Λίγες μέρες μετά τήν ἄφιξη τῆς Παπαδάκη ἀπό τή Θεσσαλονίκη, ἄρχισαν οἱ δοκιμέςτῆς ᾿Αντιγόνης. Τίς περισσότερες παρακολούθησε ἀνελλιπῶς ὁ Κωστής Μπαστιᾶς, δείχνοντας τό ἐνδιαφέρον του γιά τά δύο καινούργια στελέχη πού δοκιμάζονταν, τήν Παπαδάκη καί τόν Μουζενίδη.
«...Ποτέ στην ιστορία τοῦ παγκόσμιου θεάτρου δέν συνεδέθη μέ τόση τραγική πραγματικότητα ἡ μοίρα τῆς καλλιτέχνιδας καί τῆς ἡρωίδας. Ἴσως νά μήν εἶναι μοιραῖο, γιατί ὅλη ἡ ζωή τῆς Ἑλένης Παπαδάκη ἤτανε τόσο στενά δεμένη μέ τό δημιουργικό της ἔργο. Ήτανε τόσο χαρακτηριστική ή ισορρόπηση τέχνης καί ζωῆς, πού ἀποτελεῖ μιά μοναδική περίπτωση ανάμεσα στίς ἐξαιρετικές θεατρικές φυσιογνωμίες. Καί ἡ Ἑλένη σάν τήν 'Αντιγόνη. Λές κι ὅταν ερμήνευσε τήν ἡρωίδα (...) ὁραματιζόταν τόν ἴδιο της ἄδικο χαμό. Γιατί δέν μποροῦσε νά ἦταν καρπός τέχνης μόνο, ἀπόσταγμα μόνο σπουδῆς καί μελέτης ὁ σπαραγμός ἐκεῖνος, ἔτσι ὅπως τόν μετέδιδε στους θεατές, ὅταν ἔλεγε μέ τή μελωδική αξέχαστη φωνή της: “Παρόμοια ἡ μοίρα μου μ' αὐτῆς, τέτοιο μοῦ γράφει τέλος...”, ὅταν ἔσερνε τα βαριά της βήματα βαδίζοντας πρός τόν τάφο της. (...) Ὅταν εἶναι γραμμένο να γίνει ἀθάνατο σύμβολο ἕνας θνητός, ἡ μοίρα τόν παραμονεύει γιά νά τοῦ στείλει τήν ἀμετάκλη τη ἀπόφασή της μέσα σέ ἀπόκρυφα μηνύματα. Ἔτσι μονάχα ἐξηγεῖται ἡ ἀγωνία, ὁ ἱδρώτας καί τόξαφνικό κέρωμα τῆς Ἑλένης Παπαδάκη στα λόγια τῆς ᾿Αντιγόνης, ὅταν τήν ὁδηγοῦνε στο θάνατο».
Ἔπειτα ἀπό ὁρισμένες καθυστερήσεις, ἡ πρώτη δόθηκε τελικά στις 30 Σεπτεμβρίου μπροστά σ' ἕνα κατάμεστο αμφιθέατρο. Μετά το τέλος τῆς παράστασης τό κοινό αποθέωσε τούς συντελεστές καί εἰδικά τήν Παπαδάκη. Από τους πρώτους πού ἔτρεξαν νά τήν ἀγκαλιάσουν καί νά τή συγχαροῦν ἦταν ἡ Μαρίκα Κοτοπούλη, πού τή φίλησε βαθιά επηρεασμένη ἀπό τήν ἑρμηνεία της. Τόσο ἐνθουσιάστηκε, ὥστε πρός τό τέλος τῶν παραστάσεων πῆγε καί τήν ξαναείδε γιά δεύτερη φορά (Αθηναϊκά Νέα, 12 Οκτωβρίου 1940).
«Ἡ Κοτοπούλη εἶχε ἑρμηνεύσει πολλές φορές τήν Αντιγόνη, (...)» γράφει στό ἐξαίρετο ἄρθρο του ὁ Μάρκος Δ. Φρέρης. «Η παράσταση αὐτή ἦταν “ἐκ προχείρου”, μέ τήν “ἁπλήν σκηνοθέτησιν” (...) δηλ. μέ φτωχότερα σκηνικά και φτωχότερο βεστιάριο. Σε καμιά περίπτωση (οὔτε κάν ὡς πρός τήν ἑρμηνεία τῆς ἰδίας τῆς Κοτοπούλη) δέ θά μποροῦσε ν' ἀποτελέσει πρότυπο για το Εθνικό τοῦ 1940 καί μάλιστα για ένα νέο σκηνοθέτη με (...) ριζοσπαστικές φιλοδοξίες, ὅπως ὁ Μουζενίδης.
Αλλωστε ὁ μαρτυρημένος ἐνθουσιασμός τῆς Μαρίκας (...) ἐπιβεβαιώνει πώς ἡ ἑρμηνεία τῆς νεότερης πρωταγωνίστριας, πού ὑποδέχτηκε διθυραμβικά σύσσωμη ἡ κριτική τῆς ἐποχῆς ἦταν ἐξοχη καί ὁπωσδήποτε πολύ ἄνω τῶν standards τῆς προηγούμενης γενιάς». Καί Ο Αιμίλιος Χουρμούζιος ἔγραφε μέ ἐνθουσιασμό: «Ἡ Ἑλένη Παπαδάκη ἐνίκησε ἀναμφισβήτητη νίκη. Παράστασις, ἔκφρασις, ἠθοποιία, τόνος, φωνή ἦσαν ὅλα ἡρμονισμένα εἰς ἕν ἐξαίρετον σύνολον. (...) Η θαυμασία ὑπόκρισις ἐδημιούργησε τήν ποθητήν ἀτμόσφαιραν μέ τήν ἐπιβλητικήν ἐντύπωσιν τῆς πληρότητος τῆς ἠθοποιίας (...). Αληθινά ή στήλη αὐτή εἶναι ἐκτάκτως εὐτυχής, διότι ἠμπορεῖ ἀνεπιφυλάκτως να βεβαιώσει, ὅτι ἡ παράδοσις τῆς τραγωδίας, τήν ὁποίαν ἐκράτησε εἰς τόσον ὕψος ἡ Μαρίκα Κοτοπούλη, γνωρίζει ἤδη ἀξίαν συνέχειαν». 402 « Λόγος, στάσις καί ἔκφρασις ἔγιναν κτήματα τῆς καλλιτέχνιδος σέ μιά ιδανική τῆς ᾿Αντιγόνης μορφοποίηση» σημείωνε ὁ ᾿Αλέκος Λιδωρίκης. «Η Παπαδάκη ἱερουργεῖ, δημιουργεῖ σάν μιά ἐμπνευσμένη καί ἐξαιρετική ἱέρεια τῆς Τέχνης». «Η ωραία της φωνή» ἔγραφε ἡ ᾿Αλεξάνδρα Λαλαούνη «ἤξερε νά βρεῖ ὅλες τίς κλίμακες τῆς ἐκφράσεως, ὅλη τήν ἁρμονία τοῦ λόγου, να κάμει τόν λόγο ἀληθινή μουσική». Η Σοφία Μαυροειδή-Παπαδάκη ἔγραφε μέ ἐνθουσιασμό: «Δέν ξέρω ἄλλη ηθοποιό πού θά πετύχαινε ἔτσι τήν Αντιγόνη. (...) Εἶδα τήν παράσταση δύο φορές καί μόνο για να παρακολουθήσω πιό καλά τις κινήσεις καί τήν ἐκφραστική ποικιλία της, θα μποροῦσα νά δῶ ἄλλες τόσες. Ὅλο καί κάτι καινούριο σοῦ παρουσιάζει το παίξιμό της. Τί πλοῦτος φωνῆς (...) Ο θρήνος ἰδιαιτέρως ἀποδόθηκε μ' ὅλη τήν εὐγένεια καί τή συντριβή καί συγκίνησε καί κράτησε σε κατάνυξη τόν ἀκροατή».
Καί ὁ Αχιλλέας Μαμάκης: «Ἡ εὐκρινής καί τόσο ζηλευτῆς ἀρθρώσεως φωνή της καί τό ἀπαράμιλλο παίξιμό της τήν καθιερώνουν ὡς σημαντικοτάτην ερμηνεύτριαν τραγωδίας». Καί ὁ Ἰ. Στογιάννης: « «Ἦταν ἀπό τίς ὡραιότερες δημιουργίες πού εἴδαμε στο ελληνικό θέατρο». «Αὐτή τήν μορφήν, μιᾶς τραγωδίας κινουμένης ἐξ ὁλοκλήρου εἰς τό ἐπίπεδον τῶν ἰδεῶν» γράφει ὁ ᾿Αχιλλέας Κύρου «κατόρθωσε μέ τήν ἐργασίαν της νά ἀποδώσει πλήρως ή Παπαδάκη. Καί δέν γνωρίζω καλύτερον ἔπαινον δι' αὐτήν».
Ἡ Παπαδάκη εἶχε ἐπιστρατεύσει ὅλες τίς ἱκανότητές της καί μεταχειρίστηκε τίς ἄριστες μουσικές της γνώσεις γιά τήν ἐκτέλεση τοῦ κομμού: Στή διάθεσή της ἡ παρτιτούρα τῆς μουσικῆς τοῦ Πονηρίδη καί πολύωρες οἱ ἀσκήσεις γιά τό συντονισμό ἀπαγγελίας καί μουσικῆς. Χρειάστηκε καί ἐπέτυχε ἀπόλυτη κυριαρχία στην κίνησή της καί πλούτισε κορμί και πρόσωπο μέ τέτοια δύναμη ἐκφραστικότητας, ὥστε καί μέ τά χέρια πισθάγκωνα δεμένα, ἔφεγγε σάν μιά φλόγα προσφορᾶς καί θυσίας. Καί ἦταν πραγματικά ηράκλειος ἄθλος ἡ ἐπίτευξη αὐτή τῆς Παπαδάκη με στερημένα τα χέρια, καθώς, σύμφωνα μέ τή σκηνοθεσία τοῦ Μουζενίδη, ἦσαν ἀχρηστευμένα μέ τό δέσιμο πίσω. Οἱ τραγουδιστές, ὅταν θέλουν να «βγάλουν» μιά κορόνα, σηκώνουν τα χέρια πρός τά ἐμπρός καί πάνω, γιά νά ἐκπτύσσονται εὐκολότερα οἱ πνεύμονες. Με τα χέρια δεμένα πίσω οἱ πνεύμονες βρίσκονται σε συνεχή θέση ἐκπνοῆς, πού δυσκολεύει τη σωστή απόδοση σε τραγούδι ἤ πρόζα.
Γιά τήν Παπαδάκη οἱ δυσκολίες αὐτές ἦταν μιά καλλιτεχνική πρόκληση, πού τη σαγήνευαν καί τήν ἐρέθιζαν νά βρεῖ μιά σωστή λύση. Καί τό ἐπίτευγμά της αὐτό δέν πέρασε απαρατήρητο από τούς κριτικούς: «Ἡ Παπαδάκη ὑπῆρξε ἐξαίσια. (...) Ὅλες οἱ κινήσεις της, ὅλες οἱ ἀποχρώσεις τῆς φωνῆς ἦσαν γεμάτες εὐγένεια. (...) Ο θρήνος της ήταν σπαρακτικός μαζί καί πολύ περήφανος. (...)
Ἕνας ἠθοποιός χωρίς χέρια χάνει ἕνα μεγάλο μέρος τῆς ἐκφραστικῆς του δύναμης. Ἡ Παπαδάκη κατόρθωσε ἐν τούτοις νά ἐξουδετερώσει τήν ὀλέθρια επίδραση πού μποροῦσε νά ἔχει αὐτός ὁ περιορισμός. Αντικατέστησε μέ τή ζωηρότατη ἔκφραση τῆς φυσιογνωμίας της κι ὅλου τοῦ σώματός της τήν ἀπώλεια τῶν χεριών της».
Αὐτά γράφει ὁ Αλκης Θρύλος. Καί ὅταν το 1956 ξαναπαίχτηκε στην Επίδαυρο ἡ ᾿Αντιγόνη μέ τήν Αννα Συνοδινού σε σκηνοθεσία Μινωτή καί μέ τά χέρια δεμένα μπροστά στην τελική σκηνή της, ὁ Αλκης Θρύλος ξαναθυμήθηκε τόν ἄθλο τῆς Ἑλένης στην κριτική του: «Ἡ Αννα Συνοδινού γιατί δέν ἀκολούθησε την παράδοση πού δημιούργησε ἡ ἀξέχαστη Ελένη Παπαδάκη; Γιατί προτίμησε να δέσει τα χέρια της μπροστά ἀντί πίσω, ὅπως ἐκείνη; Μήπως ἡ ἀχρήστευση τῶν χεριῶν δυσχεραίνει το παίξιμο; Δέν θά ἔπρεπε καί χάριν τοῦ ἑαυτοῦ της να καταδεχτεί μιά εὐκολία, ἡ ὁποία πάντα εἶναι μειωτική ὅταν μᾶς θυμίζει ὅτι κάποιος ἄλλος πρίν τήν ὑπερπήδησε».410 Καί ἡ κριτική τῆς Ἑστίας θυμόταν τό ἐπίτευγμα τῆς Ἑλένης: «Ἡ Ἑλένη Παπαδάκη με τα χέρια δεμένα πισθάγκωνα εἶχε ἐκπλήξει μέ τήν ἁρμονία τῶν κινήσεων τοῦ σώματος, πράγμα πού ἐθεωρήθη κατόρθωμα».
Ἡ κριτική στάθηκε ἐπαινετική καί γιά τή δουλειά του Τάκη Μουζενίδη. Μερικοί δέν συμφώνησαν μέ τό δέσιμο τῶν χεριῶν τῆς ᾿Αντιγόνης στη σκηνή του κομμοῦ. ῎Αλλοι μέ ὁρισμένα ἑρμηνευτικά ευρήματα στη διδασκαλία τοῦ Χορού: Εἰδικά στο στάσιμο πού ἐξυμνεῖ τήν παντοδυναμία τοῦ Ἔρωτα, πρίν ἀπό τόν κομμό, μέ τίς ἐπανειλημμένες ὁμαδικές κραυγές «Έρωτα! Ἔρωτα!» καί μέ τις σκουρόχρωμες περούκες του, πού τοῦ δίναν νεανική εμφάνιση καί ὄχι τήν ὄψη γερόντων, ὅπως τούς ἤθελε ὁ ποιητής.
Μέσα σέ ὅλες τίς διθυραμβικές κριτικές γιά τήν Παπαδάκη ξεχώριζε ή κάκιστη κριτική του Πολ. Μοσχοβίτη, πού συνήθως ἔγραφε πάντα εὐνοϊκά γιά τή δουλειά της. Ποιός ξέρει για ποιό λόγο καταρράκωσε καί τόν Μουζενίδη, ἀλλά εἰδικά τήν Ἑλένη. Ὅταν ὑπάρχει τόση διαφορά ἀπό ὅλες τίς ἄλλες κριτικές, διερωτᾶται κανείς τί λόγοι μπορεῖ νά ὑποβόσκουν.
..Ἐμφανίσθη μέ φελλοπάπουτσα, ἀπομιμούμενα τούς ἀρχαίους κοθόρνους, ἀρκετά ὅμως τῆς ...μόδας, να φαίνεται δέ ξεπροβάλλον ἐμπρός τό μεγάλο δάκτυλο του ποδιού, θυσία σέ μιά κοκεταρία τῆς κακῆς ὥρας, πραγματικά ασυγχώρητη για την καλλιτέχνιδα καί γιά τόν σκηνοθέτη. (...) Η Παπαδάκη εἶχε στιγμές ἀδύνατες, στιγμές μεγάλες, ἀλλά καί στιγμές θλιβερά κακότυχες. Ἡ ἀπαγγελία της ἐκυμάνθη ἀπό τόν ἀνυπόφορο στόμφο ὥς τήν ὑπερβολικότητα ἐξεζητημένου νατουραλιστικοῦ τονισμοῦ καί ὥς μερικές ανακραυγές, πού ἀποτελοῦσαν καθαρές παρατονίες. Στη σκηνή τοῦ πρώτου διαλόγου μέ τόν Κρέοντα ἦτο περίφημη. (...) Δέν ἦτο μόνον συνεσταλμένη, σχεδόν ἄψυχη, στήν ἀρχή. Ἦτο ἀπότομη ἀντί νά εἶναι πειστική, δέν μπόρεσε να προχωρήσει ἐντείνουσα τό ὕφος της. Εἰς τόν δραματικότατον διάλογόν της μέ τόν Κρέοντα ἀργότερον, φθάνει σέ ἐξάρσεις τέχνης ἀξιέπαινες. (...) Εἰς τόν κομμόν ἦτο ἀπαραδέκτως κλαψιάρα, ἀδικαιολογήτως ἀδιάφορα ἀφηγηματική, παραπονιάρα καί μάλλον κρύα. Ατονη, γίνεται γυναικούλα ολολύζουσα...».
Ἡ Αντιγόνη παίχτηκε με τεράστια καλλιτεχνική καί εμπορική επιτυχία καί ὁ ρόλος σφράγισε τη σταδιοδρομία τῆς Παπαδάκη. Πρώτη φορά μετά τις παραστάσεις μέ τήν Ελένη Παπαδάκη, πού δοκιμάστηκε για πρώτη φορά σε κεντρικό ρόλο τραγωδίας, ή Αντιγόνη ξαναπαίχτηκε το 1956 στά «Επιδαύρεια», με πρωταγωνίστρια την Αννα Συνοδινοῦ, πού δοκιμαζόταν καί ἐκείνη τότε γιά πρώτη φορά σε κεντρικό ρόλο ἀρχαίου δράματος. Λίγο πρίν ἀπό τήν παράσταση, ή δημοσιογράφος Μαρία Δημητρέα παρέδωσε στη Συνοδινοῦ ἕνα κομμάτι ἀπό τή ζώνη πού φοροῦσε ἡ Παπαδάκη σάν Αντιγόνη καί μία πόρπη ἀπό τό κοστούμι της τῆς Ἑκάβης, προσφορά τῶν συγγενῶν τῆς Ἑλένης σαν γούρι. Καί ἡ ἐπιτυχία της στάθηκε θριαμβευτική, κερδίζοντας το βράδυ ἐκεῖνο μιά μεγάλη καλλιτεχνική μάχη, πού τήν καθιέρωσε ἀπό τότε σάν τή μοναδική νέα τραγωδό τοῦ ἑλληνικοῦ θεάτρου καί πού δέν ξεπεράστηκε ἔκτοτε ἀπό καμιά ἄλλη.
Γιά ὅσους εἶδαν τήν Παπαδάκη σ' αὐτόν τό ρόλο, δέν μπόρεσαν νά τήν ξεχάσουν. Ὁ Παῦλος Παλαιολόγος ἔγραψε: «Ποιός δέν θυμᾶται τό θρῆνο τῆς Αντιγόνης, ὅταν στα μάρμαρα τοῦ ἀρχαίου θεάτρου, περισσότερο νεκρή παρά ζωντανή, έσερνε τά βαριά βήματα τῆς μελλοθανάτου. Τέτοιος σπαραγμός δέν μποροῦσε νά εἶναι καρπός τῆς τέχνης μόνο. Ήταν, θά έλεγε κανείς, τό προμάντεμα τοῦ δικοῦ της τέλους, ὁ ἐπιτάφιος θρῆνος πού ἔψαλλε στόν ἑαυτό της, μιά ύπαρξη πού ὁραματίστηκε τόν ἄδικο χαμό της». Καί ἡ Εἰρήνη Καλκάνη σημείωσε σε δύο ἀπό τά γραφόμενά της: «Θυμοῦμαι πάντα αὐτό τό δέος πού ἔνιωσα ὅταν ἡ ᾿Αντιγόνη ὕψωνε ξαφνικά τό ἀνάστημά της στόν τύραννο. Θυμοῦμαι ἀκόμη αὐτό τό αἴσθημα τοῦ μεγαλείου, τῆς μορφῆς πού ἁπλώνεται καί μεγαλώνει τιτανικά, τῆς προσωπικότητας, πού μέ τήν ἔνταση τῆς αὐτοκατάφασής της κρυσταλλώνεται σε κάθε αἰώνιο». «Τήν ἀναλογίζομαι ἔτσι ὅπως στεκόταν ἁπλά ντυμένη μέ τόν μολυβογάλανο χιτώνα, μέ τά θαυμάσια ἐκφραστικά της χέρια δεμένα πίσω, μεταδίδοντάς ὅλο τό συγκλονιστικό μεγαλεῖο τοῦ κομμοῦ μέ μόνη τήν ἔκφραση τοῦ προσώπου της». Τέλος τα λόγια του Πλωρίτη: «...Αλλά καμιά, καμιά ἀπό τίς τόσες Αντιγόνες πού εἶδα αργότερα, δεν μπόρεσε ν' ἀπαλείψει ἀπ' τή μνήμη μου, να χλωμιάσει ἔστω, τήν ἑρμηνεία τῆς Παπαδάκη. Ακλόνητα πιστή στό ἠθικό χρέος ἀλλά καί τρυφερότατη γιά τούς προσφιλεῖς της, περήφανα αλύγιστη μπρός στίς τυραννικές βασιλικές επιταγές, ἀλλά καί λυρικά ὀδυνηρή καθώς βάδιζε στή θεληματική θυσία της, ἡ Παπαδάκη στάθηκε πραγματικά “ἐξαίσια” σέ δύναμη, ἐναρμόνια σε πάθος, μεγαλειώδης στην ἀπάρνηση τῆς ζωῆς γιά νά ἐπιβεβαιωθεῖ ἡ ζωή».
ΠΟΛΥΒΙΟΣ ΜΑΡΣΑΝ - Ελένη Παπαδάκη: Μια φωτεινή θεατρική πορεία με απροσδόκητο τέλος, εκδ.ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ
Δείτε επίσης:
