Κυριακή, Δεκεμβρίου 15, 2024

Η ομοφωνία των βασικών πολιτικών κομμάτων της χώρας σε σχέση με τη μικρασιατική εκστρατεία

Αξίζει να τονιστεί ότι για πρώτη φορά, έπειτα από αρκετά χρόνια, και τα δύο μεγάλα κόμματα της Ελλάδας συμφωνούσαν στα βασικά σημεία της εξωτερικής πολιτικής της χώρας. οι Φιλελεύθεροι υποστήριζαν την ενίσχυση και την προέλαση του ελληνικού στρατού. Θεωρούσαν τη Συνθήκη των Σεβρών δικό τους επίτευγμα και πίστευαν ότι αν δεν είχε γίνει η παλινόρθωση του βασιλιά, η Ελλάδα δεν θα αντιμετώπιζε τις δυσκολίες και τα προβλήματα που εμφανίστηκαν μετά τις «μοιραίες » για τη χώρα εκλογές. Ταυτόχρονα οι Φιλελεύθεροι με αυτή την «πατριωτική» στάση τους ήθελαν να δώσουν την εντύπωση ότι είχαν ξεπεράσει τα πολιτικά πάθη και καταδίκαζαν τις διώξεις των βενιζελικών τη στιγμή που, όπως ισχυριζονταν, «όλοι Ελληνες είμαστε» και «πολεμούμε για τον ίδιο σκοπό ».

Αντίθετα, στη μικρασιατική εκστρατεία αντιτάχθηκε από την πρώτη στιγμή το νεαρό τότε Σοσιαλιστικό Κόμμα Εργατών Ελλάδας (ΣΕΚΕ), το οποίο θα μετονομαζόταν το 1924 σε Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας. Οι κομμουνιστές χαρακτήριζαν την προέλαση του ελληνικού στρατού ιμπεριαλιστικό και τυχοδιωκτικό πόλεμο, ο οποίος εξυπηρετούσε μόνο τα συμφέροντα της ελληνικής άρχουσας τάξης και των Μεγάλων Δυνάμεων της εποχής, Αγγλίας και Γαλλίας, που ήθελαν να καταπνιξουν τον «εθνικοαπελευθερωτικό» αγώνα του κεμαλικού κινήματος. Τα μέλη του ΣΕΚΕ διεξήγαγαν δραστήρια προπαγάνδα τόσο στο μέτωπο όσο και στα μετόπισθεν, προειδοποιώντας για τις καταστρεπτικές συνέπειες της συνέχειας του πολέμου, καλώντας το λαό να αγωνιστεί για την ανατροπή του βασιλιά και την ειρήνευση στη βάση της συνεννόησης με τον τουρκικό λαό.

Τη γενική ομοφωνία και αισιοδοξία των βασικών πολιτικών δυνάμεων της Ελλάδας δεν συμμεριζόταν ούτε o ίδιος o Ελευθέριος Βενιζέλος. Βλέποντας την κακή κατάσταση του ελληνικού στρατού (ιδίως μετά την απομάκρυνση των έμπειρων βενιζελικών αξιωματικών), τη συνεχιζόμενη απομόνωση της χώρας, και τις γαλλοϊταλικές διαθέσεις αναθεώρησης της Συνθήκης των Σεβρών και την προσέγγισή τους με τον Ατατούρκ, πρότεινε στην ελληνική κυβέρνηση την αμυντική σύμπτυξη του μετώπου στην ευρύτερη περιφέρεια της Σμύρνης. Ομως η αντιβενιζελική παράταξη δεν δέχτηκε την πρόταση, παρά το γεγονός ότι έβλεπε τις ολοένα και αυξανόμενες δυσκολίες της επιθετικής στρατηγικής. Μάλιστα ο Γούναρης υπερηφανευόταν σε λόγο του στην ελληνική Βουλή ότι επί της κυβέρνησής του η Ελλάδα είναι μεγαλύτερη από ποτέ, αφού «κατέχομεν σήμερα μικρασιατικό έδαφος 100 χιλιάδων περίστου τετραγωνικών χιλιομέτρων, απέναντι των 16 χιλιάδων τετραγωνικών χιλιομέτρων της Συνθήκης των Σεβρών». Τόσο ο Κωνσταντίνος όσο και ο Γούναρης, στο πλαίσιο της προσωπικής πλέον κόντρας τους με τον Βενιζέλο, δεν ήθελαν να αποδοθεί η ευθύνη για «απώλεια εθνικού εδάφους» στις δικές τους επιλογές και στη δική τους ανικανότητα να διευθύνουν τη μικρασιατική εκστρατεία. Ιδιαίτερα βάραινε στην απόφασή τους η τύχη των ελληνικής καταγωγής πληθυσμών, σε περίπτωση που η διακοπή της εκστρατείας. Δεν ήθελαν να κατηγορηθούν ότι εγκατέλειπαν τον ελληνικό πληθυσμό της Μικράς Ασίας στις διαθέσεις των εθνικιστών κεμαλικών.

Από την άλλη πλευρά όμως, η ίδια η παρουσία του ελληνικού στρατού στη Μικρά Ασία υπονόμευε το μέλλον των χριστιανών που ζούσαν στο έδαφός της. Με ελάχιστους πόρους στη διάθεσή τους οι Έλληνες αξιωματικοί στο μέτωπο έβλεπαν ως αναγκαίο κακό τη λεηλασία των μουσουλμανικών πληθυσμών ώστε να συντηρηθεί ο ελληνικός στρατός. Η δραματική οικονομική κατάσταση της Ελλάδας επέβαλλε τη μετάθεση των εξόδων κατοχής στους ήδη εξαθλιωμένους κατοίκους των κατακτημένων περιοχών. Η κακομεταχείρισή τους ενίσχυε τη θέση των εθνικιστών Τούρκων για ανάγκη άμεσης εθνικής εκκαθάρισης της Τουρκίας, παρά το γεγονός ότι επί αιώνες χριστιανοί και μουσουλμάνοι συνυπήρχαν ειρηνικά.

Με την άποψη της άμεσης σύμπτυξης του ελληνικού στρατού συμφωνούσε και ο Δημήτριος Ράλλης, ο οποίος τον Ιανουάριο του 1921 παραιτήθηκε λόγω της διαφωνίας του με τον Δημήτριο Γούναρη, τόσο σε σχέση με την ανάγκη σύμπτυξης του στρατού όσο και σε σχέση με την πιθανότητα ανάθεσης κάποιου διπλωματικού ρόλου στον Βενιζέλο. Πρωθυπουργός ανέλαβε ο Νικόλαος Καλογερόπουλος που έλαβε μέρος στη Διασυμμαχική Συνδιάσκεψη του Λονδίνου, τον Μάρτιο του 1921. Η συνδιάσκεψη κατέληξε σε αποτυχία καθώς τόσο οι Ελληνες όσο και οι κεμαλικοί διαφώνησαν με το σχέδιο της Αντάντ για «μερική αναθεώρηση» της Συνθήκης των Σεβρών. Ηταν όμως η πρώτη φορά που καλούνταν κεμαλική αντιπροσωπεία σε διεθνές συνέδριο, κάτι που αποδείκνυε την de facto αναγνώριση του κεμαλικού καθεστώτος.

Η ελληνική κυβέρνηση προσπάθησε να διασκεδάσει τις δυσμενείς εντυπώσεις που δημιούργησε στο εσωτερικό της χώρας η αποτυχία ανεύρεσης ειρηνευτικής λύσης στην ευρωπαϊκή συνδιάσκεψη και η διπλωματική αναβάθμιση του Ατατούρκ, επιχειρώντας μια νέα επιχείρηση κατάληψης της γραμμής Εσκί Σεχίρ Αφιόν Καραχισάρ. Την επίθεση αποφάσισε στρατιωτικό συμβούλιο, υπό την ηγεσία του βασιλιά Κωνσταντίνου, που έγινε στη Σμύρνη στις 25 Μαρτίου του 1921 (σε μια συμβολικά επιλεγμένη χρονική στιγμή, εκατό ακριβώς χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση). Ως στόχος ορίστηκε η κατάληψη της Άγκυρας, ενέργεια η οποία σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του ελληνικού επιτελείου θα oδηγούσε τον Κεμάλ σε συνθηκολόγηση. Οι προσδοκίες των φιλοβασιλικών ήταν ότι όπως την εποχή των Βαλκανικών Πολέμων ο Κωνσταντίνος οδήγησε τον ελληνικό στρατό σε συνεχείς στρατιωτικούς θριάμβους, έτσι και σε αυτή τη συγκυρία θα έδινε τη λύση στο αδιέξοδο στο οποίο είχε περιέλθει ο ελληνικός στρατός. Ομως οι συνθήκες ήταν τελείως διαφορετικές από το 1912, η επίθεση απέτυχε και ο ελληνικός στρατός είχε σοβαρές οστώλειες.

Ο Καλογερόπουλος παραιτήθηκε και τη διακυβέρνηση ανέλαβε o Δημήτριος Γούναρης, o οποίος προτίμησε την επιλογή της συνέχισης της επίθεσης με στόχο την ολική καταστροφή του τουρκικού στρατού, παρά την ειρηνευτική επιλογή που του πρότεινε η Αντάντ τον Ιούνιο του 1921, η οποία προέβλεπε την αποχώρηση του ελληνικού στρατού από τη Σμύρνη και την αντικατάστασή του από τοπική χωροφυλακή με Ευρωπαίους αξιωματικούς, καθώς και την αποστρατιωτικοποίηση της Ανατολικής Θράκης, η οποία όμως θα παρέμενε υπό την κυριαρχία της Ελλάδας.

Ο Βενιζέλος σε επιστολή του προς το στρατηγό Δαγκλή, τον επικεφαλής της βενιζελικής αντιπολίτευσης στην Ελλάδα, τον Ιούλιο του 1921 επέκρινε την αρνητική αντιμετώπιση του σχεδίου της Ανταντ από την κυβέρνηση, επισημαίνοντας το «δυστύχημα» ότι και οι Φιλελεύθεροι δεν είχαν καταλάβει την «αληθινή κατάσταση των πραγμάτων». Πράγματι οι βενιζελικοί βουλευτές ήταν ανυποχώρητοι οπαδοί της επιθετικής στρατηγικής παρά το γεγονός ότι ο Βενιζέλος είχε εκφράσει, ήδη ένα χρόνο πριν από την Καταστροφή, στον Δαγκλή την απολύτως αρνητική του άποψη για την εκστρατεία της Άγκυρας, αφού ακόμη και αν ο ελληνικός στρατός κατόρθωνε να καταλάβει την πρωτεύουσα του Κεμάλ, δεν θα μπορούσε ο πόλεμος να τελειώσει νικηφόρα για την Ελλάδα.

Η κατάληψη του Εσκί Σεχίρ, της Κιουτάχειας και του Αφιόν Καραχισάρ τον Ιούλιο του 1921 φάνηκε να δικαιώνει πρόσκαιρα τις επιλογές του κωνσταντινικού καθεστώτος. Η νέα επίθεση όμως προς την Άγκυρα κατέληξε σε αποτυχία και οι ελληνικές δυνάμεις υποχώρησαν, με μεγάλες απώλειες. Η σταδιακή προσέγγιση του Κεμάλ με τους Γάλλους και τους Ιταλούς αλλά και το νέο σοβιετικό καθεστώς σήμαινε ουσιαστικά την απομόνωση της Ελλάδας από τους παραδοσιακούς συμμάχους της. Η πεντάμηνη σχεδόν περιοδεία του Έλληνα πρωθυπουργού στις διάφορες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες από τον Οκτώβριο του 1921 μέχρι τον Μάρτιο του 1922 δεν απέφερε ούτε το απαραίτητο για τη συντήρηση του μικρασιατικού στρατού δάνειο ούτε τη δέσμευση της Αγγλίας σε κάποιο συγκεκριμένο σχέδιο ειρήνης.

Με την επιστροφή του στην Αθήνα ο Γούναρης απέτυχε να λάβει ψήφο εμπιστοσύνης, με αποτέλεσμα να κληθεί να σχηματίσει κυβέρνηση ο Νικόλαος Στράτος, ο οποίος όμως καταψηφίστηκε. Ετσι, ο Γούναρης ανέλαβε να σχηματίσει νέα κυβέρνηση. Άμεση πρωτοβουλία της κυβέρνησης ήταν να αποδεχθεί τους όρους της συμμαχικής συνδιάσκεψης, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις στους στρατιωτικούς κύκλους, με πρωταγωνιστή τον αρχιστράτηγο Παπούλα, και στην κοινωνία της Μικράς Ασίας.


Οικονομική κρίση

Από την άλλη πλευρά, η οικονομική κατάσταση της χώρας ήταν δραματική. Το ολοένα επιδεινούμενο οικονομικό αδιέξοδο που αντιμετώπιζε η κυβέρνηση Γούναρη την οδήγησε στον αναγκαστικό εσωτερικό δανεισμό του 1922 ο οποίος πραγματοποιήθηκε με έναν εξαιρετικά πρωτότυπο τρόπο: με τη διχοτόμηση όλων των χαρτονομισμάτων άνω των 5 δραχμών σε «Σταύρους» και «Στέμματα». Τα χαρτονομίσματα εκείνης της εποχής είχαν στην αριστερή όψη τους την εικόνα του Γεωργίου Σταύρου, του πρώτου και επί 27 χρόνια διοικητή της Εθνικής Τράπεζας, και στη δεξιά τον βασιλικό θυρεό. Ο «Σταύρος» ενός χαρτονομίσματος των 100 δραχμών π.χ. είχε πλέον αξία 50 δραχμών ενώ το Στέμμα, το άλλο μισό, μετέτρεπε τον κάτοχό του σε επενδυτή ιδιοκτήτη εικοσαετούς ομολόγου 50 δραχμών (λήγοντος δηλαδή το 1942), εντόκου προς 6,5% με την «εγγύησιν του κράτους». Το σχετικό νόμο εισηγήθηκε στη Βουλή ο υπουργός των Οικονομικών Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης τον Μάρτιο του 1922.

Η οικονομική κατάσταση της χώρας που συντηρούσε για μία δεκαετία σχεδόν το στρατό της επιστρατευμένο συνδεόταν άμεσα με την εξαιρετικά δύσκολη θέση στην οποίοι είχε βρεθεί η κυβέρνηση Γούναρη. Μη έχοντας άλλο περιθώριο ελιγμών ο Γούναρης και ο υπουργός Εξωτερικών της χώρας Γεώργιος Μπαλτατζής αποφάσισαν να θέσουν «τας τύχας της Ελλάδος εις τας χείρας της Αγγλίας». Ο ελληνικός στρατός σταμάτησε τις επιχειρήσεις και ανέμενε το σχέδιο νέων όρων της ειρήνης που θα αποφάσιζαν οι Σύμμαχοι ελπίζοντας ότι θα είχαν τη διάθεση και τη δυνατότητα να το επιβάλουν στον Ατατούρκ.

Όπως κάθε νέο σχέδιο ειρήνευσης που προσφερόταν στην ελληνική πλευρά, η οποία κάθε φορά μετάνιωνε που δεν είχε δεχτεί το προηγούμενο, οι νέες προτάσεις των Συμμάχων προέβλεπαν σημαντικές ελληνικές υποχωρήσεις: εκτός από την περιοχή της Σμύρνης η Ελλάδα θα έπρεπε να αποχωρήσει και από τη μισή σχεδόν Ανατολική Θράκη. Εξαιτίας κυρίως της τραγικής οικονομικής κατάστασης η ελληνική κυβέρνηση είχε ήδη δεσμευθεί να δεχτεί όποιο σχέδιο ειρήνης πρότειναν οι Σύμμαχοι, κάτι που προκάλεσε την αντίδραση των Φιλελευθέρων, οι οποίοι ζήτησαν την παραίτηση του Γούναρη και αποχώρησαν από τη συνεδρίαση της Βουλής όπου συζητούνταν η αγγλογαλλική πρόταση (Μάρτιος 1922). Υστερα από τόσες θυσίες που είχε υποστεί o ελληνικός λαός τόσο οι Φιλελεύθεροι όσο και οι αντιβενιζελικοί έλπιζαν σε ένα καλύτερο σχέδιο για τη διευθέτηση των εκκρεμών διαφορών του Α' Παγκοσμίου Πολέμου μεταξύ της Αντάντ και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Η απάντηση της Άγκυρας απελευθέρωσε την Αθήνα από το πιεστικό διλημμα. Ο Κεμάλ δεν αποδέχθηκε το σχέδιο της Αντάντ και απαιτούσε την αποχώρηση του ελληνικού στρατού αμέσως μετά την υπογραφή ανακωχής και πριν από τη συζήτηση οποιωνδήποτε προτάσεων ειρήνης. Στο μεταξύ ο Γούναρης αντικαταστάθηκε πάλι από τον Νικόλαο Στράτο, ο οποίος δεν έλαβε ψήφο εμπιστοσύνης, και στη συνέχεια την πρωθυπουργία ανέλαβε o Πρωτοπαπαδάκης, ως επικεφαλής κυβερνητικού συνασπισμού. Μία από τις πρώτες ενέργειες της κυβέρνησης ήταν η αντικατάσταση του αρχιστράτηγου Παπούλα από τον Γεώργιο Χατζανέστη, ο οποίος δεν είχε πολεμική εμπειρία από την εποχή των Βαλκανικών Πολέμων.


ΜΕΓΑΛΕΣ ΔΙΚΕΣ: Η ΔΙΚΗ ΤΩΝ ΕΞΙ 

Δείτε επίσης:

Μικρασιατική Εκστρατεία: Προς την Καταστροφή