Η πεποίθηση για την ύπαρξη «πέμπτης φάλαγγας» στον ελληνικό στρατό, δραστήριας στις τάξεις ανώτατων αξιωματικών και του επιτελείου, ήτω διάχυτη τις μέρες της κατάρρευσης. Η πεποίθηση αυτή, που ενισχύθηκε και ευνόητα «νομιμοποιήθηκε» με τη συνθηκολόγηση των στρατηγών διοικητών του μετώπου και στη συνεπακόλουθη άμεση δημιουργία κυβέρνησης συνεργασίας με τον κατακτητή από αυτούς τους ίδιους, προκάλεσε μια γενική καχυποψία για το σώμα των μόνιμων αξιωματικών, ιδιαίτερα για τις υψηλές του βαθμίδες. Δεν θα μπορούσε κανείς να αποδώσει ετούτες τις εκφράσεις στην όποια ανατρεπτική προπαγάνδα του ΚΚΕ ή άλλων παραπλήσιων πολιτικών χώρων. Τον Απρίλιο του 1941 n εκτός φυλακών οργανωμένη τους δύναμη και η δυνατότητα άσκησης προπαγάνδας ήταν ασήμαντη ως μηδαμινή.
Την αντίληψη ότι «κάτι δεν πήγε καλά» και ότι πολλές πτυχές στη διαδικασία της κατάρρευσης ήταν τουλάχιστον σκοτεινές συμμερίζονταν εκείνο τον καιρό ακόμα και τα πλέον ενήμερα των καταστάσεων πρόσωπα. Η υποψία για λειτουργία δικτύων πεμπτοφαλαγγιτισμού και προδοσία διακατείχε αρκετούς από τους επιφανείς συνομιλητές του Αμερικανού πρέσβη Μακ Βη, τις πρώτες ημέρες της Κατοχής. οι υποψίες αυτές και n γενική πεποίθηση της προδοσίας φαίνονται ίσως αφύσικες στο σημερινό παρατηρητή της περιόδου, που έχει την πολυτέλεια να εξετάζει από απόσταση τα δεδομένα της εποχής. Οπωσδήποτε φαίνεται να υπάρχουν πολλά λογικά άλλοθι για τους διαχειριστές των ελληνικών πραγμάτων το μαύρο Απρίλιο του 1941. Η Ελλάδα δεν είχε προφανώς στον Μεσοπόλεμο τη δυνατότητα να παρακολουθήσει τις ευρωπαϊκές δυνάμεις στο επίπεδο της συγκρότησης σύγχρονου στρατού και δεν μπορούσε να φτιάξει στρατό εφάμιλλο τεχνικά και οργανωτικά με τους δικούς τους. Τεθωρακισμένα οχήματα, μηχανοκίνητα και αεροπλάνα, αδόκιμες ακόμα μηχανές πολέμου πριν από το 1959, κόστιζαν υπερβολικά σε σχέση με τις οικονομικές δυνατότητες της χώρας. Αλλωστε, μετά το 1936, ο ανταγωνισμός των εξοπλισμών είχε πάρει τέτοιες διαστάσεις στην ευρωπαϊκή ήπειρο, ώστε δύσκολα θα μπορούσε μία χώρα να προμηθευτεί σύγχρονα όπλα, ακόμα και εάν διέθετε τα απαραίτητα χρήματα. Θα ήταν εξάλλου υπερβολικό να πιστεύει κανείς ότι η Ελλάδα θα μπορούσε να διακριθεί σε έναν «τεχνολογικό» πόλεμο, όπου τον πρώτο λόγο θα είχαν οι μηχανές και τα σύγχρονα όπλα. Ακόμα πιο υπερβολικό θα ήταν να υποστηρίξει κάποιος ότι στα 1941 η χώρα, μόνη της ουσιαστικά, καθώς η βρετανική βοήθεια ήταν συμβολική, μπορούσε να αντιμετωπίσει νικηφόρα την Ιταλία και τη Γερμανία από κοινού.
| Ο πρώτος κατοχικός πρωθυπουργός Γεώργιος Τσολάκογλου σε ώρα συνεργασίας με Γερμανούς αξιωματούχους (Φωτογραφία, Γενική Γραμματεία Επικοινωνίας). |
Η γενική περί προδοσίας αίσθηση και οι επιμέρους κατηγορίες που παρήχθησαν από αυτήν ελάχιστα συνδέονται με μια αποστασιοποιημένη και νηφάλια θεώρηση των καταστάσεων. Οι διεργασίες που συντελούσαν στο κτίσιμο ετούτων των πεποιθήσεων εδράζονταν σε έναν πραγματικό παρονομαστή, την απογοήτευση από την εξέλιξη ενός πολέμου που ξεκίνησε σε κλίμα ενθουσιασμού και με νικηφόρες προοπτικές. Οι εξελίξεις μετέγραφαν στο χώρο της ψυχολογίας την όποια πολιτική εκτίμηση για την απογοητευτική κατάσταση της άνοιξης του '41. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι διεργασίες αυτές δεν ήταν βαθύτατα πολιτικές με την πιο απόλυτη έννοια του όρου. Στην ουσία, μία ολόκληρη κοινωνία μάθαινε, έστω και με τρόπο ατελή, να εξετάζει όσα της συνέβαιναν, να σκέφτεται ανεξάρτητα για τις δικές της τύχες, για τη μοίρα που της επιφύλασσε η Ιστορία. Ανεξάρτητα, δηλαδή, καχύποπτα και άρα κριτικά για όσα η ηγεσία -όχι πολύ δημοφιλής, όχι ιδιαίτερα δημοκρατική, είναι αλήθεια- απεργαζόταν ερήμην των πολλών. Για πορεία προς την απεξάρτηση και τη ρήξη μιλούμε. Και αυτή ουδέποτε στην Ιστορία την έχουμε δει να εξελίσσεται σε κλίμα επιστημονικής νηφάλιας ανάλυσης.
Ίσως η μετέπειτα γνώση αλλά και τα βέλη της εκατέρωθεν προπαγάνδας ενός εκ των πραγμάτων διαρραγέντος πολιτικού καθεστώτος να συνεισέφεραν στην παγίωση ετούτων των απόψεων. Τις πρώτες εβδομάδες της Κατοχής η μεν κυβέρνηση Τσολάκογλου στην Αθήνα κατηγορούσε τη βασιλική αντίστοιχη του Τσουδερού ως ριψάσπιδες και φυγάδες, ενώ η δεύτερη απαντούσε στην πρώτη προτάσσοντας την προδοσία και την προθυμία για συνθηκολόγηση και συνεργασία με τον εχθρό. Τα εκατέρωθεν εκτοξευόμενα βέλη, όμως, μάλλον εκμεταλλεύονταν μια διάχυτη αίσθηση παρά την κατασκεύαζαν. Η καχυποψία προϋπήρχε και ο καθένας έσπευδε να αθωώσει το δικό του μερίδιο επιβαρύνοντας τη θέση του πρώην συνεταίρου του στη διαχείριση του πολέμου και της ήττας. Οπωσδήποτε οι κριτές, ο λαός στην κατεχόμενη πλέον Ελλάδα, είχαν πλέον πολλά χειροπιαστά προβλήματα μέσα από τα οποία μπορούσαν να προσμετρήσουν το βάρος της πολιτικής αποτυχίας των ηγετών τους. Η κατάρρευση της αγοράς και μαζί της η ακύρωση του κεντρικού ρόλου του κράτους σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, όταν εκλείπουν τα στοιχειώδη για τη ζωή των πολιτών, έδιναν τροφή και επιχειρήματα στην ιδέα για γενική έκπτωση των αξιών πάνω στις οποίες η έως τότε πολιτική ηγεσία στηριζόταν. Ο λαός βρέθηκε απελπιστικά μόνος του την ώρα της ανάγκης και αυτή η μοναξιά του μεταγράφηκε συνοπτικά στην έννοια της προδοσίας και της εγκατάλειψης. Σε τελευταία ανάλυση μάλλον δίκαια ήταν ετούτη η αποτίμηση που έκαναν οι απελπισμένοι Έλληνες εκείνου του καιρού.
Ο κοινός παρονομαστής όλων αυτών των κατηγοριών, όλων των αντιλήψεων που εκθέσαμε, ήταν n ολοκληρωτική χρεοκοπία της κρατικής μηχανής στην κατάρρευση και την αρχή της Κατοχής. Αυτό που αισθάνθηκαν τότε οι άνθρωποι ήταν δύσκολο να το εκφράσουν με διαύγεια, απευθείας. Βρέθηκαν ξαφνικά ανυπεράσπιστοι από τους έως τότε μηχανισμούς κοινωνικής προστασίας, χωρίς αποδέκτη των αιτημάτων τους, χωρίς ακροατή των προβλημάτων τους και των δεινών τους. Το κράτος χάθηκε! Αυτός ο πανίσχυρος συντονιστής της νεοελληνικής ζωής απλά εξαφανίστηκε. Ετούτη την απρόσμενη έξέλιξη θέλησαν να εκφράσουν με τρόπο έμμεσο οι ατελείωτες διηγήσεις γύρω από την προδοσία και την εγκατάλειψη και θα ήταν μάλλον μάταιο να προσπαθήσει να προσαρμόσει ο σημερινός ερευνητής ετούτο το γενικό αίσθημα σε συγκεκριμμένες πράξεις ή παραλείψεις ή αδυναμίες ή λάθη της τότε πολιτικής ηγεσίας. Η τελευταία, τον Απρίλιο του 1941, δεν έχασε μόνο μια χώρα, έχασε και έναν ολόκληρο λαό.
Από τα ερείπια του «παλαιού καθεστώτος» μία νέα πολιτική δύναμη θα ερχόταν στους επόμενους μήνες να καλύψει το πολιτικό κενό. Στις ρίζες του ΕΑΜικού κινήματος βρισκόταν ακριβώς αυτή η αίσθηση της αποσύνθεσης της προηγούμενης εξουσίας. Η αποσύνθεση αυτή είχε δύο πλευρές. Η πρώτη ήταν n καταγραμμένη αποτυχία της: Κυβέρνηση, ανάκτορα, στρατηγείο, καθεστώς είχαν αποτύχει στην υπεράσπιση της εθνικής ανεξαρτησίας, στην πρόβλεψη και τη διεξαγωγή του πολέμου, ακόμα και στη διαχείριση και αξιοποίηση της πρόσκαιρης νίκης. Απέτυχαν να αντιμετωπίσουν τις συνθήκες της ήττας, της κατάρρευσης και προπαντός της Κατοχής με αξιοπρεπή και ταυτόχρονα αποτελεσματικό τρόπο. Ως εξουσία μερίμνησε μόνο για τη δική της υπόσταση, έκανε ό,τι χρειαζόταν για να διεκδικήσει αργότερα τη δική της επάνοδο και συνέχεια. Αντίθετα, αδιαφόρησε για την προετοιμασία των δύσκολων καιρών, άφησε τον πολύ κόσμο έρμαιο σκληρών καταστάσεων και γεγονότων, στην κυριολεξία τον άφησε να πεθάνει από την πείνα.
Η άλλη πλευρά της απαξίωσης βρισκόταν στο εσωτερικό του καθεστώτος, στη διχοτόμησή του. Το πολιτικό σύστημα που διαμόρφωσαν τα γεγονότα του 1935 και η δικτατορία της 4ης Αυγούστου του 1936 χωρίστηκε με κριτήριο αποκλειστικό τις προτιμήσεις των στελεχών του για τα εκατέρωθεν στρατόπεδα του Παγκοσμίου Πολέμου. Ένα τμήμα του βρέθηκε με τους Βρετανούς, ένα άλλο θεώρησε τον Αξονα αξιόπιστο εταίρο και προασπιστή της κοινωνικής τάξης της χώρας και έσπευσε να του προσφέρει κυβέρνηση και υπηρεσίες.
Όσοι απέμειναν έξω από αυτό το παιχνίδι, όσοι έδωσαν προτεραιότητα στα συμφέροντα του λαού, οι εκπρόσωποι των μικρόκοσμων του πολέμου και της δύσκολης ειρήνης που ακολούθησε κλήθηκαν να διαχειριστούν αυτό που στην ουσία ήταν βαθύ πολιτικό κενό. Ενας νέος πολιτικός χώρος, απρόσωπος ακόμα στα 1941, άρχισε να αναδεικνύεται για να καλύψει το χάος που δημιούργησε η πολλαπλή και απόλυτη καθεστωτική αποτυχία. Για να προασπίσει τα συμφέροντα των πολλών, του λαού, των Ελλήνων, αν θέλετε να το πούμε αλλιώς.
Όλες οι κατηγορίες που στράφηκαν εναντίον θεσμών ή προσώπων τον καιρό εκείνο ήταν κομμάτια, ήταν ενδείξεις αυτής της βαθύτερης διεργασίας: της μεταφοράς των πρωτοβουλιών, των κοινωνικών λειτουργιών, της εξουσίας σε τελευταία ανάλυση, από τους καθεστωτικούς μηχανισμούς στους πολίτες, στους απλούς ανθρώπους, εργαζομένους και πολεμιστές, από την κρατική μηχανή στην κοινωνία. Η παλαιά ιεραρχία έσβηνε στην πολιτική συνείδηση του λαού, οι αξίες της καταβαραθρώθηκαν, οι λειτουργίες της υποκαταστάθηκαν. Η χώρα πλέον, πολιτικά, ήταν ένα άγραφο χαρτί πάνω στο οποίο τα πάντα μπορούσαν να ξαναγραφούν από την αρχή.
Πηγή κειμένου: ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ, Η ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΕΙΣΒΟΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ