![]() |
| Ο Κωνσταντίνος, προκειμένου να μην μπει η χώρα στην περιπέτεια ενός εκ των προτέρων χαμένου πολέμου με την Αντάντ, προτίμησε να φύγει κρυφά από την Ελλάδα ώστε να αποφευχθούν ταραχές |
Πράγματι, στις 16 Αυγούστου 1916, με την υποστήριξη του συμμαχικού στρατού που είχε αποβιβαστεί στη Θεσσαλονίκη, έγινε το κίνημα της Εθνικής Αμύνης, το οποίο ήταν ουσιαστικά ένα πραξικόπημα εναντίον του επίσημου καθεστώτος. Τα επιχειρήματα των βενιζελικών εναντίον του βασιλιά ενισχύθηκαν, τον Σεπτέμβριο, οπότε η πόλη της Καβάλας παραδόθηκε αμαχητί από τον κωνσταντινικό διοικητή της στους Γερμανούς. H παλαιότερη πρόθεση του Βενιζέλου να παραχωρήσει την Καβάλα στους Βούλγαρους έτσι ώστε να συμπράξουν με την Αντάντ, είχε χρησιμοποιηθεί εκτενώς, όπως ήδη αναφέρθηκε, από το φιλοβασιλικό Τύπο ως βασικό τεκμήριο της «μειωμένης ευαισθησίας» του Βενιζέλου στα «εθνικά ζητήματα» και τώρα ήταν η σειρά του βενιζελικού Τύπου να αναδείξει την «εθνοπροδοτική» συμπεριφορά των φιλοβασιλικών.
Η παράδοση της Καβάλας φαίνεται ότι συντέλεσε αποφασιστικά στο να ξεπεράσει ο Βενιζέλος τους δισταγμούς του και να ταχθεί έμπρακτα υπέρ του κινήματος της Εθνικής Αμύνης. Τον Οκτώβριο του 1916 έφυγε από την Αθήνα (αποκλείοντας έτσι πλέον κάθε προοπτική διαπραγμάτευσης με το βασιλιά) και μετέβη στα Χανιά και μετά στη Θεσσαλονίκη όπου και σχημάτισε προσωρινή κυβέρνηση με μέλη τον ίδιο, το ναύαρχο Παύλο Κουντουριώτη και το στρατηγό Παναγιώτη Δαγκλή. Η νέα κυβέρνηση αμφισβήτησε τη νομιμότητα της κυβέρνησης της Αθήνας και κατήγγειλε το βασιλιά ότι με την πολιτική που ακολουθούσε απομάκρυνε την Ελλάδα από τους παραδοσιακούς φίλους της και οδηγούσε τη χώρα σε «εθνική συμφορά».
Στις 24 Νοεμβρίου 1916, η Προσωρινή Κυβέρνηση κήρυξε τον πόλεμο στις Κεντρικές Δυνάμεις. Ουσιαστικά οι τελευταίοι μήνες του 1916 βρήκαν την Ελλάδα χωρισμένη σε δύο κράτη. Από τη μια μεριά, το κράτος της Θεσσαλονίκης που περιλάμβανε τη Μακεδονία, την Κρήτη και τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου, αποφάσισε στρατολόγηση σε μεγάλη κλίμακα στις περιοχές που έλεγχε και οργάνωνε το στρατό που θα πολεμούσε στο πλευρό της Αντάντ. Από την άλλη μεριά, η κυβέρνηση των Αθηνών που εξακολούθησε να έχει τον έλεγχο της υπόλοιπης χώρας έμεινε πιστή στην πολιτική της ουδετερότητας, αν και ο βασιλιάς θορυβημένος από τις εξελιξεις έσπευσε να βεβαιώσει τους Συμμάχους ότι δεν σκόπευε να μπει στον πόλεμο υπέρ των Κεντρικών Δυνάμεων. Τότε, οι Σύμμαχοι απαίτησαν να αποδειξει έμπρακτα την ουδετερότητα της Ελλάδας: αφού οι Ελληνες είχαν διαταράξει την ισορροπία στο μακεδονικό μέτωπο μετά την κατάσχεση του οπλισμού στο Ρούπελ και την Καβάλα, θα έπρεπε ως αντιστάθμισμα να παραδοθεί στην Αντάντ σημαντική ποσότητα στρατιωτικού υλικού. Ο Κωνσταντίνος αρχικά φάνηκε να συζητά τη συμμαχική πρόταση και 1.2ΟΟ Γάλλοι στρατιώτες αποβιβάστηκαν στον Πειραιά με σκοπό να παραλάβουν τα πολεμικά εφόδια. Ομως αντιμετωπίστηκαν από πολλαπλάσιους ένοπλους πολίτες που ανήκαν στους φιλοβασιλικούς συνδέσμους των Επίστρατων, με αποτέλεσμα να έχουν πάνω από 200 νεκρούς. Μέσω της χρησιμοποίησης αυτής της ανεπίσημης παραστρατιωτικής οργάνωσης από το κωνσταντινικό καθεστώς δεν χρειάστηκε να έρθει η Ελλάδα, η οποία επίσημα παρέμενε ουδέτερη χώρα, σε άμεση σύγκρουση με τους Συμμάχους.
Οι Επίστρατοι, στρατιώτες που πρόσφατα είχαν αποστρατευτεί, συγκροτούσαν μια μαζική πολιτική οργάνωση που το φθινόπωρο του 1916 ελεγχόταν απόλυτα από το αντιβενιζελικό στρατόπεδο. Το επιχείρημα των αντιβενιζελικών ήταν ότι η στρατιωτική οργάνωση του Επίστρατων ήταν αναγκαία προκειμένου να υπάρχει συγκροτημένη εθνική δύναμη μετά την υποχρεωτική συρρίκνωση του επίσημου στρατεύματος που επέβαλλε η Αντάντ. Στην πράξη οι Επίστρατοι προέβησαν σε εκτεταμένες βιαιοπραγίες εναντίον των βενιζελικών και έφεραν τη χώρα πολύ κοντά σε ανοιχτό εμφύλιο πόλεμο.
Ιδίως μετά την αποχώρηση των γαλλικών δυνάμεων οι Επίστρατοι, βασισμένοι σε φήμες ότι επίκειται βενιζελικό πραξικόπημα, εξαπέλυσαν διωγμούς εναντίον των βενιζελικών με αποτέλεσμα πολλές δολοφονίες, λεηλασίες καταστημάτων και σπιτιών, ξυλοδαρμούς, εξορίες επώνυμων βενιζελικών και καταστροφές βενιζελικών εφημερίδων. Ως απάντηση οι Σύμμαχοι κλιμάκωσαν την πίεσή τους αποκλείοντας εντελώς όλα τα λιμάνια της Παλαιάς Ελλάδας, με συνέπεια να σημειωθούν δραματικές ελλείψεις σε τρόφιμα και βασικά εφόδια. Ηταν η σειρά των αντιβενιζελικών να κατηγορήσουν τους αντιπάλους τους για «εθνική προδοσία», αφού εξαιτίας τους οι δυνάμεις της Αντάντ με τον ναυτικό αποκλεισμό των ελληνικών λιμανιών έμπρακτα αμφισβητούσαν την ελληνική εθνική κυριαρχία.
Η σημαντική πτώση του βιοτικού επιπέδου των κατοίκων της Παλαιάς Ελλάδας λόγω του συμμαχικού αποκλεισμού που συνδυαζόταν με το αίσθημα «εθνικής ταπείνωσης» που δημιουργούσε η κατάλυση της ελληνικής κυριαρχίας είχε αποτέλεσμα τη μεταστροφή πολλών μικροϊδιοκτητών γης και μικροαστών που είχαν στηρίξει εκλογικά τον Βενιζέλο στις εκλογές του 1915. Η πολιτική ταύτιση αυτής της σημαντικής μερίδας των ψηφοφόρων της Παλαιάς Ελλάδας με τους φιλοβασιλικούς θα έβγαινε στην επιφάνεια στις επόμενες εκλογές που θα γίνονταν πέντε χρόνια αργότερα. Είναι αξιοσημείωτο ότι τον Δεκέμβριο του 1916 παρουσιάστηκαν για πρώτη φορά στην ελληνική ιστορία δημόσιες δηλώσεις μετανοίας, υπογεγραμμένες από πρώην βενιζελικούς, που δημοσιεύονταν στον Τύπο και αποκήρυτταν τον «προδότη» και «στασιαστή» Βενιζέλο.
Τον ίδιο μήνα, ο φανατισμός και οι διώξεις εναντίον των βενιζελικών έφτασαν στο αποκορύφωμά τους. Καθαιρέθηκαν οι δημοτικές αρχές της Αθήνας, της Πάτρας και άλλων πόλεων που πρόσκεινταν στους βενιζελικούς και διώχθηκαν οι βενιζελικοί δημόσιοι υπάλληλοι. Παράλληλα χιλιάδες άνθρωποι σε μικρές και μεγάλες πόλεις σε όλη την Ελλάδα συγκεντρώνονταν προκειμένου να αποκηρύξουν δημόσια τον Βενιζέλο. Στις εκδηλώσεις πρωτοστατούσαν o προκαθήμενος και πολλοί επίσκοποι της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος (η oποία ήταν ένα από τα ισχυρότερα στηρίγματα του βασιλιά σε όλη τη διάρκεια του Διχασμού). Σε αυτή την, κατά τον ιστορικό Γιώργο Μαυρογορδάτο, «έκρηξη θρησκόληπτης μισαλλοδοξίας» διακηρυσσόταν o «αναθεματισμός» του «πουλημένου προδότη Βενιζέλου», για τον οποίο γινόταν παράκληση στον Θεό «όπως ενσκήψωσι οι πληγές του Ιώβ», «η λέπρα του Ιεχωβά», «οι κεραυνοί της κολάσεως», ενώ όσοι τον ψήφιζαν στις επόμενες εκλογές έγινε έκκληση να «μαραθώσιν αι χέραι, τυφλωθώσιν οι οφθαλμοί και κωφαθώσι τα ώτα τους».
Η επιστροφή του Βενιζέλου στην εξουσία
Η δημιουργία, με τη βοήθεια της Γερμανίας, αντάρτικων σωμάτων που πολέμησαν εναντίον των Συμμάχων στη Βόρεια Ελλάδα, την άνοιξη του 1917, ήταν η τελευταία κίνηση του Κωνσταντίνου, αφού στις 11 Ιουνίου τελεσίγραφο της Αντάντ τον καλούσε να «αποσυρθεί» (χωρίς να παραιτηθεί) από το θρόνο και από την Ελλάδα και να αφήσει το θρόνο στον δευτερότοκο γιο του Αλέξανδρο. Πράγματι ο Κωνσταντίνος, προκειμένου να μην μπει η χώρα στην περιπέτεια ενός εκ των προτέρων χαμένου πολέμου με την Αντάντ, προτίμησε να φύγει κρυφά από την Ελλάδα ώστε να αποφευχθούν ταραχές υποστηρικτές του που πιθανότατα θα παρέμβαιναν βίαια για να τον εμποδίσουν διαδηλώνοντας ταυτόχρονα την αγανάκτησή τους για την «ωμή παρέμβαση» των συμμαχικών δυνάμεων.
Ο Βενιζέλος επέστρεψε στην Αθήνα με την πρόθεση να διενεργήσει άμεσα εκλογές, κάτι όμως που ήταν αδύνατο στο πλαίσιο της εμπόλεμης κατάστασης στην οποία ήταν η χώρα. Ταυτόχρονα όμως δεν ήταν δυνατόν να δεχτεί ο Βενιζέλος να συγκυβερνήσει με την αντιβενιζελική Βουλή που είχε προκύψει ύστερα από τις εκλογές του 1915 (από τις οποίες η παράταξή του απείχε). Ετσι κατέφυγε σε μια λύση συνταγματικά αμφιλεγόμενη. Συγκεκριμένα με το βασιλικό διάταγμα της 29ης Ιουνίου 1917, ανακάλεσε προγενέστερο βασιλικό διάταγμα 1915 περί διαλύσεως της προηγούμενης Βουλής και προκηρύξεως νέων εκλογών, γιατί θεωρήθηκε ότι το διάταγμα του 1915 για τη διάλυση της Βουλής εκείνης εκδόθηκε παρά το Σύνταγμα. Ταυτόχρονα καλούσε σε δεύτερη τακτική σύνοδο την «αναστηθείσα» Βουλή του 1915, για τις 12 Ιουλίου του 1917, η οποία έμεινε γνωστή ως η «Βουλή των Λαζάρων».
Παράλληλα, ο Βενιζέλος εξόρισε 30 σημαντικές αντιβενιζελικές προσωπικότητες (ανάμεσά τους και ο Γούναρης) και προέβη σε εκκαθαρίσεις των αντιβενιζελικών στις κρατικές υπηρεσίες, στη Δικαιοσύνη και στην Εκκλησία. Πιο σημαντικές απ' όλες ήταν οι εκκαθαρίσεις στους αξιωματικούς του στρατού με σοβαρές μελλοντικές συνέπειες στην ελληνική πολιτική κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου, οπότε κάθε αντίπαλο στρατόπεδο, όταν έπαιρνε την εξουσία, εκκαθάριζε το σώμα των αξιωματικών από βενιζελικούς ή βασιλικούς ανάλογα με την περίπτωση. Μόλις ο Βενιζέλος απέκτησε τον έλεγχο της χώρας, διέθεσε 9 μεραρχίες στο μακεδονικό μέτωπο και με μια αποφασιστική επίθεση, τον Σεπτέμβριο του 1918, συνετρίβησαν οι αντίπαλες αυστριακές, γερμανικές και βουλγαρικές δυνάμεις, με τον ελληνικό στρατό να συμβάλλει αποφασιστικά στη νίκη των συμμαχικών δυνάμεων.
Κατά τις έντονες διαπραγματεύσεις που ακολούθησαν τον Μεγάλο Πόλεμο, o Βενιζέλος κατοχύρωσε με τη Συνθήκη του Νεϊγύ, το 1919, την ελληνική κυριαρχία στη Δυτική Θράκη, ενώ πολύ μεγαλύτερα ήταν για την Ελλάδα τα κέρδη από τη Συνθήκη των Σεβρών, το 1920, με την οποία ουσιαστικά διαλυόταν η Οθωμανική Αυτοκρατορία. Πέρα από την παραχώρηση της Ανατολικής Θράκης στην Ελλάδα, αποφασίστηκε ότι η περιοχή της Σμύρνης θα περνούσε στην ελληνική κυριαρχία, αν αποφάσιζε έτσι ο πληθυσμός της στο δημοψήφισμα που θα ακολουθούσε ύστερα από πέντε χρόνια. Αν και οι χριστιανοί μειοψηφούσαν στην περιοχή της Σμύρνης, ο Βενιζέλος πίστευε ότι χριστιανοί από την υπόλοιπη Μικρά Ασία θα συνέρρεαν στην υπό ελληνική διοίκηση εδαφική επικράτεια έτσι ώστε σύντομα να άλλαζαν τα δημογραφικά δεδομένα της περιοχής υπέρ της Ελλάδας.
Παράλληλα, ο Βενιζέλος έλαβε την εντολή από τους Συμμάχους να προελάσει o ελληνικός στρατός στη Μικρά Ασία έτσι ώστε να είναι προστατευμένες οι μικρές βρετανικές δυνάμεις που έλεγχαν τα Στενά από το σταθερά ενισχυόμενο αντάρτικο κίνημα του Κεμάλ Ατατούρκ που δεν αναγνώριζε την εξουσία του σουλτάνου (ο οποίος ήταν πρόθυμος να δεχθεί τη Συμφωνία των Σεβρών αρκεί να διατηρηθούν τα προνόμιά του). Ετσι, τα ελληνικά στρατεύματα άρχισαν να προελαύνουν στην ημιάναρχη Οθωμανική Αυτοκρατορία η οποία μαστιζόταν από τον εμφύλιο πόλεμο μεταξύ του σουλτάνου και των κεμαλιστών.
Το πρόσχημα για την τρίχρονη μικρασιατική εκστρατεία που άρχιζε ο ελληνικός στρατός ήταν η αποκατάσταση της ειρήνης και της τάξης, στην ουσία δηλαδή η επιβολή των της Αντάντ επί των ηττηθέντων Τούρκων. Ο ελληνικός στρατός έγινε δεκτός με πανηγυρισμούς από τους Ελληνες και τους Αρμένιους της Μικράς Ασίας αφού πρόσφατη ήταν η εμπειρία της κακομεταχείρισης των χριστιανικών πληθυσμών μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους.
Αν και πρόθεση του Βενιζέλου ήταν η καλή διοίκηση, η ισονομία και η επίδειξη της ικανότητας των Ελλήνων να διοικήσουν αποτελεσματικά «αλλοφύλους», η απόβαση του ελληνικού στρατού στην ασιατική ήπειρο έγινε αντιληπτή ως «εισβολή» από τη μεριά των Τούρκων εθνικιστών που οργανώνονταν υπό τον Κεμάλ. Η νέα Τουρκία έβλεπε τους Ελληνες ως όργανο του ευρωπαϊκού αποικιοκρατικού ιμπεριαλισμού και άρχισε να προετοιμάζεται για τον εθνικοαπελευθερωτικό πόλεμο που θα έδιωχνε τους «κατακτητές» από την πατρίδα τους.
ΜΕΓΑΛΕΣ ΔΙΚΕΣ: ΟΙ ΔΙΚΗ ΤΩΝ ΕΞΙ
