Κυριακή, Απριλίου 19, 2026

Το δεύτερο βαλκανικό σφαγείο

Κατάληξη αυτής της έρπουσας αναμέτρησης υπήρξε, ως γνωστόν, η μετεξέλιξή της σε γενικευμένη σύρραξη μεταξύ των πρώην συμμάχων, το καλοκαίρι του 1913. Ο δεύτερος αυτός Βαλκανικός Πόλεμος, που έληξε μέσα σ' ενάμιση μήνα με την ολοκληρωτική νίκη της Ελλάδας και της Σερβίας σε βάρος της Βουλγαρίας, υπήρξε για τους χριστιανικούς πληθυσμούς της ζώνης των επιχειρήσεων πολύ πιο καταστροφικός απ' ό,τι ο προηγούμενος. Εδώ δεν είχαμε το ξέσπασμα μιας αχαλίνωτης βίας ενάντια στους «προαιώνιους» εχθρούς, αλλά την εφαρμογή μιας συστηματικής εθνοκάθαρσης των διαφιλονικούμενων περιοχών από τους ανεπιθύμητους κατοίκους τους. Και, τούτη τη φορά, πρωταγωνιστής δεν ήταν άλλος από τον ελληνικό στρατό.


Το έναυσμα και η δικαιολογία θα παρασχεθεί, ως συνήθως, από τις αγριότητες του αντιπάλου. Υποχωρώντας, ο βουλγαρικός στρατός επιδίδεται όχι μόνο σε λεηλασίες και σποραδικές δολοφονίες, αλλά και σε συστηματική καταστροφή των ελληνόφωνων αστικών κέντρων της περιοχής. (Η σχετική ελληνική βιβλιογραφία αναφέρει τέτοια περιστατικά στη Γευγελή, τη Μπογδάντσα, το Στογιάκοβο, τη Νέγκορτσα, τη Στρώμνιτσα, το Μούιν, το Σέχοβο (σημ. Ειδομένη), τη Μπαϊρακλή Τζουμαγιά (σημ. Ηράκλεια), την Αλιστράτη, τη Ζηλιάχοβα (σημ. Ν. Ζίχνη), την Πόριανη (σημ. Αγ. Αθανάσιος) και την Έλσιανη (σημ.Καρπερή). Βλ. Atrocites bulgares en Macédoine (faits et documents). Exposé de la Commission d' enquête de l' Assossiation Macédonienne rendue sur les lieux, Αθήνα 1913 [στο εξής: «Atrocites bulgares»], σ.14 και 19 και, κυρίως, Αι βουλγαρικαί ωμότητες εν τη Ανατολική Μακεδονία και Θράκη, Εν Αθήναις 1914 [στο εξής: «Βουλγαρικαί Ωμότητες»], in passim).

Αφίσα «Ο Βουλγαροφάγος» του
 σ. Χρηστίδη, με τον τσολιά που
 καταβροχθίζει ζωντανό ένα
βούλγαρο στρατιώτη

Κατά την τριήμερη κατάληψή της, στην αρχή του πολέμου, η Νιγρίτα καίγεται ολοσχερώς κι ένας απροσδιόριστος αλλά οπωσδήποτε μεγάλος αριθμός κατοίκων της βρίσκει το θάνατο 18 γειτονικά ελληνόφωνα (ή και σλαβόφωνα πατριαρχικά) χωριά, όπως η Μπέροβα, το Δημητρίτσι, η Μέριανη, το Χούμκος ή το Ξυλότρος, πυρπολούνται επίσης. Αγριότερη είναι η τύχη που επιφυλάσσεται σε βορειότερες πόλεις, με το πρόσχημα της καταστολής εξεγέρσεων του ελληνικού πληθυσμού τους. Στο Δεμίρ Χισάρ (σημ. Σιδηρόκαστρο), τουλάχιστον 74 Έλληνες συλλαμβάνονται κι εκτελούνται μέσα το τριήμερο 25-27 Ιουνίου. Στο Δοξάτο της Δράμας, η εξολόθρευση του ελληνικού πληθυσμού παίρνει μαζικές διαστάσεις στις 30 Ιουνίου, με ισοπέδωση του μεγαλύτερου μέρους της κωμόπολης κι εκτεταμένη συμμετοχή των μουσουλμανικών πληθυσμών της γύρω περιοχής στη σφαγή 500 περίπου Ελλήνων. Δραματική είναι τέλος η τύχη των Σερρών, αφού πρώτα ζήσουν ένα διάλειμμα ελευθερίας υπό τον έλεγχο της τοπικής πολιτοφυλακής και μιας τριανταριάς «προσκόπων»: στις 28 Ιουνίου ανακαταλαμβάνονται από το βουλγαρικό στρατό κι εκατοντάδες κομιτατζήδες, που περνάνε την πόλη από φωτιά και σίδερο, καταστρέφοντας τα 2/3 των κτιρίων της (4.000 σπίτια σε σύνολο 6.000) και σκοτώνοντας δεκάδες κατοίκους που δεν πρόλαβαν να φύγουν.(ΑΚΜ/7α, Κων/νου Μαζαράκη, «Έκθεσις της δράσεως του υπό τον ταγματάρχην του πυροβολικού Μαζαράκης-Αινιάνα Κωνστ. Σώματος Προσκόπων κατά τους ελληνοτουρκικόν και ελληνοβουλγαρικόν πολέμους», σ. 4-6 «Βουλγαρικαί Ωμότητες», σ.138 και 155-7 «Atrocites bulgares», σ. 20-28 Dotation Carnegie 1914, σ. 67-73· Σκανδαλάκης 1915, σ. 103-113 Λιβιεράτος 1991, σ. 68-9. Σύμφωνα με τον Πράις (1915, σ. 280), οι νεκροί πολίτες ήταν 57. Από την άλλη, στις παραμονές της βουλγαρικής επίθεσης, περίπου 200 κρατούμενοι από τη σλαβόφωνη συνοικία Καμενίκια και τα γύρω χωριά εκτελέστηκαν με συνοπτικές διαδικασίες από την ελληνική πολιτοφυλακή (Dotation Carnegie 1914, σ. 69-71 και 288-92).

Οι αγριότητες αυτές θα δώσουν στην ελληνική στρατιωτική ηγεσία το πρόσχημα για την εξαπόλυση μιας γενικευμένης εθνοκάθαρσης, με σκοπό το άδειασμα των στρατηγικά κρίσιμων πεδιάδων που περιβάλλουν τη Θεσσαλονίκη από τον σχεδόν αποκλειστικά αλλοεθνή πληθυσμό τους. Με επίσημη ανακοίνωσή του, ο βασιλιάς Κωνσταντίνος εξαγγέλλει στις 29 Ιουνίου 1913 την κήρυξη ολοκληρωτικού πολέμου κατά των Βουλγάρων.

«των τεράτων τούτων των φερόντων την μορφήν ανθρώπου»: «Θ' αναγκασθώ προς θλίψιν μου να προβώ εις αντίποινα», δηλώνει, υποστηρίζοντας ότι μετά τις εκτελέσεις του Σιδηροκάστρου, οι Βούλγαροι «δεν έχουσι δικαίωμα να τάσσονται μεταξύ των πεπολιτισμένων εθνών» και να επικαλούνται τους νόμους τους. Σε άλλο του μήνυμα, προς τον υπουργό Εξωτερικών Κορομηλά αυτή τη φορά, ο εστεμμένος στρατηλάτης θα μιμηθεί τον Κάτωνα για να εξηγήσει την πολιτική του: «Bulgariam essedelendam», γράφει («Η Βουλγαρία πρέπει να καταστραφεί»). Στην ιδιωτική τέλος αλληλογραφία του, αναρωτιέται αν οι Βούλγαροι -«αυτοί οι Μογγόλοι» που κακώς «απέκτησαν σλαβικό όνομα»- «δεν θα έπρεπε στ' αλήθεια όλοι τους να εξολοθρευτούν». Το κάλεσμά του θα βρει άμεσα ανταπόκριση σ' έναν στρατό σοκαρισμένο από τις σχετικά σοβαρές απώλειες που υφίσταται, ντοπαρισμένο από βουλγαροφάγα κηρύγματα μιας τουλάχιστον δεκαετίας και ποτισμένο από ένα συλλογικό μίσος, χωρίς ισοδύναμο στον πόλεμο κατά της Τουρκίας που είχε προηγηθεί αψευδής μάρτυρας, οι προπαγανδιστικές αφίσες και καρτ-ποστάλ της εποχής, όπου τη θέση των «απελευθερωτικών» επαγγελιών του προηγούμενου πολέμου έχουν πάρει κυριολεκτικά ανθρωποφαγικές απεικονίσεις κάθε λογής.(Χαρακτηριστικό δείγμα η αφίσα «Ο Βουλγαροφάγος» του σ. Χρηστίδη, με τον τσολιά που καταβροχθίζει ζωντανό ένα βούλγαρο στρατιώτη σε μιαν άλλη αφίσα, Έλληνες φαντάροι βγάζουν τα μάτια των βουλγάρων συναδέλφων τους (Dotation Carnegie 1914, εικόνες 12 και 13 εκτός κειμένου Καραβίτης 2001, σ. 256. Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, Βαλκανικοί πόλεμοι 1912-1913. Ελληνική λαϊκή εικονογραφία, Αθήνα 1999, σ. 261 και 237).

Για ένα τυπικό δείγμα της λαϊκής ιστοριογραφίας των ημερών, που κινήθηκε στο ίδιο μήκος κύματος: Αριστείδης Κυριακού. Οι βουλγαροκτόνοι ανά τους αιώνας, Αθήναι 1913). Για τις συγκεκριμένες μορφές που πήρε η υλοποίηση αυτής της πολιτικής στο πεδίο της μάχης, οι πληροφορίες αφθονούν. Μια πρώτη εκδοχή αντιποίνων αποτελούν οι ομαδικές εκτελέσεις αιχμαλώτων πολέμου: περίπου χίλιοι εξοντώνονται στην περιοχή της Νιγρίτας, ενώ μικρότεροι αριθμοί σκοτώνονται σε διάφορες άλλες περιπτώσεις. Η συστηματικό τερη όμως μέθοδος εκκαθάρισης της ελληνικής Μακεδονίας από τη βουλγαρική παρουσία είναι το συστηματικό κάψιμο των σλαβικών χωριών και τά μήκος της νικηφόρας προέλασης του ελληνικού στρατού.

Η αρχή θα γίνει από την πόλη του Κιλκίς, προπύργιο της βουλγαρικής Εξαρχίας επί μισόν αιώνα και ιδιαίτερη πατρίδα του βούλγαρου πρωθυπουργού Ντάνεφ, που παραδίδεται στις φλόγες στις 21 Ιουνίου, μετά το τέλος της τριήμερης μάχης που δόθηκε στην περιφέρειά του: «Η φωλεά των ληστών, το κέντρον των κομιτατζήδων, η καρδιά των κανιβάλων, η πατρίς του Δάνεφ, το Κιλκίς εξέλιπεν», διαβάζουμε χαρακτηριστικά σ' ένα τυπικό, διθυραμβικό δημοσίευμα της εποχής. Σύμφωνα με την επίσημη εκδοχή, η πυρκαγιά προκλήθηκε «εκ των πυρών του πυροβολικού, ως και εκ της αναφλέξεως των πυρομαχικών εις τα οποία έθεσαν πυρ οι Βούλγαροι υποχωρούντες», ενώ δεν έλειψαν οι προσπάθειες ο εμπρησμός της να χρεωθεί στο βουλγαρικό στρατό ή και στους ίδιους τους κατοίκους της. 103 Στις δημοσιευμένες αναμνήσεις του, ο τελευταίος βούλγαρος διοικητής του Κιλκίς περιγράφει, αντίθετα, λεπτομερώς τη σταδιακή εκκένωση της πόλης, τις αρκετά περιορισμένες ζημιές που αυτή είχε υποστεί από το ελληνικό πυροβολικό τη δεύτερη μέρα της μάχης και τη διαπίστωση της ολοσχερούς πυρπόλησής της αρκετές ώρες μετά την αποχώρησή του. Η Επιτροπή Κάρνεγκι, τέλος, παραθέτει μαρτυρίες ευρωπαίων κατοίκων σύμφωνα με τις οποίες το μεγαλύτερο μέρος της πόλης ήταν άθικτο μέχρι την είσοδο του ελληνικού στρατού και καταγράφει τουλάχιστον 74 φόνους Βουλγάρων που έμειναν πίσω.  Σε κάθε περίπτωση, επιστέγασμα της ελληνικής νίκης αποτέλεσε όχι μόνο η κατατρόπωση του βουλγαρικού στρατού αλλά αυτή καθ' εαυτή η «διαγραφή του Κιλκισίου εκ του χάρτου», την οποία κάποια στελέχη του Μακεδονικού Αγώνα θεωρούσαν επιβεβλημένη από δεκαετίας τουλάχιστον. «Εισήλθον με τα πρώτα τμήματα εις την πόλιν του Κιλκίς, η οποία ήτο έρημος, όλων των κατοίκων φανατικών βουλγαριζόντων φυγόντων με τον βουλγαρικόν στρατόν», σημειώνει χαρακτηριστικά στα απομνημονεύματά του ο Αλέξανδρος Μαζαράκης. «Αι οβίδες είχαν ανάψει πυρκαϊάς αι οποίαι διαδοθείσαι και τέκαυσαν σχεδόν την πόλιν. Η χαρά μας ήτο μεγάλη, όχι μόνον διά την νίμην αλλά και διότι το Κιλκίς εθεωρείτο από πολλών ετών η φανατικωτέρα βουλγαρική πόλις». Όταν τα απομνημονεύματα του στρατηγού μεταφράστηκαν από το ΙΜΧΑ στα γαλλικά για την ενημέρωση της διεθνούς κοινής γνώμης, η τελευταία φράση κρίθηκε προτιμότερο να απαλειφθεί.

Όσον αφορά τα χωριά που είχαν παρόμοια τύχη, η έκθεση Κάρνεγκι απαριθμεί 149, στη συντριπτική πλειοψηφία τους σλαβόφωνα εξαρχικά ή μικτού εθνικού προσανατολισμού, πυρπολημένα στο σύνολό τους ή εν μέσρει. Η ευθύνη για την καταστροφή τους αποδίδεται είτε στον ίδιο τον ελληνικό στρατό είτε στους κατά τόπους συμμάχους και συμπολεμιστές του: έλληνες αντάρτες, χριστιανούς αλλά και μουσουλμάνους πολιτοφύλακες, που κλήθηκαν -κι αυτοί- να συνδράμουν στο ξεκαθάρισμα της περιοχής Αντιμέτωπη με καταγγελίες για παραβίαση των κανόνων του πολέμου, η επίσημη Αθήνα θα επιχειρήσει να διαψεύσει κάθε ανάμιξή της σ' αυτό το καταστροφικό έργο, επιρρίπτοντας την ευθύνη πού αλλού; στον αντίπαλο. «Επί σκοπώ δυσφημίσεως του Ελληνικού στρατού και αποστερήσεως αυτού των εφοδίων των χωρίων», διαβάζουμε σε επίσημη ανακοίνωση του επιτελάρχη Δούσμανη, που δημοσιεύθηκε με πρωτοβουλία του Υπουργείου Εξωτερικών στις εφημερίδες των ημερών, «οι Βούλγαροι εκκενούσιν αυτά των κατοίκων των και είτα τα πυρπολούν. Ούτω χθες έθηκαν πυρ εις τα κενά κατοίκων χωρία Δομπρίνιστα και Οβιδίνι παρά την Μαχομίαν, τα οποία από πλήρους καταστροφής σπεύσας διέσωσεν ο στρατός ημών, συλλαβών επ' αυτοφόρω και τινάς των εμπρηστών. Ουδόλως παράδοξον αύριον την πυρπόλησιν και των χωρίων τούτων να καταλογίση εις βάρος του Ελληνικού στρατού η Βουλγαρική κυβέρνησις». Κατά διαβολική σύμπτωση, αποκαλυπτική της σοβαρότητας αυτών των επίσημων διαψεύσεων, υπάρχουν τρεις τουλάχιστον διαφορετικές δημοσιευμένες μαρτυρίες Ελλήνων στρατιωτών που περιγράφουν το κάψιμο του ενός από τα δυο αυτά χωριά (της Ντομπρίνιστα) - όχι όμως από τους Βουλγάρους, αλλά από τους έλληνες συναδέλφους τους. 

Απομνημονεύματα και ημερολόγια πολεμιστών ξεχειλίζουν, άλλωστε, από παρόμοιες περιγραφές. «Το ημέτερον πυροβολικόν δεν έλειπε βομβαρδίζον τα εκατέρωθεν της οδού πορείας χωρία, εκτός των δηλούντων εκ τούτων υποταγήν, δι' οιουδήποτε τρόπου», σημειώνει λακωνικά στο ημερολόγιό του ο (τότε) λοχαγός Ζωρογιαννίδης. Γλαφυρότερος είναι ο (μετέπειτα στρατηγός) Λεωνίδας Παρασκευόπουλος, όταν πληροφορεί τη γυναίκα του για τα τεκταινόμενα: «Φανατισμός φοβερός. Παντού τα βουλγαρικά χωρία καίγονται. [...] Τι πόλεμος είναι αυτός θηριώδης, παντού βασιλεύει η θηριωδία, φωτιές εις όλα τα χωριά». Δεν διστάζει μάλιστα καθόλου να περιγράψει και τη δική του, προσωπική συμβολή σε όλα αυτά: «Εις ένα χωριό, Σέχοβο, παρά την Γευγελήν, κάτι κομιτατζήδες μέσα επυροβόλησαν κατά περιπολιών μου. Διέταξα να το βομβαρδίσουν και να το κάψουν. Αυτοί έτσι θέλουν». Ανάμεσα στα χωριά που μαθαίνουμε από παρεμφερείς πηγές ότι έκαψε ο ελληνικός στρατός συγκαταλέγονται η Κάτω Βροντού της Δράμας, το Κοστούρινο της Στρώμνιτσας, το Αβρέτ Ισάρ (σημ. Παλιό Γυναικόκαστρο) και το Αμπάρκιοϊ [σημ. Μάντρες] του Κιλκίς, " ενώ άλλα παρά τις εντυπωσιακές περιγραφές- παραμένουν ανώνυμα-σε κάποιες περιπτώσεις, όπως η Ζάροβα (σημ. Νικόπολη) του Λαγκαδά ή η εξαρχική συνοικία της Αλιστράτης, πρωτεργάτες της καταστροφής είναι έλληνες χωρικοί των περιχώρων ή ντόπιοι μουσουλμάνοι, εκδικούμενοι για όσα οι ίδιοι τράβηξαν στη διάρκεια του πρώτου πολέμου. Σ' ένα άλλο επίπεδο, πληροφορούμαστε επίσης ότι το συσσίτιο των ελληνικών μονάδων έχει βελτιωθεί αισθητά, χάρη στα πλουσιοπάροχα λάφυρα «από τα καμένα βουλγαρικά χωριά». 

Την εικόνα συμπληρώνουν τα ειδικά δελτία για κάθε χωριό του νομού Σερρών που συμπλήρωσε, την επαύριο του πολέμου, ο εκεί επιθεωρητής των ελληνικών σχολείων, δελτία που φροντίζουν να κάνουν τη διάκριση ανάμεσα στα (τουρκικά) εκείνα χωριά που «επυρπολήθησαν υπό των Βουλγάρων» και τα (βουλγαρικά) που απλώς «επυρπολήθησαν», χωρίς να διευκρινίζεται από ποιόν η ταυτότητα των εμπρηστών προκύπτει, ωστόσο, συχνά από τα συμφραζόμενα - όπως στην περίπτωση του χωριού Καρλίκιοϊ (σημ. Χιονοχώρι), όπου «εκτός ολίγων φυγόντων, ών αι οικίαι εκάησαν, οι μένοντες επανήλθον εις την ορθοδοξίαν», στην «πνευματική» δηλαδή κυριότητα της ελληνικής Εκκλησίας. Ο φόρος του αίματος που καταβλήθηκε σ' αυτή την εκστρατεία εκκαθάρισης του εδάφους από τα ξένα στοιχεία είναι αρκετά δύσκολο να υπολογιστεί. Τα περισσότερα χωριά που κάηκαν από τον ελληνικό στρατο είχαν προηγουμένως εγκαταλειφθεί από τους κατοίκους τους, που ακολούθησαν τα βουλγαρικά στρατεύματα στην υποχώρησή τους. Η έκθεση Κάρνεγκι αναφέρει δυο τουλάχιστον περιπτώσεις μαζικών φόνων κι ομαδικών βιασμών σε βάρος σλαβόφωνων προσφύγων από τον ελληνικό στρατό, στη Γευγελή και το χωριό Ακίντζαλι (σημ. Μουριές) του Κιλκίς.

Για «αρπαγάς, εμπρησμούς, ατιμώσεις γυναικών και παντοίας άλλας πράξεις αντικειμένας εις την φιλανθρωπίαν και τον ανθρωπισμόν» κάνει λόγο, στον απολογισμό της δράσης του, και ο διοικητής του 23ου Συντάγματος Πεζικού, ενώ σε ημερολογιακή σημείωση ενός απλού φαντάρου για το χωριό Γκιουρετζίκ (σημ. Γρανίτης) της Δράμας διαβάζουμε ότι την προηγούμενη μέρα είχε περάσει από κεί «το κύριον σώμα του στρατού, και είχε κάμει κυριολεκτικώς όργια. Διήρπασαν τας οικίας και πολλάς παρθένους ητίμασαν».

Υπάρχουν φυσικά και οι συνήθεις αγριότητες των άτακτων σωμάτων και των ένοπλων πολιτοφυλάκων, όπως οι ομαδικές εκτελέσεις 200 περίπου κρατουμένων στις Σέρρες την παραμονή της επίθεσης του βουλγαρι κού στρατού εναντίον της πόλης ή οι αντεκδικήσεις στις οποίες ξέσπασαν αγανακτισμένοι επιζήσαντες την επομένη της πυρπόλησής της. Γεμάτα από αναφορές σε σφαγές και εμπρησμούς είναι τέλος τα γράμματα των φαντάρων του 19ου Συντάγματος που έπεσαν στα χέρια των Βουλγάρων στη Μαχομία τον Ιούλιο του 1913 και αποσπάσματά τους δόθηκαν στη δημοσιότητα από τη βουλγαρική προπαγάνδα.

Ειδική κατηγορία αποτελούν οι επιχειρήσεις εκκαθάρισης των μετόπισθεν του ελληνικού στρατού από τις ανταρτοομάδες των κομιτατζήδων. Τη δουλειά αναλαμβάνει στις 26 Ιουνίου ο έμπειρος σε κάτι τέτοια μακεδονομάχος λοχαγός Γεώργιος Τσόντος-Βάρδας η σχετική βασιλική διαταγή του ζητά να προχωρήσει στην «διά παντός μέσου εκκαθάρισιν του διαμερίσματος Γιαννιτσών, Γευγελής και Καρατζόβας από των κομιτατζήδων και τυχόν μικρών τμημάτων [βουλγαρικού] στρατού παραμεινάντων εν τη περιφερεία ταύτη», παρέχοντάς του «πάσαν ελευθερίαν ενεργείας» κι εξουσιοδοτώντας τον να στρατολογεί «άνδρας καταλλήλους εκ του τόπου» ή να ζητά όποτε χρειάζεται ενισχύσεις από τη χωροφυλακή. Στο έργο του θα στηριχτεί, όσο τουλάχιστον μας επιτρέπουν να συμπεράνουμε τα έγγραφα που περιέχει ο σχετικός φάκελος του αρχείου του, στις πληροφορίες Οθωμανών και πατριαρχικών κατοίκων της υπό εκκαθάριση περιοχής. '30 Οι ντόπιοι αυτοί συνεργάτες, εκτός από την τακτοποίηση παλιών λογαριασμών, θα αξιοποιήσουν την παρουσία του ελληνικού στρατού και για να «κερδοσκοπήσουν», αποσπώντας εκβιαστικά κάθε λογής παροχές από τα «βουλγαροχώρια» της περιφέρειάς τους συμπεριφορά μάλλον αναμενόμενη, άλλωστε, αφού, όπως ο ίδιος ο Βάρδας σημειώνει, «οι πάντες εζήτουν να επωφεληθώσι, στρατιώται και αντάρται, ιδίως οι δεύτεροι». Το αρχείο του είναι γεμάτο από καταγγελίες για λεηλασίες, αρπαγές και άλλες μη κατονομαζόμενες «εκτρόπους πράξεις» από μέρους των «προσκόπων» του Γύπαρη και των ντόπιων συμπολεμιστών τους, που τελούν υπό την ηγεσία «οπλαρχηγού τινος Πόγκα, γνωστού [του] κ. Τρουπάκη» ο τελευταίος αυτός, είναι – και θα παραμείνει τα επόμενα χρόνια - ο επικεφαλής της Ελληνικής Βασιλικής Χωροφυλακής σε όλη τη Μακεδονία.

Υπάρχουν βέβαια και κάποια λαμπρά δείγματα ευαισθησίας των επίσημων αρχών, ως επί το πλείστον όμως αφορούν την προστασία της περιουσίας ηγετικών στελεχών του ελληνικού μηχανισμού. Στη μέση π.χ. της πιο κρίσιμης φάσης του πολέμου, το Αρχηγείο Στρατού θα διατάξει τον Τσόντο να αποσπάσει κάποια αποσπάσματα από την καταδίωξη του εχθρού και να τα στείλει στο χωριό Γιάνες (σημ. Μεταλλικό Κιλκίς), για να φέρουν πίσω τα ζώα του τσιφλικά Χατζηλαζάρου που είχαν αρπάξει οι χωρικοί.

Η αυθαιρεσία των άμεσα κατασταλτικών μέτρων θα ολοκληρωθεί διά της δικαστικής οδού. «Κατά δεκάδας συλλαμβάνονται καθημερινώς ανά τα διάφορα χωρία της περιφερείας Φλωρίνης» οι ύποπτοι για συνεργασία με τους κομιτατζήδες, πανηγυρίζει χαρακτηριστικά η έγκυρη Ακρόπολις των ημερών. «Πλουσία η παρελθούσα εβδομάς εις συλλήψεις κι εξοντώσεις. Έχουν, βλέπετε, το κουράγιο να θέλουν να συμπλέκωνται με τα αποσπάσματα των διαφόρων λόχων κατοχής, τα οποία τόσο καλά έχουν τοποθετηθεί ανά τα βουνά, τους κάμπους και τας κοιλάδας, ώστε ν' αποτελούν ένα ολόκληρον θαυμάσιον δίκτυον, ένα πολυπλόκαμον οκταπόδι, από τα νύχια του οποίου να μην ημπορεί να ξεφύγη ούτε κουνούπι"

Κατά κανόνα, τις λίστες αυτών που πρέπει να συλληφθούν (αλλά κι εκείνων που πρέπει να ελευθερωθούν, άγνωστο με τι ακριβώς ανταλλάγματα) υποβάλλουν στις στρατιωτικές κι αστυνομικές αρχές τοπικοί παράγοντες, όπως ο Γεώργιος Πέτσος στη Γουμένισσα, που τα επόμενα χρόνια θ' αναδειχθούν σε ανθρώπους-κλειδιά της ελληνικής διοίκησης στις σλαβόφωνες μακεδονικές περιοχές. Η έκταση του κυνηγητού είναι τέτοια, που στα τέλη Σεπτεμβρίου ο γενικός διοικητής Στέφανος Δραγούμης διαμαρτύρεται στο Βενιζέλο για την απαράδεκτη καθυστέρηση των στρατοδικείων, που δεν έχουν ακόμη ξεκαθαρίσει τις «εκκρεμείς ανακρίσεις κατά αθρόως προφυλακισμένων βουλγαριζόντων», ώστε όσοι κριθούν «ανυπαίτιοι» να μπορέσουν να επανέλθουν στις οικογένειες και τα χωριά τους. Για τη σοβαρότητα δε των κριτηρίων που πρυτάνευσαν σ' αυτές τις εκκαθαρίσεις αποκαλυπτικά είναι τα πρακτικά της δίκης χωρικών από το Στρατοδικείο Θεσσαλονίκης, για ένοπλη αντίσταση και τά του ελληνικού στρατού στον κάμπο του Αμυνταίου: στο (μάλλον κλασικό) αίτημα των κατηγορουμένων για αναβολή, ώστε να σταθεί δυνατόν να προσέλθουν και να καταθέσουν μάρτυρες υπεράσπισης, η απάντηση του δικαστηρίου ήταν ότι κάτι τέτοιο δεν χρειάζεται, «καθ' όσον ο ισχυρισμός αυτών θα ηδύνατο να αποδειχθή και διά των μαρτύρων κατηγορίας» από τους 26 κατηγορούμενους, οι 23 καταδικάστηκαν τελικά σε θάνατο. Μια σειρά στελέχη του βουλγαρικού μηχανισμού θα εξοντωθούν επίσης στα μουλωχτά, με την κλασική δικαιολογία ότι σκοτώθηκαν στις μάχες. Τυπικό δείγμα ο εξαρχικός μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Ευλόγιος που, αφού βασανίστηκε πάνω στο πλοίο που τον μετέφερε στο στρατόπεδο αιχμαλώτων του Τρίκερι, ρίχτηκε στη συνέχεια στο πέλαγος  την ίδια τύχη είχε κι ο γραμματέας της εξαρχικής κοινότητας της πόλης (και ιδρυτικό μέλος της ΕΜΕΟ) Χρήστο Μπαταντζήεφ, ενώ πολίτες από τη Γευγελή και τα πέριξ δολοφονήθηκαν με βασανιστήρια πάνω στο πλοίο «Καλυψώ» που τους μετέφερε από τη Θεσσαλονίκη στις φυλακές της Χαλκίδας. 140 Άλλοι πάλι συλληφθέντες, οι οποίοι δεν βαρύνονταν με τίποτα περισσότερο από κομιτατζήδικη δράση πριν από τους Βαλκανικούς Πολέμους (για επαναστατικές τουτέστιν ενέργειες εναντίον όχι του ελληνικού κράτους αλλά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας), κρίθηκε προτιμότερο, αφού δεν μπορούσαν να κρατηθούν άλλο στη φυλακή, ν' απελαθούν με συνοπτικές διαδικασίες στη Βουλγαρία. 

Τελικό αποτέλεσμα αυτής της εκκαθάρισης είναι η μαζική, πανηγυρική προσέλευση των «βουλγαριζόντων» εξαρχικών χωρικών στο Πατριαρχείο και, κατ' επέκταση, το ελληνικό έθνος. «Εις την ύπαιθρον χώραν και τα μικρά κέντρα γενικώς, η διάκρισις εις Πατριαρχικούς και Εξαρχικούς εξέλιπεν», ενημερώνει περιχαρής το Βενιζέλο ο γενικός διοικητής Μακεδονίας, Στέφανος Δραγούμης, «του σχίσματος εξαφανισθέντος κατόπιν αθρόας προσελεύσεως των εξαρχικών μετά των ιερέων, δηλωσάντων αυθορμήτως μετάνοιαν, παραδιδόντων εκκλησίας, σχολεία και σλαυικά λειτουργικά βιβλία και τυχόντων συγχωρήσεως και ευλογίας παρά των ορθοδόξων Μητροπολιτών και του Πατριαρχείου». Το ίδιο και στα αστικά κέντρα, όπου «οι πλείονες επανήλθον κατ' όμοιον τρόπον εις τα ελληνικά πάτρια», ενώ εκτιμάται ότι σύντομα θα τους ακολουθήσει «και η ομάς των ολίγων» που εξακολουθούν να δηλώνουν εξαρχικοί. Από το αρχείο του ίδιου του Δραγούμη διαπιστώνουμε ότι, σε ορισμένες τουλάχιστον περιπτώσεις, η τελετουργική αυτή «επιστροφή στον Ελληνισμό» ήταν το αποτέλεσμα είτε μαζικών συλλήψεων είτε του φόβου για ενδεχόμενη διενέργειά τους. Το παράγγελμα είχε δώσει άλλωστε ο ίδιος ο γενικός διοικητής, παραγγέλλοντας με εγκύκλιό του (5.7.13) στις υφιστάμενές του αρχές «όπως εις το εξής δέχωνται απροφασίστως πάσαν αυθορμήτως υποβαλλομένην και προσηκόντως υπογεγραμμένην αίτησιν περί επανόδου εις τους κόλπους της Μεγάλης Εκκλησίας», συνεννοούμενοι επ' αυτού με τους κατά τόπους μητροπολίτες. Η μαζική αυτή «παλιννόστηση», ήδη από τις πρώτες μέρες του ελληνοβουλγαρικού πολέμου και κάτω από συνθήκες που κάθε άλλο παρά εγγυούνταν την οποιαδήποτε ατομική ή συλλογική ελευθερία έκφρασης, θα προκαλέσει τη δυσφορία του υπουργού Εξωτερικών Κορομηλά, που ανησυχεί για τις επιπτώσεις της στους ελληνικούς πληθυσμούς της βουλγαρικής (τότε) Δυτικής Θράκης. Η παρέμβασή του, ωστόσο, δεν θα έχει το παραμικρό αποτέλεσμα. Στις αρχές της καινούργιας χρονιάς, από τους 165-180.000 εξαρχικούς Μακεδόνες του 1912, στην ελληνική Μακεδονία δεν απομένουν έτσι παρά ελάχιστες οικογένειες κι ακόμη λιγότερα χωριά που «τολμώσιν έτι να εκδηλώνωσι φανερά την εμμονήν των εις τον Βουλγαρισμόν» εκτιμάται όμως ότι, αργά ή γρήγορα, κι αυτοί θ' «ασπασθώσι την Ορθοδοξίαν, κατανοούντες ότι αι παλαιαί αυτών έξεις και μέθοδοι δεν θα είναι δυνατόν να τελεσφορήσουν υπό το νυν καθεστώς».

Περίεργη, όντως, απελευθέρωση. Έτσι κι αλλιώς, ωστόσο, η ειρήνη ή ταν ακόμα πολύ μακριά.


Πηγή κειμένου: Τάσος Κωστόπουλος: ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΙ ΕΘΝΟΚΑΘΑΡΣΗ, σελ.47-59