Ο Διόνυσος τιμώρησε τους κατοίκους με λοιμό, εμφυσώντας ταυτόχρονα στις παρθένες του τόπου μανία που τις έκανε να σκοτώνονται. Το αμπέλι, όμως, ρίζωσε στην Αττική, οι κάτοικοί της καθαρίστηκαν από το φόνο και καθιερώθηκαν εύθυμες εορτές προς τιμήν του θεού: α) Τα Μικρά Διονύσια (ή κατ' αγρούς Διονύσια ή θεοίνια), υπαίθριο χειμωνιάτικο πανηγύρι (το γιόρταζαν κατά τον Ποσειδεώνα - Δεκέμβριο), με ανάρτηση μικροαντικειμένων στα κλαδιά των δέντρων (στη μνήμη της κρεμασμένης Ηριγόνης), με λαϊκά άσματα για τον Ικάριο και την κόρη του, με θυσίες, με τον «ασκωλιασμόν» (χορό με ασκό από δέρμα τράγου), με περιφορά του φαλλού και τολμηρά πειράγματα (όπως στις μεταγενέστερες Απόκρεω). Μέσα στην ατμόσφαιρα αυτής της εορτής γεννήθηκε και το αττικό θέατρο. β) Τα Μεγάλα Διονύσια (ή εν άστει), που γίνονταν κατά τον Ελαφηβολιώνα. γ) Τα Ληναία, τον Γαμηλιώνα (Ιανουάριο - φεβρουάριο). δ) Τα Ανθεστήρια, τον Ανθεστηριώνα (φεβρουάριο Μάρτιο). Παντού όπου ευδοκιμούσαν τα αμπέλια διαδόθηκε η λατρεία του Διονύσου και οργανώθηκαν διάφορες εορτές. Η Εύβοια ισχυριζόταν ότι σε ένα από τα βουνά της (που το έλεγαν Νύσα) είχε αναπτυχθεί ο Διόνυσος, με την επίβλεψη του Αρισταίου και της κόρης του, Μάκριδος ή Νύσης. Στη Νάξο έλεγαν πως ο Διόνυσος ανακάλυψε την Αριάδνη, που είχε εγκαταλειφθεί από τον θησέα, και απέκτησε απο αυτήν τον Οινοπίωνα, τον Στάφυλο και την Ευάνθη. Στη Δήλο η κόρη του Σταφύλου, Ροιά, απέκτησε από τον Απόλλωνα τον μάντη Άντον. Στη Χίο, στη Ρόδο, στην Κρήτη, στη Λέσβο, στη Λήμνο, στη Θάσο, ο Διόνυσος συνδυάστηκε με τους τοπικούς μύθους. Στον Ομηρικόν ύμνον περιγράφεται η αιχμαλωσία του Διονύσου στη Νάξο, από Τυρρηνούς πειρατές, που τον πήραν για πλούσιο βασιλόπουλο και, πηδώντας στη στεριά, τον έσυραν στο πλοίο τους και τον έδεσαν. Τα δεσμά του όμως άρχισαν να λιώνουν, τα κατάρτια στολίστηκαν με αμπελόφυλλα και τσαμπιά από σταφύλια, και ο κυβερνήτης, μαντεύοντας τη θεϊκή ιδιότητα του αιχμαλώτου, προσπάθησε να πείσει τους πειρατές να τον ξαναφέρουν στην ακτή. Ξαφνικά, ο θεός μεταμορφωθηκε σε λιοντάρι που μούγκριζε, και εμφανίστηκε στο πλοίο και μια πελώρια αρκούδα. Έντρομοι, οι πειρατές άρχισαν να πέφτουν στο νερό και να μεταμορφώνονται σε δελφίνια. Η τιμωρία τους αυτή ήταν το πρώτο θαύμα του Διονύσου ως θεού, που έλαβε έπειτα μέρος και στη Γιγαντομαχία, μαζί με τους άλλους αθανάτους. Νίκησε τον Τρίτωνα, που εμπόδιζε τις Ταναγραίες να καθαριστούν στη θάλασσα πριν από την τέλεση των μυστηρίων του, τιμώρησε τον Πενθέα, βασιλιά των Θηβών, που εμπόδιζε τη λατρεία του στον Κιθαιρώνα, και κατασπαράχθηκε από την ίδια του τη μητέρα, την Αγαύη, που έγινε Βάκχη (είναι το θέμα των Βακχών του Ευριπίδου), και κατέβηκε στον Άδη, όπου νίκησε τις δυνάμεις του θανάτου, ελευθέρωσε τη μητέρα του, Σεμέλη, και την ξανάφερε στη γη, ονομάζοντάς τη θυώνη και κρατώντας την από τότε κοντά του. Άλλη εκδοχή θεωρεί τον Διόνυσο απλό ημίθεο και θνητό, πεθαίνει και ενταφιάζεται. Υπήρχε, λ.χ., o τάφος του στους Δελφούς, κοντά στο χρυσό άγαλμα του Απόλλωνος. Αλλά ο Διόνυσος ξαναγεννιόταν κάθε χρόνο, όπως η Περσεφόνη, γιατί συμβόλιζε την αδιάκοπη ανανέωση της φύσης. Σ' αυτόν τον κύκλο περιλαμβάνεται ο μύθος του Διονύσου Ζαγρέως, που ήταν γιος της χθονίας θεότητας Δηούς (Δήμητρος) από τον Δία, αλλά τον έπιασαν οι αδελφοί του Τιτάνες, τον τεμάχισαν και τον έβρασαν σε καζάνι. Ένα όμως από τα κομματια του, που περιείχε την καρδιά, παράπεσε, και η Αθηνά το έφερε στον Δία, που το έρραψε στο μηρό του και ο θεός ξαναγεννήθηκε από τον πατέρα του. Ο τελευταίος μύθος σχετικά με τον Διόνυσο τον παρουσιάζει ως εκείνον που είχε κατακτήσει την Ινδία χωρίς όπλα, πριν από τον Μέγα Αλέξανδρο. Έλεγαν, μάλιστα, πως είχε ζέψει τον Τίγρητα και τον Ευφράτη με κλωνάρια κισσού. Στον Διόνυσο δίνονταν περισσότερες από 150 επικλήσεις, όπως γης (από τις γονιμοποιούς βροχές), Δενδρίτης, Εύδενδρος, Μελπόμενος κ.λπ. Το ίδιο το όνομα Διόνυσος προέρχεται από το Διός νύσος (αγορι του Διός) ή οπό το Ζευς κοι Νύσα (το βουνό όπου ανατράφηκε). Σύμβολα και εμβλήματα της λατρείας του Διονύσου είναι το λιοντάρι, η τίγρις, ο ταύρος, ο τράγος, ο γάιδαρος, το δελφίνι, το αμπέλι, ο κισσος, ο μενεξές, το τριαντάφυλλο, ο φαλλός, ο πυρσός, ο θύρσος, τα δοχεία του κρασιού, ο αυλός, το τύμπανο και τα κύμβαλα. Η τέχνη εμπνεύσθηκε πάμπολλα έργα από τους διονυσιακούς μύθους. Ο διθύραμβος, ύμνος προς τον θεό και λυρικό άσμα με βάση τις περιπέτειές του, πηγάζει από τη λατρεία και τις εορτές του Διονύσου. Από αυτές πηγάζει επίσης η αρχαία τραγωδία. Πολλές από τις τραγωδίες έχουν ως θέμα τούς μύθους του Διονύσου (η τετραλογία Λυκούργεια του Αισχύλου, η Ηριγόνη του Σοφοκλέους, η Ηριγόνη του φρυνίχου, αι Βάκχαι του Ευριπίδου κ.ά.). Στις εικαστικές τέχνες, ο Διόνυσος εμφανίζεται αλλοτε ως νήπιο, άλλοτε ως βίαιος άνδρας, άλλοτε ως τρυφερός νέος, και σε διάφορες στασεις: Ως ηνίοχος, επικεφαλής του θιάσου του, ιππεύοντας άγρια θηρία κ.λπ. Στα αγάλματά του παριστάνεται με ένα από τα σύμβολά του, συνήθως το αμπέλι. Από τις ωραιότερες απεικονίσεις του θεού είναι τα δύο έργα της Γλυπτοθήκης του Μονάχου, ο Διόνυσος παις του Βρετανικού Μουσείου, το αντίγραφο έργο του Πραξιτέλους στο Μουσείο του Λούβρου, ο Διόνυσος Αρσενοθήλυς του Μουσείου Πίου Κλημεντίνου, η ανάγλυφη παράσταση στο χορηγικό μνημείο του Λυσικράτους με την ιστορία της αιχμαλωσίας του Διονύσου από Τυρρηνούς πειρατές, καθώς και πάμπολλες παραστάσεις σε αγγεία και δακτυλιολίθους.
Πηγή κειμένου: ΛΕΞΙΚΟ ΤΟΥ ΑΡΧΑΙΟΥ ΚΟΣΜΟΥ, Εκδ. ΔΟΜΗ