Σάββατο, Οκτωβρίου 19, 2024

Ο γδικιωμός στη Μάνη

Η βεντέτα στη Μάνη, η οποία λέγεται γδικιωμός ή δικιωμός, ήταν επίσης ένα πανάρχαιο έθιμο και διατηρήθηκε για πάρα πολλά χρόνια. Σε αντίθεση με την κρητική βεντέτα, η μανιάτικη έχει αρκετά χρόνια να κάνει την εμφάνισή της και όλα δείχνουν ότι το απάνθρωπο αυτό έθιμο πλέον έχει εκλείψει. Εύχομαι από καρδιάς το ίδιο να συμβεί και στην Κρήτη.

Πολλοί Μανιάτες που έχουν ασχοληθεί στο παρελθόν με το θέμα επισημαίνουν ότι o γδικιωμός δεν είναι μόνο εκδίκηση, αλλά και τιμωρία μιας αδικίας και αποκατάστασή της, που φέρνει δικαίωση.

Όπως συμβαίνει και στην περίπτωση της κρητικής βεντέτας, έτσι και o γδικιωμός ευθύνεται για ποτάμια αίματος. Το κύριο μέλημα των Μανιατών ήταν να σκοτώσουν τον φονιά. Μάλιστα έλεγαν ότι όσοι δεν εκδικούνταν ήταν ανάξιοι και δειλοί. Τους κορόιδευαν, τους περιφρονούσαν και επιπλέον τους τιμωρούσαν.

Δηλαδή πίστευαν πως αν κάποιος δεν ξέπλενε με αίμα την προσβολή που είχε δεχτεί, δεν είχε πλέον θέση στη μανιάτικη κοινωνία. Σύμφωνα με το έθιμο, o γδικιωμός εφαρμοζόταν ως εξής: Ένα από τα μέλη της προσβεβλημένης οικογένειας επιφορτιζόταν να σκοτώσει το πιο διαλεχτό μέλος της αντίπαλης οικογένειας. H άλλη οικογένεια, πάλι, ανταπέδιδε τα ίσα, με τον ίδιο τρόπο, και το κομπολόι των δολοφονιών τελειωμό δεν είχε! Στα κακουργιοδικεία Καλαμάτας και Ναυπλίου οι περισσότερες υποθέσεις που εκδικάζονταν παλαιότερα αφορούσαν γδικιωμούς, βεντέτες, με δράστες ή θύματα Μανιάτες!

Υπήρχε όμως και κάτι που σήμερα μας φαίνεται εντελώς απίστευτο. Σύμφωνα με άρθρο του γνωστού συγγραφέα Χρήστου Ζαλοκώστα, που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Αθηναϊκά Νέα το 1936, οι Μανιάτες τιμωρούσαν με σκληρό τρόπο τη δειλία. Τον φοβητσιάρη τον καταδίκαζαν σε θάνατο, τον ανάγκαζαν να αυτοκτονήσει, κι αν δεν το έκανε μόνος του, τον σκότωνε ο γεροντότερος του χωριού, έστω κι αν τύχαινε να είναι ο πατέρας του!

Στο σχετικό του δημοσίευμα o Ζαλοκώστας αναφέρεται επίσης στις συνέπειες του γδικιωμού, όπως και στις τράβες, τις μανιάτικες ανακωχές:

Συναντάς χωριά ολόκληρα κατεστραμμένα, άπειρα άδεια σπίτια, μάρτυρες της άγριας πάλης που γίνεται μέσα στα βράχια μεταξύ των οικογενειών, επι τόσες γενεές ώστε να μη θυμούνται πια την αφορμή της έχθρας τους. Και επειδή το μέρος είναι πολύ άγονο, αναγκάζονται να συμφωνούν ανακωχές, τις λεγόμενες «τράβες», για να θερίσουν, να μάσουν τις ελιές και να σπείρουν τα δημητριακά τους. Αλλιώς θα πέθαιναν της πείνας έτσι όπως βρίσκονται διαρκώς σε εμπόλεμη κατάσταση.

Το έθιμο του γδικιωμού ανάγκασε πολλούς Μανιάτες να εγκαταλείψουν άρον άρον τα σπίτια και τις περιουσίες τους και να εγκατασταθούν στην Αττική και σε διάφορες άλλες περιοχές της χώρας μας - η συνοικία Μανιάτικα του Πειραιά, κοντά στο λιμάνι της Ζέας (Πασαλιμάνι παλαιότερα), άρχισε να δημιουργείται όταν εγκαταστάθηκαν εκεί οι δύο πρώτες οικογένειες από τη Μάνη - σύμφωνα με τους ειδικούς ερευνητές - στις αρχές του εικοστού αιώνα. Σιγά σιγά, o αριθμός των οικογενειών αυξανόταν και δεν άργησε να γίνει μια αρκετά μεγάλη συνοικία.

Εξάλλου, ο συνάδελφός μου δημοσιογράφος και ερευνητής Τάσος Κοντογιαννίδης που ασχολήθηκε με το θέμα του γδικιωμού, αναφέρει ότι αυτή την εκδίκηση την αποφάσιζε ένα οικογενειακό συμβούλιο, η «γεροντική». Περιορισμοί ή αναστολές δεν υπήρχαν. Τα αρσενικά παιδιά της οικογένειας του θύματος ανατρέφονταν με έναν σκοπό: Όταν μεγαλώσουν, να πάρουν το αίμα του δολοφονημένου πίσω. Ο άγραφος νόμος έλεγε πως ο άντρας, αν είναι φιλότιμος, δε χαρίζει το δίκιο του.

Μετά τον φόνο ενός πατέρα, η χήρα Μανιάτισσα νανούριζε τον ορφανό γιο της με ένα μοιρολόι σαν αυτό:

Να μεγαλούσεις v' αξιωθείς και τοσαρμά να ζαλωθείς να κυνηγήσεις το φονιά απ' αγκρεμά και από βουνά το δίκιο μας να γδικιωθεί το αίμα του πατέρα σου...

κι όταν ο γιος μεγάλωνε, μόνη του έγνοια ήταν να βρει τρόπο να σκοτώσει τον δράστη που είχε δολοφονήσει τον πατέρα του.

Όταν τα κατάφερνε κι έκανε το φονικό, τον γδικιωμό, γυρνούσε σπίτι στη μητέρα του και της το ανακοίνωνε, ζητώντας να του δώσει τα «συχαρήκια» της, όπως μαρτυρά το ακόλουθο «Μοιρολόι της Γληγορούς» ή «Μοιρολόι του Βέτουλα»:

Μάνα τα συχαρήκια μου εγδίκιωσα το Βέτουλα και σκοτωσα τον Πέτρακα.

Τότε η μάνα τον επιβράβευε, όπως η μάνα του προαναφερόμενου μοιρολογιού:

Α λες αλήθεια, Γιάννη μου, στον πάνω πάτο v' ανεβείς και κληρονόμος να 'σαι εσύ...

Το 1933 0 Μανιάτης συγγραφέας και λαογράφος Πέτρος Καλονάρος έγραφε για τον γδικιωμό σε άρθρο-μελέτη του στην εφημερίδα Ακρόπολις:

Θυμάμαι, παιδί ακόμη στα 1905, ότι κάθε νέος είχε ένα γκρα (βαρύ μακρύκαννο όπλο) στην πλάτη και δύο λουρίδες φισέκια στη μέση. Τότε τα σπίτια είχαν κάτι μεσαιωνικά παραθυράκια μικροσκοπικά για να μη δίνουν στόχο στις σφαίρες εν καιρώ έχθρας. Τώρα όλοι έχουν ανοίξει μεγάλα παράθυρα και χτίζουν καινούρια σπίτια με μπετόν και τα επιπλώνουν μάλιστα με πολυτέλεια και συχνά με γούστο. Σε άλλο σημείο αναφέρεται στις έχθρες και τους ξεβγαλτήδες και τονίζει:

Έπειτα πάλι όλο αυτό το σύστημα της εθιμοτυπίας της έχθρας, όπου για ξεβγαλτήδες εχρησίμευαν όχι μονάχα οι δυνατοί, αλλά και οι ξένοι, όπου οι γυναίκες ποτέ δεν κακοποιούνται. Τέλος o παλιός θεσμός της τρέβας ανακωχής - , o ιερός δεσμός της ψυχαδερφοσύνης που συνδέει δύο οικογένειες που αλληλοσκοτωθήκανε και ύστερα έκαμαν αγάπη και που εθεωρούντο παλαιά τόσο συγγενείς, ώστε η ψυχαδερφοσύνη ήταν και κώλυμα γάμου, όλα αυτά αν σκεφθεί κανείς μπορεί να κρίνει με επιείκεια τη χωσία.

Τέλος, o Καλονάρος αναφέρεται και σε μια βεντέτα με κάποιον Νικολό που είχε γίνει και μοιρολόι. O Νικολός, αφού σκότωσε κάποιονν συμπατριώτη του στη Μάνη, κατέφυγε στην Αίγυπτο, όπου έπιασε δουλειά σε σιδηροδρομικό σταθμό. οι συγγενείς του θύματος συγκεντρώθηκαν στο χωριό κι έριξαν κλήρο, κι αυτός που κληρώθηκε πήγε στην Αίγυπτο, βρήκε τον Νικολό και τον σκότωσε.

Στην ίδια σελίδα της εφημερίδας που δημοσιεύεται το άρθρο, υπάρχει και μια φωτογραφία με μια μαυροφορεμένη γυναίκα και τη λεζάντα:

Στη Μάνη καμιά γυναίκα 50 χρονών και πάνω δεν βρίσκεται με χρωματιστό τσεμπέρι. Όλες φορούν μαύρο και πενθούν τους σκοτωμένους των.


Οι ξεβγαλτήδες

Ωστόσο ο γδικιωμός διεπόταν από κάποιους κανόνες, τους οποίους οι Μανιάτες τούς εφάρμοζαν. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα: Όταν κάποιος έστηνε ενέδρα (χωσία ή χωσιά τη λέγανε στην τοπική διάλεκτο) και σκότωνε το διερχόμενο θύμα του, η πράξη αυτή δε θεωρείτο από τα μανιάτικα έθιμα ανήθικη.

Ένα άλλο αλλόκοτο, όπως ίσως φαίνεται σ' εμάς, έθιμο στη Μάνη που συνδέεται με την παράδοση της βεντέτας ήταν και οι λεγόμενοι ξεβγαλτήδες ή ξεβγάλτηδες, οι οποίοι ήταν τρίτα πρόσωπα που, πολλές φορές, συνόδευαν τα μέλη των αντιμαχόμενων οικογεγενειών που κινδύνευαν. Όταν αυτός που είχε στήσει ενέδρα ή χωσία έβλεπε τους ξεβγαλτήδες, δεν προχωρούσε στη δολοφονία που είχε προετοιμάσει. Δηλαδή οι ξεβγαλτήδες λειτουργούσαν σαν ασπίδα προστασίας.

Σε περίπτωση που o ενεδρεύων παραβίαζε το έθιμο και πυροβολούσε το θύμα του, τότε ολόκληρη η οικογένεια του ξεβγαλτή θα κήρυσσε τον πόλεμο εναντίον της οικογένειας του ενεδρεύοντος.

Ωστόσο υπήρχε και η συμφιλίωση και o συμβιβασμός. Πολλές φορές η οικογένεια του θύτη ζητούσε συγχώρεση από την οικογένεια του θύματος, ακολουθώντας το εξής τελετουργικό: Ο δράστης της δολοφονίας και η οικογένειά του, μετά τις παρεμβάσεις και τις προσπάθειες των συμφιλιωτών, πήγαιναν άοπλοι στο σπίτι του θύματος. Ο δράστης γονάτιζε μπροστά στους γονείς του θύματος και ζητούσε να τον συγχωρέσουν για το κακό που τους έκανε. Οι γονείς, από την πλευρά τους, έσκυβαν και τον φιλούσαν. Η μάνα του θύματος τον σκέπαζε με την ποδιά της και έλεγε:

«Έτσι το 'θε o Θεός».

Ακολουθούσαν αγκαλιές, φιλιά και κεράσματα, ενώ σε άλλες περιπτώσεις οι δύο οικογένειες συναντιόνταν σε φιλικά τους σπίτια, φέρνοντας μαζί τους φαγητά και ποτά, κυρίως κρέας και κρασί, και συμβιβάζονταν τρώγοντας, πίνοντας και γλεντώντας. Σετέτοιες περιπτώσεις συμφιλίωσης, αμφότεροι οι συμφιλιωμένοι ονομάζονταν «Ψυχαδελφοί».

Κείμενο: Πάνος Σόμπολος: "ΒΕΝΤΕΤΕΣ: ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΒΕΝΤΕΤΑΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ "