικρή ομάδα να περνᾶ ἔξω. Δέν φανταζόταν, βέβαια, ὅτι ἀντίκριζε το παιδί της ζωντανό για τελευταία φορά... Ο όμιλος σταμάτησε πρώτα στα γραφεία του ΕΑΜ, στην οδό Πατησίων 314. Αφήνοντας τούς ἄλλους να περιμένουν στον προθάλαμο, ὁ Μπιλιράκης μίλησε με διάφορους ελασίτες, πού πηγαινοέρχονταν καί γέμιζαν το οἴκημα. Ασφαλῶς θά ἔδωσε ἀναφορά γιά τά ὅσα ἔγιναν καί ὅτι ἡ σύλληψη τῆς Παπαδάκη επιτεύχθηκε δίχως κανένα πρόβλημα. Ὁ Μυράι πλησίασε ἕναν ἐλασίτη, τόν ἀπεκάλεσε μάλιστα με το μικρό του ὄνομα καί συνομίλησε μαζί του με οικειότητα. Όταν τέλειωσε τήν ἰδιαίτερη συνομιλία μαζί του, πλησίασε την Αιμιλία καί τῆς εἶπε:

- Ερώτησα αὐτόν τόν γνωστό μου τί θα γίνει μέ τήν Ελένη καί μέ πληροφόρησε ὅτι θά τήν οδηγήσουν στην πολιτοφυλακή για μια εξονυχιστική ανάκριση καί τίποτε ἄλλο. Σ' ένα τέταρτο περίπου ἦρθε ὁ Μπιλιράκης καί τούς διέταξε νά τόν ἀκολουθήσουν γρήγορα.

Ὅταν βγῆκαν στο δρόμο, είπε στην Ελένη ὅτι τήν εἶχε δεῖ στό θέατρο, στη Ζακυνθινή σερενάτα. Στη γωνία Ροστάν καί Πατησίων ὁ Μυράτ τους σταμάτησε λέγοντας:

- Εγώ δέν χρειάζομαι πλέον, οὔτε μέ χρειάζεσθε καί σᾶς ἀφήνω.


Ὁ Μπιλιράκης δέν ἔφερε καμιά αντίρρηση καί τόν άφησε να φύγει. Πρίν νά ἀπομακρυνθεῖ ὁ Μυράτ, εἶπε ἰδιαιτέρως στην Αιμιλία:

- Καλό εἶναι νά μήν πᾶς ἐσύ στην πολιτοφυλακή. Τί τά θές, τί τά γυρεύεις...

- Απορῶ πῶς μπορεῖς νά διανοηθεῖς ὅτι εἶναι δυνατόν νά ἀφήσω μόνη της τήν Ἑλένη, ἀπάντησε μέ κατάπληξη ή πιστή της φίλη.

᾿Ανηφορίζοντας τήν ὁδό Ροστάν, ἔφτασαν μετά από τρία-τέσσερα τετράγωνα στή βίλα Παπαλεονάρδου, ένα διώροφο οἴκημα, περιτριγυρισμένο ἀπό ἕναν κῆπο μέ ψηλά δέντρα κι ένα μικρό γκαράζ στη μία γωνία του. Τόν Σάμ δέν τόν ἄφησαν νά μπεῖ, ἐνῶ οἱ δύο γυναῖκες πέρασαν μέσα μέ τον Μπιλιράκη καί τόν Μιχαλακόπουλο. Ήταν ἤδη περασμένες πέντε καί τό πρῶτο σκοτάδι άρχιζε να πέφτει. Αφού παρέδωσε τήν Ελένη ὁ Μπιλιράκης ἔφυγε μέ τόν Μιχαλακόπουλο καί μερικούς ἄλλους «συντρόφους» καί κατευθύνθηκαν πάλι στο σπίτι τῆς Ἑλένης. Μπήκαν πρῶτα στο σπίτι τῆς Καραβία καί ἀφοῦ ἀπομάκρυναν τή Γεωργία, που φύλαγε την κυρία Παπαδάκη, ἦρθαν ὅλοι μαζί στο δικό της σπίτι.

Στο αναμεταξύ στην πολιτοφυλακή ή Ελένη εἶχε καθίσει σε μία πολυθρόνα, πάντοτε ήσυχη καί γαλήνια καί χάιδευε το σκυλάκι της, τον Μπόντζο, πού τούς εἶχε ἀκολουθήσει, πράγμα πού ἐξερέθισε κάποιον ἐλασίτη, ὁ ὁποῖος ἔβαλε τίς φωνές, ἐνῶ ἡ Ἑλένη εἶχε ἀκόμη τήν ψυχραιμία νά τοῦ παραπονεθεῖ για το φέρσιμό του. Η Αιμιλία παρέμεινε κοντά της περίπου είκοσι λεπτά, ὅταν κάποιος τῆς ὑπέδειξε ὅτι ἦταν ὥρα να φύγει. Μποροῦσε νά ἐπανέλθει το βράδυ καί να φέρει φαγητό στην κρατουμένη.

Ἔτσι γύρισε στο σπίτι τῶν Παπαδάκη με τον Σάμ, που περίμενε ἔξω ἀπό τήν πολιτοφυλακή. Στή γωνία τοῦ σπιτιοῦ τῆς Ἑλένης, ὁ Σάμ εἶδε τόν Δημήτρη Μυράτ, πού τοῦ εἶπε:

- Μήν πᾶς μέσα, φύγετε από το σπίτι, γιατί θά σᾶς πιάσουν ὅλους σας, ὅλη τήν οἰκογένεια.

Φαίνεται ὅτι εἶχε δεῖ ἤ πληροφορηθεῖ στα γραφεῖα τοῦ ΕΑΜ τῆς ὁδοῦ Πατησίων 314 για έναν κατάλογο μέ ὀνόματα ατόμων πού ἐπρόκειτο να συλληφθούν, μεταξύ τῶν ὁποίων ἦταν τά ὀνόματα τοῦ Μιχάλη καί τῆς Τέο, τοῦ Σάμ, τῆς Μπούμπας Κοριζῆ, τῆς μητέρας της κ.ά.

Στο σπίτι τῆς Ἑλένης ὁ Σάμ καί ἡ Αἰμιλία συνάντησαν τούς ἐλασίτες να ψάχνουν για ... όπλα, γιατί εἶχε δῆθεν ἐπιχειρηθεῖ ἔνοπλη ἀντίσταση! Ὅταν δέν βρέθηκε τίποτα, ἤθελαν νά μάθουν ποῦ εἶναι τά μυθώδη κοσμήματα καί οἱ θησαυροί πού τῆς χάρισε ὁ Ράλλης! Αλλά καί πάλι δεν βρέθηκε κάτι τό ὕποπτο.

Στίς ἐπίμονες ερωτήσεις τῆς μητέρας Παπαδάκη καί τῆς Καραβία, γιατί πιάσανε την Ελένη, πού δέν ἦταν μόνο μεγάλη ηθοποιός ἀλλά καί θαυμάσιος άνθρωπος, ὅπως μποροῦσαν νά τό διαβεβαιώσουν οἱ συνάδελφοί της, ὁ Μιλιράκης απάντησε:

- Μα οι συνάδελφοί της, οι ηθοποιοί, τήν κατέδωσαν! Καί στήν παρατήρηση τῆς Καραβία ὅτι μπορεῖ μεταξύ αὐτῶν νά ὑπῆρχαν καί μερικοί πού τή συκοφαντοῦσαν, ἐκεῖνος ἐπέμενε: - Μιά φορά αὐτοί τῆς τή σκάσανε! εἶπε κατά λέξη. Καί ὁ Σάμ, πού παρεβρισκόταν στήν ὅλη σκηνή, άκουσε τον Μιχαλακόπουλο να λέει: - Τήν ἔφαγαν οἱ συνάδελφοί της!

Στο αναμεταξύ ἡ Ἑλένη εἶχε μεταφερθεί στον πάνω όροφο όπου, σ' ἕνα δωμάτιο, ἐκρατοῦντο διάφορες κυρίες, ὡς ἐπί τό πλεῖστον γυναῖκες ἀξιωματικῶν τῆς ἀστυνομίας ἤ τῆς χωροφυλακῆς, προπάντων τοῦ 16ου τμήματος τῆς περιοχῆς. Ὁ συνοδός τῆς Ἑλένης ἄνοιξε τήν πόρτα καί μέ δόση ειρωνείας, πού ἀποσκοπούσε ἴσως να κρύψει τήν ἐντύπωση πού τοῦ ἐπέβαλε ἡ ὀντότητα τῆς Ἑλένης καί ὁ φόβος τοῦ προετοιμαζομένου ἐγκλήματος, εἶπε: - Ἔχετε τήν τιμή νά δεχτείτε μεταξύ σας μια μεγάλη κυρία, την Ελένη Παπαδάκη.

Τήν παρέλαβε ἀμέσως μιά κρατουμένη, ἡ σύζυγος τοῦ διοικητή του 16ου παραρτήματος Ασφαλείας, κυρία Χριστοδουλοπούλου, πού είχε διοριστεί θαλαμάρχης. Με την κυρία αυτή καί μέ ἄλλες συγκρατούμενες, γιά τίς ὁποῖες μπόρεσε να πληροφορηθεῖ, ἡ οἰκογένεια τῆς Ἑλένης ἦρθε σε ἐπικοινωνία μετά τα Δεκεμβριανά καί ἔμαθε ἔτσι ὅλες τίς λεπτομέρειες καί τί διαδραματίστηκε τις λίγες ώρες πού ἡ Ἑλένη πέρασε κοντά τους στην πολιτοφυλακή. Οἱ κυρίες αὐτές αντιλήφθηκαν ὅτι δέν ὑπῆρχε λόγος να τονωθεῖ τό ηθικό τῆς Ἑλένης γιατί το διατηροῦσε ἀκμαῖο. Καί ἀντί νά τῆς δώσουν ἐκεῖνες κουράγιο, άρχισε ἐκείνη νά τίς ἐμψυχώνει με τη γοητεία τῆς ὁμιλίας της. Τούς διηγήθηκε πῶς τή συνέλαβαν στο σπίτι τῶν Μυράτ καί δέν φανταζόταν ὅτι βρισκόταν για κακό ἐδῶ. Ἡ ἀνάκριση θα ξεκαθάριζε μερικούς λογαριασμούς πού τῆς εἶχαν δημιουργήσει κάποιοι συνάδελφοί της, γιατί ἦταν πεπεισμένη ὅτι ἡ σύλληψή της ἦταν ἀποτέλεσμα καταγγελίας μερικῶν ἠθοποιῶν. Τούς μίλησε πολύ για το θέατρο, γιά τήν περιοδεία πού εἶχε κάμει μέ τό Εθνικό στό ἐξωτερικό, γιά τά ἔργα πού ἔπαιξε, τήν Αντιγόνη, τήν Ιφιγένεια, τήν Εκάβη καί γιά τή Μήδεια, πού προετοίμαζε. Ὅμως, κάθε τόσο ἀδημονοῦσε γιατί δέ τήν καλοῦσαν για ανάκριση. Θά ἦταν πιά γύρω στις εφτάμισι με οχτώ το βράδυ, ὅταν ὁ Μπιλιράκης φαίνεται ότι ξαναγύρισε στην πολιτοφυλακή, χωρίς να φέρει κάποιο στοιχεῖο ἐπιβαρυντικό γιά τό κατηγορητήριο ἐναντίον της, ἔπειτα ἀπό τίς ἔρευνες πού ἔκαμε στο σπίτι της. Φαίνεται ὅμως ὅτι στη «δικογραφία Παπαδάκη», πού ὑπῆρχε στην πολιτοφυλακή, θά εἶχε κατατεθεῖ καί κάποιο παράνομο έντυπο, πού ἀνέφερε τήν κακοηθέστατη «είδηση» για γάμους τοῦ Ράλλη μέ τήν Ἑλένη!

Εἶχε νυχτώσει για καλά, ὅταν ἡ Αἰμιλία ξαναβρέθηκε στην πολιτοφυλακή. Προσπάθησε να ἐξευμενίσει ἕναν πενηντάρη, πού φαινόταν να παίζει ηγετικό ρόλο. Όταν τον ρώτησε ποιός εἶναι, ἐκεῖνος τῆς ἀπάντησε:

- Ὁ Μαρά τῆς Γαλλικῆς Ἐπανάστασης! Στό ἀχνό φῶς μιᾶς μικρῆς λάμπας τῆς ἔδειξε τότε ἕναν ὀγκώδη φάκελο, δῆθεν τή «δικογραφία» τῆς Ἑλένης, καί τῆς ἐπανέλαβε ὅτι αὐτή ἦταν θύμα καταγγελίας συναδέλφων της. Στίς ἐπίμονες παρακλήσεις τῆς Καραβία, ὁ «Μαρά» ἔδωσε ἐντολή να κατεβεῖ ἡ Ἑλένη ἀπό τό πάνω πάτωμα.

Ἡ συνάντηση αὐτή ἦταν ἡ τελευταία με κάποιον δικό της καί στάθηκε πολύ σύντομη: Η Καραβί τῆς ἔδωσε μια κουβέρτα, λίγο γάλα, δύο αυγά, τίς βιταμίνες της καί ἕνα ἀστυνομικό μυθιστόρημα μέ τίτλο Villa Marguerite, που διάβαζε καί τό εἶχε ἀφήσει πάνω στο κρεβάτι της, φεύγοντας για τους Μυράτ, τό ἀπόγευμα ἐκεῖνο. Εκείνη τήν ὥρα μπῆκε ὁ Πάνος Καραβουσάνος, ὁ ὁποῖος μάλιστα φίλησε τό χέρι τῆς Ἑλένης! Εἶχε έρθει να σώσει δυο φίλους του, τούς ὁποίους εἶχαν συλλάβει. Ή Ἑλένη εἶχε φροντίσει να μπεῖ τό παιδί του στα κατοχικά συσσίτια. Φαίνεται ότι μαζί μέ τόν Μανώλη Δουμάνη τῆς Λυρικής Σκηνῆς καί τόν ὑποβολέα Δημήτρη Σούλη, ὁ Καραβουσάνος εἶχε ἀρκετή δράση ὡς ἐλασίτης κατά τη διάρκεια του Κινήματος. - Καλά πού σέ εἶδα, ἦταν ἀπό τά τελευταία λόγια τῆς Ἑλένης στην Αιμιλία. Εἶχα ἀγωνία να βρῶ τρόπο νά σᾶς εἰδοποιήσω νά μήν ἀνησυχείτε για μένα. Εἶμαι πολύ καλά ἐδῶ. Μήν ἔχετε και μίαν ἔγνοια.

Καί ἐνῶ η Ελένη μεταφερόταν πάλι στον πάνω ὄροφο, ἡ Αἰμιλία ζήτησε από τον «Μαρά» να μείνει καί ἐκείνη τό βράδυ στην πολιτοφυλακή. Ο «Μαρά» στράφηκε καί κοίταξε κάποιον πού καθόταν δίπλα του στο μισοσκόταδο και πού εἶχε ἕνα διαπεραστικό βλοσυρό βλέμμα, με δύο μπλέ μάτια πού ἐντυπωσίασαν μέ τή σκληρότητά τους τήν Καραβία. Τα μάτια ἐκεῖνα ἔκαναν νόημα «ὄχι». Ο «Μαρά» συμμορφώθηκε καί τῆς εἶπε ὅτι κάτι τέτοιο ἦταν ἀδύνατο, ἀλλά τήν παρότρυνε να πάει τήν ἑπομένη. Ἡ Ἑλένη ἴσως νά εἶχε ἀπελευθερωθεῖ ὡς τό μεσημέρι. Ἔτσι η Καραβία ἔφυγε ἀπό τήν πολιτοφυλακή.

Εἶχε περάσει ἀρκετή ώρα ὅταν ἄνοιξε ἡ πόρτα του δωματίου ὅπου ἐκρατεῖτο ἡ Ἑλένη καί δύο ἄτομα, ἀπό τά ὁποῖα ὁ ἕνας λεγόταν Τάκης καί ἦταν καρβουνιάρης, τῆς ζήτησαν νά τούς άκολουθήσει στο χόλ, πού χρησίμευε ως πρόχειρο ανακριτικό γραφείο. Η κυρία Χριστοδουλοπούλου μπόρεσε ν' ἀφουγκραστεῖ ὁρισμένα από τα διαδραματισθέντα.

– Ποῦ εἶναι ἡ κυρία Ράλλη, ἀκούστηκε στο ερωτηματολόγιο.

- Πότε ἔκαμες τούς γάμους σου;

Ἔκπληκτη ἡ Ἑλένη άργησε κάπως νά ἀπαντήσει:

– Δεν καταλαβαίνω τί θέλετε νά πεῖτε. Ὁ πατέρας μου ήταν φίλος μέ τόν Ράλλη.

- Ασ' τα αὐτά! Να τί λέει το φυλλάδιο!

- 'Αν ἦταν ἔτσι, θα φοβόμουνα, δέν θά εἶχα μείνει ἐδῶ, θα πήγαινα στο κέντρο να κρυφτώ. Μά ἄλλωστε έχει νέα καί ἔμοφη γυναίκα! ἀπάντησε ἡ Ἑλένη, προσπαθώντας να διατηρήσει τήν ψυχραιμία της. Τότε ὁ Τάκης, ὁ καρβουνιάρης, θέλοντας να δείξει ὅτι δέν παίρνει από ψευτιές, πλησίασε καί τή χαστούκισε!

– Πιστέψτε με, δέν σᾶς λέω ψέματα, ἐπέμενε ἡ δύσμοιρη Ελένη, ἀφῆστε με νά σᾶς φέρω αὔριο μαρτυρίες ανθρώπων πού ἔσωσα. Δέν ἤξερα ὅτι θά μέ πιάνατε, ἀλλιῶς θά ἔφερνα τίς ἀποδείξεις.

-  Δέν τ' ἀφήνεις αὐτά, δέν μᾶς λές καμιά αλήθεια καλύτερα;

- Φέρτε φῶς νά δεῖτε το πρόσωπό μου, νά δεῖτε ὅτι λέω τήν ἀλήθεια, φέρτε φῶς καί θά καταλάβετε μόνοι σας.

- Εἶναι περιττό τό φῶς, ὑπάρχουν ἀποδείξεις ὅτι εἶσαι ἡ κυρία Ράλλη! Καί τώρα πήγαινε!

Ἡ Ἑλένη γύρισε στο θάλαμο τῶν γυναικῶν καί παρ' ὅλο πού τήν εἶδαν να κλαίει σιγανά ὥς τήν ὥρα πού πλάγιασαν στο πάτωμα για να κοιμηθοῦν δέν εἶχε χάσει το ηθικό της. Θά 'ταν κοντά μεσάνυχτα ὅταν ξαναμπήκε ὁ Τάκης στο δωμάτιο καί φώναξε δύο ὀνόματα, τῆς Ἑλένης Παπαδάκη καί τῆς Νιόβης Χαριτάκη, ψάχνοντάς τες μέ ἕνα καντήλι:

- Εμπρός σηκωθεῖτε!

- Τί μέ θέλετε; Ποῦ θά μέ πᾶτε; Μιά στιγμή να βάλω τό παλτό μου.

Καί καθώς ἡ Ἑλένη φοροῦσε τή γούνα καί τό σκουφάκι της, ὁ Τάκης εἶπε:

- Θά σέ ἀνακρίνουμε σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης.

Ἡ ἄλλη γυναίκα, ή Νιόβη Χαριτάκη, ἦταν μιά κοπέλα γύρω στα εἴκοσι, καί ἑφτά μηνῶν ἔγκυος. Μαζί μέ τήν ἀδελφή της Μαρίκα βρίσκονταν κιόλας τρεῖς μέρες κρατούμενες στην πολιτοφυλακή. Τίς εἶχαν πιάσει στις 18 Δεκεμβρίου στο σπίτι τους στην οδό Αετορράχης, κοντά στην πολιτοφυλακή, μέ μόνη δικαιολογία ὅτι ἦταν κόρες τοῦ διευθυντῆ τῆς Οὖλεν, πού τόν εἶχαν ἀπό καιρό στούς καταλόγους τῶν μελλοθανάτων, γιατί δεν δεχόταν να συνεργαστεί με το ΕΑΜ καί εἶχε κατορθώσει να διαφύγει στην ελεύθερη ζώνη.

Ἡ νεαρή γυναίκα, στο άκουσμα τοῦ ὀνόματός της, αναλύθηκε σε γόους καί κλαίγοντας ἀγκάλιασε ν' ἀποχαιρετήσει την αδελφή της καί τίς ἄλλες συγκρατούμενες. Φαίνεται πώς ή Ελένη, μέ τά λίγα ὑπολείμματα ψυχραιμίας πού τῆς ἀπέμειναν καί ἔχοντας κάποιο κακό προαίσθημα, τήν ἀγκάλιασε γιά νά τή βοηθήσει να κατεβοῦν ἀπό τόν πάνω όροφο, λέγοντάς της:

- Μή φοβάσαι, Νιόβη... Ο θάνατος ἀπό τή ζωή είναι μόνο ένα σκαλί...

Ήταν τά τελευταία λόγια πού ἀκούστηκαν το βράδυ ἐκεῖνο ἀπό τήν Ἑλένη. Ἡ κυρία Χριστοδουλοπούλου συνόδευσε τις δύο κρατούμενες ὥς κάτω καί ἡ Ἑλένη τήν παρακάλεσε νά πεῖ στούς δικούς της, ὅταν θά ἔρχονταν τό ἄλλο πρωί νά τή δοῦν, ὅτι τήν εἶχαν μεταφέρει σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης. Η κυρία Χριστοδουλοπούλου ρώτησε ἕναν ἐλασίτη, πού τίς συνόδευε, ποῦ βρισκόταν αὐτό τό στρατόπεδο, καί ἡ ἀπάντηση ήταν: «Αύριο θα το μάθεις».

Ἔξω ἀπό τό γκαράζ τῆς πολιτοφυλακῆς ἦταν σταματημένη μιά μαύρη Φόρντ. Ἡ Ἑλένη ἔκλεισε καλά το γούνινο παλτό της, γιατί το κρύο ήταν διαπεραστικό, καί ἐπιβιβάστηκε μέ τή Χαριτάκη στο αὐτοκίνητο, ἐνῶ ἡ κυρία Χριστοδουλοπούλου ανέβηκε βιαστικά πάλι στο πάνω πάτωμα, μετά τίς φωνές τοῦ ἐπικεφαλῆς τῆς κουστωδίας, πού τήν ἀντιλήφθηκε κοντά στήν ἐξώπορτα. Ο Τάκης, ὁ καρβουνιάρης, κάθισε δίπλα στον οδηγό καί ἄλλοι τρεῖς συνόδευσαν τις δύο γυναίκες στα «μαρσιέ» τοῦ αὐτοκινήτου.

Τό ἀκριβές δρομολόγιο ὥς τά Διυλιστήρια τῆς Οὖλεν δέν εἶναι προσδιορισμένο, οὔτε τί εἰπώθηκε καί τί διαδραματίστηκε ἀπό τούς ἐπιβαίνοντες στη διάρκεια τῆς σύντομης διαδρομῆς ὥς τόν μοιραῖο περίβολο, κοντά στήν Ωμορφοκκλησιά στο Γαλάτσι.

«Να φοβάσαι το σίδερο καί τό νερό...». Πάνε χρόνια πολλά από τότε πού τό εἶπαν κάποτε στήν Ελένη, «λέγοντάς» της τή μοίρα της, ἴσως νά εἶχε τότε σκεφτεί κάποιο ατύχημα στη θάλασσα καί ἀσφαλῶς τό εἶχε ξεχάσει. «Το σίδερο καί τό νερό»... «Μιά σφαίρα καί ἡ Ούλεν... πόσο κοντά ἦταν κιόλας. Τά ἴχνη τῆς Χαριτάκη χάθηκαν καί, μετά τήν καταστολή του Κινήματος, ἡ οἰκογένεια Χαριτάκη δέν μπόρεσε ποτέ νά βρεῖ τή Νιόβη, οὔτε τήν ἀδελφή της Μαρίκα Βασιλειάδου, ἡ ὁποία δύο μέρες αργότερα οδηγήθηκε καί αὐτή στήν Ούλεν για εκτέλεση. 

Στο χῶρο τῶν Διυλιστηρίων γενικός δερβέναγας ἦταν ὁ καπετάν Ὀρέστης. Ἐκεῖ βρίσκονταν καί οἱ φοβεροί δήμιοι, ὁ Ἰωάννης Κουκούτσης, πού ἦταν ὁ φρούραρχος τῆς περιοχῆς, ὁ Πέτρος Τζογανάκης, ὁ Στέφανος Λιόλιος, ὁ Βλάσης Μακαρώνας, μπακάλης ἀπό τούς Ποδαράδες, πού ἐκτελοῦσε καθήκοντα ἐπιλοχία, καί μερικοί ἄλλοι. Τα υποψήφια θύματα τά ὁδηγοῦσαν σ' ἕνα ἀπό τὰ οἰκήματα τῶν Διυλιστηρίων, ὅπου κρατοῦνταν πολλοί ἀπό τούς συλληφθέντες. Τούς ἀφαιροῦσαν ὅ,τι πολύτιμο εἶχαν καί ὁ Ὀρέστης έπαιρνε τά δαχτυλίδια, τα κοσμήματα, τα ρολόγια, τα χρήματα, τις λίρες πού εἶχαν μερικοί μαζί τους. Γιά τήν απληστία του αὐτή ἐκτελέστηκε λίγες μέρες ἀργότερα, γιατί δέν παρέδιδε τα περιουσιακά αυτά στοιχεῖα στο κόμμα, αλλά τά κρατοῦσε γι' αὐτόν καί τίς ἐρωμένες του. Μετά ὁδηγοῦνταν ἕνα ἕνα τα θύματα στο χῶρο τῶν ἐκτελέσεων, καμιά ἑκατοστή μέτρα μακριά ἀπό τά οἰκήματα τῆς Ούλεν.

«Μοῦ τήν φέραν μέ ἕνα ταξί» διηγήθηκε ὁ Μακαρώνας, «τήν εἶχαν στριμωγμένη ἄνθρωποι τῆς πολιτοφυλακής. Ήταν τυλιγμένη στο γούνινο παλτό της γιατί έκανε διαβολόκρυο». ᾿Από τις καταθέσεις τῶν ἄλλων ἐκτελεστῶν, πού ἔγιναν μετά τη σύλληψή τους, φαίνεται ὅτι τό ἴδιο βράδυ ἐκτός ἀπό τήν Ελένη μετέφεραν γιά ἐκτέλεση καί ἑφτά χωροφύλακες. Ὅλοι ὁδηγήθηκαν πρῶτα στα κρατητήρια. Γράφει ὁ Δημήρης Μυράτ στο τελευταίο του βιβλίο: «... Σάν ἦρθε ὁ καπετάν Ὀρέστης, (...) άρχισαν να παρελαύνουν μπροστά του οἱ κρατούμενοι. Ὅπως μάθαμε στη δίκη (σημ. Ἐννοεῖ τῶν ἐκτελεστῶν πού συνελήφθησαν λίγους μήνες αργότερα) πέρασε ἡ Ἑλένη, ὁ καπετάνιος τῆς πῆρε τα δαχτυλίδια, καί τήν ξαπόστειλε γιά τήν ὁμηρία. Ὅταν πέρασαν καμιά δεκαριά ἄλλοι, τή θυμήθηκε. “Πῶς εἶπε αὐτή πῶς τή λένε; Παπαδάκη; Δέν εἶναι αὐτή πού καταδικάσανε στο Σωματείο Ηθοποιῶν;”. Κι ἔδωσε τή διαταγή τοῦ θανάτου. Ὁ ἀπόηχος τῆς περίφημης δίκης!». στη,

Το τέλος τῆς άτυχης Ἑλένης ἦταν φοβερό: Ὁ Μακαρώνας τήν παρέλαβε μπροστά στον Ορέστη , ὁ ὁποῖος εἶχε διατάξει τήν ἐκτέλεση με τσεκούρι, όπως γινόταν μέ τά ἄλλα πολυάριθμα θύματα. Τή διέταξαν να γδυθεῖ, ἐνῶ ἐκείνη εἶχε ἀντιληφθεῖ ὅτι πλησιάζει το τέλος της καί εἶχε τρομάξει πολύ. Ἔτρεμε ἀπό τό κρύο καί τό φόβο καί κλαίγοντας τούς παρακαλοῦσε. Ἔβγαλε τή γούνα της, τήν ὁποία παρέλαβε ὁ Ὀρέστης καί ὅταν τη διέταξε να βγάλει καί τά ὑπόλοιπά της ροῦχα, ἀναλύθηκε σε δυνατές κραυγές ἀπελπισίας καί σέ γόους. Ὅρμησαν τότε σάν ἀφιονισμένοι πάνω της και μέσα σέ ἕναν καταιγισμό από προπηλακισμούς τήν ἔσυραν κοντά σέ ἀνοιγμένο λάκκο κι ἐκεῖ τήν ἔγδυσαν μέ τή βία. Ὁ Μακαρώνας ξαφνικά δείλιασε, τον πείραξαν καί οἱ κραυγές της και τελικά καθίζοντάς την χάμω, τράβηξε το περίστροφό του καί τῆς φύτεψε μιά-δυό σφαίρες στον αὐχένα.

«Σαν αναλογίζομαι το τραγικό της τέλος» θα γράψει ἀργότερα ὁ Διονύσης Ρώμας, «βλέπω σάν ἐφιαλτικό όραμα τήν ἴδια πάντα τυραννική εικόνα: Όρθιες μικρός στο υγρό όρυγμα, ντυμένες μέ τα φανταχτερά τους κοστούμια, άπειρες αιθέριες μορφές περιμένουνε τη θανατηφόρα ριπή. Σάν θερισμένα στάχυα γλιστράνε μιά μετά τήν ἄλλη, στό λασπωμένο χῶμα, ἡ ᾿Αντιγόνη, ἡ Κλυταιμνήστρα, ἡ Ιφιγένεια, ἡ Δυσδαιμόνα, ή Σελιμένη... καί ὅλες, όλες έχουνε το ίδιο, τό ἐξαϋλωμένο, τό αγαπημένο της πρόσωπο. Ἐκεῖνο το βράδυ τοῦ Δεκέμβρη γκρεμίστηκε για μιά στιγμή ὁ ρυθμός τοῦ Κόσμου: Ὁ Κάλιμπαν ἔσφαξε τόν Πρόσπερο. Το Κτήνος σκότωσε την Ψυχή».

Καί ὁ Αντωνάκης Φωκᾶς εἶπε κάποτε: «... Τόση ὅμως ευαισθησία καί τόσο θέλγητρο ἀπέραντο, πῶς δέ μπόρεσαν να σταματήσουν τά βάναυσα ἐκεῖνα χέρια πού όρμησαν ἐπάνω της;...».

Λίγο αργότερα στη δίκη του, ὁ Μακαρώνας δήλωσε ὅτι ὁ Ὀρέστης τον κατηγόρησε πώς ἔκανε σαμποτάζ, πού δέν τή σκότωσε μέ τό τσεκούρι ἀλλά μέ τό περίστροφο. Το φέρσιμο αὐτό τοῦ Μακαρώνα ἔκαμε τόν Παῦλο Παλαιολόγο να γράψει ἕνα ἄρθρο στο Βήμα, ἀπ' ὅπου τό ἀπόσπασμα:

«“Αὐτήν δέν βάσταξα να την σκοτώσω με τσεκούρι (...) Μια ακτίνα φωτός μέσα στην κόλαση. (...) Πιστόλι ἔβγαλε για να δώσει στην καλλιτέχνιδα γλυκύτερο θάνατο. (...) Γιατί ἄραγε; Ήταν ἡ δύναμις τῆς ἀδύνατης ποῦ τοῦ ἐξύπνησε το φιλότιμο; Ήταν ἡ γοητεία τῆς γυναίκας πού ἐπέδρασε πάνω του; Ήταν ἡ ἀκτινοβολία τῆς τέχνης; (...) Ήταν ἡ ἁβρότητα τῆς Ἑλένης; (...) Μιά πνοή θωπείας σέ μιά ἀτμόσφαιρα κολάσεως. Κάποιο χάδι στο κεφάλι μιᾶς καταδίκης. (...) Ο δήμιος πού εὐλαβήθηκε την τέχνη κι έκανε λιγότερο φρικτές τίς τελευταῖες στιγμές ἐκείνης πού τήν ἐνσάρκωνε. (...) Γιά τό Δεκεμβριανό σφαγεῖο τῆς Ούλεν, ὅπου κηλιδώθηκε ἡ ἱστορία μιας χώρας, καί τοῦ Μακαρώνα ή πράξις ἔχει τό ἄρωμα μιᾶς κάποιας ἀρετῆς!...». 

Ἡ μαύρη Φόρντ ξαναγύρισε, νύχτα ἀκόμη, στην πολιτοφυλακή, μέ τόν καρβουνιάρη Τάκη καί μέ τόν Ὀρέστη, πού κρατοῦσε σαν τρόπαιο τή γούνα τῆς Ἑλένης. Λέγεται ότι τσακώθηκε μέ ἄλλους συναγωνιστές για το ποιός θά τήν ἔπαιρνε. Καί ὁ Μακαρώνας στη δίκη του εἶπε: «Δε λυπήθηκα τίποτ' ἄλλο, παρά τό παλτό πού φοροῦσε καί τό πῆρε ὁ Ὀρέστης».


ΠΟΛΥΒΙΟΣ ΜΑΡΣΑΝ - Ελένη Παπαδάκη: Μια φωτεινή θεατρική πορεία με απροσδόκητο τέλος, εκδ.ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ

Δείτε επίσης:

Τό ἀριστερό Σωματεῖο Ἑλλήνων Ηθοποιῶν διαγράφει τούς «προδότες ἠθοποιούς» – Οι Γενικές Συνελεύσεις τοῦ Σωματείου Ἑλλήνων Ηθοποιῶν – Εκλογές στο ΣΕΗ στα τέλη Νοεμβρίου 1944, μέ πλειοψηφία τῶν δεξιῶν ἠθοποιῶν


Κυριακή, Μαΐου 10, 2026

Βελίκα Τράικου


Γεννήθηκε το 1883 στο Γραδεμπόρι (Πεντάλοφο Θεσσαλονίκης. Ἦταν πεντάρφανη ἀλλά εἶχε φοιτήσει στο ξακουστο Ανώτερο Παρθεναγωγείο Θεσσαλονίκης. Σ᾽ ἐκεῖνο τό πνευματικό φυτώριο πυροδοτήθηκε ή καρδιά της κι άναψαν οἱ μεγάλοι πόθοι νά ὑπηρετήσει μέ ὅλες της τίς δυνάμεις καί ὁποιονδήποτε τρόπο την αγαπημένη της Μακεδονία. Το 1900, διορίστηκεται στην Καρατζόβα, χωριό βόρεια τῆς Ἐδέσσης. Τό ἔργο πού ἔχει νά ἐπιτελέσει τεράστιο. Πρῶτα πρέπει να μάθει τήν ἑλληνική γλῶσσα στους σλαβόφωνους μαθητές της, τήν πλούσια ἱστορία τοῦ τόπου τους, να στηρίξει τήν πίστη τους. Ἡ περιοχή εἶναι φωλιά τῶν κομιτατζήδων, ὅμως ἡ νεαρή δασκάλα, ψύχραιμα, ἄφοβα καί μεθοδικά ἐπιδίδεται ὁλόψυχα στο ἔργο της.

Σε μυστική σύσκεψη Μακεδονομάχων, στη Μητρόπολη Θεσσαλονίκης τόν Αὔγουστο του 1901, παρακινεῖ τούς ὑπεύθυνους: «Οπλίστε τούς χωρικούς!.. Κι ὅταν ἐμεῖς προετοιμάσουμε το ἔδαφος, ἀπό παντοῦ θ᾽ ἀναψει ὁ ἀγώνας!...». Μια τέτοια προσωπικότητα εἶναι ἀδύνατον νά μήν ἔχει ἀποτελέσματα στό ἔργο της καί νά μήν τραβήξει τό ἐνδιαφέρον καί τήν προσοχή φίλων καί ἐχθρῶν. Τό ἴδιο φθινόπωρο ὁ Ἴων Δραγούμης ἀπό τό Προξενείο Μοναστηρίου, κάνει έκκληση στο «Κέντρο» τῆς Θεσσαλονίκης νά τοῦ στείλουν ἕνα ἐχέμυθο πρόσωπο γιά μιά πολύ σοβαρή καί ἐπικίνδυνη ἀποστολή. Σύνδεσμο τοῦ Ἑλληνικοῦ Κομιτάτου μεταξύ Μοναστηρίου-Καστοριᾶς Θεσσαλονίκης. Ἡ συνεργασία μέ τήν δεκαοκτάχρονη Βελίκα ἀποδεικνύεται άψογη καί ὑπεράνω πάσης προσδοκίας.

Ντυμένη μέ κουρέλια, ξυπόλητη, «ἀξιολύπητη», μιλώντας τουρκικά καί βουλγαρικά τρέχει μέσα από δάση, μονοπάτια, χαράδρες, ποτάμια, βουνά και ρεματιές, κάθε φορά καί σέ διαφορετικό προορισμό πού ὅμως ἐξυπηρετεῖ τίς ἀνάγκες τοῦ Ἀγώνα. Πανέξυπνη, ἐφευρετική, επινοητική, ὑπομονετική, επίμονη καταφέρνει ἀπίστευτα πράγματα. Περνά απαρατήρητη ἀφοῦ κανένας δέν δίνει σημασία στήν φτωχή τρελή. Τήν λυποῦνται καί τήν σιχαίνονται. Τί εἶναι τουρκάλα ή βουλγάρα δέν ξέρουν. Ἐκείνη περνάει πότε γιά τό ἕνα καί πότε γιά τό ἄλλο. Ἕνα δύστυχο πλάσμα πού παλεύει γιά ἕνα κομμάτι ψωμί... Γυρνάει ἔξω στήν ὕπαιθρο καί συνεχῶς σκυμμένη μαζεύει ραδίκια. Ὕστερα πήγαινε στα τούρκικα ἤ βουλγάρικα παζάρια να πουλήσει τά χόρτα ἤ τό γάλα, γιά νά βγάλει «τόν ἐπιούσιον».

Πόσο παράξενο θά ἦταν, ἄν παρακολουθοῦσε κάποιος τό δύστυχο αὐτό πλάσμα, τί δουλειά εἶχε ἔξω ἀπό Προξενεῖα, Μητροπόλεις, Διοικητήρια, στρατόπεδα, πλουσιόσπιτα... Ἡ Βελίκα ένημέρωνε γιά ὅσα ἄκουγε ἐκεῖ πού γύριζε καί μέ πλήρη επίγνωση τῆς δύσκολης καί ἐπικίνδυνης ἀποστολῆς ἔδινε ὅλη τήν ψυχή της γιά τόν Αγώνα. Μέσα στις πυκνές πλεξούδες της ἤ κάτω ἀπό τόν ξεφτισμένο ποδόγυρό της ἔκρυβε πολύτιμα ἔγγραφα τοῦ Ἀγώνα. Κι ὅταν ἔφθασε στην Μακεδονία ὁ Παῦλος Μελᾶς κι ἡ ὀργάνωση τοῦ Ἀγώνα δυνάμωσε καί φούντωσε, ἡ λεπτούλα δασκάλα συνέχισε, παρ᾿ ὅλους τούς κινδύνους, να μεταμφιέζεται καί νά ἀποτελεῖ «τό μάτι καί τό αὐτί τοῦ ᾿Αγώνα».

Ὅμως ἡ τεράστια επιτυχία τοῦ ἔργου της εἶχε θορυβήσει πολύ τούς Βούλγαρους, πού προσπαθοῦσαν λυσσασμένα νά ἀνακαλύψουν τό πρόσωπο πού τούς ἔκανε τόση ζημιά καί νά τό ἐξαφανίσουν. Τά πλοκάμια τῶν ἀνθρώπων τους εἶχαν ἁπλωθεῖ παντοῦ καί συνδιάζοντας κινήσεις, πληροφορίες καί πρόσωπο φαίνεται ὅτι μπῆκαν στά ἴχνη τῆς ἡρωικῆς δασκάλας.

Ἔτσι πολύ σύντομα, στις 28 Αὐγούστου του 1904, τό τεράστιο ἐθνικό ἔργο τῆς κοπέλας διεκόπη βίαια. Ἕνας βούλγαρος κομιτατζής τήν μαχαίρωσε κατάστηθα στα Γιαννιτσά, ὅταν παρά τά βασανιστήρια στά ὁποῖα τήν ὑπέβαλαν για να μαρτυρήσει τί γνώριζε, αὐτή ἐξακολουθοῦσε νά παριστάνει τήν τρελλή. Ἔτσι ἀπό τή μία στιγμή στήν ἄλλη ή μικρή ήρωίδα πέρασε στήν Ἀθανασία. Θρήνος συντάραξε τήν Θεσσαλονίκη στην μεγαλοπρεπή κηδεία της, τήν ὁποία ἀκολούθησε ὁλόκληρη λαοθάλασσα.


Ελίνα Μαστέλλου - Γιαννάκενα: Παύλος Μελάς και Μακεδονικός Αγώνας (1904-1908),εκδ. Πελασγός, σελ.79-81

Παρασκευή, Μαΐου 01, 2026

Η ΙΔΡΥΣΗ ΤΗΣ «Χ»

Ο Αρχηγός της «Χ», αντισυνταγματάρχης Γεώργιος Γρίβας, στην έκθεσή του επί των Εθνικών Σκοπών και του Εθνικού Έργου της Οργανώσεως «Χ» που δημοσιεύθηκε το Νοέμβριο του 1944 και απεστάλη στο Γενικό Επιτελείο Στρατού αναφέρει τα εξής:

«Κατά μήνα Ιούνιο 1941, εν τω μέσω της γενικής απαισιοδοξίας και απογοητεύσεως, ήτις επεκράτει, λόγω της κατοχής της Ελλάδος υπό των Ιταλών και Γερμανών κατακτητών, συνεστήθη παρ' όμαδος Αξιωματικών η κατόπιν αποκληθείσα Εθνική Οργάνωση «Χ». Πράγματι, την άνοιξη του 1941, στελέχη της ΙΙ Μεραρχίας, που είχαν επιστρέψει από το μέτωπο, συγκρότησαν μία μυστική οργάνωση που ονόμασαν Άγνωστη Μεραρχία «Χ». Ιδρυτές της ήταν οι στρατηγοί Γεώργιος Λάβδας (Διοικητής της 2ας Μεραρχίας) και Βασίλειος Βραχνός (Διοικητής της 1ης Μεραρχίας), οι συν/ρχες Θεμιστοκλής

Κετσέας, Κων/νος Παπακωνσταντίνου, Αγησίλαος Σινιώρης και ο αντισυνταγματάρχης Γεώργιος Γρίβας, επιτελάρχης της 2ας Μεραρχίας κατά το αλβανικό έπος. Ο Γεώργιος Γρίβας ορίσθηκε επιτελάρχης και της μυστικής αυτής Οργανώσεως.

Πριν περάσει λίγος χρόνος από την ίδρυση της Άγνωστης Μεραρχίας «Χ», ο Γεώργιος Γρίβας διεφώνησε με τους στρατηγούς Λάβδα και Βραχνό για τους παρακάτω λόγους:

1. Οι στρατηγοί ήθελαν να καθυστερήσει η δράση της Οργάνωσης, ενώ ο Γ. Γρίβας επέμενε ν' αρχίσουν το συντομώτερον δυνατόν.

2. Οι στρατηγοί ήθελαν η οργάνωση να περιοριστεί μόνο σε αξιωματικούς ενώ ο Γρίβας επέμενε ότι σ' αυτήν θα πρέπει να γίνουν δεκτοί και πολίτες έτσι ώστε ν' αποκτήσει ευρύτερο λαϊκό έρεισμα και να μπορέσει ν' αναπτύξει μεγαλύτερη δραστηριότητα.

Μετά τη διαφωνία, ο Γ. Γρίβας προχώρησε στην ίδρυση νέας Οργανώσεως, στην οποία έδωσε το όνομα Εθνική Οργάνωση «Χ». Να πώς περιγράφει την ίδρυση της «Χ» ο τότε ταγματάρχης Ι. Μπουσμπουρέλης: «Ο κ. Π. Σιφναίος εκπροσωπών την “Εθνικήν Δράσιν” όπισθεν της οποίας ευρίσκοντο οι κ. κ. Σ. Μαρκεζίνης, Χ. Ζαλοκώστας και αρκετοί άλλοι, επρότεινε εις τον Γ. Γρίβαν ν' αρχίση την αναγραφήν διαφόρων πατριωτικών συνθημάτων εις τας οδούς των Αθηνών κατά το υπόδειγμα των γενομένων εις τας άλλας κατεχομένας υπό του εχθρού χώρας. Διηρωτήθημεν τότε ημείς, οι αποτελούντες το επιτελείαν και τους Διοικητάς των ταγμάτων της πατριωτικής μας οργανώσεως, ποία θα έπρεπε να είναι η υπογραφή κάτω από τα πατριωτικά συνθήματα εις τους τοίχους. Οι περί τον κ. Σιφναίο μάς υπέδειξαν να γράφωμεν το Ε.Δ., δηλαδή "Εθνική Δράσις" που ήτο έμβλημα ιδικόν των. Ημείς ηρνήθημεν. Συνήλθομεν υπό τον Αρχηγόν μας Γ. Γρίβαν, ο υποφαινόμενος ως επιτελάρχης και δεκατέσσερις διοικηταί ταγμάτων εις το πατάρι του αρτοποιείου Γατοπούλου παρά τον Νέον Κόσμον, ίνα αποφασίσωμεν περί του τίτλου της Οργανώσεώς μας. Επρότεινα τότε ως τίτλον το γράμμα «Χ» διότι εξέφραζε το πνεύμα των αγωνιστών (ως π. χ. ο Άγνωστος Στρατιώτης) και διότι εγράφετο ταχύτερον. Διότι η αναγραφή εις τους τοίχους την εποχήν εκείνην υπό τα οπλοπολυβόλα των καραμπινιέρων, των Ες-Ες, των ανδρών της Ράιχσφύρερ και των ομμάτων της Γκεστάπο δεν ήτο και τόσον απλούν πράγμα. Αρχηγός και επιτελείς της Οργανώσεως συνεφωνήσαμεν τότε επί της ονομασίας της. Και από τότε οι τοίχοι της Πρωτευούσης επλημμύρισαν με το σύνθημα “ΦΥΓΕΤΕ ΚΑΙΤΑΚΤΗΤΑΙ” Υπογραφή Χ.

Υπολοχαγός Όμηρος Παπαδόπουλος.
Διοικητής τ.χ. 10 και Δ/τής του γραφείου
του Αρχηγού της «Χ».

Στο ξεκίνημά της, τον Ιούνιο του 1941, η διάρθρωση της «Χ» είχε ως εξής:

ΑΡΧΗΓΟΣ: Γεώργιος Γρίβας

ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ: Ζαφείριος Βάλβης, Δικηγόρος

Διευθυντής | Γραφείου: Νικόλαος Μπόντζος, ταγματάρχης

Διευθυντής ΙΙ Γραφείου: Παντελής Πολύζος, ταγματάρχης

Διευθυντής ΙΙΙ Γραφείου: Νικόλαος Παπαρρόδου, ταγματάρχης

Επιτελάρχης: Ιωάννης Μπουσμπουρέλης, ταγ/ρχης



Διοικηταί Ταγμάτων

1. Ασημακόπουλος Μιχαήλ, Υπολοχαγός

2. Βαρδάνης Νικόλαος, Λοχαγός

3. Κουρουπός Μιχαήλ, Υπολοχαγός

4. Ευσταθόπουλος Κων., Φοιτητής

5. Ευσταθόπουλος Μιχαήλ, Φοιτητής

6. Ξένος Μιχαήλ, Λοχαγός

7. Παπαγεωργίου Νικόλαος, Εύελπις

8. Παπαδόπουλος Όμηρος, Υπολοχαγός

9. Σταυρόπουλος Χαράλαμπος, Αν/χης

10. Τσιχλής Γεώργιος, Ταγ/ρχης

11. Φουστάνος Παναγιώτης, Γενικός αρχίατρος

12. Χαμόδρακας Αριστείδης, Ταγματάρχης

13. Θεοχαρόπουλος Γ., Λοχαγός - Βαρδάνης Δ. μετά τη δολοφονία του Θεοχαρόπουλου.

Δυστυχώς, το δέκατο τέταρτο όνομα που λείπει δεν μπόρεσα να το προσδιορίσω...

Το αρχηγείο της «Χ» ήταν εύλογο να εγκατασταθεί στην περιοχή που βρισκόταν η κατοικία του αρχηγού της στο Θησείο. Ο Γεώργιος Γρίβας έμενε στην οδό Νηλέως 6 σ' ένα απλό μεσοαστικό διαμέρισμα με τη σύντροφο της ζωής του, κυρία Κική. Το πραγματικό όμως αρχηγείο της οργανώσεως βρισκόταν στην αρχή της οδού Ηρακλειδών, στο παλαιό κτίριο του Δημοτικού σχολείου. Εκεί βρήκαν κατάλυμα αρκετοί από τους μαχητές της «Χ». Στο διάστημα της κατοχής, η οργάνωση «Χ», πέρα από τους στρατιωτικούς, πλαισιώθηκε από εκατοντάδες νέους ανθρώπους, κυρίως εργάτες, μαθητές, φοιτητές και ευέλπιδες που αγωνίστηκαν με πάθος κατά των ναζιστών. Μετά την απελευθέρωση της πατρίδας μας, τα παιδιά αυτά δεν δίστασαν ν' αντιμετωπίσουν τις ορδές του κόκκινου φασισμού θυσιάζοντας, με το χαμόγελο στα χείλη, την ίδια τους τη ζωή. Γιατί για τα παιδιά αυτά, πάνω κι από τη ζωή τους μετρούσε η ΕΛΛΑΔΑ.

Μέχρι τα τέλη του 1941 η «Χ», είχε οργανώσει μαχητικά τμήματα στις περισσότερες συνοικίες των Αθηνών και συγκεκριμένα σε Θησείο, Άνω και Κάτω Πετράλωνα, Πλάκα, Κυψέλη, Άνω και Κάτω Πατήσια, Αμπελοκήπους, Παγκράτι, Νέο Κόσμο, Κουκάκι, Κολωνάκι, Ιπποκράτους, Καλλιθέα, Νέα Σμύρνη, Μεταξουργείο, Πλατεία Βάθης, Πλατεία Αττικής, Άγιο Παντελεήμονα, Υμηττό, Βύρωνα, Καισαριανή. Ακόμη στην πόλη του Πειραιά με αιχμή του δόρατος την Αγία Σοφία (Μανιάτικα), στο Χαλάνδρι, την Αγία Παρασκευή, το Νέο Ηράκλειο, το Μαρούσι, την Κηφισιά, το Κορωπί και στις περιοχές της Γραβιάς, Κορίνθου, Αιγίου και Χαλκίδας.

Σχετικά με την ίδρυση της «Χ» την άνοιξη του 1941, καταθέτω και άλλες δύο μαρτυρίες. Ο αείμνηστος φίλος μου Βασίλης Φουστάνος, Δ/της των Οικονομικών Υπηρεσιών των ανακτόρων, μου είχε πει ότι αρχές Ιουνίου 1941 έγινε σύσκεψη στο σπίτι του, στην οδό Σικελίας 11 στο Κουκάκι, όπου εκτός του Γ. Γρίβα παρευρίσκοντο ο πατέρας του αρχίατρος Παναγιώτης Φουστάνος, ο Ζαφείρης Βάλβης, ο Ν. Παπαρρόδου, Ι. Μπουσμπουρέλης, Αρ. Χαμόδρακας και κάποιοι άλλοι που δεν θυμόταν. Κατά τον αείμνηστο Βασίλη αυτή η συνάντηση ήταν η πρώτη για την ίδρυση της «Χ». Το πόσο πλήρωσε η οικογένεια Φουστάνου την αγάπη της για την Ελλάδα λίγοι το γνωρίζουν. Ο μεγαλύτερος γιός, ο Γιώργος, φοιτητής της Ιατρικής, αφού τραυματίστηκε στη μάχη του Θησείου μεταφέρθηκε στο ΝΙΜΙΤΣ απ' όπου τραυματία όντα τον συνέλαβαν οι δολοφόνοι της ΟΠΛΑ και τον εκτέλεσαν με άλλους δύο τραυματίες μαχητές της «Χ» στο χώρο που βρίσκεται σήμερα το Μέγαρο Μουσικής. Τα οστά των νεκρών ηρώων βρέθηκαν κατά την ανασκαφή των θεμελίων του Μεγάρου. Τον αείμνηστο αρχίατρο, οι εκτελεστές της ΟΠΛΑ Κουκακίου, καπετάν Γρηγόρης και Κοντοκωνσταντής, τον πυροβόλησαν τραυματίζοντάς τον βαριά, στην είσοδο του σπιτιού του. Συνεπεία των τραυμάτων του πέθανε αφού πάλεψε με τον πόνο για δυο χρόνια. Αλλά η ΟΠΛΑ δεν είχε ικανοποιηθεί. Μετά τη μάχη της Αθήνας, κατά την αποχώρηση των δυνάμεων του ΕΛΑΣ, συνέλαβαν την μητέρα του Βασίλη, μία πραγματική αρχόντισσα, την κυρία Ευτέρπη και την πήραν όμηρο μέχρι τη Θήβα. Στη διαδρομή αυτή την υπέβαλαν σε πλήθος εξευτελισμών με αποτέλεσμα να μην μπορέσει να συνέλθει μέχρι του θανάτου της.

Η δεύτερη μαρτυρία είναι δική μου. Ήταν περί τα τέλη Μαΐου 1941 όταν ένα απόγευμα ο πατέρας μου, που είχε επιστρέψει μετά την αιχμαλωσία του από τους Γερμανούς, πήρε την μητέρα μου και εμένα για μια βόλτα στην Ακρόπολη. Είχαμε φτάσει στην πλατεία του Θησείου, όταν μας πλησιάζει ένας κύριος και λέει στον πατέρα μου, ενώ χάιδευε το κεφάλι μου: «Αριστείδη, μπορώ να σου μιλήσω»; «Βεβαίως, Συνταγματάρχα μου», απαντά ο πατέρας μου. Οι δύο άντρες τραβήχτηκαν λίγο παραπέρα και συνομίλησαν για μερικά λεπτά. Όταν τελείωσαν, γύρισε ο πατέρας μου για να συνεχίσουμε τον περίπατο. Κάποια στιγμή κι ενώ βρισκόμαστε στην οδό Αποστόλου Παύλου ακούω τη μητέρα μου να λέει: «Αριστείδη, ποιος ήταν ο κύριος και τι σε ήθελε;» «Ήταν ο αντισυνταγματάρχης Γεώργιος Γρίβας και μου πρότεινε να κάνουμε μία οργάνωση κατά των Γερμανών» απαντά ο πατέρας μου. «Αριστείδη, έχεις τέσσερα παιδιά, τέσσερα αγόρια που σε χρειάζονται, μην ανακατευτείς», ψιθυρίζει η μητέρα μου. «Έλα Παγώνη μου, αντιγυρίζει ο πατέρας μου, μια ζωή την έχουμε, αν δεν τη δώσουμε για την Ελλάδα για ποιον θα τη δώσουμε;»

Και τα λόγια του επαληθεύτηκαν στο ακέραιο. Αλλά δεν θυσίασε μόνο τη δική του ζωή αλλά και των τριών μεγαλύτερων γιων του, όταν θα μπορούσε να τους έχει σώσει.

Πράγματι μετά την απελευθέρωση παρουσιάστηκε κατόπιν εντολής της Εθνικής Κυβερνήσεως του Γ. Παπανδρέου στο Α' Σώμα Στρατού. Εκεί ο Διοιητής Λεοντόπουλος, Υποστράτηγος, του είπε μια μέρα: «Αριστείδη, πάρε τα παιδιά σου από το Θησείο και φέρε τα στα παλιά ανάκτορα». Ο πατέρας μου κούνησε το κεφάλι του και απάντησε: «Στρατηγέ μου, αν πάρω τα παιδιά μου, με τι μούτρα θα βλέπω τους γονείς των άλλων παιδιών»;

Σχετικά με τη δική μου μαρτυρία, πολλοί θα πουν «Μα είναι δυνατόν ένα παιδί έξι χρονών να θυμάται τέτοιες λεπτομέρειες;» Και όμως, αυτή είναι η αλήθεια. Η εικόνα του άνδρα που μου χάιδεψε το κεφάλι παραμένει ζωντανή στο μυαλό μου, όπως και η συνάντησή μας στο σπίτι του μετά τη θριαμβευτική του επιστροφή από την Κύπρο.


ΣΤΟΧΟΙ ΤΗΣ «Χ»

Οι βασικοί στόχοι της «Χ» από της ιδρύσεώς της ήσαν καθαρώς

εθνικοί και παρέμειναν αναλλοίωτοι καθ' όλην την διάρκειαν της υπάρξεώς της. Οι στόχοι αυτοί δύνανται να συνοψισθούν ως εξής:


1. Συμβολή διά παντός μέσου εις την εκδίωξιν των κατακτητών από την πατρώαν γην.

2. Συγκρότηση εθνικών πυρήνων τόσον διά την επιδίωξιν του πρώτου στόχου, όσον και διά την ευχερεστέραν συνέχιση του πολέμου, μετά την απελευθέρωση της χώρας παρά το πλευρόν των συμμάχων.

Εξ αρχής επεδιώχθη η επαφή της οργανώσεως με την επίσημον Κυβέρνησιν Καΐρου. Τα στελέχη της οργανώσεως υπήρξαν καθαρώς στρατιωτικά, προερχόμενα εκ μονίμων και εφέδρων αξιωματικών του στρατού, ουδεμία δε πολιτική χροιά εδόθη εις το έργον της οργανώσε ως, δι' ο και ουδέν κομματιζόμενον ή πολιτικόν πρόσωπον υπεισήλθεν εις αυτήν. Προς τούτο απεφασίσθη ο σχηματισμός μαχητικών ομάδων με στρατιωτικόν χαρακτήρα, απηλλαγμένον πάσης πολιτειακής ή πολιτικής επιδιώξεως εις τας περιοχάς Αθηνών, Πειραιώς και περιχώρων, επεζητήθη δε η συγκρότησις παρομοίων ομάδων και εις άλλας περιοχάς της Ελλάδος και ιδιαίτερα σε περιοχές ζωτικές για τις συγκοινωνίες του εχθρού, όπως στις περιοχές Άμφισσας, Γραβιάς, Ελικώνος, Λαμίας, Κορίνθου, Κιάτου.

Ο Γ. Γρίβας είχε εκπονήσει σχέδιο που προνοούσε την κατάληψη και υπεράσπιση μιας παραλίας στην Πελοπόνησσο για να μπορέσουν τα βρετανικά στρατεύματα ν' αποβιβαστούν στην Ελλάδα. Το σχέδιο αυτό προέβλεπε την κατασκευή από πριν μιας σειράς υπογείων κρυψώνων και εξασφάλιζε τη διαφύλαξη της ακτής ελεύθερης με 1000 άνδρες, οι περισσότεροι από τους οποίους ήταν πρώην αξιωματικοί και οπλίτες του Ελληνικού Στρατού.

Ο Γ. Γρίβας ήταν αντίθετος σε μεμονωμένες ενέργειες ανταρτικών ομάδων γιατί θεωρούσε ότι αυτές θα είχαν ως αποτέλεσμα δυσανάλογες απώλειες και καταστροφές του ελληνικού στοιχείου έναντι μικρής βλάβης του κατακτητή. Τα αντίποινα των Γερμανών ήταν τρομακτικά οσάκις γινόταν απόπειρα εναντίον στρατιωτών ή εγκαταστάσεών τους. Οι ναζί συγκέντρωναν μεγάλο αριθμό πολιτών της περιοχής και τους εκτελούσαν εν ψυχρώ. Καλάβρυτα, Δίστομο, Μονοδένδρι, είναι από τα ειδεχθέστερα εγκλήματα που διεπράχθησαν στον τόπο μας από τα γερμανικά στρατεύματα.

Τους πρώτους μήνες της ιδρύσεως της «Χ», ο Γρίβας και οι επιτελείς του είχαν στρέψει την προσοχή τους σε δύο τομείς. Πρώτον, στη μύηση σημαντικού αριθμού αξιωματικών και, δεύτερον, στην εξεύρεση χρημάτων για την αγορά όπλων.

Η μύηση των μελών έπρεπε να γίνει κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μην πέσει στην αντίληψη των αρχών κατοχής. Έτσι, τα πρώτα μέλη που στελέχωσαν την «Χ» προήρχοντο κατά πλειοψηφία από αξιωματικούς και οπλίτες της 2ας Μεραρχίας που είχαν πολεμήσει μαζί με τον Γρίβα στα βουνά της Ηπείρου και της Αλβανίας. Στη συνέχεια, άρχισε η μύηση μελών στις διάφορες γειτονιές της Αθήνας, του Πειραιά και στα προάστια. Οι μυηθέντες προήρχοντο από στρατιωτικές οικογένειες ή οικογένειες γνωστές για τα εθνικά τους φρονήματα.

Το δεύτερο πρόβλημα, η εξεύρεση χρημάτων για την αγορά όπλων, δεν ήταν εύκολο να λυθεί. Οι περισσότεροι αξιωματικοί είχαν ως μοναδικό εισόδημα το μισθό τους. Παρά ταύτα, όποιοι απ' αυτούς είχαν κάποιες δυνατότητες συνεισέφεραν έτσι ώστε έγινε δυνατό να αγορασθούν κάποια πιστόλια και χειροβομβίδες από Ιταλούς στρατιώτες. Το πρόβλημα όμως παρέμενε, όταν σαν από μηχανής θεός εμφανίστηκε ο Αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος. Από τους πρώτους που μυήθηκαν στην Οργάνωση «Χ», ήταν ο τότε ανθυπολοχαγός Όμηρος Παπαδόπουλος, Κύπριος την καταγωγή. Ο Όμηρος Παπαδόπουλος αποφοίτησε από τη Σχολή Ευελπίδων το 1938 με το βαθμό του ανθ/γού. Κατά τον ελληνο-ιταλικό πόλεμο, ο Όμηρος Παπαδόπουλος υπηρέτησε στο θρυλικό οχυρό Ιστίμπεη στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα. Για την ανδρεία που επέδειξε ο νεαρός ανθυπολοχαγός παρασημοφορήθηκε μετά την απελευθέρωση, με το Χρυσούν Αριστείο Ανδρείας. Κατά την κατοχή της Ελλάδος, γύρισε στην Αθήνα όπου, τον Ιούνιο του 1941, τοποθετήθηκε στην Υπηρεσία Στρατιωτικών Αρχείων, διευθυντής της οποίας είχε τοποθετηθεί ο αντισυνταγματάρχης Γεώργιος Γρίβας. Τα γραφεία ήσαν στην οδό Πανεπιστημίου 31. Ο Όμηρος Παπαδόπουλος όταν ήρθε στην Ελλάδα από την Κύπρο είχε, και ως μαθητής του Βαρβακείου και ως εύελπις, φιλική σχέση με τον εξόριστο Μητροπολίτη Κυρηνείας Μακάριο που κατοικούσε στο Παγκράτι, στην οδό Πρόκλου 31, μαζί με το συνεξόριστο συμπατριώτη του Σάββα Λοϊζίδη. Οι δύο άνδρες είχαν οργανώσει το Γραφείο Εθναρχίας Κύπρου και εργάζονταν για την προώθηση του ζητήματος της Ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα.

Ο Όμηρος Παπαδόπουλος, με την έγκριση του Γρίβα, γνωστοποίησε την ίδρυση της «Χ» στον Μητροπολίτη της Κυρηνείας Μακάριο (μετέπειτα Αρχιεπίσκοπο Μακάριο Β'), ο οποίος εξεδήλωσε την επιθυμία να συναντηθεί με τον συνταγματάρχη Γρίβα. Η συνάντηση των δύο ανδρών έγινε στο σπίτι των αδελφών Παπαδόπουλου, στην οδό Βρυούλων 29 στο Παγκράτι. Εκεί αποφασίστηκε να μεσολαβήσει  Μητροπολίτης Κυρηνείας στον εκθρονισμένο από την κυβέρνηση Τσολάκογλου, Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Χρύσανθο, για μία συνάντησή του με τον Γεώργιο Γρίβα. Η συνάντηση του Γρίβα με τον λαμπρό ιεράρχη έγινε στο σπίτι του τελευταίου που βρισκόταν στην οδό Σουμελά 4 στην Κυψέλη. Στη συνάντηση αυτή παρευρίσκετο και ο Μητροπολίτης Κυρηνείας Μακάριος με τον οποίο ο Αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος είχε στενή συνεργασία. Ο πρώην Αρχιεπίσκοπος, αφού άκουσε τους στόχους της οργάνωσης που του ανέπτυξε ο αντισυνταγματάρχης Γρίβας, του ζήτησε να ορκιστεί στο ιερό ευαγγέλιο «Ότι η αντιστασιακή οργάνωση «Χ» θα είναι πιστή και νομιμόφρων προς την εν Καΐρω νόμιμον Ελληνικήν Κυβέρνησιν». Μετά από πρόταση του Μητροπολίτη Κυρηνείας Μακαρίου, ορίστηκε ο Όμηρος Παπαδόπουλος να είναι ο απευθείας σύνδεσμος μεταξύ του Ιεράρχου και του Γ. Γρίβα. Ο ορισμός συνδέσμου ήταν απολύτως απαραίτητος για λόγους ασφαλείας και όχι μόνο. Οι δύο άνδρες έπρεπε να αποφεύγουν τις απευθείας συναντήσεις. Έτσι, ο Χρύσανθος, από τις πρώτες μέρες της «Χ», γίνεται σύμβουλος και καθοδηγητής του αρχηγού της στο πολιτικό πεδίο. Αλλά και η πρώτη οικονομική βοήθεια προς τη «Χ» για την αγορά όπλων και πυρομαχικών προήλθε από τον ίδιο τον Αρχιεπίσκοπο Χρύσανθο. Για το σκοπό αυτό ο Χρύσανθος συγκρότησε επιτροπή υπό την προεδρία του Χ. Ζαλοκώστα και η οποία επιτροπή σ' όλο το διάστημα της κατοχής βοήθησε όσο μπορούσε οικονομικά την οργάνωση «Χ».

Αλλά, πέρα από την οικονομική βοήθεια, ο ξεχωριστός ιεράρχης βοήθησε πολλαπλώς την οργάνωση «X», λόγω του κύρους που είχε και των επαφών που διατηρούσε με εξέχουσες προσωπικότητες τόσο στο εσωτερικό όσο και το εξωτερικό. Ο αείμνηστος Αρχιεπίσκοπος διατηρούσε στενή επαφή και με τον αείμνηστο Βασιλέα Γεώργιο Β΄ τον οποίο ενημέρωνε για την αντιστασιακή δράση στην Ελλάδα.

Σχετικά με τον εξοπλισμό της οργάνωσης, ο Γ. Γρίβας στην έκθεσή του το 1944, αναφέρει τα εξής:

«Με την κατάρρευσιν της Ιταλίας κατά Σεπτέμβριον 1943, η οργάνωσις κατέβαλεν εντόνους προσπαθείας διά την εξεύρεσιν οικονομικών πόρων προς αγοράν ιταλικού οπλισμού, του οποίου το εμπόριον κατά την εποχήν εκείνην ενεργείτο εις ευρείαν κλίμακα. Οι οικονομικοί πόροι που διέθετεν η οργάνωσις προήρχοντο αποκλειστικώς από εκουσίας εισφοράς ιδιωτών ή από οικονομικάς επιτροπάς ενισχύσεως του εθνι κού αγώνος. Ουδεμία βία ή πίεσις εξησκήθη ποτέ εναντίον τινός. Τα γνωστά εκβιαστικά μέτρα άτινα εχρησιμοποίησε το ΚΚΕ και ΕΑΜ διά την περισυλλογήν χρημάτων ήρχοντο εις πλήρη αντίθεσιν προς την υφ' ημών τηρηθείσαν τακτικήν εις το κεφάλαιον τούτον». Αλλά και στο βιβλίο του C. FOLEY, Memoirs of General Grivas, ο Διγενής λέει τα εξής: «Ήταν μετά την κατάρρευση της Ιταλίας, ύστερα από την πτώση του Μουσολίνι, το καλοκαίρι του 1943, που τελικά μπόρεσα να εξασφαλίσω μερικά όπλα, τα οποία αγοράσαμε από τους αποχωρούντας Ιταλούς, με λεφτά που μας διέθεσε μία επιτροπή κάτω από τον Αρχιεπίσκοπο Χρύσανθο. Ξανά τον Δεκέμβριο, μου δόθηκε η διαβεβαίωση προμηθείας αφθόνου οπλισμού από Βρετανό μυστικό πράκτορα, αλλά τίποτε ποτέ δεν έφτασε».

Αξίζει να σταθεί κάποιος στη λέξη «ξανά» που αναφέρει ο Γεώργιος Γρίβας. Το Σεπτέμβριο είχαν υποσχεθεί οι Βρετανοί ότι θα κάνουν ρίψη όπλων και πυρομαχικών στον Κιθαιρώνα προκειμένου να εξοπλιστεί τουλάχιστον ένας αριθμός ανδρών για τη συγκρότηση μιας αντάρτικης μονάδας στην περιοχή από άνδρες της «Χ». Οι ρίψεις δεν έγιναν ποτέ. Το πρόβλημα της εξεύρεσης όπλων μετά την ουσιαστική άρνηση των Βρετανών, αλλά και κάποιων μελών της ελληνικής κυβερνήσεως, να ενισχύσουν την οργάνωση «Χ», γινόταν κάθε μέρα επιτακτικότερο. Το πρόβλημα αυτό, που υπήρχε από την ίδρυση της οργάνωσης τον Ιούνιο του 1941, στα μέσα του 1943 είχε γίνει οξύτατο γιατί η «Χ» δεν αντιμετώπιζε μόνο τον κίνδυνο των δυνάμεων κατοχής, αλλά και την επιθετικότητα των κομμουνιστών που είχαν αρχίσει να δείχνουν το πραγματικό τους πρόσωπο και τις προθέσεις τους.

Στις 26 Οκτωβρίου του 1943, μετά την επιστροφή της ομάδας από τον Κιθαιρώνα, ο αρχηγός της «Χ» και στελέχη της οργάνωσης συναντήθηκαν στο σπίτι του στενού συνεργάτη του Γρίβα, Ιωάννη Σκλαβενίτη, για να εξετάσουν το θέμα του εξοπλισμού της «Χ». Στη σύσκεψη εξουσιοδοτήθηκαν οι Αριστείδης Χαμόδρακας, Μιχαήλ Κουρουπός, Μπάμπης Σταυρόπουλος, Μιχαήλ Ξένος, Νικόλαος Βαρδάνης και οι αδελφοί Μιχαήλ και Κωνσταντίνος Ευσταθόπουλος, να οργανώσουν ειδικές ομάδες για την εξεύρεση οπλισμού.


ΦΑΝΗΣ Α. ΧΑΜΟΔΡΑΚΑΣ - ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΘΝΙΚΗ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΣΤΟΝ ΚΟΚΚΙΝΟ ΔΕΚΕΜΒΡΗ,σελ.42-51


Τρίτη, Απριλίου 28, 2026

Η σύλληψη της Λέλας.

Μέχρι την τελευταία στιγμή αγωνιζόταν να σώσει τους άλλους 

Η Λέλα είχε νοσηλευθεί στον Ερυθρό Σταυρό από τις 23 Μαρτίου μέχρι τις 4 Ιουνίου του '44. Για δεύτερη φορά θα εισαχθεί στις 8 Ιουλίου του '44. Σε όλο αυτό το διάστημα μάθαινε με αγωνία για τις απανωτές συλλήψεις συνεργατών της και στελεχών του «Απόλλωνα». Παρ' όλο που είχε πάθει υπερκόπωση και οι γιατροί φοβούνταν για την καρδιά της, η Λέλα ησχολείτο συνεχώς με την ασφάλεια των δικών της ανθρώπων. Σε μια περίπτωση πήρε άδεια εξόδου από το Νοσοκομείο, μεταμφιέσθηκε σε ζητιάνα κι έτρεχε από σπίτι σε σπίτι να ειδοποιήσει αυτούς που κινδύνευαν! Προσπάθησε επίσης να εξαφανίσει όσα χαρτιά ήσαν ενοχοποιητικά. Φαίνεται δε ότι μόνο μία από τις στενές συνεργάτιδές της, η Μάρτζορυ Δημοπούλου, δεν υπάκουσε στις υποδείξεις της να κρυφτεί και την έπιασαν οι Γερμανοί. 

Τον Ιούνιο συνελήφθη και ο ηλικιωμένος συνεργάτης της, ο θαρραλέος ξεναγός της Ακροπόλεως, ο Σκηνίτης. Από τις 8 Ιουλίου του '44, όταν η Λέλα μπήκε για δεύτερη φορά στον Ερυθρό Σταυρό, προσπαθεί με το προσωπικό τηλέφωνο του γιατρού της Σαρακηνού να ειδοποιήσει όσους δεν είχε προλάβει ακόμη. Σε λίγο από το ακουστικό του τηλεφώνου άρχισαν ν' ακούγονται παράξενοι ήχοι... Έμπειρη η Καραγιάννη κατάλαβε πως το τηλέφωνο του Σαρακηνού έχει παγιδευθεί και παρακολουθείται. Αυτό σημαίνει ότι ο κλοιός των Γερμανών έχει αρχίσει να κλείνει. Είναι προφανές πως οι μυστικές υπηρεσίες τους γνωρίζουν από την ανάκριση του Ριζόπουλου το όνομά της, αλλά προχωρούν σιγά σιγά για να είναι βέβαιοι ότι δεν θα τους ξεφύγει το θήραμα.

Στις 11 Ιουλίου του '44 μια μαύρη κούρσα με συμβατικές πινακίδες σταματάει μπροστά στο όμορφο περιστύλιο της κεντρικής εισόδου του Νοσοκομείου. Από το αυτοκίνητο βγαίνουν δύο άνδρες ντυμένοι με πολιτικά. Όσοι τους βλέπουν δεν έχουν αμφιβολίες. Το αγέρωχο ύφος, το βλέμμα κρύο και ατσάλινο, το μαλλί ξυρισμένο πάνω από τους κροτάφους...

Μαζί τους ένας Έλληνας με ύφος κακομοίρικο, σαν να ντρέπεται για την αποστολή του. Είναι ο διερμηνέας. Λίγη ώρα νωρίτερα είχε χτυπήσει το τηλέφωνο του Σαρακηνού, στο δωμάτιό του, αριθμός 301. Στο τηλέφωνο είναι και ο Νίκος Καραγιάννης, ο σύζυγος της Λέλας. Ο γιατρός φωνάζει τη Λέλα που βρίσκεται στο δωμάτιό της, το 306. Αυτή τρέχει κι αρπάζει το ακουστικό. Ο άνδρας της με σβησμένη φωνή της λέει: «Λέλα, φύγε, φύγε, ήρθαν οι Γερμανοί και πιάσαν τα παιδιά μας...» Η Λέλα του απαντάει αποφασιστικά: «Νίκο μου, δεν φεύγω... Ας έρθουν να με πιάσουν και μένα. Είναι προτιμότερο αυτό, διότι έτσι μπορεί ν' απαλλαγούν τα παιδιά...» Η απάντηση δείχνει τον χαρακτήρα της Καραγιάννη.

Δεν τη νοιάζει πια για τον εαυτό της. Έχει προετοιμασθεί ψυχικά για να πιει το πικρό ποτήρι. Από την άλλη πλευρά, ξυπνάει η αγάπη της μάνας – καλύτερα να παραδοθώ εγώ μήπως γλιτώσουν τα παιδιά μου... Αλλά τι είχε συμβεί με τα παιδιά; Οι τρεις κόρες, η Ιωάννα, η Ηλέκτρα και η Νεφέλη, βρίσκονταν στο οικογενειακό σπίτι, στην οδό Λήμνου. Η Ηλέκτρα ήταν νιόπαντρη μ' έναν πλούσιο λεβεντάνθρωπο, τον Σπύρο Κρασσά, που είχε σπίτι στη Γλυφάδα. Από τους τρεις γιους, ο Γιώργος, ο καταζητούμενος από το 1941, πηγαινοερχόταν μυστικά από τα βουνά στην Αθήνα, ο Νέλσων βρισκόταν στο σπίτι του γαμπρού του, στη Γλυφάδα, και ο τρίτος γιος, ο Βύρων, είχε πάει στην οδό Λήμνου ξαφνικά το βράδυ της 10ης Ιουλίου για να δει τις αδελφές του. Ο πατέρας του του είχε συστήσει να μη διανυκτερεύει στην οικογενειακή κατοικία, αλλά ο «Βυρωνάκος» είχε επιθυμήσει να δει τις αδελφούλες του. Τα τέσσερα αδέλφια έφαγαν μαζί, διασκέδασαν και μετα σύμφωνα με τα καλοκαιρινά έθιμα άπλωσαν στρώματα στη δροσερή ταράτσα και κοιμήθηκαν ευχαριστημένα.

Κατά τη μιάμιση ξημερώματα της 11ης Ιουλίου, ξύπνησαν από τα γαβγίσματα του σκύλου τους, του Ρεξ, που φύλαγε μπροστά στον μικρό κήπο. Ακούνε το απαίσιο φρενάρισμα αυτοκινήτων και διαισθάνονται αμέσως ποιοι θα είναι οι νυχτερινοί επισκέπτες. Ο Βύρων προτείνει στις αδελφές του να πηδήξουν από την πίσω μάντρα του περίβολου και να το σκάσουν. Μες στο σκοτάδι όμως ακούνε τα τρεξίματα των εισβολέων γύρω γύρω από το σπίτι. Έχουν κυκλωθεί.

Πρώτα παραβιάζεται η εξώπορτα του μικρού κήπου και ακούνε ένα κλαψούρισμα του δύστυχου του Ρεξ. Οι Γερμανοί τον έχουν κλωτσήσει. Τώρα οι επιδρομείς χτυπάνε άγρια την εξώπορτα της κατοικίας. Τα τέσσερα παιδιά είναι πλέον παγιδευμένα. Οι τρεις αδελφές, πρόχειρα ντυμένες, κατεβαίνουν στο χωλ και περιμένουν σε μια γωνιά αγκαλιασμένες. Ο Βύρων, ο μόνος άνδρας του σπιτιού, πηγαίνει στην πόρτα, την ξεκλειδώνει και ανοίγει στους βαρβάρους. Είναι τέσσερις, φορούν πολιτικά και κρατούν αυτόματα στα χέρια, εκτός από έναν που φαίνεται πως είναι ο διερμηνέας. Από τους εισβολείς ο ένας μοιάζει να είναι ο επικεφαλής, μέτριος στο ανάστημα, σχετικά παχύς, με καιστανά μαλλιά, δεν έχει τα χαρακτηριστικά της αρείας φυλής. Τα μάτια του είναι κατακόκκινα και καθώς πλησιάζει τις αδελφές μια μυρωδιά κρασιού αναδύεται από το στόμα του, αλλά δεν είναι μεθυσμένος. Από την πρώτη στιγμή απευθύνει απανωτές ερωτήσεις στις κόρες. Ο στρατηγός Ντερτιλής έχει έρθει στο σπίτι τους; Τον Ριζόπουλο τον ξέρουν; Ποιος άλλος έρχεται στο σπίτι τους τακτικά; Και οι τρεις αδελφές απαντούν αρνητικά.

Αυτός που κάνει την πρόχειρη προανάκριση είναι ο Μπέκε (Fritz Backe), ο οποίος έχει ήδη αποκτήσει τη φήμη ενός από τους πιο απάνθρωπους ανακριτές. Όλο αυτό το διάστημα, ένας Γερμανός με το αυτόματό του κρατάει τον Βύρωνα ακινητοποιημένο κοντά στην εξώπορτα. Ο Μπέκε μοιάζει απογοητευμένος. Η πρόχειρη ανάκριση δεν απέδωσε. Με μια διαταγή του και τα τέσσερα παιδιά επιβιβάζονται στα αυτοκίνητα. Μέσα στην άγρια νύχτα τα αυτοκίνητα διασχίζουν την πόλη. Τα παιδιά δεν μπορούν να καταλάβουν πού τους πάνε. Κάποια στιγμή τους φάνηκε ότι είδαν ένα κομμάτι του Βασιλικού Κήπου κι αμέσως τ' αυτοκίνητα στρίβουν σ' έναν μικρό δρόμο. Προλαβαίνουν να δουν μερικές όμορφες μονοκατοικίες και τ' αυτοκίνητα σταματούν. Είναι η οδός Μέρλιν, αριθμός 61.

Αργότερα, στη Γλυφάδα, θα συλληφθεί και ο Νέλσων κι έτσι συνολικά πιάστηκαν πέντε μέλη της οικογενείας Καραγιάννη. Ο πατέρας, ο Νίκος, τουλάχιστον είχε μείνει ελεύθερος. Ο Γιώργος Καραγιάννης, ο «διαγγελέας» μεταξύ των ορέων και της «Μπουμπουλίνας», βρισκόταν κατά σύμπτωση στην πρωτεύουσα και κρυβόταν στο εργοστάσιο ποτοποιίας του γαμπρού του, του Κρασσά. Θα δούμε σε λίγο πώς γλίτωσε ως εκ θαύματος τη σύλληψη.


Πίσω στο Νοσοκομείο του Ερυθρού Σταυρού.

Οι δύο Γερμανοί με τον διερμηνέα τους ρωτούν στο θυρωρείο σε ποιο δωμάτιο νοσηλεύεται η κυρία Καραγιάννη. Στο 306... Προχωρούν γρήγορα, όμως δεν κρατούν όπλα φανερά. Προφανώς σέβονται στοιχειωδώς το Νοσοκομείο και τη σκέπη του Ερυθρού Σταυρού. Στο δωμάτιό της η Λέλα συνομιλεί με την Παπαδοπούλου, την πιστή της υπάλληλο των Φυλακών Αβέρωφ. Γνωρίζει ότι από στιγμή σε στιγμή θα φθάσουν οι Γερμανοί, αλλά με παροιμιώδη ψυχραιμία δίνει στη συνεργάτιδά της κάποιες τελευταίες οδηγίες για αγωνιστές που κρατούνται στου Αβέρωφ. Οι δύο Γερμανοί είναι έξω από το δωμάτιό της κι ο διερμηνέας χτυπάει την πόρτα. Ρωτάει: «Η κυρία Καραγιάννη;» Η Λέλα σκέπτεται πως δεν πρέπει να βρουν την Παπαδοπούλου κοντά της –ίσως την πιάσουν κι αυτήν και μ' εκπληκτική ετοιμότητα απαντάει: «Όχι, η κυρία Καραγιάννη είναι στο διπλανό δωμάτιο», κι αμέσως διώχνει την Παπαδοπούλου. Οι Γερμανοί ξαναγυρίζουν... Έχουν αντιληφθεί ότι η Λέλα τους εξαπάτησε κι αρχίζουν να χάνουν την ψυχραιμία τους. Μέσω του διερμηνέα λένε στην Καραγιάννη να μαζέψει γρήγορα τα πράγματά της. Αυτή το κάνει αργά αργά, σχεδόν επιδεικτικά. Ο ένας Γερμανός οργίζεται και λέει στον διερμηνέα: «Schneller, schneller», πιο γρήγορα... Η Λέλα έχει βαλθεί να τους πάρει τον αέρα. « Ο κύριος», απευθύνεται στον διερμηνέα, «μπορεί να είναι νευρικός, αλλά εγώ δεν βιάζομαι».

Ο διερμηνέας θέλοντας να δείξει στ' αφεντικά του τον υπερβάλλοντα ζήλο των υποτελών, γυρίζει στη Λέλα και της λέει επιτακτικά: «Μάζεψε τα κουρέλια σου, να φύγουμε...»

Αυτό ήταν. Η γυναίκα αυτή δεν σηκώνει αυθάδειες από συνεργάτες του εχθρού. Του αστράφτει ακαριαίως ένα γερό χαστούκι λέγοντάς του: «Παλιόπαιδο, προδότη...» Νεκρική σιγή ακολουθεί. Ο νεαρός στρέφεται προς τους Γερμανούς, περιμένοντας κάποια αντίδραση. Παραδόξως αυτοί παρακολουθούν και δεν επεμβαίνουν. Καθώς εξέρχεται υπό συνοδείαν, η Καραγιάννη σφίγγει πρώτα το χέρι του γιατρού Σαρακηνού που τόσο της συνμπαραστάθηκε, κι έπειτα ευχαριστεί όλες τις αδελφές και το προσωπικό που έχουν συγκεντρωθεί στον διάδρομο. Σημειώνει στη μεταπολεμική του έκθεση ο Μιχαήλ Σαρακηνός σε ωραία καθαρεύουσα: «... Εκ των παραθύρων του Νοσοκομείου πολλοί δακρύοντες οφθαλμοί παρηκολούθουν μέχρις ότου εξηφανίσθη το απάγον την Εθνομάρτυρα αυτοκίνητον μετά των δημίων της ...»

Πηγή κειμένου: ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΖΑΟΥΣΗΣ - Λέλα Καραγιάννη: Η Μπουμπουλίνα της Κατοχής, σελ.200-205

Πέμπτη, Απριλίου 23, 2026

ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ

«Αν τα τελευταία δύο χρόνια είχαμε δώσει στους Έλληνες τη μισή βοήθεια σε υλικό από αυτά που έλαβε ο Κεμάλ από τους Συμμάχους μας, πιθανότατα η τωρινή καταστροφή δεν θα είχε συμβεί» 

(11.00 το βράδυ της 5ης Σεπτεμβρίου 1922. Βρετανός πρέσβης Τσαρλς Χένρι Μπέντινκ από την Αθήνα με απόρρητο τηλεγράφημά του προς το War Office)


«Ας καούν κι ας γκρεμιστούν τα πάντα».

(Τα λόγια αυτά αποδίδονται στον Μουσταφά Κεμάλ, μόλις πληροφορήθηκε τη φωτιά στη Σμύρνη. Βλ. Ιπέκ Τσαλιλάρ, Η κυρία Ατατούρκ, ελληνική μετάφραση Γιώργος Σαγκριώτης, Αθήνα 2014, σ. 38.)

Η κατάρρευση του μετώπου υπήρξε ολοκληρωτική και ταχεία πέραν πάσης προσδοκίας. Από τη στιγμή της επίθεσης των κεμαλικών δυνάμεων στον νότιο τομέα, στην περιοχή του Αφιόν Καραχισάρ, έως και την εισβολή των Τούρκων στη Σμύρνη μεσολάβησαν μόλις δεκατέσσερις ημέρες. Το μεσοδιάστημα αποτέλεσε κατά τα φαινόμενα την πιο ατιμωτική στιγμή στην ιστορία του ελληνικού στρατεύματος και την πιο μαύρη σελίδα στην ιστορία του μικρασιατικού ελληνισμού. Ανθρώπινα λείψανα με ξεσκισμένες στρατιωτικές στολές προσπαθούσαν να διαφύγουν με κάθε τρόπο από την ενδοχώρα, αναζητώντας ένα ασφαλές λιμάνι και ένα μέσο για να διαπεραιωθούν στα ελληνικά νησιά. Ακολουθούνταν από δεκάδες χιλιάδες χριστιανούς πρόσφυγες, ένα ανθρωπομάνι δυστυχισμένων πλασμάτων σε μια μαρτυρική πορεία προς τα παράλια προκειμένου να γλυτώσουν από την εκδίκηση του Κεμάλ. Προορισμός για τους περισσότερους ήταν το διαμάντι της Ανατολής, η πόλη της Σμύρνης, εκεί όπου ήλπιζαν πως οι ελληνικές πολιτικές και στρατιωτικές αρχές αλλά και οι συμμαχικές δυνάμεις θα τους παρείχαν προστασία. Πόσο γελασμένοι, αλήθεια, στάθηκαν. «Χριστιανικοί πληθυσμοί εσωτερικού, βλέποντες στρατιωτικούς φυγάδας κατερχομένους εκ του μετώπου και ενσπείροντας τον πανικόν, εγκαταλείπουσι εστίας των και περίτρομοι και πεινώντες κατευθύνονται Σμύρνην» ενημέρωνε γεμάτος ανησυχία ο ύπατος αρμοστής Αριστείδης Στεργιάδης. Στη Σμύρνη οι εξελίξεις από το μέτωπο γίνονταν γνωστές με καθημερινές αναφορές από το πυκνό δίκτυο των διπλωματών αλλά και των κατασκόπων που οι Μεγάλες Δυνάμεις είχαν σπείρει στην ιωνική γη. Τις τελευταίες ημέρες του Αυγούστου του 1922 όλες οι πληροφορίες συνέκλιναν πως η ελληνική γραμμή άμυνας είχε σπάσει και πως οι τουρκικές δυνάμεις κατευθύνονταν προς τα δυτικά.

Πρόσφυγες πάνω σε πλοιο
(Φ.Α. ΕΛΙΑ.) Η φωτογραφία 
είναι επιχρωματισμένη 
Η τραγική κατάσταση του μετώπου καταδεικνύεται με τον πιο γλαφυρό τρόπο στα αγωνιώδη τηλεγραφήματα που καθημερινά έστελνε στην Αθήνα ο Στεργιάδης μετά τα μέσα Αυγούστου του 1922. Σε ένα από αυτά, στις 30 Αυγούστου, ο ύπατος αρμοστής αποτιμούσε την κατάσταση ως «σοβαροτάτην, εξελισσομένην προς καταστροφήν ραγδαίαν». Εκτιμούσε, μάλιστα, ότι η Σμύρνη κινδύνευε να δεχτεί εισβολή από το ελαφρύ ιππικό του εχθρού, την ίδια στιγμή που οι ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις αδυνατούσαν να αντιτάξουν οποιαδήποτε αντίσταση. «Σμύρνη παραμένει εντελώς αφρούρητος» έγραφε ο Στεργιάδης, ζητώντας να αποσταλεί άμεσα στρατός και στόλος για την προστασία του ελληνικού πληθυσμού. Λίγες ώρες αργότερα ο Στεργιάδης είχε σχηματίσει ολοκληρωμένη εικόνα για το αποτέλεσμα της μικρασιατικής περιπέτειας. Σε ένα άκρως εμπιστευτικό όσο και δραματικό τηλεγράφημά του προς το υπουργείο Εξωτερικών συμπύκνωνε την προσωπική του άποψη για τα αίτια της καταστροφής: «Πείθομαι ότι ηττήθημεν ανεπανορθώτως. Δεν προκύπτει ευθύνη ουδεμία διά τον αρχηγόν και τους ανωτέρους διοικητάς της Στρατιάς ουδέ πρέπει βασίσωμεν ελπίδας σωτηρίας εις προσωπικάς μεταβολάς. Προέχοντα αίτια καταστάσεως ψυχικός κάματος στρατιωτών, δεύτερον βαθύς κλονισμός ουχί απλώς της στρατιωτικής πειθαρχίας αλλά και της ηθικής πειθαρχίας μεγάλου αριθμού αξιωματικών διαφόρων βαθμών, οίτινες διά της ασυγκαλύπτου και επί μακρόν χρόνον ατιμωρήτου διαγωγής αυτών έχασαν το σέβας και πάσαν επιβολήν αυτών επί των οπλιτών. Δέον προστεθή ως σοβαρός λόγος η πεποίθησις παρά του στρατού ότι θα αναγκασθώμεν εις εκκένωσιν Μ. Ασίας και ότι αι περαιτέρω θυσίαι είναι μάταιαι». Ύστερα από δύο μέρες, την 1η Σεπτεμβρίου, ο Στεργιάδης με νεότερο τηλεγράφημά του προς το υπουργείο Εξωτερικών ανέφερε ότι η διοίκηση της Στρατιάς Μικράς Ασίας δεν τον ενημέρωνε για την κατάσταση του μετώπου. Ωστόσο, οι πληροφορίες που είχε συλλέξει ο ίδιος έδειχναν ότι το μέτωπο κινδύνευε να καταρρεύσει ολοκληρωτικά. Για τον λόγο αυτόν ζητούσε την αποστολή πολεμικών πλοίων για την προστασία της Σμύρνης.

Λίγο αργότερα σε νέο του εμπιστευτικό τηλεγράφημα ο ύπατος αρμοστής ενημέρωνε για την πλήρη κατάρρευση του μετώπου. Θεωρούσε πως έπρεπε να αποκλειστεί κάθε σκέψη για αντίσταση έστω και έξω από τη Σμύρνη ή τα Μουδανιά. Εξέφραζε, τέλος, τη βεβαιότητά του ότι η Σμύρνη θα καταστρεφόταν εκτός και αν οι Σύμμαχοι λάμβαναν τα αναγκαία μέτρα. Εις μάτην. Όλες οι εκκλήσεις του ύπατου αρμοστή έπεσαν στο κενό. Οι χειρότεροι φόβοι του για τη Σμύρνη επρόκειτο πολύ σύντομα να επαληθευτούν.


ΛΙΓΟ ΠΡΙΝ ΤΟ ΤΕΛΟΣ

Στις 6 Σεπτεμβρίου τα απομεινάρια της άλλοτε κραταιάς ελληνικής Στρατιάς Μικράς Ασίας έφτασαν στα προάστια της Σμύρνης ακολουθούμενα από χιλιάδες χριστιανούς πρόσφυγες, περισσότερους από διακόσιες χιλιάδες, που διέφευγαν για να αποφύγουν την τουρκική οργή. Καθισμένη στο σπίτι της στο αρχοντικό προάστιο του Μπουρνόβα, όπου δέσποζαν πολλά αρχοντικά που ανήκαν σε οικογένειες Λεβαντίνων, η μαντάμ Ορτάνς Γουντ αντιλήφθηκε την κοσμοσυρροή. «Ήταν ένας αξιολύπητος όχλος από ρακένδυτους, αποκαμωμένους και χλωμούς στρατιώτες και μαζί τους υπήρχαν εκατοντάδες πρόσφυγες, τόσο Έλληνες όσο και Τούρκοι, που έσερναν τα βήματά τους κάτω από τον ανελέητο ήλιο, μέσα σε σύννεφα καυτής σκόνης που περιδινούνταν στην ατμόσφαιρα» σημείωνε ατενίζοντας με μελαγχολία το θλιβερό θέαμα. Πλέον κανείς στην πόλη της Σμύρνης δεν διατηρούσε επιφυλάξεις για το τι είχε συμβεί στο μέτωπο. Τις δύο επόμενες μέρες τα υπολείμματα του ελληνικού στρατού επιβιβάστηκαν σε πλοία είτε στο λιμάνι της Σμύρνης είτε στη χερσόνησο της Ερυθραίας και αναχώρησαν για την Ελλάδα. Το απόγευμα της Παρασκευής 8 Σεπτεμβρίου εγκατέλειψαν τη Σμύρνη και όλες οι ελληνικές στρατιωτικές και πολιτικές αρχές. Τελευταίος αναχώρησε υπό τις αποδοκιμασίες του πλήθους ο ύπατος αρμοστής Αριστείδης Στεργιάδης, ο οποίος επιβιβάστηκε στη βρετανική ναυαρχίδα Άιρον Ντιούκ. Ο χριστιανικός πληθυσμός ήταν εξολοκλήρου έκθετος. Μόνο ο μητροπολίτης Χρυσόστομος είχε αρνηθεί να εγκαταλείψει την πόλη, παραμένοντας κοντά στο ποίμνιό του. Λίγα χρόνια αργότερα, εκφράζοντας την πίκρα του για την εγκατάλειψη των ελληνικών πληθυσμών της Μικράς Ασίας, ο Κοσμάς Πολίτης θα γράψει: «Αυτοί δεν τον πονέσανε τον τόπο. Δεν πονέσανε τις ανθρώποι του τόπου».  Οι πρώτες τουρκικές δυνάμεις εισήλθαν στη Σμύρνη το Σάββατο 9 Σεπτεμβρίου. Οι περιγραφές που έχουν δώσει για την άφιξή τους τα μέλη των ξένων διπλωματικών και στρατιωτικών αποστολών συγκλίνουν σε πολλά μεταξύ τους. Επρόκειτο για άντρες του τουρκικού ιππικού, ντυμένους στα μαύρα. Στο πέρασμά τους οι χριστιανοί της πόλης πανικοβλήθηκαν. Αντίθετα, στην τουρκική συνοικία σήμανε γενικός ξεσηκωμός. 

Στις 5.00 το απόγευμα της Κυριακής 10 Σεπτεμβρίου 1922 ο Μουσταφά Κεμάλ μπήκε
στην πόλη της Σμύρνης επιβαίνοντας σε μια ανοιχτή Μερσεντές του 1911. Τον συνόδευε τιμητικά ένα απόσπασμα ιππικού, ενώ πλήθος κόσμου είχε ξεχυθεί στους δρόμους για να τον υποδεχτεί. Ο Κεμάλ κατευθύνθηκε πρώτα στο Διοικητήριο, το Κονάκι, όπου είχε συνεργασία με τον Νουρεντίν πασά, φρούραρχο της πόλης. Την επομένη μετέβη στην προκυμαία και σταμάτησε στο περίφημο ξενοδοχείο Σπλέντιτ (Κράιμερ Παλάς). Αρκετοί Σμυρνιοί, ανάμεσά τους και Έλληνες, έπιναν το ποτό τους, επιχειρώντας έτσι να αποδράσουν από τη ζοφερή καθημερινότητα στην οποία είχε περιέλθει η πόλη. Μόλις τον αναγνώρισαν, απλώθηκε σιωπή. Ο Κεμάλ ατάραχος, πίνοντας το ποτό του, αδιαφορώντας για τις συστάσεις των γιατρών να απέχει από το αλκοόλ λόγω των επίμονων αρυθμιών που τον ταλαιπωρούσαν, στράφηκε στους Έλληνες και τους ρώτησε: «Αλήθεια, ο βασιλιάς Κωνσταντίνος πέρασε ποτέ από εδώ να πιει μια ρακή;». Εκείνοι απάντησαν αρνητικά. «Τότε γιατί μπήκε στον κόπο να καταλάβει τη Σμύρνη;» ανταπάντησε με περιπαικτικό ύφος. Η πόλη είχε αποκτήσει
νέο αφέντη και εκείνος έδειχνε να το απολαμβάνει. Ξημέρωσε η Τετάρτη 13 Σεπτεμβρίου 1922. Η Σμύρνη στέναζε από το βάρος των προσφύγων που συνεχώς κατέφταναν από την ενδοχώρα. Στις γειτονιές της, παρά τις αρχικές διαβεβαιώσεις των κεμαλικών πως δεν επρόκειτο να συμβεί το παραμικρό,
είχαν αρχίσει οι σφαγές και οι λεηλασίες πρώτα στην αρμενική συνοικία και ακολούθως στην ελληνική. Η ζέστη ήταν ανυπόφορη και το βοριαδάκι, που έως τότε πρόσφερε κάποιες ανάσες δροσιάς, είχε παραχωρήσει τη θέση του σε έναν καυτό νότιο άνεμο. Ξαφνικά ξέσπασαν πυρκαγιές στην αρμενική γειτονιά. Τα πρώτα λεπτά κανείς δεν ανησύχησε. Επρόκειτο για συνηθισμένο φαινόμενο, ιδιαίτερα τους ζεστούς καλοκαιρινούς μήνες. Όμως μέχρι το απόγευμα η φωτιά είχε δυναμώσει, το μήκος της ξεπερνούσε ήδη το ενάμισι χιλιόμετρο, ενώ νέες εστίες άναψαν και στις ελληνικές συνοικίες. Όσο περνούσε η ώρα γινόταν αντιληπτό ότι εκείνη η φωτιά δεν είχε καμία σχέση με τις προηγούμενες, καθώς έτεινε να γίνει ανεξέλεγκτη. Πλήθος άνθρωποι έβγαιναν έντρομοι από τα σπίτια τους, απειλούμενοι από τις φλόγες που διαρκώς πλησίαζαν, και μαζί με τους πρόσφυγες κατευθύνονταν προς τη θάλασσα. Εκεί οι ναύτες από τα πολεμικά πλοία των Μεγάλων Δυνάμεων είχαν ήδη ξεκινήσει την επιχείρηση απομάκρυνσης των υπηκόων τους. Ο ήλιος πάνω από τη Σμύρνη είχε χαθεί μέσα σε ένα πέπλο μαύρου καπνού που διαρκώς μεγάλωνε. Η επέκταση της φωτιάς βρήκε τον Μουσταφά Κεμάλ σε διαρκείς συσκέψεις με τους συνεργάτες του προκειμένου να εμπεδωθεί η τουρκική κυριαρχία στην πόλη. Τον βρήκε όμως
απασχολημένο και με μια γλυκιά Τουρκάλα Σμυρνιά, κόρη μιας από τις ευπορότερες οικογένειες, τη Λατιφέ χανούμ. Η Λατιφέ εισέβαλε δυναμικά στη ζωή του Κεμάλ και πολύ σύντομα το μεταξύ τους ειδύλλιο κατέληξε σε γάμο. Στο σπίτι της Λατιφέ άλλωστε, στο Κορδελιό (Καρσίγιακας), ένα από τα πλέον αριστοκρατικά προάστια της πόλης, μακριά από τη δυσοσμία των εκατοντάδων πτωμάτων και την αποπνικτική ατμόσφαιρα από τους καπνούς, είχε καταφύγει ο Τούρκος ηγέτης, εγκαθιστώντας μάλιστα το στρατηγείο του. Απολαμβάνοντας το ποτό τους στη βεράντα της λευκής έπαυλης με φόντο την καιγόμενη πόλη, ο Μουσταφά ρώτησε τη Λατιφέ αν υπήρχαν και σπίτια που ανήκαν στην οικογένειά της στις περιοχές όπου μαινόταν η φωτιά. Η Λατιφέ αποκρίθηκε θετικά, εκφράζοντας όμως ταυτόχρονα τη λατρεία της για τον ίδιο με τα εξής λόγια: «Πασά μου, ας καούν όλα, αρκεί που είστε εσείς καλά στην υγεία σας. Τι αξία έχει η ιδιοκτησία για τους ανθρώπους αυτές τις μέρες της ευτυχίας; Η χώρα μας είναι ελεύθερη. Αργότερα θα ξαναχτίσουμε όλα αυτά τα κτίρια και θα είναι ομορφότερα». Η απάντησή της ικανοποίησε τον Κεμάλ. «Ναι! Ας καούν κι ας γκρεμιστούν τα πάντα» είπε «όλα αυτά μπορούν να αντικατασταθούν».


ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑ ΚΑΙ ΕΚΔΙΚΗΣΗ

Η σκληρότητα του Τούρκου ηγέτη για το ολοκαύτωμα της Σμύρνης πιθανότατα δεν οφειλόταν μόνο στην αγριότητα των πρόσφατων πολεμικών συγκρούσεων. Φαίνεται πως είχε την αφετηρία της αρκετά χρόνια πίσω, όταν την πρωτοεπισκέφτηκε το 1905 βρίσκοντάς την κατάμεστη από χριστιανούς κατοίκους. «Είδα αυτή την πανέμορφη προκυμαία γεμάτη από μέλη μιας φυλής που ήταν ορκισμένοι εχθροί μας και κατέληξα στο συμπέρασμα ότι η Σμύρνη είχε ξεγλιστρήσει μέσα απ' τα χέρια των αληθινών και ευγενικών Τούρκων κατοίκων της» παρατήρησε με απαξία. Έχω την εντύπωση πως η πυρπόληση της ελληνικής, της αρμενικής και της ευρωπαϊκής συνοικίας της Σμύρνης υπήρξε η επιδιωκόμενη ενέργεια από πλευράς των Τούρκων επαναστατών προκειμένου να διακηρύξουν με τον πιο εύγλωττο τρόπο όχι τόσο τη δική τους νίκη, όσο τον ενταφιασμό οποιασδήποτε χριστιανικής παρουσίας στην Ανατολία και το οριστικό τέλος του κοσμοπολιτισμού στον εθνικό τους χώρο. Ουσιαστικά, στα ερείπια της μητρόπολης του μικρασίατικού ελληνισμού οικοδομήθηκε η νέα τουρκική εθνικιστική ταυτότητα. Επιπλέον, η συνειδητή διαγραφή της μεγάλης φωτιάς -από την πρώτη κιόλας στιγμής από την τουρκική συλλογική μνήμη φιλοτέχνησε με εντυπωσιακά αλαζονικό τρόπο πολλά από τα χαρακτηριστικά αυτής της ταυτότητας. 

Εκτός από τις οικίες και τα σοκάκια της Σμύρνης, που γέμισαν από πτώματα δολοφονημένων χριστιανών και σώματα βιασμένων κοριτσιών, το δράμα κορυφώθηκε στην προκυμαία της, επί αιώνες σύμβολο της ευμάρειας, της αρχοντιάς και του κοσμοπολιτισμού της βασίλισσας της Ιωνίας. Εκεί, σύμφωνα με αξιόπιστα στοιχεία, κατέφυγαν χιλιάδες πρόσφυγες -ίσως να άγγιξαν το ένα εκατομμύριο- αναζητώντας σωτηρία στη θάλασσα. Με μία από τις μεγαλύτερες ανθρωπιστικές επιχειρήσεις στην ιστορία, και παρά την αρχική αβελτηρία, οι περισσότεροι από αυτούς μεταφέρθηκαν από πλοία διάφορων χωρών στην Ελλάδα μέχρι την 1η Οκτωβρίου 1922. Ποτέ δεν θα μάθουμε πόσοι ακριβώς έχασαν τη ζωή τους στην προκυμαία της Σμύρνης. Πόσοι αποσπάστηκαν από τις οικογένειές τους, αφού, σύμφωνα με τις εντολές του Κεμάλ, όλοι οι άντρες ηλικίας 18 έως 50 χρονών διαχωρίστηκαν και στάλθηκαν σε πορείες θανάτου στο εσωτερικό. Στην προκυμαία της Σμύρνης ξεδιπλώθηκαν αναρίθμητα ανθρώπινα δράματα που κατατάσσονται στις πιο μελανές σελίδες της ιστορίας του 20ου αιώνα. Διαπράχτηκαν αναρίθμητα εγκλήματα, χιλιάδες ιστορίες βίαιου αποχωρισμού. Σημειώθηκαν όμως και σπουδαίες πράξεις ηθικού μεγαλείου από άντρες και γυναίκες ξένων φιλανθρωπικών οργανώσεων, όπως τον Αμερικανό μεθοδιστή πάστορα Έισα Τζένιγκς και την Έστερ Πολ Λάβτζοϊ, 15 επικεφαλής της Αμερικανικής Ένωσης Νοσοκομειακών Γιατρών. Αλλά και οι ένστολοι δεν συμπεριφέρθηκαν όλοι το ίδιο, σε όποια εθνικότητα και αν ανήκαν. Σε αντιδιαστολή με τον ναύαρχο Μαρκ Μπρίστολ, ο οποίος στις 13 Σεπτεμβρίου, ημέρα που ξέσπασε η πυρκαγιά στη Σμύρνη, κατέγραφε με ευχαρίστηση το «διασκεδαστικό» ματς τένις στο οποίο συμμετείχε, οι ΗΠΑ μπορούσαν να καυχώνται για τον πλωτάρχη Χάλσεϊ Πάουελ, κυβερνήτη του πλοίου Έντσαλ, που αγνοώντας τις εντολές των προϊσταμένων του ανέλαβε πρωτοβουλία για τη σωτηρία των προσφύγων στη Σμύρνη, διατάζοντας επίσης τους ναύτες του να είναι έτοιμοι να βάλλουν εναντίον των Τούρκων σε περίπτωση που επιχειρούσαν να εμποδίσουν την απομάκρυνση των αμάχων.

Περιγράφοντας τη δραματική εικόνα της προκυμαίας, ο Έρνεστ Χέμινγουεϊ στο διήγημά του «Στην προκυμαία της Σμύρνης», στηριζόμενος σε αφηγήσεις αυτοπτών μαρτύρων, έγραψε: «Το πιο παράξενο ήταν πώς ούρλιαζαν κάθε βράδυ τα μεσάνυχτα. Δεν γνωρίζω γιατί ούρλιαζαν πάντα εκείνη την ώρα. Ήμασταν στο λιμάνι και ήταν όλοι στην προβλήτα και τα μεσάνυχτα άρχιζαν να ουρλιάζουν. Συνηθίζαμε να στρέφουμε τον προβολέα καταπάνω τους για να τους ησυχάσουμε... το χειρότερο πράγμα ήταν οι γυναίκες με νεκρά παιδιά. Δεν θα μπορούσατε με κανέναν τρόπο να τις πείσετε να τα αφήσουν. Ορισμένες κρατούσαν τα νεκρά μωρά τους για έξι ημέρες». Επρόκειτο για μια κατάσταση πανικού, συχνά τρέλας. Παρά τη σύγχυση που επικράτησε τις δεκαετίες μετά την καταστροφή, κυρίως λόγω της κλιμάκωσης μιας προπαγανδιστικής εκστρατείας για τη συσκότιση των όσων είχαν συμβεί στη Σμύρνη, δεν υπάρχουν άξιες λόγου επιφυλάξεις σχετικά με τους υπεύθυνους του εμπρησμού της πόλης. Ούτε είναι κολακευτική για την κοινότητα των ιστορικών η παρατήρηση πως για την προκληθείσα σύγχυση ευθύνονται κυρίως μέλη της, όχι δυστυχώς στο πλαίσιο μιας ενδελεχούς αναζήτησης της πραγματικότητας με τη χρήση αρχειακών πηγών, αλλά εξαιτίας μιας αντιεπιστημονικής μεταμοντέρνας αντίληψης που φαντασιώνεται μια Ιστορία α λα καρτ. Ευτυχώς, τα διαθέσιμα αρχειακά δεδομένα δεν άφησαν εξαρχής ερωτηματικά για το τι είχε συμβεί. Η Μίνι Μιλς, διευθύντρια του Αμερικανικού Διακολεγιακού Ινστιτούτου της Σμύρνης το οποίο βρισκόταν στην αρμενική συνοικία της πόλης, έδωσε μία από τις πρώτες και ξεκάθαρες καταθέσεις δηλώνοντας ότι: «Είδα με τα ίδια μου τα μάτια έναν Τούρκο αξιωματικό να μπαίνει σε ένα σπίτι κρατώντας μικρούς τενεκέδες πετρελαίου ή βενζίνης και μέσα σε λίγα λεπτά το σπίτι να γίνεται παρανάλωμα». Όμως η μαρτυρία της δεν ήταν η μόνη. Πολλά στελέχη ξένων φιλανθρωπικών οργανώσεων, διπλωματικών και στρατιωτικών αποστολών που δραστηριοποιούνταν στην πόλη έχουν αφήσει δεκάδες μαρτυρίες, υποστηρίζοντας ότι Τούρκοι στρατιώτες είχαν προχωρήσει στον εμπρησμό της πόλης. Λίγα χρόνια αργότερα, το 1942, σε δίκη που έγινε στο Λονδίνο μέσω της οποίας η American Tobacco διεκδίκησε αποζημίωση από την ασφαλιστική εταιρεία Guardian Assurannce για τις ζημιές που είχαν υποστεί οι αποθήκες καπνού που είχε στη Σμύρνη από την ασφαλιστική εταιρεία Guardian Assurance, δεκάδες μάρτυρες κατέθεσαν πως είχαν δει Τούρκους στρατιώτες και ατάκτους να βάζουν φωτιές. Αλλά και οι πρόσφυγες που έφταναν κατά κύματα πανικόβλητοι στην Ελλάδα έδωσαν τη δική τους κατάθεση στις ελληνικές στρατιωτικές αρχές για όσα είχαν δει και βιώσει. Το Ιστορικό και Διπλωματικό Αρχείο του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών βρίθει από τις μαρτυρίες
τους, οι οποίες προκαλούν ανατριχίλα για τις βιαιότητες και τα εγκλήματα των Τούρκων ατάκτων αλλά και του τακτικού στρατού. Σε όλα τα μικρασιατικά παράλια από την Προποντίδα μέχρι την Κιλικία οι ελληνικοί πληθυσμοί σφαγιάζονταν, οι νεαρές παρθένες βιάζονταν, οι άντρες στρατεύσιμης ηλικίας εκτοπίζονταν στο εσωτερικό σε πορείες θανάτου δίχως αύριο. Ταυτόχρονα, τα χριστιανικά χωριά παραδίδονταν στην πυρά σε μια προσπάθεια να διαγραφεί κάθε ίχνος της ελληνικής και χριστιανικής παρουσίας στην Ανατολία. Ο εξηνταπεντάχρονος Παναγιώτης Σαρώνης από τη Σμύρνη είδε Τούρκους να ρίχνουν βενζίνη προκειμένου να επεκταθεί η φωτιά, ενώ ευρισκόμενος στην προκυμαία αντίκρυσε πολλά κάρα που κουβαλούσαν πτώματα. Τον εμπρησμό από Τούρκους κατήγγειλε και η Άννα Νομικού αλλά και ο Αθανάσιος Δοξανάκης, που είδε Τούρκους ατάκτους να πυρπολούν σπίτια απέναντι από την εκκλησία της Παναγίας της Μερσιδιώτισσας. Η Χαρίκλεια Ξανθαίου έμεινε τέσσερα ολόκληρα μερόνυχτα στην
προκυμαία της Σμύρνης. Είδε τους Τούρκους να δολοφονούν αδιακρίτως, να συλλαμβάνουν ομήρους και να ατιμάζουν τα
νεαρά κορίτσια. Ο Ιωάννης Σαμιώτης από το Σαλιχλί περιέγραψε επίσης τη δραματική περιπέτειά του. Τούρκοι άτακτοι μπήκαν στο χωριό του και έστησαν πολυβόλα πάνω σε έναν μιναρέ και από εκεί πυροβολούσαν αδιακρίτως. Ο ίδιος κατέφυγε στη Σμύρνη. Ο Χαράλαμπος Γιανναράκης από το Νυμφαίο είδε Τούρκους ατάκτους να μπαίνουν στο χωριό του και να βάζουν φωτιά σε όλα τα χριστιανικά σπίτια. Οι κάτοικοι έντρομοι πήραν τον δρόμο για τη Σμύρνη. Στον δρόμο όμως τους επετίθετο ο τουρκικός όχλος σκοτώνοντας, κλέβοντας και βιάζοντας. Ο ίδιος έχασε τη σύζυγο και την κόρη του. Ο Βασίλης Ορφανίδης από την Καστοριά στη δική του κατάθεση περιέγραψε με συγκλονιστικό τρόπο τις τελευταίες ημέρες
στη Σμύρνη: «Την Δευτέραν 29 του Αυγούστου εισήρχοντο εις τας οικίας Ελλήνων και Αρμενίων και ελάμβανον τους άνδρας από 18 μέχρι 60 και τους περιέφερον εις πόλιν κτυπούντας αυτούς υπό του υποκοπάνου των όπλων και προτρέποντας τους δυστυχείς να υψώνωσι τας χείρας των υψηλά και να χειροκροτούν και να φωνάζουν “Ζήτω ο Μουσταφά Κεμάλ”. Εἰς γέρων εξηκοντούτης περίπου κατά την ηλικίαν δεν ηδυνήθη να υψώση τας χείρας του. Κεμαλικός τις τού επέφερε ένα δυνατό χτύπημα με τον υποκόπανον εις την κεφαλήν όπου εξέπνευσε. Ο δυστυχής ούτος ήτο Αρμένιος ωνομάζετο Κιρκόρ Καραπετιάν. [...] Μια γυνή εκυνηγάτο υπό Τούρκων οπλιτών, εκράτη εις τας χείρας της μικρόν παιδίον, το έρριψεν εις την θάλασσα και ότε ετοιμάζετο να ριφθή και να συμπνιγή μετά του τέκνου της την προέλαβε εις Γάλλος οπλίτης και ούτως εσώθη αλλά το δυστυχές τέκνο της επνίγη». Ο κλητήρας του ελληνικού γενικού προξενείου στη Σμύρνη Ηλίας Βομβίλης ή Πασχαλίδης στη δική του κατάθεση περιέγραψε αναλυτικά τις τελευταίες ημέρες της ιωνικής πρωτεύουσας. Οι σφαγές των Ελλήνων, υποστηρίζει, υπήρξαν γενικευμένες ιδίως στις συνοικίες του Αγίου Βουκόλου, της Αγίας Κυριακής και του Αγίου Κωνσταντίνου. Το μένος των κεμαλικών το πλήρωσαν όχι μόνο οι Έλληνες και οι Αρμένιοι αλλά ακόμη και οι μουσουλμάνες εκδιδόμενες γυναίκες στα Χιώτικα. Απέναντι, στα ελληνικά νησιά, οι πιο τυχεροί πρόσφυγες βρήκαν ιατρική περίθαλψη. Η Ειρήνη Γεωργιάδου, μαία και διευθύντρια του δημοτικού νοσοκομείου στο Λιμένι Βαθεάς Σάμου, στην κατάθεση που έδωσε τον Νοέμβριο του 1922 διέσωσε ανατριχιαστικές πληροφορίες για την κατάσταση των προσφύγων. «Δεν θυμάμαι να σας περιγράψω την αθλίαν κατάστασιν των γερόντων και γυναικοπαίδων των αποβιβαζομένων εκ των ατμοπλοίων. Εκ της πείνης, της γύμνιας και των ξυλοκοπημάτων άτινα υπέστησαν υπό των Τούρκων στρατιωτών κατά την εισβολήν των εις τα χωρία των μετά την αναχώρησιν του ελληνικού στρατού. Δεν ηδύναντο να βαδίσουν, ενόμιζε κανείς ότι βλέπει σκελετούς περιπατούντας. Αι αφηγήσεις των νοσηλευθέντων διά τα παθήματά των είναι τραγικαί. Ενοσηλεύσαμεν κορασίδας κάτω των δέκα ετών πασχάσας από αιμορραγίαν προελθούσαν επί βιασμών κατά φύσιν και παρά φύσιν. Επίσης γραίας και γέροντας φέροντας πλείστα τραύματα διά μαχαιρών, υποστάντας ταύτα υπό στρατιωτών, διότι δεν άφινον να βιάζωσιν υπό τας όψεις των ή ν' απάγωσι τας θυγατέρας των ή διότι δεν ταις έδιδον χρήματα. Μας έφερον εις το νοσοκομείον δεκαεπτά παιδάκια ανευρεθέντα μόνα εν τοις ατμοπλοίοις, άνευ γονέων ή άλλων συγγενών και τα οποία δεν ηδύναντο να μας είπωσι την ταυτότητά των. Τινά τούτων ήσαν τραυματισμένα διά μαχαιρών εις τους λαιμούς των και τα σώματα. Εξ αυτών τα εννέα απεβίωσαν. Τα άλλα ιαθέντα παρέλαβον διάφοροι φιλάνθρωποι κάτοικοι ενταύθα». Παρόμοιες μαρτυρίες κατακλύζουν τα ελληνικά και ξένα αρχεία, επιβεβαιώνοντας την άποψη πως στην προκυμαία της Σμύρνης, καθώς και στις προκυμαίες των άλλων πόλεων της Δυτικής Μικράς Ασίας, του Πόντου και της Ανατολικής Θράκης διαπράχτηκε από τους κεμαλικούς ένα ειδεχθές έγκλημα σε βάρος της ανθρωπότητας.

ΙΑΚΩΒΟΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ - ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ, σελ. 69-81

Σχετικοί σύνδεσμοι: