| Η αυτοκράτειρα Θεοδώρα με μια κυρία της αυλής σε χαρακτικό σαφέστατα επηρεασμένο από το ψηφιδωτό στον Άγιο Βιτάλιο της Ραβέννας. |
Ο πατέρας της Θεοδώρας ήταν αρκτοτρόφος στον ιππόδρομο. Η μητέρα της ήταν μια ελάχιστα αυστηρή γυναίκα, απ' αυτές που αφθονούσαν στον αρκετά μπερδεμένο κόσμο των παρασκηνίων και του ιπποδρόμου. Από αυτή την καλλιτεχνική οικογένεια γεννήθηκαν τρεις κόρες: η δεύτερη, η μελλοντική αυτοκράτειρα, ήρθε στον κόσμο γύρω στο έτος 500.
Από πολύ νωρίς η Θεοδώρα ήρθε σε επαφή με τον λαό που θα γοήτευε αργότερα σαν ηθοποιός προτού τον κυβερνήσει ως ηγεμονίδα. Ο Ακάκιος είχε πεθάνει, αφήνοντας σε μεγάλη φτώχεια τη χήρα του και τις τρεις κόρες του. Για να διατηρήσει τη δουλειά ιου μακαρίτη που ήταν το μοναδικό έσοδο της οικογένειας, η μητέρα δεν βρήκε άλλο τρόπο μ' έναν άλλο άνδρα που, διαδεχόμενος τον φύλακα των άρκτων, θα φρόντιζε ταυτόχρονα το σπιτικό της και τα ζώα. Για να πετύχει όμως ο συνδυασμός χρειαζόταν η έγκριση του Αστερίου, του γενικού αρχηγού της φατρίας των πρασίνων και ο Αστέριος είχε πάρει χρήματα για να ευνοήσει έναν άλλο υποψήφιο. Για να ξεπεράσει τις αντιδράσεις του, η μητέρα της Θεοδώρας θέλησε να τραβήξει την προσοχή του κόσμου στην υπόθεσή της και μια ημέρα που το πλήθος ήταν συγκεντρωμένο στον ιππόδρομο, εμφανίστηκε στην αρένα, σπρώχνοντας μπροστά της τις τρεις κόρες της που φορούσαν στεφάνια από λουλούδια και άπλωναν ικετευτικά τα χέρια τους προς το πλήθος. Οι Πράσινοι γέλασαν μ' αυτή τη συγκινητική ικεσία. Ευτυχώς η άλλη φατρία του ιπποδρόμου, οι Βένετοι, πάντοτε έτοιμοι να κοντράρουν τους αντιπάλους τους, δικαίωσε το αίτημα που εκείνοι είχαν απορρίψει και έδωσε στην οικογένεια του Ακάκιου μια θέση παρόμοια με εκείνη που έχανε. Η Θεοδώρα δεν θα ξεχνούσε ποτέ την άδικη αδιαφορία με την οποία οι Πράσινοι είχαν αντιμετωπίσει τις ικεσίες της και από εκείνη τη στιγμή παρατηρούμε στο παιδί από το στοιχείο του χαρακτήρα που εμφανίζεται τόσο έντονα στη γυναίκα, τις μακρόχρονες μνησικακίες και την ακόρεστη δίψα για εκδίκηση.
Έτσι η Θεοδώρα μεγάλωσε μέσα στον αρκετά ύποπτο κόσμο που σύχναζε στα παρασκήνια του Ιπποδρόμου και προετοιμάστηκε πολύ φυσικά για το μελλοντικό της πεπρωμένο. Η μεγαλύτερη από τις αδελφές της είχε πετύχει στο θέατρο: η Θεοδώρα την ακολούθησε. Από πολύ νωρίς συνόδευε τη μεγάλη αδελφή της στο σανίδι, παίζοντας δίπλα της ρόλους υπηρετριούλας. Τη συνόδευε κυρίως στις κοσμικές συγκεντρώσεις και γνώρισε στην ελευθεριότητα των προθαλάμων, πολλές βρώμικες επαφές και αδιάκριτες οικειότητες. Μετά ανέβηκε με τη σειρά της στη σκηνή. Δεν θέλησε όμως, όμως τόσες άλλες, να γίνει παίκτρια φλάουτου, τραγουδίστρια ή χορεύτρια. Προτίμησε να εμφανίζεται στις ζωντανές εικόνες, όπου μπορούσε να δείχνει χωρίς πέπλα μια ομορφιά για την οποία ήταν πολύ περήφανη και οιις παντομίμες όπου η κωμικά φλέβα της έβρισκε την ευκαιρία να εκδηλωθεί ελεύθερα.
Ήταν πραγματικά όμορφη, μάλλον κοντή αλλά με πολύ μεγάλη χάρη. Και το χαριτωμένο πρόσωπό της, λίγο χλωμό, φωτιζόταν από μεγάλα μάτια γεμάτα έκφραση, ζωντάνια και φλόγα. Από αυτή την παντοδύναμη γοητεία απομένουν ελάχιστα πράγματα στην επίσημη προσωπογραφία της που βλέπουμε στον Άγιο Βιτάλιο της Ραβέννας. Κάτω από τον βαρύ αυτοκρατορικό μανδύα, το ανάστημά της φαίνεται πιο στητό και ψηλότερο. Κάτω από το διάδημα που κρύβει το μέτωπο, το μικροκαμωμένο, λεπτό πρόσωπο με το λίγο αδύνατο οβάλ του, και τη μεγάλη ίσια και λεπτή μύτη, έχει μια επίσημη, σχεδόν μελαγχολική σοβαρότητα. Μόνο ένα χαρακτηριστικό διατηρείται σ' αυτή τη μαραμένη μορφή: αυτό είναι, κάτω από τη σκούρα γραμμή των ομιχτών φρυδιών, τα όμορφα μάτια για τα οποία μιλούσε ο Προκόπιος, που φωτίζουν ακόμη και μοιάζουν να τρώνε το πρόσωπο.
Όμως η Θεοδώρα είχε υπέρ αυτής και κάτι άλλο εκτός από την ομορφιά της. Ήταν έξυπνη, πνευματώδης, διασκεδαστική. Είχε κωμικό ταλέντο, που το ασκούσε ευχαρίστως εις βάρος των ηθοποιών που έπαιζαν μαζί της, ευχάριστο και αστείο πνεύμα με το οποίο τραβούσε ακαταμάχητα τους πιο ανόητους από τους θαυμαστές της. Δεν ήταν πάντα καλή και η σκωπτική διάθεσή της δεν υποχωρούσε μπροστά σε μια σκληρή λέξη, αν επρόκειτο να κάνει τους άλλους να γελάσουν. Όταν όμως ήθελε να αρέσει ήξερε να αναπτύσσει μια ακαταμάχητη δύναμη γοητείας. Εκτός αυτού ήταν εφευρετική, τολμηρή, αναιδής, δεν περίμενε να έρθουν οι εκδηλώσεις θαυμασμού μόνες τους αλλά τις προκαλούσε ή τις ενθάρρυνε με χαρούμενη τόλμη. Και επειδή είχε ελάχιστη αίσθηση της ηθικής - δεν βλέπουμε από πού θα μπορούσε να τη μάθει — και είχε μια σπάνια και ακατάβλητη ιδιοσυγκρασία ερωμένης, για όλους αυτούς τους λόγους πέτυχε αμέσως και σε άλλους τομείς εκτός από το θέατρο. Σ' ένα επάγγελμα που δεν υπονοεί αναγκαστικά την αρετή, διασκέδασε, γοήτευσε και σκανδάλισε την Κωνσταντινούπολη. Στη σκηνή ρισκάριζε τις πιο τολμηρές επιδείξεις, τα πιο άσεμνα εφέ. Στην πόλη, έγινε πολύ γρήγορα διάσημη για τις τρέλες των δείπνων της, για την τόλμη του λόγου της και για το πλήθος των εραστών της. Κυρίως όμως αυτά τα παιχνίδια την έκαναν πολύ γρήγορα να αποκτήσει τόσο κακή φήμη ώστε οι έντιμοι άνθρωποι που τη συναντούσαν στο δρόμο ν' απομακρύνονται από κοντά της από φόβο μήπως λερωθούν απ' αυτή τη βρώμικη επαφή, και μόνο το γεγονός ότι τη συναντούσαν θεωρούταν κακός οιωνός Και δεν είχε κλείσει ακόμα τα είκοσι.
Εκείνη τη στιγμή εξαφανίστηκε ξαφνικά. Είχε εραστή ένα Σύριο ονόματι Εκήβολο, που διορίστηκε κυβερνήτης της Πενταπόλεως στην Αφρική. Η Θεοδώρα αποφάσισε να τον ακολουθήσει στη μακρινή επαρχία του. Δυστυχώς το ρομάντζο δεν κράτησε πολύ: ξαφνικά, άγνωστο γιατί, ο Εκήβολος έδιωξε τη Θεοδώρα και η δυστυχισμένη γυναίκα, χωρίς χρήματα, μη έχοντας ούτε τα απαραίτητα, αναγκάστηκε όπως λέγεται να σέρνει για ένα διάστημα τη δυστυχία της σε ολόκληρη την Ανατολή. Τότε έμεινε αρκετό καιρό στην Αλεξάνδρεια και η παραμονή αυτή σημάδεψε τη ζωή της. Η αιγυπτιακή πρωτεύουσα δεν ήταν μόνο μια μεγάλη εμπορική πόλη, μια κομψή και πλούσια, εύκολη και διεφθαρμένη πόλη, η αγαπημένη πόλη των διάσημων εταίρων. Από τον 4ο αιώνα ήταν επίσης μία από τις πρωτεύουσες του χριστιανισμού. Πουθενά οι θρησκευτικοί αγώνες δεν ήταν πιο έντονοι, οι θεολογικές έριδες πιο λεπτές και πιο φλογερές, ο φανατισμός σε μεγαλύτερη έξαρση. Επίσης, σε κανένα άλλο μέρος η ανάμνηση των μεγάλων θεμελιωτών του μοναστικού βίου δεν είχε δημιουργήσει μεγαλύτερη άνθηση μοναστηριών, μυστικιστών και ασκητών. Τα προάστια της Αλεξάνδρειας ήταν γεμάτα μοναστήρια και η έρημος της Λιβύης ήταν τόσο γεμάτη από ερημίτες ώστε άξιζε να ονομαστεί "η έρημος των αγίων”
Μέσα στη θλίψη της η Θεοδώρα δεν έμεινε καθόλου αναίσθητη στην επίδραση του περιβάλλοντος όπου την είχαν ρίξει τα γεγονότα. Πλησίασε τους αγίους ανθρώπους, τον πατριάρχη Τιμόθεο, τον Σεβήρο της Αντιοχείας, του οποίου το κήρυγμα απευθυνόταν και στις γυναίκες και μπορούμε να αναρωτηθούμε, χωρίς αυτό να φαίνεται εντελώς απίθανο, μήπως χάρη σ' αυτούς η μετανοούσα εταίρα μπήκε, τουλάχιστον για λίγο σε μια πιο χριστιανική και πιο αγνή ζωή. Όταν επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη ήταν πιο φρόνιμη, ώριμη, κουρασμένη από τις περιπλανήσεις και τις τρελές περιπέτειες. Προσπαθεί, είτε ειλικρινά ή όχι, να ζήσει μια αποτραβηγμένη και αγνή ζωή. Μια παράδοση αναφέρει ότι κατοικούσε, σεμνή και διακριτική σ' ένα ταπεινό σπιτάκι, μένοντας στο σπίτι και γνέθοντας μαλλί όπως οι ματρόνες της παλιάς καλής ρωμαϊκής εποχής. Εκεί συνάντησε τον Ιουστινιανό.
Πώς κατάφερε να γοητεύσει και να κρατήσει αυτόν τον άνδρα που δεν ήταν πια νέος — κόντευε τα σαράντα - αυτόν τον πολιτικό που είχε μια κατάσταση να διευθύνει κι ένα μέλλον που δεν έπρεπε να καταστρέψει; Δεν το ξέρουμε. Ο Προκόπιος μιλάει για μαγεία και φίλτρα. Αυτό περιπλέκει πολύ τα πράγματα και αγνοεί τη λεπτή εξυπνάδα, την άνετη χάρη, το χιούμορ της με το οποίο η Θεοδώρα είχε σαγηνεύσει τόσους θαυμαστές και κυρίως το διαυγές και σταθερό πνεύμα της με το οποίο επρόκειτο να επηρεάσει πολύ την αναποφάσιστη και αδύναμη ψυχή του εραστή της. Το γεγονός είναι ότι ο ηγεμόνας έγινε σκλάβος της. Απελπιστικά ερωτευμένος, δεν αρνιόταν να ικανοποιήσει καμία από τις απαιτήσεις της ερωμένης του. Εκείνη αγαπούσε το χρήμα. Τη γέμισε πλούτη. Της άρεσαν οι τιμές. Κατάφερε να της εξασφαλίσει το ανώτατο αξίωμα της πατρικίας χάρη στην αδυναμία του αυτοκράτορα θείου του. Εκείνη ήταν φιλόδοξη, διψούσε για επιρροή. Εκείνος υποτάχτηκε στις συμβουλές της, έγινε ο υπάκουος υπηρέτης των συμπαθειών και των μνησικακιών της. Σε λίγο έφτασε σε τέτοιο σημείο ώστε να θέλει να την παντρευτεί με κάθε θυσία. Ο καλός αυτοκράτορας Ιουστίνος που ενδιαφερόταν ελάχιστα για τους τίτλους ευγενείας δεν φαίνεται να δυσκολεύτηκε να δώσει τη συγκατάθεσή του στον αγαπημένο του συγγενή. Η αντίθεση στα σχέδια του Ιουστινιανού προήλθε από αλλού, και μάλιστα από εκεί που θα την περίμενε κανείς λιγότερο. Με τη λογική της χωρικής η αυτοκράτειρα Ευφημία σοκαρίστηκε βλέποντας μια Θεοδώρα προορισμένη για διάδοχό της και παρά την αγάπη της για τον ανιψιό της, παρά τη συνηθισμένη υποχώρησή της στη θέλησή του, δεν ήθελε ν' ακούσει τίποτε γι' αυτό το θέμα. Ευτυχώς, η Ευφημία πέθανε το 523. Μετά το θάνατό της όλα κανονίστηκαν χωρίς δυσκολία. Ο νόμος απαγόρευε στους συγκλητικούς και τους ανώτερους αξιωματούχους να παντρεύονται δούλες, κοπέλες από οίκους ανοχής, ηθοποιούς ή εταίρες. Για να ευχαριστήσει τον Ιουστινιανό, ο Ιουστίνος κατάργησε το νόμο. Κι έκανε και κάτι ακόμη. Όταν τον Απρίλιο του 527 σύνδεσε επίσημα τον ανιψιό του με την αυτοκρατορία, η Θεοδώρα μοιράστηκε την άνοδο και το θρίαμβο του συζύγου της. Μαζί του, το Πάσχα, μέσα στην Αγία Σοφία που έλαμπε στο φως των κεριών, στέφτηκε επίσημα. Στη συνέχεια, σύμφωνα με τη συνήθεια των ηγεμονίδων του Βυζαντίου, ήρθε να δεχθεί τις επευφημίες του λαού στον ίδιο Ιππόδρομο απ' όπου είχε ξεκινήσει τη σταδιοδρομία της. Το όνειρό της είχε πραγματοποιηθεί.
Αυτή είναι η ιστορία της νιότης της Θ3εοδώρας, όπως τουλάχιστον την αφηγείται ο Προκόπιος. Και στα διακόσια πενήντα χρόνια που έχουν μεσολαβήσει από την ανακάλυψη της Μυστικής Ιστορίας, αυτή η αρκετά σκανδαλώδης αφήγηση έγινε δεκτή με σχεδόν γενική εμπιστοσύνη. Σημαίνει όμως αυτό ότι πρέπει να τη δεχθούμε πλήρως; Ένα φυλλάδιο δεν είναι ιστορία, και έχουμε το δικαίωμα ν' αναρωτηθούμε πόση αλήθεια υπάρχει σ' αυτές τις εκπληκτικές περιπέτειες.
"Κανείς δεν μπορεί να επινοήσει τόσο απίστευτα πράγματα", έλεγε κάποτε ο Γίβων. "Επομένως πρέπει να είναι αληθινά". Τα τελευταία χρόνια, αντίθετα, μερικά καλά πνεύματα αμφισβήτησαν επανειλημμένως την αυθεντία του μοναδικού αυτού μάρτυρα, του Προκόπιου, και μίλησαν με μεγάλη σοβαρότητα για το "θρύλο της Θεοδώρας". Χωρίς να θέλουμε να μπούμε ξανά σ' αυτή τη συζήτηση, και χωρίς να παραγνωρίζουμε την αξία μερικών από τις παρατηρήσεις που έχουν γίνει, θα θεωρούσα ασύνετο να θελήσει κανείς να λευκάνει υπερβολικά αυτή που "μαύρισε” τόσο εξοργιστικά η Μυστική Ιστορία. Είναι κρίμα που ο Ιωάννης, επίσκοπος Εφέσου, που πλησίασε και γνώρισε καλά τη Θεοδώρα παρέλειψε, από σεβασμό για τους μεγάλους της γης, να μας παραθέσει εκτενώς τις ύβρεις που απηύθυναν πολλές φορές στην αυτοκράτειρα οι ευσεβείς μοναχοί, άνθρωποι με ωμή ειλικρίνεια. Είναι τουλάχιστον βέβαιο ότι, μεταξύ των συγχρόνων της, και άλλοι εκτός από τον Προκόπιο έβρισκαν αφορμή για να κουτσομπολέψουν σε βάρος της και ότι οι άνθρωποι του αυτοκρατορικού περιβάλλοντος, ο γραμματέας Πρίσκος, ο έπαρχος Ιωάννης ο Καππαδόκης ήξεραν ότι είχε ορισμένα αδύνατα σημεία στα οποία μπορούσαν να τη χτυπήσουν. Δεν ξέρω αν απέκτησε στα νεανικά της χρόνια το γιο που της αποδίδει ο Προκόπιος, του οποίου η γέννηση ήταν φοβερό ατύχημα γι' αυτήν, όπως φαίνεται. Πάντως ήταν βέβαιο ότι είχε μία κόρη, και ότι αυτή αναμφισβήτητα δεν ήταν του Ιουστινιανού, χωρίς εξάλλου αυτή η ανάμνηση ενός λίγο σκοτεινού παρελθόντος να ενοχλούσε την αυτοκράτειρα ή τον αυτοκράτορα, αν κρίνουμε από την τύχη που είχε στην αυλή ο γιος αυτής της κόρης. Τέλος, ορισμένα χαρακτηριστικά της ψυχολογίας της Θεοδώρας, η αλληλεγγύη που έδειχνε στις φτωχές κοπέλες που, στην πρωτεύουσά της, έπαιρναν τον κακό δρόμο συχνότερα από ανάγκη παρά από βίτσιο, τα μέτρα που πήρε για να σώσει αυτές τις δυστυχισμένες και να τις ελευθερώσει, όπως λέει ένας συγγραφέας της εποχής, "από τα δεσμά της επονείδιστης σκλαβιάς τους", η λίγο περιφρονητική σκληρότητα που έδειχνε πάντα για τους άντρες, ταιριάζουν με όσα αναφέρονται για τη νεότητά της. Και αν τα δεχθούμε όλα αυτά, που είναι αναμφισβήτητα, δεν θα πρέπει να μην απορρίψουμε στο σύνολό τους όσα μας αφηγήθηκε ο Προκόπιος,
Αλλά θα πρέπει να πιστέψουμε γι' αυτό ότι οι περιπέτειες της Θεοδώρας ήταν τόσο ηχηρά σκανδαλώδεις όσο υποστηρίζει ο Προκόπιος, ότι ήταν πραγματικά, όπως μας την παρουσιάζει, η μεγάλη εταίρα, πραγματικός άγγελος του κακού που χάρη στη θέληση του διαβόλου περιέφερε την ανηθικότητά της στον κόσμο; Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο Προκόπιος συνηθίζει να δίνει στους ανθρώπους που παρουσιάζει ένα σχεδόν επικό μέγεθος διαστροφής και μόλο που είναι δύσκολο να προσδιορίσουμε πόσο χαμηλά έπεσε η Θεοδώρα, εγώ έβλεπα μάλλον σ' αυτήν την ηρωίδα μιας πιο κοινότοπης ιστορίας: μια χορεύτρια που, αφού είχε φερθεί όπως φέρονταν πάντοτε οι όμοιές της, κουράστηκε μια μέρα από τους εφήμερους έρωτες και έχοντας βρει το σοβαρό άντρα που θα της εξασφάλιζε μια μόνιμη κατάσταση, "βολεύτηκε” στο γάμο και στην πίστη. Μια τυχοδιώκτρια, αν θέλετε, αλλά έξυπνη, διακριτική, αρκετά επιδέξια για να σώζει τα προσχήματα και που κατάφερε να παντρευτεί, ακόμη και μ' ένα μελλοντικό αυτοκράτορα, χωρίς να δημιουργήσει ένα τρανταχτό σκάνδαλο. Ξέρω ότι αυτή η Θεοδώρα ονομάζεται στον Λουδοβίκο Halèνy, Καρδινάλιος Βιργινία. Αλλά δεν είναι αυτή που μας ενδιαφέρει περισσότερο. Υπάρχει μια άλλη, που τη γνωρίζουμε λιγότερο και που είναι ενδιαφέρουσα και παράξενη από εντελώς διαφορετική άποψη: μια μεγάλη αυτοκράτειρα, που κράτησε στο πλευρό του Ιουστινιανού σημαντική θέση και που έπαιξε συχνά αποφασισηκό ρόλο στην κυβέρνηση, μια γυναίκα με ανώτερο πνεύμα, σπάνια ευφυΐα, ενεργητική θέληση, ένα πλάσμα δεσποτικό και αλαζονικό, βίαιο και παθιασμένο, περίπλοκο και συχνά ανησυχητικό, αλλά πάντοτε άπειρα γοητευτικό.
Πηγή κειμένου: ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ , CHARLES DIEHL
Η συνέχεια ΕΔΩ