Τετάρτη, Μαρτίου 23, 2022

Η αυτοκράτειρα Θεοδώρα (β' μέρος)

Στον Άγιο Βιτάλιο της Ραβέννας, μέσα στη μοναχική αψίδα όπου λάμπουν ια χρυσά μωσαϊκά, η Θεοδώρα μας παρουσιάζεται o' όλη τη λάμψη του μεγαλείου της. Η ενδυμασία της έχει ασύγκριτη λαμπρότητα. ο' ένα μακρύ μανδύα από μοβ πορφύρα, στο κάτω μέρος του οποίου ένα φαρδύ χρυσό κέντημα ξετυλίγεται οε πολλές πτυχές, φοράει στο κεφάλι της που περιβάλλεται από φωτοστέφανο ένα ψηλό διάδημα από χρυσό και πολύτιμες πέτρες. Στα μαλλιά της είναι πλεγμένα πολύτιμα πετράδια και μαργαριτάρια και στους ώμους της άλλες πολύτιμες πέτρες πέφτουν σαν εκθαμβωτικοί καταρράκτες.Έτσι εμφανίζεται σ' αυτή την επίσημη προσωπογραφία στα μάτια των μεταγενέστερων και έτσι ήθελε όσο ζούσε να παρουσιάζεται στους συγχρόνους της. Σπάνια μια τυχάρπαστη συνήθισε πιο γρήγορα στις απαιτήσεις της νέας της ζωής. Σπάνια ηγεμονίδα από καταγωγή αγάπησε περισσότερο τις πολλαπλές χαρές, τις ηδονές της πολυτέλειας και τις μικροϊκανοποιήσεις της περηφάνιας που μπορεί να δώσει η άσκηση της υπέρτατης εξουσίας. Πολύ γυναίκα, πάντα κομψή και γεμάτη επιθυμία να αρέσει, ήθελε πολυτελή διαμερίσματα, θαυμάσια ρούχα, υπέροχα κοσμήματα, ένα τραπέζι σερβιρισμένο πάντα με εξαιρετικό γούστο. Φρόντιζε πολύ την ομορφιά της. Για να φαίνεται ξεκούραστο το πρόσωπό της, κοιμόταν πολλές ώρες στη διάρκεια της ημέρας. Για να διατηρεί τη λάμψη του δέρματός της έκανε συχνά λουτρά και στη συνέχεια αναπαυόταν επί πολλές ώρες. Αισθανόταν ότι η γοητεία της ήταν η πιο σίγουρη εγγύηση της επιρροής της. 

Αγαπούσε ακόμη περισσότερο τον εξωτερικό διάκοσμο της εξουσίας. Χρειαζόταν μια αυλή, ακολούθους, φρουρούς, ακολουθίες. Σαν αληθινή τυχάρπαστη λάτρευε και πολλαπλασίαζε γύρω της τις περίπλοκες λεπτομέρειες του τελετουργικού. Για να της είναι κάποιος αρεστός έπρεπε να είναι πρόθυμος να της αποδίδει τιμές, να γονατίζει μπροστά της, να μένει κάθε μέρα, την ώρα των ακροάσεων, πολλές ώρες στους προθαλάμους της. Είχε διατηρήσει από το πέρασμά της από το θέατρο την αγάπη και τη γνώση της σκηνοθεσίας. Αλλά κυρίως, καθώς ήταν περήφανη, ήθελε να δείχνει την τάξη της και να κρατάει τις αποστάσεις, νιώθοντας ίσως μια κρυφή ευτυχία καθώς έβλεπε να σκύβουν ταπεινά πάνω στον ποδόγυρό της τόσοι μεγάλοι άρχοντες που ποτε της φέρονταν με μεγαλύτερη οικειότητα. 

Μήπως αυτό σημαίνει ότι αυτή η αγάπη για την πολυτέλεια, η φαινομενική ενασχόληση με την ετικέτα και τα αξιώματα αποκλείουν υποχρεωτικά τις περιπέτειες που απέδωσε στη Θεοδώρα ο Sardou; θα ήταν λίγο αφελές να το πιστέψουμε και εξάλλου είναι βέβαιο ότι, στον γυναικωνίτη του αυτοκρατορικού παλατιού μπορούσαν να συμβούν πολλά μυστηριώδη πράγματα, για τα οποία ο Ιουστινιανός δεν είχε ιδέα: αυτό αποδεικνύεται από την ιστορία του πατριάρχη Άνθιμου που διηγήθηκα ήδη. Επίσης δεν θα ήθελα να γελοιοποιηθώ υπερασπιζόμενος επίμονα την αρετή της Θεοδώρας μετά το γάμο της. Εκτός του ότι, όπως είναι γνωστό, είναι πάντα πολύ δύσκολο να είσαι σίγουρος γι' αυτά τα πράγματα, δεν επιμένω ότι η Αυγούστα ήταν άψογη. Πιστεύω ότι στα νιάτα της γλέντησε πολύ τη ζωή της. θα μπορούσε να συνεχίσει αργότερα χωρίς να σκανδαλιστώ καθόλου και στο κάτω-κάτω, μόνο ο Ιουστινιανός θα είχε δικαίωμα να παραπονεθεί. Αλλά τα γεγονότα είναι γεγονότα και πρέπει να τα παίρνουμε όπως είναι.

Το γεγονός είναι ότι κανένας από τους σύγχρονούς της συγγραφείς, αλλά και κανένας από τους μεταγενέστερους ιστορικούς - που ανάμεσά τους υπήρχαν πολλοί που επέκριναν σκληρά τη Θεοδώρα για τη "λαιμαργία” της, για τον αυταρχικό και βίαιο χαρακτήρα της, για την υπερβολική επιρροή που άσκησε στον Ιουστινιανό, για το σκάνδαλο που δημιούργησε με τις ετερόδοξες απόψεις της— δεν είπε κάτι που να μας επιτρέψει να αμφισβητήσουμε τη διόρθωση της ιδιωτικής ζωής της μετά το γάμο της. Ο ίδιος ο Προκόπιος, που τη συκοφάντησε τόσο, που της απέδωσε τόσες περιπέτειες στα νιάτα της, που διηγήθηκε, με την αφθονία των λεπτομερειών που γνωρίζουμε, τις δολιότητες, τις σκληρότητες, τις ατιμίες της ωριμότητάς της, δεν αποδίδει μετά το γάμο — όσο προσεκτικά κι αν διαβάσει κανείς το κείμενο — καμία ερωτική περιπέτεια σ' αυτή την τόσο βαθιά διεφθαρμένη γυναίκα. Δε νομίζω να δυσκολευτεί κανείς να παραδεχτεί ότι εάν η ηγεμονίδα του είχε δώσει το παραμικρό πρόσχημα, ο επιφυλλιδογράφος δεν θα είχε παραλείψει να διηγηθεί διά μακρών τις μοιχείες της. Δεν είπε τίποτα. Αυτό σημαίνει ότι πραγματικά δεν είχε τίποτα να πει. 

Δεν θέλω να βγάλω συμπεράσματα απ' αυτό για τις ηθικές ιδιότητες της Θεοδώρας. Εκτός από το γεγονός ότι δεν ήταν πια νέα όταν ανέβηκε στο θρόνο -- ήταν γύρω στα τριάντα: σ' αυτή την ηλικία, μια Ανατολίτισσα είναι σχεδόν γριά -- ήταν πολύ έξυπνη και φιλόδοξη για να ρισκάρει να καταστρέψει με ερωτικές ίντριγκες τη θέση που είχε κατακτήσει. Η υπέρτατη εξουσία άξιζε ορισμένες θυσίες για να την διατηρήσει και η αξιοπρεπής ζωή της oφειλόταν ίσως εξίσου στο πρακτικό μυαλό της Θεοδώρας όσο και στο αίσθημα της ηθικής της. Κυρίως όμως αυτή η γυναίκα με το ανώτερο πνεύμα, αυτή η μεγάλη φιλόδοξη που διψούσε για εξουσία, είχε στο μυαλό της άλλες έγνοιες από το κυνηγι χυδαίων ερώτων. Είχε μερικές από τις ιδιότητες που κάνουν νόμιμη την αναζήτηση της υπέρτατης εξουσίας, περήφανη ενεργητικότητα, σταθερότητα, ήρεμο θάρν ρος, που την έκανε να σταθεί στο ύψος των πιο δύσκολων περιστάσεων. Μ' αυτά τα προσόντα, στα είκοσι ένα χρόνια που βασίλεψε στο πλευρό του Ιουστινιανού, άσκησε βαθιά — και νόμιμη -επιρροή σ' ένα σύζυγο που τη λάτρευε. 

Υπάρχει ένα γεγονός που δεν πρέπει να ξεχνάμε ποτέ όταν μιλάμε για τη Θεοδώρα. Αυτό είναι ο ρόλος που έπαιξε εκείνη την τραγική ημέρα της 18ης Ιανουαρίου 532, όπου οι στασιαστές βρίσκονταν προ των πυλών του αυτοκρατορικού παλατιού, όπου ο Ιουστινιανός πανικόβλητος, έχοντας χάσει το μυαλό του, έβλεπε σαν μοναδική σωτηρία τη φυγή. Η Θεοδώρα παρευρισκόταν στο συμβούλιο. Μέσα στη γενική αποθάρρυνση, μόνο εκείνη διατηρούσε το θάρρος και την ηρεμία της. Δεν είχε μιλήσει ακόμη. Ξαφνικά, μέσα στη γενική σιωπή σηκώθηκε και, εξοργισμένη από τη γενική δειλία, υπενθύμισε το καθήκον του στον αυτοκράτορα και στους υπουργούς που εγκατέλειπαν τον αγώνα: 'Όταν δε θα μένει άλλη σωτηρία εκτός από τη φυγή”, δήλωσε, "δε θα ήθελα να φύγω. Όσοι φόρεσαν το στέμμα δεν πρέπει να επιζούν ποτέ μετά την απώλειά του. Δε θα δω ποτέ την ημέρα που θα πάψουν να με χαιρετούν σαν αυτοκράτειρα. Αν θέλεις να φύγεις, Καίσαρ, έχει καλώς: έχεις χρήματα, τα πλοία είναι έτοιμα, η θάλασσα είναι ανοιχτή. Εγώ θα μείνω. Μου αρέσει το παλιό ρητό ότι η πορφύρα είναι ωραίο σάβανο". Εκείνη την ημέρα όπου, κατά τα λεγόμενα ενός συγχρόνου, "η αυτοκρατορία φαινόταν να βρίσκεται στην παραμονή της πτώσης της", η Θεοδώρα έσωσε τον θρόνο του Ιουστινιανού και μέσα στον υπέρτατο αγώνα όπου παιζόταν ο θρόνος της και η ζωή της, υψώθηκε πραγματικά με τη φιλοδοξία της μέχρι τον ηρωισμό. Εκείνη την αποφασιστική ώρα, η Θεοδώρα είχε αποδείξει τα προσόντα της ως πολιτικός, με την ψυχραιμία και την ενεργητικότητά της. Και μ' αυτά είχε κερδίσει πραγματικά με την αξία της τη θέση στο συμβούλιο της αυτοκρατορίας που μέχρι τότε όφειλε ίσως αποκλειστικά στην αδυναμία του αυτοκράτορα. Τη διατήρησε έκτοτε και ο Ιουστινιανός δεν της την αμφισβήτησε ποτέ. Ερωτευμένος με πάθος, μέχρι την τελευταία στιγμή με τη γυναίκα που είχε λατρέψει νέος, υποδουλωμένος από την ανώτερη ευφυΐα της, από την αποφασιστική και δυνατή θέλησή της, δεν της αρνήθηκε τίποτε, ούτε τις τιμές, ούτε τις πραγματι κότητες της υπέρτατης εξουσίας.

Πάνω στους τοίχους των εκκλησιών της εποχής, πάνω από την πόρτα των πύργων, διαβάζουμε ακόμη και σήμερα, μαζί με το όνομα του αυτοκράτορα, το όνομα της Θεοδώρας. Στον Άγιο Βιτάλιο της Ραβέννας η εικόνα της αποτελεί προσάρτημα της εικόνας του αυτοκρατορικού συζύγου της, και στα μωσαϊκά που διακοσμούσαν τα διαμερίσματα του Ιερού Παλατιού, η θέληση του Ιουστινιανού είχε συνδέσει τη Θεοδώρα με τους στρατιωτικούς θριάμβους και τις πιο λαμπρές δόξες του βασιλείου. Η ευγνωμοσύνη των λαών της έστησε αγάλματα, όπως και στον Ιουστινιανό. Οι ανώτεροι κρατικοί λειτουργοί έδιναν όρκο πίστης, όπως και στον Ιουστινιανό, σ' εκείνη που όλη της ζωή ήταν ίση με τον αυτοκράτορα. Στις σοβαρότερες υποθέσεις, ο Ιουστινιανός συμβουλευόταν τη "σεβαστή σύζυγο που του είχε δώσει ο θεός”, εκείνη που του άρεσε να αποκαλεί την πιο γλυκιά γοητεία του” και οι σύγχρονοι συμφωνούν ότι χρησιμοποίησε αδίστακτα την απεριόριστη επιρροή που την άφησε να αποκτήσει ο ηγεμόνας, ότι άσκησε την εξουσία όσο και ο ίδιος και ίσως και περισσότερο. 

Στα είκοσι ένα χρόνια της βασιλείας της έβαλε το Χέρι της παντού, στη διοίκηση που γέμισε με τους προστατευόμενούς της, στη διπλωματία, στην πολιτική, στην Εκκλησία, ρυθμίζοντας τα πάντα κατά βούληση, διορίζοντας και παύοντας πάπες και πατριάρχες, υπουργούς και στρατηγούς, εξίσου πρόθυμη να σπρώξει την τύχη των ευνοουμένων της και να καταστρέψει την πίστη και τη δύναμη των αντιπάλων της, μη φοβούμενη, όταν το έκρινε απαραίτητο, να αντιταχθεί ανοιχτά στη θέληση του ηγεμόνα και να αντικαταστήσει τις διαταγές του Ιουστινιανού με τις δικές της. Σε όλες τις μεγάλες υποθέσεις ήταν ενεργός συνεργάτιδα του συζύγου της και αν και η επιρροή της ήταν μερικές φορές κακή, αν και η λαιμαργία της, η βιαιότητά της, η αλαζονεία της, αυξάνοντας την αλαζονεία και τη λαιμαργία του αυτοκράτορα, ενέπνευσαν λυπηρά μέτρα, πρέπει να αναγνωρίσουμε επίσης ότι συχνά είχε σωστή αντίληψη για τα συμφέροντα του Κράτους και ότι η πολιτική που ονειρευόταν, αν ο χρόνος της είχε επιτρέψει να ολοκληρώσει το έργο της, θα είχε ίσως αλλάξει την ίδια την πορεία της ιστορίας κάνοντας τη βυζαντινή αυτοκρατορία πιο στερεή και πιο ισχυρή. 

Ενώ ο Ιουστινιανός, γοητευμένος από το μεγαλείο των ρωμαϊκών αναμνήσεων, επιδιδόταν σε μεγαλεπήβολες και αόριστες σκέψεις, ενώ ονειρευόταν να παλινορθώσει την αυτοκρατορία των Καισάρων και να εξασφαλίσει τη βασιλεία της ορθοδοξίας με την ένωση με τη Ρώμη, η Θεοδώρα, πιο έξυπνη και διορατική, έστρεφε το βλέμμα της προς την Ανατολή. Έτρεφε ανέκαθεν μεγάλη συμπάθεια για τους μοναχούς της Συρίας και της Αιγύπτου, όπως ο Ζωοράς, ο Ιάκωβος Βαραδαίος και πολλοί άλλοι, που τους δεχόταν στο παλάτι και τους ζητούσε να προσεύχονται γι' αυτήν παρά τα άκομψα ράσα τους και την τραχιά ειλικρίνειά τους. Σαν καλή Βυζαντινή, ήταν ειλικρινά ευσεβής Είχε όμως πολλή εξυπνάδα και αίσθηση της πολιτικής για να καταλαβαίνει ποια ήταν η σημασία των θρησκευτικών ζητημάτων σε ένα χριστιανικό κράτος και ποιους κινδύνους συνεπαγόταν η παραμέλησή τους. Αισθανόταν λοιπόν ότι οι πλούσιες και ανθηρές επαρχίες της Ασίας, της Συρίας, της Αιγύπτου, αποτελούσαν πραγματικά τις ζωντανές δυνάμεις της μοναρχίας. Αισθανόταν τον κίνδυνο που δημιουργούσαν για την αυτοκρατορία οι θρησκευτικές αιρέσεις με τις οποίες, σ' αυτές τις περιοχές, οι εθνότητες της ανατολής εκδήλωναν τις χωριστικές τάσεις ένιωθε την ανάγκη να γαληνέψει με κατάλληλες παραχωρήσεις και μεγάλη ανοχή τις απειλητικές δυσαρέσκειες και όταν προσπαθούσε να κατευθύνει προς αυτό το στόχο την αυτοκρατορική πολιτική μπορούμε να βεβαιώσουμε χωρίς να παραδοξολογούμε ότι έβλεπε πιο καθαρά από τον αυτοκρατορικό σύντροφό της και προαισθανόταν πιο καθαρά το μέλλον. 

Ενώ ο Ιουστινιανός, θεολόγος στην ψυχή, ασχολούταν με τα θρησκευτικά ζητήματα από αγάπη για τη συζήτηση και για τη στείρα απόλαυση του δογματισμού, η Θεοδώρα ανήκε στην οικογένεια των μεγάλων βυζαντινών αυτοκρατόρων που διέκριναν κάτω από την παροδική και μεταβαλλόμενη μορφή των θεολογικών ερίδων το μόνιμο υπόβαθρο πολιτικών προβλημάτων. Γι' αυτό, στο όνομα των συμφερόντων του Κράτους, ακολούθησε αποφασιστικά το δρόμο της προστατεύοας ανοιχτά τους αιρετικούς, αψηφώντας την παποσύνη, συμπαρασύροντας τον αναποφάσιστο Ιουστινιανό και ορμώντας στη μάχη χωρίς να θέλει ποτέ να ομολογήσει ότι ηττήθηκε. Η αιρετική Αίγυπτος όφειλε πολλά χρόνια ανοχής στην προστασία της. Η αιρετική Συρία όφειλε στην προστασία της την αποκατάσταση της διωκόμενης εθνικής εκκλησίας της. Χάρη στην προστασία της, οι διαφωνούντες μπόρεσαν να ξαναρχίσουν ελεύθερα την προπαγάνδα τους και αργότερα να αψηφήσουν τους αφορισμούς των συνόδων και τις τιμωρίες της λαϊκής εξουσίας Τέλος, οι μονοφυσιτικές ιεραποστολές όφειλαν στην ενθάρρυνση και τη βοήθειά της τις επιτυχίες τους στην Αραβία, τη Νουβία, την Αβησσυνία. Μέχρι την τελευταία ημέρα της ζωής της αγωνίστηκε για τις πεποιθήσεις της, επίμονα, σαν πολιτικός, αλλά και με πάθος, σαν αληθινή γυναίκα, "απαλή” ή βίαιη ανάλογα με τις περιστάσεις, αρκετά τολμηρή ώστε να διατάξει τη σύλληψη και την εκθρόνιση ενός πάπα, αρκετά έξυπνη για να υποτάξει έναν άλλο στις θελήσεις της, αρκετά θαρραλέα για να προστατεύει τους διωκόμενους φίλους της και να τους δίνει τα μέσα να αναμορφώσουν την εκκλησία τους, αρκετά επιδέξια για να επιβάλει συχνά την πολιτική της στον αυτοκράτορα. 

Η Εκκλησία δε συγχώρησε στη Θεοδώρα ούτε τη βίαιη εκθρόνιση του πάπα Σιλβέρου, ούτε την επίμονη πίστη της στον μονοφυσιτισμό, ούτε τη βιαιότητά της στην ικανοποίηση των μνησικακιών της κατά των ανθρώπων της εκκλησίας, την οποία δοκίμασε κυρίως ο Βιγίλιος. Από αιώνα σε αιώνα, οι εκκλησιαστικοί ιστορικοί σκέπασαν το όνομά της με κατάρες και προσβολές. Η Θεοδώρα αξίζει να κριθεί με λιγότερο πάθος και πιο δίκαια. Ασφαλώς χρησιμοποίησε για να εξυπηρετήσει τα σχέδιά της πολλή παθιασμένη θέρμη, πολλή σκληρότητα, πολλές επίμονες μνησικακίες, ακόμη και πολλή ψυχρή σκληρότητα. Είχε όμως και ξεχωριστές αρετές, ένα πολύ ζωντανό αίσθημα των αναγκών της διακυβέρνησης, μια ξεκάθαρη αντίληψη της πραγματικότητας και η πολιτική που ονειρεύτηκε τιμά τη δικαιοσύνη του πνεύματός της και φαίνεται, σε τελευταία ανάλυση, αρκετά αντάξια ενός αυτοκράτορα. 

Όμως - και εδώ έγκειται το μεγάλο ενδιαφέρον αυτής της μορφής - κάτω από τις πολιτικές αρετές της η Θεοδώρα παρέμενε γυναίκα.Ήταν γυναίκα στην αγάπη της για την πολυτέλεια και την κομψότητα, κι ακόμη περισσότερο στην ένταση των παθών της και στη φλόγα του μίσους της. Όταν διακυβευόταν το συμφέρον της δεν γνώριζε ούτε δισταγμούς ούτε ηθικούς φραγμούς. Απομάκρυνε από το δρόμο της χωρίς έλεος όλους εκείνους των οποίων η επιρροή θα μπορούσε να αντισταθμίσει τη δική της. Τσάκιζε χωρίς οίκτο όλους εκείνους των οποίων η φιλοδοξία ήταν να κλονίσουν την εξουσία της ή να καταστρέψουν την πίστη της. Για να εκδικηθεί για τις προσβολές, για να διατηρήσει την εξουσία της, όλα τα μέσα ήταν καλά, η δύναμη και η απιστία, το ψέμα και η διαφθορά, η δολοπλοκία και η βία. Και αν μερικές φορές ένιωσε να ξεφεύγει από την κυριαρχία της η αναποφάσιστη ψυχή του Ιουστινιανού αν, μπροστά στις περιστάσεις ή μπροστά σε πιο ισχυρές επιρροές έδειξε να υποχωρεί για μια στιγμή, πάντοτε το τολμηρό και έξυπνο πνεύμα της ήξερε να ετοιμάζει φοβερές εκδικήσεις για το μέλλον: φιλόδοξη και πονηρή, ήθελε πάντα να έχει την τελευταία λέξη σε όλα και το κατάφερε. 

Οι αργόσχολοι της Κωνσταντινουπόλεως διηγούνταν για το άτομό της σκοτεινές ιστορίες για μυστικές εκτελέσεις, υπόγειους κρυψώνες, σιωπηλές και φοβερές φυλακές όπου η Θεοδώρα φυλάκιζε και βασάνιζε τα θύματά της. Δεν πρέπει να παίρνουμε κατά γράμμα αυτά τα ανέκδοτα. Μερικά από τα πιο διάσημα θύματα της αυτοκράτειρας τα πήγαν γενικά πολύ καλά και έκαναν αρκετά καλή σταδιοδρομία παρά τις παροδικές δυσμένειες. Εξάλλου είναι γεγονός ότι οι πιο επικίνδυνοι αντίπαλοί της πλήρωσαν όχι με θάνατο, αλλά με εξορία, την αντίσταση που τόλμησαν να της προβάλουν. 

Όμως, χωρίς να μεγαλώνουμε υπερβολικά τον κατάλογο των σκληρών πράξεών της, δεν θα πρέπει να κάνουμε τη Θεοδώρα να φαίνεται υπερβολικά επιεικής και καλή. Όταν μισούσε, ήταν γυναίκα που δεν υποχωρούσε μπροστά σε τίποτα, ούτε μπροστά στο σκάνδαλο μιας άδικης δυσμένειας, ούτε και μπροστά στο θόρυβο μιας δολοφονίας. Η περιπέτεια του Γερμανού, του ανιψιού του αυτοκράτορα, του γραμματέα Πρίσκου, του Φωτίου, του γαμπρού του Βελισαρίου, θα ήταν αρκετές για να δείξουν τη δύναμη του μίσους της. Η πτώση του έπαρχου Ιωάννη της Καππαδοκίας, του επίφοβου και τολμηρού υπουργού που κλόνισε για μια στιγμή την πίστη της και την έκανε να φοβηθεί για την παντοδυναμία της, μαρτυρεί ακόμη καλύτερα την αδίστακτη ενεργητικότητα της φιλόδοξης ψυχής της και τις απίστευτες επινοήσεις της μεγαλοφυΐας της. Επίσης, και μ' ένα παρόμοιο μίγμα εξυπνάδας και βιαιότητας, έκανε τον μεγάλο στρατηγό Βελισάριο να μετανιώσει για τις σπάνιες εξάρσεις της ανεξαρτησίας του και με την επίδραση που άσκησε στην Αντωνίνα, τη γυναίκα του πατρικίου, μπόρεσε να τον κάνει πολύ ταπεινό και υπάκουο υπηρέτη της. Και εδώ και πάλι πρέπει να θαυμάσουμε, εκτός από τη μεγαλοφυΐα της στην εξύφανση μιας δολοπλοκίας, την αδιαφορία της αυτοκράτειρας για τα μέσα και τα όργανα που εξυπηρετούσαν τα σχέδιά της. Η Αντωνίνα, μετά από μια ταραχώδη νεότητα, απατούσε ένα σύζυγο που τη λάτρευε. Ήταν όμως έξυπνη, τολμηρή, δολοπλόκα, ικανή, όπως λέει ο Προκόπιος που τη γνώρισε καλά, να πετύχει ακόμη και το αδύνατο. Η Θεοδώρα κατάλαβε πολύ γρήγορα ότι αν προστάτευε τους έρωτες αυτής της γυναίκας θα την έκανε αφοσιωμένη υπηρέτρια της πολιτικής της και την καλύτερη εγγύηση της πίστης του Βελισάριου. Η Αντωνίνα έβαλε την καπατσοσύνη της στην υπηρεσία της βασίλισσας και στην εκθρόνιση του πάπα Σιλβέρου όπως και στη δυσμένεια του Ιωάννη της Καππαδοκίας έπαιξε ένα σημαντικό ρόλο και έδωοε ένα δείγμα των ικανοτήτων της. Σε αντάλλαγμα, η Θεοδώρα κάλυψε όλες τις απρονοησίες της, όλες τις απιστίες της και πολλές φορές επέβαλε στον αδύνομο Βελισάριο τη συμφιλίωση και τη συγνώμη. Έτσι έχοντας αποκτήσει επιδέξια πλήρη επιρροή πάνω στην ευνοούμενή της, η αυτοκράτειρα κρατούσε μέσω αυτής τον στρατηγό. 

Από την εύνοια που έδειξε στην Αντωνίνα μπορούμε να συμπεράνουμε, όπως βεβαιώνει η Μυστική ιστορία, ότι η ηγεμονίδα έδειχνε μεγάλη ανεκτικότητα για τις αδυναμίες των γυναικών και ότι κάλυπτε πολλά σφάλματα με τον αυτοκρατορικό μανδύα της Τα γεγονότα μας δίνουν μάλλον την αντίθετη εντύπωση. Ίσως, λόγω της αυταρχικότητάς της και της συνήθειάς της να υποτάσσει τα πάντα στους σκοπούς της πολιτικής της, η Θεοδώρα να ανακατεύτηκε μερικές φορές λίγο αδιάκριτα σε οικογενειακές και συζυγικές υποθέσεις που δεν την αφορούσαν καθόλου και να κανόνιζε γάμους με τον ίδιο δεσποτισμό με τον οποίο κυβερνούσε το Κράτος. Όμως, στους νόμους που ενέπνευσε σχετικά με το διαζύγιο και τη μοιχεία και στις πράξεις της, έδειχνε σταθερά μία φροντίδα για την παγίωση του θεσμού του γάμου, "αυτού του ιερότατου από όλα τα πράγματα", όπως λέει ένας νόμος της εποχής, και για την εξασφάλιση του σεβασμού των νόμιμων και ιερών δεσμών του από όλους. Η αλήθεια είναι ότι, κατά τα λεγόμενα ενός ιστορικού, είχε "μια φυσική τάση να βοηθάει τις γυναίκες που είχαν ατυχίες” και αυτή η αλληλεγγύη εκδηλώνεται στα μέτρα που πήρε υπέρ των γυναικών που έπεφταν θύματα κακοποίησης ή κακοπαντρεύονταν και τα μέτρα που σύστησε σχετικά με τις ηθοποιούς και τις γυναίκες της απωλείας. Γνώριζε καλά τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα της πρωτεύουσας και ήξερε πόσες δυστυχίες και ντροπές έκρυβαν μέσα τους. Από πολύ νωρίς χρησιμοποίησε την επιρροή της για να τις διορθώσει. Ήταν όμως και πολύ σεμνότυφη, αυστηρός φύλακας της δημόσιας ηθικής, και έταξε ως σκοπό της να εξαγνίσει και να ηθικοποιήσει την πρωτεύουσά της. 

Μήπως πρέπει να πιστέψουμε ότι σ' αυτά τα μέτρα υπεισερχόταν για τη Θεοδώρα μια ανάμνηση των προσωπικών εμπειριών της και κάποια μετάνοια για το παρελθόν της; Είναι πιθανό, για να μην πούμε βέβαιο και αυτό δεν βλάπτει καθόλου την ιδέα μας για τη Θεοδώρα. Υπάρχει μοναδική ευγένεια στο κείμενο ενός αυτοκρατορικού διατάγματος του οποίου ήταν χωρίς καμία αμφιβολία η εμπνεύστρια: "Συστήσαμε δικαστήρια για να τιμωρούμε τους ληστές και τους κλέφτες. Δεν θα πρέπει, κατά μείζονα λόγο, να καταδιώξουμε τους ληστές της τιμής και τους κλέφτες της αγνότητας;" θα ήταν ασφαλώς παιδαριώδες να θελήσουμε να συγκαλύψουμε τα ελαττώματα και τις κακίες της Θεοδώρας. Αγαπούσε το χρήμα και την εξουσία. Εξασφάλισε το μέλλον των δικών της δίνοντας ίσως υπερβολική σημασία στους οικογενειακούς δεσμούς και για να κρατήσει το θρόνο όπου είχε ανέβει ήταν αδίστακτα επίορκη, βίαιη, σκληρή, ανελέητη στη μνησικακία της, άκαμπτη για όσους είχαν επισύρει το μίσος της. Ήταν μια μεγάλη φιλόδοξη που αναστάτωσε πολύ το παλάτι και τη μοναρχία με τις δολοπλοκίες της. Είχε όμως και τις αρετές της. Οι φίλοι της την ονόμαζαν "η πιστή αυτοκράτειρα". Της άξιζε αυτό το όνομα. Είχε και άλλες αρετές, όπως ανδρική σταθερότητα, περήφανη ενεργητικότητα, ευφυΐα πολιτικού. Η επιρροή της δεν ήταν πάντοτε καλή. Όμως άφησε βαθιά ίχνη στη διακυβέρνηση του Ιουστινιανού. Μετά το θάνατό της άρχισε μια παρακμή μέσα στην οποία τελείωσε θλιβερά μια βασιλεία που υπήρξε ένδοξη για πολύ καιρό. 

Όταν στις 29 Ιουνίου 548, η Θεοδώρα πέθανε από καρκίνο, μετά από μακροχρόνια αρρώστια, ο Ιουστινιανός έκλαψε πικρά για μια απώλεια που θεωρούσε δικαίως ανεπανόρθωτη. Όσο ζούσε, την είχε λατρέψει. Μετά το θάνατό της, φύλαξε ευλαβικά την ανάμνησή της. Θέλησε σ' ανάμνησή της, να κρατήσει στην υπηρεσία του όλους όσους την είχαν πλησιάσει και πολλά χρόνια αργότερα, όταν ήθελε να δώσει μια επίσημη υπόσχεση, συνήθιζε να ορκίζεται στο όνομα της Θεοδώρας, και όσοι ήθελαν να του γίνουν αρεστοί του θύμιζαν "την εξαίρετη, ωραία και σοφή ηγεμονίδα” που, αφού υπήρξε η πιστή του συνεργάτιδα σ' αιπό τον κόσμο, παρακαλούσε τώρα τον θεό για τον σύζυγό της. 

Πρέπει να ομολογήσουμε ότι υπάρχει κάποια υπερβολή σ' αυτή την αποθέωση. Η χορεύτρια Θεοδώρα δεν είχε τις αρετές που οδηγούν κατευθείαν στον παράδεισο. Η αυτοκράτειρα Θεοδώρα, παρά την ευλάβειά της, είχε ελαττώματα που δεν την έκαναν άξια για το φωτοστέφανο των αγίων. Αλλά το γεγονός παραμένει ένα: αυτή η μεγάλη φιλόδοξη, που ήταν τόσο γυναίκα, είχε, ακόμη και πέρα από τον ίδιο το θάνατο, ασυγκριτη δύναμη γοητείας.

Πηγή κειμένου: ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ , CHARLES DIEHL