Σάββατο, Δεκεμβρίου 14, 2024

Η ΑΡΧΑΙΟΚΑΠΗΛΙΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

 Του Πάνου Σόμπολου 

Πώς έγδυσαν το μουσείο της Αρχαίας Κορίνθου

To έγκλημα της αρχαιοκαπηλίας ανθεί στην Ελλάδα όσο σε καμιά άλλη χώρα του κόσμου. Και είναι φυσικό να ανθεί εδώ για τον απλούστατο λόγο ότι σχεδόν σε κάθε σημείο της χώρας μας υπάρχει κι ένας αρχαιολογικός χώρος με αρχαία αντικείμενα και θησαυρούς. Πολυπρόσωπα κυκλώματα, τα οποία το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι το πώς θα κερδίσουν περισσότερα χρήματα, βάζουν στο μάτι και ρημάζουν τα ελληνικά μουσεία και ξεπουλάνε τις αρχαιότητές μας, που είναι η ιστορία και η οντότητα της φυλής μας. Τις ξεπουλάνε σε πλούσιους και επώνυμους, σε εμπόρους τέχνης και σε μουσεία, μέσω των γνωστών γκαλερί.

Σ' όποιο μήκος και πλάτος του κόσμου κι αν ψάξει κανείς, θα βρει σίγουρα ένα κομμάτι, ένα δείγμα της αρχαίας ελληνικής δημιουργίας. οι διωκτικές αρχές έχουν εξαρθρώσει πάμπολλες συμμορίες αρχαιοκαπήλων και έχουν συλλάβει τρανταχτά ονόματα εμπλεκομένων, Ελλήνων και αλλοδαπών, ενώ έχουν κατασχέσει και παραδώσει στο Υπουργείο Πολιτισμού αμύθητης αξίας αρχαιολογικούς θησαυρούς.

Στη μακροχρόνια δημοσιογραφική μου σταδιοδρομία έχω ασχοληθεί με μεγάλο αριθμό υποθέσεων αρχαιοκαπηλίας. Για κάποιες από αυτές κάναμε ρεπορτάζ για μέρες κι εβδομάδες, λόγω της εξαιρετικής σημασίας που παρουσίαζαν οι αρχαιολογικοί θησαυροί που είχαν βάλει στο χέρι οι αρχαιοκάπηλοι.

Είναι αδύνατο να ασχοληθώ σ' ένα κεφάλαιο με πολλές ή με όλες τις μεγάλες υποθέσεις αρχαιοκαπηλίας. Για την παρουσίασή τους απαιτούνται ολόκληρα βιβλία κι όχι μόνο ένα. Θα περιοριστώ στην παρουσίαση της λεηλασίας του μουσείου στην Αρχαία Κόρινθο, που είχε χαρακτηριστεί τότε ως η μεγαλύτερη αρχαιοκαπηλία του αιώνα στη χώρα μας, καθώς και σε μερικές άλλες, αλλά σε περιορισμένη έκταση.

Και δικαίως χαρακτηρίστηκε ως η αρχαιοκαπηλία του αιώνα, δεδομένου ότι οι τέσσερις αρχαιοκάπηλοι είχαν αρπάξει συνολικά 271 έργα τεράστιας αρχαιολογικής αξίας, αφού έδεσαν χειροπόδαρα και κακοποίησαν βάναυσα τον νυχτοφύλακα, και μάλιστα είχαν αφαιρέσει και το ποσό του 1.000.000 δραχμών, που προοριζόταν για τη μισθοδοσία του προσωπικού του μουσείου.

Ευτυχώς η υπόθεση είχε αίσιο τέλος καθώς όλος αυτός ο θησαυρός - εννοείται όχι τα χρήματα - , περίπου δέκα χρόνια μετά, εντοπίστηκε στο Μαϊάμι από την Ελληνική Αστυνομία σε συνεργασία με το FBI. Οι αστυνομικοί πρόλαβαν την εκποίησή τους την τελευταία στιγμή. Ήδη πέντε-έξι αντικείμενα είχαν εκτεθεί στον πασίγνωστο οίκο δημοπρασιών Christie's στη Νέα Υόρκη και τα είχε αγοράσει Αμερικανός αρχαιολάτρης, ο οποίος όταν διαπίστωσε ότι ήταν προϊόντα αρχαιοκαπηλίας και μάλιστα από μουσείο, ενημέρωσε το FBI και τα παρέδωσε, αφού προηγήθηκαν οι νόμιμες διαδικασίες. Μετά την ανεύρεση του θησαυρού στο Μαϊάμι, η αστυνομία είχε ανακοινώσει τα ονόματα των τεσσάρων εμπλεκομένων στην πολύκροτη υπόθεση, από τους οποίους οι δύο είχαν συλληφθεί στην Αθήνα και οι άλλοι δύο διέφευγαν τη σύλληψη στη Βενεζουέλα και είχαν εκδοθεί διεθνή εντάλματα σύλληψης.

Στα δέκα χρόνια που μεσολάβησαν από τη λεηλασία ως την ανεύρεση, είχαμε ασχοληθεί πολλές φορές με τη συγκεκριμένη υπόθεση καθώς παρουσίαζε ιδιαίτερο ενδιαφέρον, αλλά και για τον λόγο ότι επρόκειτο για πολύτιμους ιστορικούς θησαυρούς της φυλής μας.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή για να φτάσουμε στη συνέχεια στην ευτυχή κατάληξη της υπόθεσης. Εκείνη την εποχή εργαζόμουν στο Έθνος και στην ΕΡΤ και τα ρεπορτάζ μου ήταν αναλυτικά κι έτσι θα τα παρουσιάσω κι εδώ στο συγκεκριμένο κεφάλαιο.


Η εισβολή στο μουσείο

Είναι Μεγάλη Πέμπτη, 12 Απριλίου 1990, ώρα 3 τα ξημερώματα: δύο από τους τέσσερις κακοποιούς, που πέρασαν τον περιφραγμένο εξωτερικό χώρο, ακινητοποιούν τον μοναδικό νυχτοφύλακα Φάνη Κακούρη και τον κακοποιούν βάναυσα.

Όπως είναι φυσικό, o Κακούρης αιφνιδιάζεται. Δεν είχε αντιληφθεί το πέρασμά τους στον εσωτερικό περίβολο και προσπαθεί να αντιδράσει. Βρίσκεται μπροστά στη μανία των αδίστακτων αρχαιοκαπήλων, οι οποίοι δεν ορρωδούν προ ουδενός και εξουδετερώνουν καθετί ικανό να σταθεί εμπόδιο στην επίτευξη του εγκληματικού τους έργου. Τον ρίχνουν κάτω και τον χτυπούν με κάποιο σκληρό αντικείμενο που κρατούσαν, καθώς και με γροθιές και κλοτσιές. Τον φιμώνουν μ' ένα τσιρότο και του δένουν τα χέρια και τα πόδια με ειδικό σχοινί ώστε να μην μπορέσει να λυθεί σε περίπτωση που το επιχειρούσε. Τον αφήνουν αιμόφυρτο σ' ένα δρομάκι, έξω από το κτίριο του μουσείου και συνεχίζουν σύμφωνα με το σχέδιο που είχαν καταστρώσει.

Αμέσως μετά μπάζουν το φορτηγό από την πίσω πλευρά του περίβολου και το πλησιάζουν στο κτίριο για να μπορούν να φορτώσουν πιο άνετα τους θησαυρούς. οι επόμενες κινήσεις τους ήταν να κατευθυνθούν προς την κεντρική είσοδο του κτιρίου του μουσείου και να προσπαθήσουν να την παραβιάσουν με τρυπάνια, καλέμια, λοστάρια και διάφορα άλλα σύνεργα. Συναντούν όμως μεγάλη δυσκολία. Το κοπίδι του τρυπανιού τους έσπασε σε δύο σημεία και με το λοστάρι που χρησιμοποίησαν κατόπιν, δεν κατάφεραν να ανοίξουν την κεντρική είσοδο. Είχαν προβλέψει ακόμα κι αυτό το ενδεχόμενο! Βγάζουν από το φορτηγό τη σκάλα που είχαν μαζί τους και κατευθύνονται προς τη νότια πλευρά του μουσείου για να μπορέσουν να περάσουν από το αίθριο στο εσωτερικό που φυλάσσονται οι ελληνικές συλλογές.

Η σκάλα που χρησιμοποιούν τους βοηθάει ν' ανέβουν στη στέγη του μουσείου. Περπατούν πάνω στα κεραμίδια προς τη βόρεια πλευρά και φτάνουν στην άλλη άκρη, σ' έναν μαντρότοιχο όπου υπήρχε μια άλλη σκάλα του μουσείου, και απ' αυτήν κατέβηκαν στην κεντρική αυλή που την ονομάζουν «αίθριο».

Περνούν στον διάδρομο αλλά βρίσκονται μπροστά σε μια άλλη σιδερόπορτα που τους εμποδίζει να εισέλθουν στις αίθουσες. Σπάζουν τα τζάμια και βάζουν από μέσα το χέρι για να τραβήξουν τον σύρτη. Ήταν όμως αρκετά καλά ασφαλισμένη και δεν τα καταφέρνουν. Αναγκάζονται να χρησιμοποιήσουν και πάλι το τρυπάνι και τα καλέμια τους. Αλλά και πάλι το κοπίδι του τρυπανιού τους σπάει και μένει μέσα στην κλειδαριά που το είχαν χώσει. Θα πρέπει να δυσκολεύτηκαν πάρα πολύ σ' αυτή τη φάση. Αλλά δεν γινόταν αλλιώς. Ήταν η μόνη δυνατή διέξοδος από την οποία θα μπορούσαν να περάσουν στο εσωτερικό του μουσείου όπου υπήρχαν οι θησαυροί που είχαν βάλει στο μάτι. Βλέπετε, γνώριζαν πολύ καλά τι ζητούσαν.

Καταφέρνουν, τελικά, να κάμψουν τη σιδεριά που υπήρχε στην κλειδαριά και αφού την ανασηκώνουν με το λοστάρι, πετυχαίνουν να την ανοίξουν και να περάσουν στο εσωτερικό. Η πρώτη τους ενέργεια, όπως προκύπτει από την αυτοψία των αστυνομικών της Ασφάλειας, ήταν ν' αρπάξουν από τις βάσεις τους τη μαρμάρινη κεφαλή του Κούρου που ήταν, κατά τους αρχαιολόγους, ο σπουδαιότερος από τους θησαυρούς που ρήμαξαν, καθώς και άλλα μαρμάρινα αντικείμενα. Πέρασαν και στους άλλους χώρους του μουσείου και σήκωσαν ό,τι πιο πολύτιμο υπήρχε. Επίσης άνοιξαν και το ταμείο όπου φυλάσσονταν τα χρήματα για τη μισθοδοσία του προσωπικού και οι εισπράξεις της ημέρας του μουσείου, δηλαδή περίπου 1.000.000 δρχ.

Ακολουθεί νέα προσπάθεια να σπάσουν την κεντρική είσοδο του μουσείου, αυτή τη φορά από τη μέσα πλευρά, για να μπορέσουν να περάσουν τα κλοπιμαία στο φορτηγό τους. Είναι η ίδια πόρτα που δεν μπόρεσαν να σπάσουν από την εξωτερική πλευρά.

Αλλά και πάλι δεν τα καταφέρνουν. Τους έμειναν μέσα στις κλειδαριές τα κατσαβίδια και τα τρυπάνια, που τα βρήκαν αργότερα οι αστυνομικοί. Μπροστά σ' αυτή την κατάσταση ακολουθούν το ίδιο δρομολόγιο για τη μεταφορά των αγαλμάτων και των άλλων θησαυρών. Με πολλές δυσκολίες μπόρεσαν και τα μετέφεραν στο φορτηγό, με το οποίο και εξαφανίστηκαν χωρίς να τους αντιληφθεί κανείς.

Δέκα λεπτά πριν από τις 7 το πρωί, όταν o φύλακας Γιώργος Σοφός πήγε να αναλάβει πρωινή βάρδια, βρέθηκε μπροστά στον βαρύτατα τραυματισμένο συνάδελφό του Κακούρη, ο οποίος βογκούσε συνέχεια για να μπορέσει να τον αντιληφθεί αφού ήταν δεμένος και φιμωμένος.

Ο αρχαιοφύλακας Κακούρης διακομίστηκε στο νοσοκομείο της Κορίνθου όπου του παρασχέθηκαν οι πρώτες βοήθειες.

Επειδή όμως η κατάστασή του ήταν σοβαρή, οι γιατροί αποφάσισαν να διακομιστεί στον Ευαγγελισμό στην Αθήνα.

Είχα μιλήσει μαζί του στο νοσοκομείο και μου περιέγραψε την κατάσταση της εισβολής των κακοποιών και της κακοποίησής του, για την οποία κακοποίηση οι γιατροί μου είχαν πει ότι «έφερε κάταγμα στο κρανίο, στην κάτω γνάθο, είχε τέσσερα πλευρά σπασμένα, κακώσεις στο πρόσωπο και σε διάφορα άλλα σημεία του σώματός του». Θυμάμαι ότι είχα συναντήσει στο νοσοκομείο τη σύζυγό του Μαρίνα και τα παιδιά του Βασίλη και Ευαγγελία, που ήταν όλες τις μέρες στο πλευρό του και του έδιναν κουράγιο και δύναμη.

Ακολουθεί γιγαντιαία κινητοποίηση των διωκτικών αρχών. Οι αστυνομικοί έστηναν μπλόκα στα σύνορα και σε όλους τους σταθμούς εξόδου της χώρας, σε μια προσπάθεια να εμποδίσουν τη φυγάδευση των αρχαιολογικών θησαυρών. Αντίστοιχες προσπάθειες έκανε και το Λιμενικό Σώμα. Είχε κινητοποιήσει πλωτά σκάφη που περιπολούσαν από τη μια άκρη του Ιονίου ως την άλλη για εντοπισμό «ύποπτης» θαλαμηγού που πιθανό να μεταφέρει τους θησαυρούς στην Ιταλία ή σε άλλη ευρωπαϊκή χώρα.

Παράλληλα ενημερώθηκαν αμέσως με αναλυτικά σήματα η Ιντερπόλ και οι άλλες αστυνομίες στην Ευρώπη και την Αμερική για τη λεηλασία του μουσείου της Αρχαίας Κορίνθου, ενώ με το θέμα ασχολήθηκαν διεξοδικά τα μεγαλύτερα μέσα ενημέρωσης του κόσμου.

Και ενώ τα χρόνια περνούσαν και τα αποτελέσματα των ερευνών ήταν αρνητικά, στους αρχαιολόγους και στους ανθρώπους του Υπουργείου Πολιτισμού εδραιώθηκε η πεποίθηση ότι είναι αμφίβολη πλέον η ανεύρεση του θησαυρού και δεν έκρυψαν την απογοήτευσή τους.

Όμως κοντά στα δέκα χρόνια κάτι άρχισε να διαφαίνεται, πράγμα που χαροποίησε τους πάντες. Η Ασφάλεια, όπως μου είχε πει τότε ο Γιώργος Τζάλλας, ανώτερος αξιωματικός της Δίωξης Αρχαιοκαπηλίας, παίρνει μια πληροφορία ότι πίσω από την υπόθεση κρύβεται κάποιος που το μικρό του όνομα είναι Τρύφωνας, κατάγεται από τη Λακωνία κι έχει σχέση με τη Βενεζουέλα. Ενημερώνεται αμέσως το FBI.

Κατ' άλλη πληροφορία, έγινε ακριβώς το αντίθετο, ότι δηλαδή το FBI βρήκε άκρη κι ενημέρωσε την Ελληνική Αστυνομία. Όπως κι αν έχει το πράγμα, σημασία έχει το γεγονός ότι άρχισε να ξετυλίγεται το κουβάρι του νήματος και να φτάνουν στο αίσιο αποτέλεσμα που ήταν: ο εντοπισμός των θησαυρών και οι συλλήψεις των αρχαιοκαπήλων.

Έτσι φτάνουμε στις 14 Σεπτεμβρίου 1999, μια ημερομηνία που η Ασφάλεια Αττικής ανακοινώνει πανηγυρικά την ανεύρεση των κλαπέντων από το μουσείο. Είχε εκδοθεί τότε σχετική ανακοίνωση που ανέφερε μεταξύ των άλλων:

«Στο Μαϊάμι, ΗΠΑ, από κλιμάκιο αστυνομικών του Τμήματος Δίωξης Αρχαιοκαπηλίας της Ασφάλειας Αττικής, σε συνεργασία με ειδικούς πράκτορες του FBI της Νέας Υόρκης και του Μαϊάμι, σε χώρο όπου υπάρχουν πολλές αποθήκες, βρέθηκαν σε μία από αυτές και κατασχέθηκαν: δώδεκα πλαστικά κιβώτια, σφραγισμένα με ισχυρή κολλητική ταινία, τα οποία περιείχαν τα αρχαία αντικείμενα, τα οποία είχαν κλαπεί τις νυχτερινές ώρες της 11-12.4.1990 από άγνωστους δράστες από το μουσείο της Αρχαίας Κορίνθου. Τα κατασχεθέντα αντικείμενα στη συνέχεια μεταφέρθηκαν στα γραφεία του FBI της Νέας Υόρκης, όπου αποσυσκευάστηκαν και ακολούθως εξετάστηκαν και ταυτίστηκαν από την επιμελήτρια αρχαιοτήτων της Αρχαίας Κορίνθου κυρία Ασλαματζίδου Ζωή».

Τέσσερις μήνες αργότερα, και συγκεκριμένα στις 28 Ιανουαρίου 2000, έχουμε νέες ανακοινώσεις της Ασφάλειας για την πλήρη εξιχνίαση της υπόθεσης. Συγκεκριμένα ανακοινώνεται ότι οι συντονισμένες ενέργειες της Ελληνικής Αστυνομίας, σε συνεργασία με ειδικούς πράκτορες του FBI, είχαν ως αποτέλεσμα να φτάσουν στους δράστες της λεηλασίας.

Συνέλαβαν δύο από αυτούς στην Αθήνα, ενώ αναζητούνται άλλοι δύο που βρίσκονται στο εξωτερικό. Στην ανακοίνωση της Ελληνικής Αστυνομίας αναφέρθηκαν και ονόματα των συλληφθέντων και των καταζητουμένων που φέρονταν ως αρχαιοκάπηλοι. Εκτός από τη ληστεία και την αρχαιοκαπηλία στην Αρχαία Κόρινθο, οι δράστες κατηγορήθηκαν και για άλλα αδικήματα όπως οπλοφορία, οπλοκατοχή, παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών και άλλα.

Σε έρευνα στα σπίτια των δύο συλληφθέντων στον Άγιο Δημήτριο Αττικής, στη Δάφνη και την Αρτέμιδα είχαν βρεθεί ένα υποπολυβόλο, πιστόλια, φυσίγγια, κυνηγετικά όπλα, μικροποσότητα κοκαΐνης, δύο πλαστικά βαρέλια γεμάτα με ακατέργαστο χασίς (φούντα), σφραγίδες διαφόρων δημοσίων υπηρεσιών, οι κωδικοί των ασυρμάτων της Άμεσης Δράσης, πήλινα αρχαία αντικείμενα, στόμια ενάλιων αμφορέων και διάφορα άλλα αντικείμενα.

Τότε είχαν πιάσει και μια 45χρονη, φίλη του ενός από τους συλληφθέντες, αλλά δεν είχε κατηγορηθεί για την αρχαιοκαπηλία. Δεν είχε καμιά ανάμειξη σ' αυτήν. Ήταν για άλλο αδίκημα.

Οι συλληφθέντες, μετά την άσκηση ποινικών διώξεων σε βάρος τους, οδηγήθηκαν στην Κόρινθο, και συγκεκριμένα στον τακτικό ανακριτή του δεύτερου τμήματος, ο οποίος διενεργούσε την κύρια ανάκριση για τη μεγάλη υπόθεση της αρχαιοκαπηλίας και της ληστείας.


Το μουσείο της Αρχαίας Ολυμπίας

Στόχος των αδίστακτων αρχαιοκαπήλων έγινε και το Μουσείο Ιστορίας των Ολυμπιακών Αγώνων στην Αρχαία Ολυμπία (παλαιό μουσείο). Οι δράστες ήταν δύο και οπωσδήποτε έδρασαν βάσει σχεδίου, αρπάζοντας 77 αρχαία αντικείμενα που αποτελούν θησαυρούς ανεκτίμητης αξίας.

Η αρπαγή έγινε στις 7.30 το πρωί της Παρασκευής 17 Φεβρουαρίου 2012. οι δύο οπλοφόροι εισέβαλαν στο μουσείο και ακινητοποίησαν τη φύλακα που ήταν μόνη της εκείνη την ώρα.

«Πού είναι τα χρυσά, σε ποια προθήκη;» της είπαν επιτακτικά. Τρομοκρατημένη από τον αιφνιδιασμό, η γυναίκα τους απάντησε ότι «δεν υπάρχουν χρυσά εδώ».

Εκείνοι άρχισαν να σπάνε τις προθήκες και να αρπάζουν ότι έβρισκαν μπροστά τους από τα αρχαία αντικείμενα, τα οποία έβαζαν σε τσάντες. Φορτωμένοι με τους θησαυρούς του Μουσείου Ιστορίας των Ολυμπιακών Αγώνων, οι θρασύτατοι αρχαιοκάπηλοι καταφέρνουν να εξαφανιστούν.

Ενημερώνονται η Ελληνική Αστυνομία και το Υπουργείο Πολιτισμού για την αρπαγή των αρχαίων αντικειμένων. Αμέσως σήμανε συναγερμός σε όλα τα επίπεδα. Κλιμάκια εξειδικευμένων αξιωματικών και προσωπικού της Ασφάλειας Αττικής, καθώς και συνεργεία εξερευνητών και επιστημόνων των εγκληματολογικών εργαστηρίων φεύγουν από την Αθήνα και πάνε στην Αρχαία Ολυμπία, όπου επιδίδονται σε επισταμένες έρευνες.

Σύμφωνα με το αρχηγείο της Ελληνικής Αστυνομίας, o ευρύτερος χώρος του παλαιού μουσείου αποκλείστηκε περιμετρικά από αστυνομικές δυνάμεις, ενώ διενεργήθηκαν εκτεταμένες αστυνομικές αναζητήσεις για τον εντοπισμό και τη σύλληψη των αρχαιοκαπήλων. Δυστυχώς τα αποτελέσματα αυτών των ερευνών δεν απέδωσαν θετικά αποτελέσματα και συνεχίστηκαν και το επόμενο χρονικό διάστημα σε μια προσπάθεια των αρχών να φτάσουν στα ίχνη των δραστών.

Τρεις μέρες αργότερα, το Υπουργείο Πολιτισμού και το Αρχηγείο της Ελληνικής Αστυνομίας, σε κοινή ανακοίνωση που εξέδωσαν, ανέφεραν αναλυτικά τους 77 κλαπέντες θησαυρούς. Έδωσαν μάλιστα και φωτογραφίες τους, καθώς και τηλέφωνα των αρμόδιων υπηρεσιών, καλώντας τους πολίτες να αναφέρουν οποιαδήποτε πληροφορία για τους δράστες και τα αντικείμενα.

Ανάμεσα στα άλλα αφαίρεσαν: δεκατρείς πήλινους λύχνους, από τους οποίους o ένας είναι αρχαϊκών χρόνων- μία αττική ερυθρόμορφη λήκυθο από τη Ρόδο του 5ου αιώνα π.Χ., χάλκινο ειδώλιο νέου με θυρεατικό στεφάνι, χρυσό σφραγιστικό δακτυλίδι από την Άνθεια Μεσσηνίας του 1401) αιώνα π.Χ., ένδεκα χάλκινοι τροχοί γεωμετρικών χρόνων (8ος αιώνας π.χ.), πέντε χάλκινοι τρίποδες πολλά χάλκινα ειδώλια Ηνιόχου και Ίππου γεωμετρικών χρόνων, χάλκινη κεφαλή νέου και διάφορα άλλα αρχαία αντικείμενα.

Υπουργός Πολιτισμού ήταν εκείνη την εποχή o Παύλος Γερουλάνος, o οποίος μετά την ανακοίνωση της αρπαγής των θησαυρών από το Μουσείο Ιστορίας των Ολυμπιακών Αγώνων στην Αρχαία Ολυμπία πήγε στον πρωθυπουργό Γιώργο Παπανδρέου και υπέβαλε την παραίτησή του για λόγους ευθιξίας. Ανακοινώθηκε αργότερα ότι o πρωθυπουργός δεν έκανε δεκτή την παραίτηση του υπουργού του.


O αρχαιολογικός χώρος του Ραμνούντα

Επιδρομή αρχαιοκαπήλων είχαμε και στον αρχαιολογικό χώρο του Ραμνούντα Αττικής, από τρεις δράστες τουλάχιστον. Ευτυχώς αυτή η υπόθεση είχε θετική κατάληξη για την εθνική μας κληρονομιά.

H αρπαγή έγινε κάτω από τις εξής συνθήκες: ώρα 6 το απόγευμα της 15ης Φεβρουαρίου 1997, οι αρχαιοκάπηλοι εισήλθαν στον αρχαιολογικό χώρο του Ραμνούντα και αφού εξουδετέρωσαν τον φύλακα αρχαιοτήτων, σύμφωνα με τα στοιχεία που μας είχαν δώσει τότε οι αρχαιολόγοι, αφαίρεσαν: μία επιτύμβια στήλη με αέτωμα, ύψους 1,23 μ., πλάτους 0,39-0,42 μ. και πάχους 0,10 μ., από πεντελικό μάρμαρο, στην οποία εικονίζεται σε ανάγλυφο έφηβος με ιμάτιο, που στρέφει το κεφάλι δεξιά και κοιτάζει ένα σκυλάκι που στηρίζεται στα πίσω πόδια του. Τα εμπρός πόδια του σκυλιού ακουμπούν στον μηρό του νέου, o οποίος του δείχνει ένα πουλί, που το κρατάει με το δεξί χέρι. H στήλη αυτή είναι του 4ου αιώνα π.Χ. Ένα επιτύμβιο άγαλμα από πεντελικό μάρμαρο, ύψους 1,40 μ. που χαρακτηρίζεται μοναδικό και σπάνιο στη μορφή του. Σ' αυτό εικονίζεται νεαρή δούλη να φοράει πέπλο, ζωσμένο κάτω από το στήθος με ταινία, η οποία περνάει από τους ώμους και διασταυρώνεται στη ράχη. Φέρει στο κεφάλι κρήδεμνο, που αφήνει ακάλυπτα τα αυτιά, και με τα δύο χέρια κρατάει το υποπόδιο της κυρίας της. κι αυτό τρ άγαλμα είναι του 4ου αιώνα π.Χ.

Η κινητοποίηση της Ασφάλειας Αττικής και των άλλων αστυνομικών υπηρεσιών δεν είχαν άμεσα αποτελέσματα. Ωστόσο οι έρευνες συνεχίστηκαν αργότερα για πολύ καιρό.

Περίπου δύο χρόνια μετά την αρπαγή, το Τμήμα Δίωξης Αρχαιοκαπηλίας παίρνει μια πληροφορία σύμφωνα με την οποία κάποια άτομα, ένας με το όνομα Σπύρος, 40 χρόνων περίπου, οικοδόμος, ένας Χρήστος, 60 χρόνων περίπου, αγρότης, κι ένας Παναγιώτης, 50 χρόνων περίπου, που έχει σκαπτικά μηχανήματα στα Μεσόγεια, κατέχουν αρχαία και ψάχνουν αγοραστές. Η ίδια πληροφορία ανέφερε ότι αυτοί θα πρέπει να έχουν και τα αρχαία από τον Ραμνούντα, τα οποία έχουν θάψει στην περιοχή Δροσιά της Αττικής με τα μηχανήματα του Παναγιώτη.

Σε άλλη φάση οι αστυνομικοί συμπεραίνουν από τις πληροφορίες και τις έρευνες ότι τα αντικείμενα πρόκειται να φυγαδευτούν τις επόμενες μέρες στο εξωτερικό προς πώληση στην ιαπωνική ή στην αραβική αγορά, αφού φορτωθούν σε νταλίκα που φέρει γερμανικές πινακίδες κυκλοφορίας. Οι αστυνομικοί καταφέρνουν να αξιοποιήσουν αυτές τις πληροφορίες και με μεθοδικές κινήσεις στις 14 Ιανουαρίου 1999 εντοπίζουν και συλλαμβάνουν τους τρεις αρχαιοκάπηλους και βρίσκουν και τα αρχαία.

Το άγαλμα το είχαν θαμμένο στην περιοχή Κουκουναριές της Σταμάτας Αττικής μέσα σε αγρόκτημα με ελιές, ενώ την επιτύμβια στήλη την είχαν κρύψει σε πυκνό αλσύλλιο στην περιοχή Ροδόπολη Αττικής. Σε έρευνα που έγινε στο σπίτι του ενός από τους συλληφθέντες βρέθηκε, όπως μας είπε η αρχαιολόγος, μία μαρμάρινη ανθεμωτή επίστεψη επιτύμβιας στήλης, διαστάσεων 0,77x0,46 μ. χρονολογούμενη στον 4ο αιώνα π.Χ.


Άλλες αρπαγές αρχαίων

Θα αναφέρω επιγραμματικά κάποιες από τις πράξεις αρχαιοκαπηλίας που είχαν γίνει κατά καιρούς από μουσεία και διάφορους αρχαιολογικούς χώρους ανά την Ελλάδα. Ειδικότερα: από το μουσείο της Ακρόπολης το 1992 είχε αφαιρεθεί από προθήκη μικρή χάλκινη κεφαλή- από το μουσείο στο αρχαίο Θύρρειο της Βόνιτσας το 1989 είχαν κλαπεί μαρμάρινο ακέφαλο γυναικείο άγαλμα, ένα αγαλματίδιο Σφιγγός και μια μαρμάρινη γυναικεία κεφαλή, ενώ το 1985 είχαν κλαπεί τέσσερα πήλινα αγγεία, από το Αρχαιολογικό Μουσείο Ρόδου το 1989 είχαν κλαπεί χάλκινα αγαλματίδια από την Κω, πήλινα ανθρωπόμορφα ειδώλια από Τάφο της Ιαλυσού, μυκηναϊκά κοσμήματα και χρυσά κοσμήματα των κλασικών χρόνων- από τον αρχαιολογικό χώρο της Αρχαίας Ολύνθου Χαλκιδικής είχαν κλαπεί μια μαρμάρινη κεφαλή μικρού αγαλματιδίου, μια άλλη μαρμάρινη κεφαλή γυναικός ρωμαϊκών χρόνων και μια κεφαλή γενειοφόρου ανδρός από την αποθήκη του Αρχαιολογικού Μουσείου Θεσσαλονίκης οι δράστες άρπαξαν μια μαρμάρινη κεφαλή του Απόλλωνα.


Ο αρχαιοκάπηλος Γκέρικε

Θα ήταν παράλειψη μεγάλη αν, κλείνοντας το κεφάλαιο της αρχαιοκαπηλίας, δεν έκανα αναφορά σε έναν από τους μεγαλύτερους αρχαιοκάπηλους που πέρασαν ποτέ, κατά τη μεταπολεμική περίοδο, από τη χώρα μας. Το όνομά του είναι γνωστό σε όλες τις πιάτσες παράνομης αγοραπωλησίας αγαλμάτων και γενικά αρχαίων αντικειμένων, καθώς και σε όλα τα ευρωπαϊκά στέκια των αρχαιοκαπήλων. Αναφέρομαι στον πασίγνωστο και περιβόητο Γερμανό αρχαιοκάπηλο Στέφαν Γκέρικε, που γεννήθηκε το 1931 στην Ιάβα της Ινδονησίας. Τα περισσότερα χρόνια της ζωής του τα πέρασε εδώ στην Ελλάδα, δεδομένου ότι εδώ ήταν τα ενδιαφέροντά του.

Σε άλλες χώρες της Ευρώπης και της Ασίας «πήγαινε μόνο όταν ήθελε να σπρώξει την πραμάτεια του» όπως μου έλεγε χαρακτηριστικά ο αξιωματικός της Ασφάλειας και διώκτης των κακοποιών Κώστας Μαραγιάννης.

O ταξίαρχος Μανώλης Βασιλάκης, τότε διοικητής της Ασφάλειας Προαστίων, μου είχε πει για τον Γκέρικε:

«Είναι o μεγαλύτερος, o πιο αδίστακτος και επικίνδυνος αρχαιοκάπηλος με διεθνείς διασυνδέσεις και με μεγάλες καταθέσεις χρηματικών ποσών στην Ελβετία, στη Γερμανία, σε άλλες δυτικοευρωπαϊκές χώρες, καθώς και στην Αμερική».

Προσωπικά, έχω ασχοληθεί πολλές φορές με τον συγκεκριμένο κυνηγό αρχαίων αντικειμένων, κι έχω γράψει στις εφημερίδες πολλές σελίδες για τη δράση του και έκανα ρεπορτάζ στην τηλεόραση αρκετές ώρες.

Συλλαμβάνεται και μπαινοβγαίνει στις φυλακές από τη δεκαετία του 1960. Έχει σωρεία καταδικαστικών αποφάσεων σε βάρος του για παράβαση του νόμου περί αρχαιοτήτων και για άλλες εγκληματικές πράξεις.

Έχω μιλήσει μαζί του αλλά πάντα με απέφευγε. Όχι μόνο εμένα αλλά όλους τους δημοσιογράφους. Δεν ήθελε σχέσεις μαζί μας. Αυτό που θυμάμαι ήταν το ότι δεν μιλούσε πολύ. Αλλά και στους αστυνομικούς και στους ανακριτές, στη δικαιοσύνη, ήταν φειδωλός και ποτέ του δεν παραδεχόταν τα αδικήματά του, παρά το γεγονός ότι έβρισκαν στην κατοχή του κλοπιμαία.

Θα πρέπει να αναφέρω εδώ ότι ο Γκέρικε είναι βαθύς γνώστης των αρχαίων αντικειμένων. Και δεν τα γνώριζε εμπειρικά, όπως οι περισσότεροι αρχαιοκάπηλοι, αλλά είχε σπουδάσει οκτώ χρόνια αρχαιολογία στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου, με ειδίκευση στην Προϊστορία και τις Καλές Τέχνες. Επιπλέον είχε κάνει διδακτορική διατριβή για τρία χρόνια πάνω στα ίδια θέματα.

Με τον Γκέρικε θυμάμαι ότι είχαμε ασχοληθεί για πολλές μέρες τον Απρίλιο του 1979, όταν είχε συλληφθεί μαζί με άλλα 24 άτομα για μεγάλη υπόθεση αρχαιοκαπηλίας - είχαν ρημάξει τα Μεσόγεια - και για άλλες εγκληματικές ενέργειες.

Ήταν η γνωστή σπείρα, μέλη της οποίας μεταξύ των άλλων είχαν βγάλει από τη μέση για διαφορές τους τον 33χρονο λιθογράφο Βασίλη Ψαραδέλη στη Βάρη Αττικής. Πήραν το πτώμα του, το μετέφεραν στο Λαύριο και το πέταξαν σε ένα από τα πηγάδια των ελληνογαλλικών μεταλλείων βάθους 156 μέτρων, στην περιοχή Σιδερήνες της Καμάριζας. Εννοείται ότι δεν βρέθηκε ποτέ.

Να αναφέρω τέλος ότι όσοι ασχολούνταν στα Μεσόγεια και σε άλλες περιοχές με ανασκαφές και ανεύρεση αρχαίων αντικειμένων, δηλαδή οι αποκαλούμενοι μικροαρχαιοκάπηλοι, ό,τι έβρισκαν, τα πωλούσαν στον Γκέρικε, κι εκείνος με τη σειρά του τα διοχέτευε στην Ευρώπη και την Αμερική αποκομίζοντας τεράστια κέρδη.


Το κείμενο είναι απόσπασμα από το βιβλίο του Πάνου Σόμπολου: "ΤΑ ΤΡΑΓΙΚΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΤΗΣ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑΣ ΤΡΙΑΚΟΝΤΑΠΕΝΤΑΕΤΙΑΣ " των Εκδόσεων ΠΑΤΑΚΗ


Δείτε επίσης:

ΤΟ ΔΗΛΗΤΗΡΙΑΣΜΕΝΟ ΤΗΓΑΝΟΨΩΜΟ

Ο γδικιωμός στη Μάνη

Κώστας Ταχτσής: Η ζωή του, το έργο του, η ανεξιχνίαστη δολοφονία του